Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2018

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α ΒΛΑΧΟΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ


Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος στα 1917
Όταν εγεννάτο, ολόκληρος η Ελλάς, η ελευθέρα και δούλη, έκυψε εις το λίκνον του δια να ελπίση. Αι μακρυναί Θάλασσαι και η απέραντος γη, όπου είχε σπαρή, κατακτήσεων και επαναστάσεων και δι­ωγμών θύμα, το Γένος, συνεστάλησαν εις έκτασιν μιας σπιθαμής, εις μίαν γωνίαν του ελληνικού Ανακτόρου και εστάθησαν εκεί, και εκράτησαν σιωπηλαί την αναπνοήν των, δια να μη ταράξουν τον πρώτον ύπνον του βρέφους, το οποίον εξεπροσώπει την Ευτυχίαν, το Μέλλον. Γρήγορα, από της πρώτης στιγμής, έ­σπευσαν ανάδοχοι μυριάδες παλμών, χι­λιάδες ελπίδων και προσεκόμισαν, σμύρναν και λίβανον, την πορφύραν των αιμά­των της από τον νότον η Κρήτη, από τον βορράν την τελευταίαν λειτουργίαν της η Αγία Σοφία, εξ ανατολών και δυσμών αναμνήσεις και πόθους και όνειρα ο Ελληνισμός. Και ωνομάσθη το Βρέ­φος, πριν καν ανοίξη προς την ημέραν τους οφθαλμούς, Κωνσταντίνος. Ο πα­λαιός ποιητής εστάθη κοντά του και έ­δωσε το ελληνικόν αίσθημα εις στίχους ωραίους. 


Δεν είσαι Βασιλιά παιδί. 
Δεν είσαι μάννας γέννα. 
Οι πόθοι και οι ελπίδες μας εσμίξανε μαζί 
Κ' εγέννησαν εσένα. 


Και, αλήθεια, οι πόθοι και αι ελπίδες του Έθνους είχον γεννήσει τον Βασιλέα. Επί τέσσαρας αιώνας, μάρτυς, υπόδου­λος η Ελλάς, κάτω εις τα υπόγεια όπου ετέλει τας μυστικάς λειτουργίας της, ε­πάνω, εις κρυφά σχολειά, όπου εδίδασκε την παράδοσιν, αυτό το όνειρον ύφαινε, αυτόν ητοίμαζε τον στρατάρχην, αυτού εσφυρηλάτει τα όπλα, αυτού έτρεφε τον πολεμικόν ίππον, αυτού εχρύσωνε με α­κτίνας ελευθέρων ηλίων το Στέμμα. 

Και παρήρχετο ο καιρός. Και από της πρώτης οδοντοφυΐας του μέχρι των πρώτων του λαλημάτων, από των πρώ­των βημάτων του μέχρι των πρώτων ω­ρών της μαθητικής του ζωής, ο κόσμος εκείνος των κατάκοπων ηρώων και των γερόντων αγωνιστών, ο κόσμος των α­πομάχων της μεγάλης Επαναστάσεως, οι οποίοι δια του αίματος και του χρή­ματος και του νου των εθεμελίωσαν την ελευθέραν Ελλάδα, ύψωσε γύρω του πανύψηλον τείχος στοργής και λατρείας: διότι θα ήτο Αυτός, ο αναμενόμενος εκ Θεού. Διότι θα ήτο αυτός ο οποίος θα επραγματοποίει της Ειμαρμένης την παλαιάν προσταγήν. Διότι θα ήτο αυτός ο οποίος με το γύρισμα του χρόνου, δια μέσου αγώνων, προσπαθειών και ατυ­χημάτων, θα ωδήγει κάποτε επί κεφαλής χιλιάδων στρατού την Ελλάδα εις την χαράν και την δόξαν. Διότι θα ηλευθέρωνεν αυτός την Μακεδονίαν, θα έδιδε αυτός την Κρήτην εις την Ελλάδα, θα έπαιρνεν αυτός τα Γιάννενα. Διατί;... Παιδί δεν ήτο; Άνθρωπος δεν ήτο καί αυτός;... Αλλά το Έθνος δεν εδέχετο με τους μεμψίμοιρους συζήτησιν. Δεν ήτο παιδί, ούτε άνθρωπος, ούτε διάδοχος, ού­τε θα ήτο βασιλεύς όπως όλοι ο Κωνσταντίνος. Ο Κωνσταντίνος ήτο θρύλος, ήτο ψυχή, ήτο ο εντεταλμένος της Μοί­ρας.

* * *

Και ήλθε στιγμή κατά την οποίαν αι ευχαί και οι ψαλμοί έγιναν θούρια και οι ε­θνικοί θρήνοι παιάνες πολεμικοί και αν­τήχησε απ' άκρου εις άκρον από ιαχάς χαράς η Ελλάς, και ωπλίσθησαν οι στρατοί, και έσπευσαν υψηλά προς τας υποδούλους θαλάσσας οι στόλοι και το όνειρον επραγματοποιείτο: Τα φρούρια των πόλεων εκρημνίζοντο ως εις άκου­σμα υπερκοσμίων σαλπίγγων, και έφευ­γαν οι κατακτηταί, και ηλευθερούντο η Κρήτη, η Θεσσαλονίκη, η Σάμος, η Χίος, η Μυτιλήνη, τα Ιωάννινα. Και εις το μέσον του στρατού του, επροχώρει και εκάλπαζε προς την δόξαν και ήτο πάντοτε πρώτος. Αυτός. Ήτο υψηλός τώρα, και είχε γαλανούς οφθαλμούς και την ηλιοκαή του μορφήν εφώτιζε απεράντου καλωσύνης μειδίαμα και είχε ευγένειαν, θάρρος, ευθύτητα, νουν, και υπέρ αυτόν είχαν η στολή και το έθνος προσκομίσει πτερά, πτερά ά­σπρα και καταγάλανα, τα οποία ανέμιζε ευτυχής η πνοή της ελευθερίας. Αλλ' έ­ξαφνα, πώς έγινε η πνοή καταιγίς; Και πώς διερράγησαν της στοργής και της λατρείας τα τείχη; Και πώς αι ευχαί έγι­ναν πάθη και η ευλάβεια ύβρις, και κακία ο ενθουσιασμός και διαδήλωσις διωκτών των υπηκόων η λιτανεία;... Ας μείνη το ερώτημα αναπάντητον και ας πληρώση τώρα την αμαρτωλήν παρένθεσιν η σιω­πή. Μόνος, εξόριστος, ζων χωρίς θρόνον, χωρίς βασίλεια, χωρίς πατρίδα, νεκρός χωρίς τάφον, υποστάς και τον κόλαφον του παράφρονος εις την ξένην, δακρύσας με την ιδίαν συμφοράν και την συμφοράν της Ελλάδος, επιστρέψας εν μέσω φρενίτιδος, και απελθών εν μέσω φλογών πυρκαϊάς, έζησε, εκουράσθη, εμαρτύρησε, έπαθε, εδοξάσθη, υψώθη και έπεσε, και ανέμεινεν, ως άνθρωπος και ως σο­ρός, επί έτη μακρά εις τον ήλιον και το σκότος, Δικαιοσύνην.

* * *
Τώρα, τον φέρομεν πάλιν. Επάνω εις ένα κιλλίβαντα παλαιού πυροβόλου —τις οίδε τίνος πυροβόλου του Δεκατρία, του Δώδεκα— του οποίου τα ξύλα θα φρικιούν εις την σκέψιν ότι τώρα ορίζουν αυτά την πορείαν του, οδηγείται εις τον τάφον ο Κωνσταντίνος, ο Διάδοχος των εθνικών μας ονείρων, η Μεγάλη Ιδέα της χρυσής εποχής, ο Βασιλεύς των ενδό­ξων ωρών μας, ο ευτυχής και ατυχής, ο ιδίω έργω υψωθείς εις τα σύννεφα και έργω άλλων κρημνισθείς εις ερέβη, ι­στορικός στρατηλάτης. Ας τον οδηγήσωμεν λοιπόν όλοι μαζί εις τον Τάφον Του. Ας δώσωμεν περί την σορόν Του τας χείρας, και εις των κοινών δακρύων το πλήθος ας ποτίσωμεν τον σπόγγον της λήθης, η οποία θα μας οδηγήση αύριον προς δρόμους καλούς. Ο Βασιλεύς ήλθε εις την πατρίδα του και θα κοιμηθή τώρα δια πρώτην φοράν. Ας ετοιμάσωμεν με άνθη την κλίνην του, ας ποτίσω­μεν με καλωσύνην το χώμα, ας κλίνουν αι καρδίαι μας εμπρός του γονυπετείς και ας ταφούν μαζί του αι έριδες και αι κακίαι των οποίων υπήρξεν Αυτός, το πρώτον, το μέγιστον, το αδικώτατον θύ­μα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου