Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΣΙΔΗΡΑ ΦΡΟΥΡΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ 14A

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ 1927 ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ.
 H τρίτη Κυβέρνηση του Alexandru Avarescu που αναλαμβάνει την εξουσία στις 30 Μαρτίου 1926, δεν διαθέτει κανένα εξωτερικό γνώρισμα, που να παραπέμπει σε κυβέρνηση Φασιστικού τύπου. Παρ όλα αυτά ο στρατηγός, δεν φαίνεται να αντιδρά, αντίθετα μάλλον κολακεύεται , όταν η ιταλική εφημερίδα "Nazione' τον προσφωνεί σα "Μουσσολίνι της Ρουμανίας" . Τρεις μήνες μετά την υπογραφή της λεγόμενης Συνθήκης φιλίας των Παρισίων με βάση την οποία η Γαλλία αναγνώριζε σα τετελεσμένο γεγονός τη προσάρτηση της Βεσσαραβίας από το Ρουμανικό Βασίλειο (10 Ιουνίου) ο "Μουσολίνι της της Ρουμανίας" επιχειρεί να αποσπάσει παρόμοια δέσμευση από την  Ιταλία. O Ρουμάνος Υπουργός Mihail Manoilescu ταξιδεύει στη Ρώμη, η υποδοχή που του γίνεται είναι ιδιαίτερα θερμή και ο ίδιος δεν μπορεί να κρύψει τον ενθουσιασμό του για το Καθεστώς και το Ντούτσε[1] .Παρά το πολύ καλό κλίμα και την αμέριστη κατανόηση , ο Ρουμάνος υπουργός δεν καταφέρνει τελικά να επιτύχει μια ουσιαστική δέσμευση της Ιταλίας στο καυτό αυτό εθνικό θέμα. Το Ιταλορουμανικό σύμφωνο που υπογράφεται στις 15 Σεπτεμβρίου, απλά αναβαθμίζει το μεσολαβητικό ρόλο της Ιταλίας, στη περίπτωση μιας σύρραξης, στη περιοχή.[2] Η πολιτική φιλίας που η φασιστική Ιταλία ακολουθεί από τα 1924 απέναντι στη Σοβιετική Ένωση εμποδίζει παραπέρα δεσμεύσεις.[3]
Όλο αυτό το διάστημα η αντιπολίτευση δεν παύει να ανακινεί το θέμα της διαδοχής . Η κακή υγεία του Βασιλιά, που συνεχώς επιδεινώνεται αναγκάζουν και αυτόν ακόμα τον Averescu να προχωρήσει σε δεύτερες σκέψεις. Αρκετά μέλη της Κυβέρνησης έχουν ήδη επικοινωνία με τον έκπτωτο διάδοχο και προετοιμάζονται για την επόμενη ημέρα. Ο Μπρατιάνου -ο Βενιζέλος της Ρουμανίας- που μέχρι τότε γκρίνιαζε για τη μετακίνηση του κέντρου βάρους της εξωτερικής πολιτικής της χώρας από τη Γαλλία στην Ιταλία τώρα διαχωρίζει τη θέση του PNL απέναντι στo στρατηγό και τη κυβέρνηση του. Αλλά και το Παλάτι, κάθετα αντίθετο σε μια ενδεχόμενη λύση Καρόλου, προετοιμάζει τη μετά Αβαρέσκου εποχή.
Η 10η Μαίου 1927 είναι για τους Ρουμάνους μια ακόμη ευκαιρία να διαπιστώσουν ότι το πρόβλημα υγείας του Βασιλιά είναι πραγματικά μεγάλο. Το Έθνος γιορτάζει τα 50 χρόνια από την αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού αλλά από την επίσημη δοξολογία στο Καθεδρικό Ναό του Βουκουρεστίου όπου χοροστατεί ο Πατριάρχης, ο Φερδινάνδος απουσιάζει. Ο τύπος μιλά ανοικτά για υποτροπή της ασθένειας του. Η επανεμφάνιση στο Βουκουρέστι του Χαρτμάν του διάσημου γάλλου γιατρού και του ραδιολόγου Σουίς δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για ψευδαισθήσεις. Παρ όλα αυτά, στα τέλη Μαίου ο Βασιλιάς καλεί τον Στρατηγό .Του ζητά να τον διευκολύνει με τη παραίτηση της κυβερνήσεώς του και του μιλά ανοικτά για τα σχέδιά του. Προσανατολίζεται στην ιδέα μιας Οικουμενικής Κυβέρνησης όπου το κάθε κόμμα θα συμμετάσχει ανάλογα με τη δύναμή του.......
Ο Στρατηγός αναγκάζεται να συμμορφωθεί με τη βασιλική προτροπή και η διαχείριση της εξουσίας , ύστερα από παρασκηνιακές ενέργειες του Μπρατιάνο περνά στα χέρια ενός μη πολιτικού, του Πρίγκηπα Barbu Stirbey , ο οποίος κατά σύμπτωση, πέρα από ορκισμένος εχθρός του Καρόλου είναι και γυναικάδελφός του [4] .
Ο αρχικός σχεδιασμός ανατρέπεται. Αντί για οικουμενική κυβέρνηση , ο καινούριος Πρωθυπουργός, αποφασίζει να διαλύσει το κοινοβούλιο και να προκηρύξει καινούριες εκλογές.
Μια προκήρυξη της νέας κυβέρνησης αναφέρει.

Επιθυμών υπό τας παρούσας περιστάσεις να εξασφαλισθή εις την χώραν Κυβέρνησιν, δυναμένην να διευκολύνη στενωτέρας σχέσεις μεταξύ των διαφόρων κομμάτων , ο Βασιλεύς εζήτησε την συνδρομήν μας ,φρονών ότι υπό την προεδρείαν ενός προσώπου εκτός των πολιτικών κομμάτων με την συγκατάθεσιν και των αντιπροσώπων των κομμάτων τούτων ,θα δυνηθή να πραγματοποιήση, την ευχήν του ταύτην. Εδέχθημεν την αποστολήν ταύτην με την απόφασιν να περατώσωμεν αυτήν αισίως, διευκολύνοντες την έκφρασιν της θελήσεως του λαού δι ελευθέρων εκλογών.
Θα επαγρυπνήσωμεν όπως τηρηθή τάξις και νομιμότης και πάντες οι πολίται άνευ διακρίσεως εθνικότητος και θρησκεύματος απολαύσουν πάσης νομίμου προστασίας. Συμφώνως προς τα φυσικά και συνταγματικά καθήκοντά μας, ειμεθα αποφασισμένοι να εξασφαλίσωμεν τας βάσεις της Εθνικής Δυναστείας, ακολουθούντες εν πάσι τας αποφάσεις του Βασιλέωςεν σχέσει προς την διαδοχήν του Θρόνου και τον καθορισμόν της αντιβασιλείας, αίτινες άλλως επεκυρώθησαν συμφώνως προς το σύνταγμα δια της γενομένης την 4ην Ιανουαρίου 1926 ψηφοφορία της Εθνοσυνελεύσεως. Πιστοί εις τας συνθήκας όσον αφορά τας μετά του εξωτερικού σχέσεις μας, θα εξακολουθήσωμεν εφαρμόζοντες την πολιτικήν της ειρήνης, την οποίαν υπαγορεύουν τα ανώτερα συμφέροντα του Ρουμανικού Κράτους. Ζητούμεν παρ' όλων των πολιτικών, αντιλαμβανομένων την κατάστασιν και αφοσιουμένων εις την πατρίδα και τον Βασιλέα, να βοηθήσουν την Κυβέρνησιν εις την αποστολήν της την οποίαν ανέθεσεν εις αυτήν ο αγαπητός Μονάρχης μας. Δεν αμφιβάλλομεν ότι, λαμβάνουσα υπ' όψει τας δυσχερείας των περιστάσεων ολόκληρος η χώρα, εμπνεομένη υπό πεφωτισμένου πατριωτισμού, θα εκπληρώση την επιθυμίαν του Βασιλέως περί διατηρήσεως της ησυχίας και ομονοίας.[5]

Από τη Γαλλία ο Κοντρεάνου, όλο αυτό το καιρό , παρακολουθεί ανήσυχος τις πολιτικές εξελίξεις που διαδραματίζονται πίσω στη πατρίδα Έχει τακτική αλληλογραφία με τους συντρόφους του , είναι ενημερωμένος όχι μόνο πάνω στη γενική πολιτική κατάσταση της χώρας αλλά κύρια στα όσα τραγικά συμβαίνουν, εδώ και αρκετό καιρό , στο εσωτερικό του Συνδέσμου. Σχεδόν ένα χρόνο από τις τελευταίες εκλογές ο Σύνδεσμος του οποίου η εκλογική επιτυχία είχε δημιουργήσει τόσες ελπίδες κυρίως ανάμεσα στους νέους , έχει καταντήσει σκιά του εαυτού του και απειλείται με διάλυση. Ο Καθηγητής Κούζα ένας λαμπρός θεωρητικός και φωτεινό πνεύμα από τις πρώτες εβδομάδες που αναλαμβάνει την αρχηγία του Συνδέσμου χαράσσει μια δική του προσωπική στρατηγική η οποία φαίνεται να γυρνά τη πλάτη σε μεθόδους και πρακτικές του παρελθόντος και προσανατολίζεται σε ένα καθεστώς συμφιλίωσης του Συνδέσμου με το πολιτικό κατεστημένο, με ιδιαίτερα ανοίγματα στους αγροτικούς του Στρατηγού Αβαρέσκου οι οποίοι εκείνη την εποχή φαντάζουν παντοδύναμοι.. Η επαναστατική ορμή καυτηριάζεται, οι μάχες για τη κατάκτηση του πεζοδρομίου απαγορεύονται μαζί με μια σειρά άλλων δραστηριοτήτων στις παρυφές ή όχι της νομιμότητας, η μετριοπάθεια και η κοινοβουλευτική πρακτική αναδεικνύονται στα καινούρια εργαλεία με τα οποία ο Σύνδεσμος επιχειρεί να αναδείξει την ιδεολογική του "ωριμότητα", την αποκήρυξη ενός ένοχου παρελθόντος και πάνω από όλα τις καλές του προθέσεις . 

Έτσι, για παράδειγμα, όταν αμέσως μετά την έναρξη των εργασιών του Κοινοβουλίου την ώρα που ένας από τους βουλευτές του Συνδέσμου διαμαρτύρονταν για το στρατιωτικό νόμο που είχε επιβληθεί και για πρακτικές εκφοβισμού δίχως προηγούμενο στη πόλη Focsani, ο καθηγ. Cuza σηκώθηκε και είπε ότι ήταν υποχρέωση της κυβέρνησης να επιβάλλει το στρατιωτικό νόμο και ότι και ο ίδιος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα συμπεριφερόταν διαφορετικά , επειδή τα πνεύματα ήταν ταραγμένα, λόγω των Εβραίων.[6]

Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες, που ο Κούζα παίρνει ,σε αντίθεση με τη γνώμη της κοινοβουλευτικής του ομάδας δημιουργούν αναπόφευκτες έντάσεις και καλλιεργούν ένα κλίμα καχυποψίας. Η διάσταση απόψεων του Αρχηγού με το καθηγητή Σιμουλεάνου, αντιπρόεδρο του Συνδέσμου ακόμη και σε κρίσιμα θέματα ιδεολογικής και οικονομικοπολιτικής κατεύθυνσης ολοκληρώνει την εικόνα μιας ανοιχτής διάσπασης. Όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις οι δύο πλευρές αναλίσκονται σε ανούσια κονταροχτυπήματα για να αποδείξουν το πολιτικό τους ένστικτο και τις καλές τους προθέσεις , κανείς δεν ασχολείται πλέον με το πολιτικό σχεδιασμό και τα κρίσιμα ιδεολογικά και οργανωτικά θέματα που σέρνονται παρατημένα στη τύχη τους. Η εσωστρέφεια και η απραξία βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Πράξεις εκφοβισμού που γεννούν μια άρρωστη πειθαρχία και η απειλή της διαγραφής όσων δεν συμμορφώνονται βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη.. Αγωνιστές αποχωρούν απογοητευμένοι ο ένας πίσω από τον άλλο. Ακούγονται έντονα οι φωνές ότι αυτοί που διαχειρίζονται τις τύχες του κόμματος το χρησιμοποιούν αποκλειστικά για τη παραπέρα πολιτική τους σταδιοδρομία και δεν είναι λίγοι αυτοί που φοβούνται την επιρροή που ο πανίσχυρος Στρατηγός Αβαρέσκο ασκεί στο σεβάσμιο καθηγητή. Οι ενδείξεις δεν λείπουν . Η πολιτική στροφή του Κούζα είναι θεατή στο κοινοβούλιο όπου δίχως προσχήματα εκδηλώνονται προτροπές για συναίνεση και προτάσεις συνεργασίας με τις άλλες κοινοβουλευτικές δυνάμεις Δημιουργείται η αίσθηση ότι ο καθηγητής και όσοι τον υποστηρίζουν προσπαθούν να απαλλαγούν από ένα παρελθόν το οποίο θεωρούν μάλλον επιλήψιμο .
Τι επιδιώκει κατά βάθος ο Κούζα. Πιστεύει στους ισχυρισμούς του φίλου του Αβαρέσκο ότι μπορεί να ξανασυσπειρώσει γύρω του όλες εκείνες τις σκόρπιες μαχητικές δυνάμεις δημιουργώντας ένα ισχυρό ακροδεξιό μέτωπο. Είναι αποφασισμένος να θυσιάσει το σύνδεσμο για χάρη του σκοπού αυτού; [6]
Έκπληκτοι οι βουλευτές ακούνε μέσα στο κοινοβούλιο τον Κούζα να εξαγγέλλει κομματικές θέσεις , που όμως δεν είχαν συζητηθεί ποτέ σε κάποιο αρμόδιο κομματικό όργανο , παρακολουθούν πολιτικά ανοίγματα πρωτόγνωρα, αιφνιδιάζονται όταν ο Καθηγητής πληροφορεί το Σώμα ότι ο Βουλευτής Paul Iliescu έχει διαγραφεί από τη κοινοβουλευτική ομάδα και από μέλος του Συνδέσμου.
Είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Η αυθαιρεσία προκαλεί αντίδραση των άλλων βουλευτών που με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο Sumuleanu καταδικάζουν δημόσια τη πράξη.
Ο Κούζα αντιδρά με καινούριες διαγραφές.

Ήταν σαν να έπεσε κεραυνός πάνω στα κεφάλια των φτωχών βουλευτών . Δύο ημέρες αργότερα, ο καθηγ. Sumuleanu, ο οποίος στο μεταξύ είχε έρθει από το Ιάσιο, έκανε μια δήλωση στο Σώμα, την οποία υπέγραψαν και άλλοι βουλευτές , ο lon-Zelea Codreanu, ο Valer Ποπ, ο Δρ. Haralamb Vasiliu, ο καθηγ. Cirlan, δηλώνοντας ότι η δήλωση του καθηγητή. Cuza ήταν σε κάθε περίπτωση άκαιρη, δεδομένου ότι σύμφωνα με το καταστατικό οι διαγραφές όφειλαν να αποφασίζονται από σχετική επιτροπή.[7]

Το πρώτο πράγμα που κάνει ο Κοντρεάνου φτάνοντας στο Βουκουρέστι είναι να ενημερωθεί για τη πραγματική εικόνα που επικρατεί και να καταμετρήσει το μέγεθος της συμφοράς. Πολύ σύντομα διαπιστώνει ότι τα πράγματα είναι χειρότερα από ότι του είχαν περιγράψει. Η κατάσταση δεν είναι αναστρέψιμη. η ληξιαρχική πράξη θανάτου του Συνδέσμου της Εθνικοχριστιανικής άμυνας φέρει ήδη την ημερομηνία 20 Μαίου 1927. Ο προεκλογικός αγώνας διεξάγεται σκληρός και οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές, ο Μπρατιάνου και ο Αβαρέσκου προσπαθούν να ισχυροποιήσουν τις θέσεις τους με κάθε μέσον. Οι Εθνικοαγροτικοί ζουν με τη  ψευδαίσθηση ότι εξακολουθούν να ελέγχουν  τις μεγάλες αγροτικές μάζες και μοιάζει να μην υπολογίζουν σοβαρά τις ανοικτές επεμβάσεις του Παλατιού .Από την άλλη πλευρά ο Μπρατιάνου κινείται μεθοδικά. Παζαρεύει ανοικτά τη συμπαράσταση των Εβραίων υπέρ του κόμματός του και υπόσχεται σε αντάλλαγμα την επιστροφή όλων εκείνων των προνομίων που ο Αβαρέσκου είχε προλάβει να τους αφαιρέσει. Για το Κοντρεάνου έχει φτάσει η στιγμή να ακούσει όσα έχει να του πει ο μεγάλος υπεύθυνος μιας διαφαινόμενης καταστροφής.

Πήγα στο Κοινοβούλιο και παρουσιάστηκα στον Καθηγητή Κούζα. Με μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα ότι ήταν ο μόνος ευδιάθετος ανάμεσα στην γενική θλίψη. Ο Καθηγητής Κούζα πάντα ήταν έτσι. Αναφέρω επ΄ακριβώς και συνειδητά την συνομιλία που έλαβε χώρα.
-Καλώς όρισες αγαπητέ Κορνήλιε –είπε πλησιάζοντας και δίνοντάς μου το χέρι –Είσαι ένα καλό παιδί .Ασχολήσου όπως έκανες μέχρι τώρα τις δουλείες σου και όλα θα γίνουν καλύτερα.
-Κύριε Καθηγητά νοιώθω πληγωμένος κατάκαρδα για την δυστυχία που μας χτύπησε.
-Δεν μας χτύπησε καμία δυστυχία' ο Σύνδεσμος είναι ισχυρός όσο ποτέ .Μόλις χθες επέστρεψα από την Βράιλα.' τέτοια πράγματα ήταν πρωτόγνωρα. Ο λαός με υποδέχθηκε με μουσικές, με τύμπανα , με ατελείωτα χειροκροτήματα .Θα δεις τι συμβαίνει πραγματικά στη χώρα . Όλη η χώρα είναι μαζί μας.
Αφού ανταλλάξαμε λίγες ακόμα λέξεις αποχώρησα. Αναρωτιόμουν έκπληκτος.
Πως μπορεί ένας αρχηγός που βλέπει το στράτευμά του διαλυμένο από τον πόνο , κομμένο στα δύο στο έλεος της απελπισίας να είναι τόσο ευδιάθετος; Είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνεται την καταστροφή; Η από την στιγμή που την αντιλαμβάνεται πως μπορεί να είναι τόσο ευχαριστημένος;[8]

Οι καινούριες εθνικές εκλογές λαμβάνουν χώρα τον Ιούνιο του 1927. Στις 9 του μήνα ,ημέρα Πέμπτη, οι πολίτες ψηφίζουν για τους εκπροσώπους τους στη Βουλή και στις 10,12 και 14 Ιουνίου για τους εκπροσώπους τους στη Γερουσία. Νικητές αναδεικνύονται οι Εθνικοφιλελεύθεροι , που κερδίζουν 318 από τις 387 έδρες στη Βουλή και 92 από τις 113 στη Γερουσία. Ακολουθεί σε μεγάλη απόσταση από το πρώτο, το νεοεμφανιζόμενο Εθνικό κόμμα των Αγροτών με 54 Βουλευτές και 17 Γερουσιαστές Το πανίσχυρο μέχρι τότε Λαϊκό κόμμα του Στρατηγού Αβαρέσκο συντρίβεται .Όχι μόνο δε καταφέρνει να εκλέξει κανένα εκπρόσωπό του, στα δύο σώματα, αλλά συμπαρασύρει στη καταστροφή του τους συμμάχους του όπως το Γιόργκα και το Κούζα. Τη τρικομματική Βουλή συμπληρώνει ο Ουγγρογερμανικός Συνασπισμός με 15 Βουλευτές και 1 γερουσιαστή.
Στις 21 Ιουνίου η διακυβέρνηση της χώρας περνά στα χέρια του νικητή των εκλογών και παλαίμαχου πολιτικού Ion I. Constantin Brătianu , ο οποίος αναλαμβάνει για 5η φορά, την ευθύνη, να σώσει τη χώρα.


 Υποσημειώσεις:
[1]
Για το Mihail Manoilescu το φασιστικό καθεστώς ήταν "μια πραγματικά εποικοδομητική πολιτική επανάσταση, η οποία δεν μπορεί να συγκριθεί παρά μόνο με τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση τόσο στην κλίμακα όσο και στην καινοτομία "
[2] Τα συμβαλλόμενα μέρη όφειλαν σε περίπτωση διεθνών περιπλοκών που θα απειλούσαν ή μπορούσαν να απειλήσουν τα συμφέροντά τους να αναζητούν από κοινού τα μέτρα για την αντιμετώπισή τους. Σε περίπτωση που ο ένας συμβαλλόμενος δεχόταν ή απειλήτο με επίθεση το άλλο μέρος είχε την υποχρέωση να συμπαρασταθεί μόνο πολιτικά και διπλωματικά . 
[3] Ένα ακόμη παράδειγμα για το τρόπο που η ιδεολογία υποτάσσεται μπροστά στη πολιτική σκοπιμότητα. 
[4] Barbu Stirbey (1873 - 1946) Η αδελφή του Eliza Ştirbey είχε παντρευτεί τον  Μπρατιάνου (Brătianu ) .
[5]
Αθηναι Τεταρτη 8 Ιουνιου 1927
[6]
[7]
[8]
                                                                                                                                                                               (επιστροφή)

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΝΑ ΗΧΗΣΟΥΝ ΤΑ ΤΥΜΠΑΝΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Στα τέλη Σεπτεμβρίου σημειώθηκαν οι πρώτες μετακινήσεις μεγάλων ιταλικών μονάδων προς τα σύνορα μας.
Ήταν 6 το απόγευμα, όταν ο Διευθυντής Πολιτικών Υποθέ­σεων μπήκε, βιαστικός όπως πάντα, στο Κρυπτογραφικό, και ρώτησε αν υπήρχε τίποτε το σημαντικό. Εγώ σκυμμένος απάνω σ' ένα μακρύ τηλεγράφημα από τα Τίρανα κόπιαζα να το αποκρυπτογραφήσω. Ανέφερε τις τελευταίες μετακινήσεις ιτα­λικών μονάδων και τις θέσεις που είχαν καταλάβει. Είχα ακόμη μερικές σελίδες να αποκρυπτογραφήσω αλλά είπα στον Διευθυ­ντή τα όσα μηνούσαν τα Τίρανα. Νευρικός μου είπε να τελειώσω την αποκρυπτογράφηση αμέσως και να του πάω το κείμενο. Βγήκε για να ξαναμπεί δυο λεπτά αργότερα και να μου πει να μην δακτυλογραφήσω το κείμενο, αλλά μόλις τελειώσω να πάω να το διαβάσω στον Πρωθυπουργό που περίμενε στο γραφείο του.
Είκοσι λεπτά αργότερα χτυπούσα δειλά την πόρτα του πρωθυπουργικού γραφείου κι έμπαινα μέσα σ' ένα μισοσκόταδο όπου η μόνη φωτισμένη μορφή ήταν του Μεταξά καθισμένου στο γραφείο του και οι άλλες, ο Μανιαδάκης, ο Μαυρουδής, ο Παπάγος, ο Μελάς κι ένας άλλος στρατιωτικός τον οποίο δεν ήξερα (ήταν ο Πιτσίκας, Διοικητής Στρατιάς Ηπείρου), έμοια­ζαν, απολύτως ακίνητες, σαν άυλα φάσματα, συγκεντρωμένα γύρω από τον ταγό, περιμένοντας ένα νεύμα του για να δράσουν.
Άρχισα να διαβάζω. Τα ονόματα αυτά, τα αλβανικά, που μας είχαν γίνει τόσο οικεία, ηχούσαν τώρα σαν εξωτικά: Μαρκάτι, Μούρζι, Λιμπόχοβο... Νεμέτσκα... Φούρκα, Λεσκοβίκι... Γερμένι.... Μπαρμπάσι.... Ερσέκα... Χέλμεσι... Μπάμπαν... Βίγλιστα... Χέλμεσι... ανάμικτα με ονόματα ιταλικών μονάδων, 23η μεραρχία Σιέννα, 8η Μεραρχία Αλπίνι, 50 άρματα μάχης, δύο λόχοι Βερσαλιέρων, 3η Μεραρχία Τζούλια, 11η Μεραρχία Λύ­κοι Τοσκάνης... Όλη αυτή η ηχητική ανάμιξη δημιουργούσε μια παράξενη εντύπωση, σαν να ήταν ηχώ που βγαίνει από σπηλιά. Χωρίς να το θέλω αισθανόμουν ρίγη να διαπερνούν το σώμα μου. Όταν τελείωσα την ανάγνωση, κινήθηκα για να βγω αλλά ο Μεταξάς διέταξε: «Διαβάστε πάλι, παρακαλώ, με αργό ρυθμό».
Δεν είχα προλάβει να τελειώσω την δεύτερη ανάγνωση, όταν ακούστηκε, μέσ' από το μισοσκόταδο, ανυπόμονη, σχεδόν επιτι­μητική, η φωνή τού άγνωστου μου στρατιωτικού: «Κύριε Πρόε­δρε! Θα διατάξετε επί τέλους επιστράτευση!». Και τότε ο Μετα­ξάς αποκρίθηκε έντονα: «Άκουσε Πιτσίκα! Δεν κινδυνεύεις εσύ να σε βγάλει προδότη η Ιστορία! Κινδυνεύω εγώ! Αν διατάξω επιστράτευση, για έναν στρατιώτη που θα στέλνω στα σύνορα ο Μουσολίνι θα στέλνει δυο και τότε η ελάχιστη ελπίδα που έχομε να μην επιτύχει το σχέδιο τους θα εξατμισθεί!».
Βγήκα από το πρωθυπουργικό γραφείο συγκλονισμένος και, καθώς, μετά από λίγο, οι άλλοι συνάδελφοι έφυγαν κι έμεινα μόνος για να χτυπήσω το τηλεγράφημα στην μηχανή, ο νους μου πήγε πίσω μακριά σ' άλλες στιγμές που βρήκαν τον ελληνισμό εν αγωνία. Προδότης ο Θεμιστοκλής αν δεν είχε επιτύχει η παγίδα που είχε στήσει στον Ξέρξη, προδότης ο Παυσανίας στις Πλαταιές αν διατάζοντας, νύχτα, μυστικά, αλλαγή μετώπου, επικίνδυνη για όλη την παράταξη, δεν είχε προκαλέσει την ίδια κίνηση του εχθρού κι έτσι βρέθηκαν οι δύο αντίπαλοι στις ίδιες αντίστοιχες θέσεις, προδότης ο Κολοκοτρώνης που αρνήθηκε πεισματικά να προσπαθήσει να εμποδίσει τον Δράμαλη να ξεχυθεί στον κάμπο του Άργους για να τον εξασθενήσει, να τον κάνει να εξαντλήσει τα εφόδια του κι ύστερα να του επιτεθεί κόβοντας του την υποχώρηση στα Δερβενάκια. Τιμή σ' εκείνους που, όταν βλέπουν ότι δεν υπάρχει άλλη πιθανή σωτηρία παρά το ριψοκίνδυνο τέχνασμα και τα έχουν όλα σταθμίσει, κατορθώ­νουν να υπερνικήσουν το άγχος τους και το άγχος των γύρω τους κι αποδέχονται το ενδεχόμενο της αυτοθυσίας.
Όταν, μετά από μισή ώρα, ξαναχτύπησα την πόρτα του γραφείου του Μεταξά για να παραδώσω το καθαρογραμμένο τηλεγράφημα, το δωμάτιο ήταν άπλετα φωτισμένο. Οι άλλοι είχαν φύγει και είχαν μείνει, ο Μεταξάς, ο Παπάγος και ο Πιτσίκας, σκυμμένοι επάνω σ' ένα χάρτη της μεθορίου. Ο Μεταξάς σήκωσε τα μάτια ερωτηματικά. «Το τηλεγράφημα, Κύριε Πρόεδρε», ψιθύρισα. «Ευχαριστώ, παιδί μου...», είπε ήρεμα και τα μάτια του ήσαν, ίσως να μου φάνηκε πώς ήσαν, χαμογελαστά. Γιατί άραγε; Δεν ήταν ποτέ δυνατόν να φανταζό­ταν ότι κάποτε εγώ, ο ακούσιος μάρτυς, θα έγραφα τις γραμμές αυτές.
Δεν είπα σε κανέναν τίποτε κι έγραψα στο ημερολόγιο μου μια συνθηματική φράση: Πιτσίκας-Μεταξάς- κριτής Ιστορία, 2-10-40.
(Άγγελος Σ .Βλάχος: Μια φορά και ένα καιρό ένας διπλωμάτης.  Α τόμος.)




Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Η ΜΕΤΑΝΟΙΩΜΕΝΗ


Την πρωτογνώρισε μικρή και φτωχιά,
Αρχοντοπούλα ξεπεσμένη,
Μα ήταν πεντάμορφη μέσ' στη δυστυχιά
ευθύς την διάλεξε Ερωμένη.
Χρόνια ταξίδευε μέσ' στις ξενητειές
Κι' όλο προικιά της κουβαλούσε'
Μ' αυτή και σ' άλλους επετούσε ματιές
Κι' αυτός πικρά της ωμιλούσε'
Στον καυγά, μια βραδυά
Τούπε μ' αχάριστη καρδιά:

-Φύγ' από μένα, Τύραννε,
Φύγε και ξέχασε με!
Δε θέλω πειά τα δώρα σου
Στη φτώχεια μ' άφησε με!
Σκλάβα σου πειά κατάντησα
Με στεναγμούς απόχτησα
Λαχούρια και φλουριά!
Άνοιξε την αγκάλη σου
Και δός μου Ελευθεριά!»

Μίσεψε Εκείνος πληγωμένος βαρειά
Από την τόση αγνωμοσύνη
Μα τα χρυσά λαχούρια και τα φλουριά
Όλα τα κράτησεν Εκείνη...
Χρόνος δεν πέρασε και, φίλοι κ' εχθροί,
Την έχουν περιφρονημένη'
θέλουν να πάρουν το στερνό της φλουρί
Και τώρ' αυτή μετανοιωμένη
Δέρνεται και μηνά
Στον παληό της φίλο ταπεινά:

-Έλα, γλυκέ μου Τύραννε
Ξανατυράννησέ με!
Από το χέρι πάρε με
«Στην Πόλι πήγαινε με!
«Με σένα ζούσα αρχόντισσα
«Και τώρα σα ζητιάνισσα.
Δεν με λυπάσαι πειά;
Κλείσε με στην αγκάλη σου
Ναύρω τη θεραπειά!

(Στίχοι - Μουσική: Κλέων Τριανταφύλλου)


 

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΕΤΣΑΛΗΣ-ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΟ ΤΡΟΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΠΟΥ ΤΟ ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ ΠΡΟΚΑΛΟΥΣΕ ΣΤΗ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ.

Παντού, στο κάθε σπίτι, όπου ραγιάδες, γινήκανε τα ίδια. Σαβα­νώθηκε μονομιάς η ζωή. Μια ανήκουστη ταραχή, βουβή στον έξω κόσμο, ανάδευε σύψυχα τους χριστιανούς. Θα μας πάρουνε τα παιδιά! Τα παιδιά μας!
Όσο περνούσε η ώρα κι ερχότανε το βράδυ κι άπλωνε η νύχτα, τόσο δυνάμωνε το κακό. Ένα πελώριο, ένα δίχως τέλος, ένα παγερό σκούξιμο πνίγηκε, για να μην προδοθεί, μέσα στου κάθε χριστιανού το στέρνο. Θανατερό σύγκρυο ανατάραξε ώς τις ρί­ζες της ψυχής τον κάθε πατέρα, την κάθε μάνα, τον κάθε ραγιά. Να σώσουμε τα παιδιά! Τα παιδιά μας! Τα παιδιά!
Στου Φουρνιά, στου Βαρνακιώτη, στου Ντέκα, στου Αντρεάδη, στου Ζυγά, στου Λιόπουλου, παντού.
Στου Φουρνιά το σπίτι, ο Δαμιανός ο Φουρνιάς, ο πατέρας, σφίγγοντας τα δόντια. Δε στάθηκε βολετό να του βγάλουνε λέξη. Η γυναίκα του κρεμάστηκε στο λαιμό του.
- Σώσε μας, άντρα. Πεθαίνω!
Λιγοθύμησε. Τα παιδιά κλαίγανε ένα γύρω. Είδαν κι έπα­θαν να τη συνεφέρουν τη μάνα. Σαν ξανάρθε στα συγκαλά της ήτανε νύχτα πια. Μαζεμένη στο στενόμακρο το δώμα όλη η φα­μελιά. Δυο αδέρφια του Δαμιανού με τις γυναίκες τους. Αυτοί δεν είχανε μεγάλα παιδιά, μωρά ήτανε στην κούνια. Μα είχαν κι αυτοί ένα ορφανό ανεψίδι, από αδερφή, και δυο ψυχοπαίδια. Άνθρωποι, βλέπεις, με καλή καρδιά, με τον τρόπο τους οι Φουρνιάδες.
Συζητήσανε τα τρία αδέρφια, τι θα κάνουν.
- Πενήντα σκούδα, είπε χαμηλά ο Δαμιανός. Θα τ' αγοράσω τα παιδιά μου. Στην ανάγκη θα δώσω και τα δυο γαϊδούρια που απομείνανε στο παχνί...
- Δαμιανέ, έκανε ο ένας αδερφός. Έχω κι εγώ είκοσι σκούδα να σου δώσω. Είναι δικά σου.
- Να σ' ευλογάει ο Παντοδύναμος, Γιώργη... Πουλιούνται οι κερατάδες, είπε ο Δαμιανός. Είναι καλοδεξάμενα τα λεφτά σου, Γιώργη. Πηγαίνω αλάι (αμέσως) στου κατή. Μόνο φυλάχτε εδώ, όσο να γυρίσω.
Πήγε κι ήρθε ύστερα από τρεις ώρες. Είχε τελέψει τη δουλειά του. Πλέρωσε τον αποσταλμένο του ντοβλετιού και πήρε μιαν υπόσχεση.
Τώρα τρεμόφεξε κάποια ελπίδα στα κατάβαθα της ψυχής τους. Καθισμένοι, στριμωγμένοι, μ' όλη τη ζέστη που κάνει, ο ένας απάνω στον άλλο, αμίλητοι, σα ναρκωμένοι, καρτερούνε άγρυ­πνα την αυγή. Να δουν τι θα φέξει. Γιατί, καμιά φορά, τα χρή­ματα πηγαίνουνε χαμένα, και τότες κάποιο απ' τα παιδιά θε να τραβήξει για την Πόλη.
Στου Ντέκα το σπίτι δε βρέθηκε η δύναμη -καμιά δύναμη, της ψυχής ή του πουγγιού- για να μποδίσει το πλάκωμα της απελπι­σίας. Μα, μη θαρρείς, έτσι ήτανε στα πιο πολλά φτωχικά.
- Αχ, μωρέ γυναίκα, κλαιγόταν ο Γιάννης ο Ντέκας, σ' το 'λε-γα εγώ να τα παντρέψουμε τα παιδιά από τώρα. Τους παντρε­μένους δεν τους παίρνουνε, γυναίκα. Τι πάθαμε, ωιμέ κι αλί μας! 0 Αποστόλης το πάντρεψε το δικό του, πώς τόνε λένε, αδερφέ, τον πάντρεψε με της κυρα-Βασιλικής την κόρη. Έντεκα χρονώ παιδιά είναι και τα δυο. Μα ο Αποστόλης είναι τώρα σιγουρεμέ­νος, γυναίκα, κατάλαβες; Και δε θα του το πάρουνε το παιδί του. Κατάλαβες, γυναίκα;... Αχου!... Αχου!...
Και στου Αντρεάδη το σπίτι κλαίγονταν και χτυπιούνταν.
- Μονάκριβο τον έχω, θρηνούσε η μάνα. Δε θα μου το πάρουν εμένα το παιδί μου, το μοναχοπαίδι μου!
0 πατέρας καθόταν δίπλα της και δεν έβρισκε λόγο να πει για παρηγοριά. Κλαίει κι εκείνος, ανήμπορος κοντά στη μάνα, και μοιρολογάει το ζωντανό παιδί, λες κι είναι πια στ' αλήθεια αποθαμένο.
Τα ίδια και χειρότερα στου Νικολάκη του Ματαπά. Έχουνε δυο παιδιά ετούτοι, δυο αγόρια. Στην παραζάλη τους δεν ξέρου­νε πια τι να κάνουν. Αφού θρηνήσανε μ' αγκομαχητά πολλά όλο­νυχτίς, ελεεινά και τρισάθλια ναυάγια ξημερωθήκανε σα μεθυ­σμένοι από κακό κρασί, φαρμακερό.
Ρόδιζε η αυγή. Τα δυο παιδιά, κουρασμένα, γείρανε στο στρώ­μα χάμω και κοιμούνται γαλήνια. 0 πατέρας κι η μάνα τα θω­ρούν, σκυμμένοι απάνω τους. Ξάφνου, του ήρθε μια κακή σκέψη του πατέρα.
- Να σώσουμε το ελάχιστο το ένα, γυναίκα, λέει. Τα μοναχο­παίδια δεν τα παίρνουνε.
Η γυναίκα κατάλαβε. Ανατρίχιασε. Μα ο Νικολάκης ο Ματαπάς δεν ήξερε πια τι κάνει. Ξεκρέμασε μονομιάς το τσεκούρι από τον τοίχο και ζύγωσε τα κοιμισμένα παιδιά. Τα κοίταξε ώρα πολλή.
Η μέρα έσκαζε. Κάποιο πουλάκι κελάιδάει. Πρέπει να βια­στούνε. Ποιο παιδί θα θυσιαστεί για τ' άλλο;
- Γυναίκα, βογγάει ο πατέρας, σήκω, σήκωσ' τον Γιαννάκη μας, που σου λέω.
Η μάνα σιγοκλαίει κι αναστενάζει. Παίρνει στην αγκαλιά της το ένα το παιδί. 0 πατέρας σταυροκοπιέται, κάνει το σημείο του Σταυρού πάνω στο στηθάκι του κοιμισμένου παιδιού και σηκώ­νει το τσεκούρι...
Η θυσία γίνηκε.
Τέτοιες θυσίες γίνηκαν κι αλλού. Στου Στρατή του Λιόπουλου, στου Κώστα του Σπινάκη. Η Άννα η Σπινάκαινα το θυσίασε μονάχη της, με το δικό της χέρι το παιδί της.
- Κάλλιο στον τάφο χίλιες βολές, παρά να τ' αγγίξει άπιστου χέρι, είπε παλικαρίσια.
Ήτανε όμως και κάποιο }(ριστιανόσπιτο, όπου δεν ακούστη­κε κλάμα, μηδέ οδυρμός. Αντίθετα κιόλα. Στου Βαρνάβα του Κα­λού με κρύφια χαρά το μάθανε, πως ήρθε ο αράπης να πάρει τα παιδιά.
Σαν όλους τους ραγιάδες κλειδομπαρωθήκανε κι αυτοί στο φτωχικό τους. Μα πίσω από τη σφαλισμένη θύρα, οι δυο Καλοί πέσανε στην αγκαλιά ο ένας του αλλουνού και είπαν:
- 0 Θεός τον έστειλε τον αράπη. Ανοίγει, σου λέει, η τύχη των παιδιών, όσα θα πάνε στην Πόλη. Και πλούτος αμέτρητο κερδαίνουνε, κι αφεντάδες ξακουστοί γένονται, αγάδες και πασά­δες και βεζύρηδες. Την καλοπέραση τους κανένας δεν τη φτάνει στο ντοβλέτι όλο. Αλλο ν' ακούς, κι άλλο να βλέπεις. Αμποτε η μοίρα του να το 'χει, να τόνε πάρουνε και τον Χρίστο μας στην Πόλη. Γιατί μαζί μας εδώ, στον τόπο ετούτονε, θα ρέψει σαν και μας. Εκεί θα του ανοιχτούν, καλέ, οι πόρτες οι μεγάλες, άκου με 'μένα!
Τους πήραν τα δάκρυα τους δυο Καλούς απ' τη λαχτάρα κι απ' την αγωνία, μη λάχει και το περιφρονήσει η μοίρα το παιδί τους.
Σ' άλλα σπίτια κλαίγανε την ανημπόρια τους να σωθούνε. Σ' άλλα πάλι η οργή κι η μάνητα τύφλωνε και τρέλαινε τους γονέους. 0 ένας πολέμαγε να κρύψει κάπου το παιδί του, μην του το πάρει ο αράπης. 0 άλλος το παραμόρφωνε, του 'κοβε το 'να του το αυτί, του 'βγαζε το 'να του το μάτι, του 'σπαγε το 'να του το πόδι, για να το δουν οι Τούρκοι και να σιχαθούνε.
Νύχτα κολασμένη για τους χριστιανούς. Κι όμως, όμως να, κρυφά-κρυφά σέρνεται στα στενορρύμια του ρουμ-μαχαλά μια μαύρη σκιά, κρατώντας έναν μπόγο στην αγκαλιά της.
Μια χανούμισσα ξεκίνησε απ' το χαρεμλίκι με το παιδί της στα χέρια, να το φέρει στου Σπύρου του Μαρινάκου το σπίτι. Χτυ­πάει την πόρτα δειλά. Δειλοί οι μέσα του σπιτιού, δεν τολμάνε ν' ανοίξουν.
- Εγώ είμαι, η Χάιδή, λέει τούρκικα το χανουμάκι. Οι Μαρινάκηδες την αναγνωρίζουν και της ανοίγουν.
- Τι θες χανούμ; τη ρωτάνε.
- Μια χάρη σάς ζητάω, εγώ κι ο αφέντης μου ο Αλής. Εσείς που δεν έχετε παιδιά, πάρτε το τούτο 'δώ... Δώστε το αύριο στον αγά. Τουρκόπουλα δε δέχουνται. Μόνο τα δικά σας παίρνουνε στην Πόλη. Και γίνονται μεγάλοι και τρανοί στο σαράι. Σε μας τους Τούρκους δε βολεί τέτοια τύχη. Πάρτε, αμάν, το αγόρι μου και θα σας το χρωστάω χάρη στη ζωή μου όλη. 0 Αλλάχ να σας φυλάει, για το καλό που θα μου κάνετε. Πάρτε το το παιδί μου, καλοί μου χριστιανοί!
Έσπρωξε το παιδί της στα χέρια τους. Εκείνοι δίσταζαν να το πάρουν.
- Δεν έχουμε παιδί γραμμένο στα τεφτέρια του χωριού, της λένε. Πώς θα το παρουσιάσουμε έτσι, χανούμ, στα ξαφνικά; Θα βρούμε τον μπελά μας. Τα κεφάλια μας, χανούμ...
Αλλά η χανούμ παρακάλεσε τόσο πεισματικά, που οι Μαρινάκηδες δεχτήκανε στο τέλος. Πήρανε, βλέπεις, μαζί κι ένα μά­τσο γρόσια.
Έτσι πέρασε εκείνη η νύχτα. Και σαν έφεξε ο Θεός τη μέρα, τ' Αθαλάσσι πρόσμενε πια έτοιμο, ξαγρυπνισμένο, τρεμάμενο, πονεμένο, κουρελιασμένο ώς τα κατάβαθα της ψυχής, τις τρομε­ρές καταδίκες. 
 


Ξημέρωσε ο Θεός τον κόσμο. Κι έλαμψε ένα πρωινό λιοπερίχυτο, θαυμαστό. Ζεστό, όχι καυτερό. Φωτερό, γαλήνιο, πεντακά­θαρο. Το πρωί. Κι ήταν ως να μην εσταμάτησε η ζωή όλη τη νύ­χτα. Η αυγή βρήκε το χωριό ξύπνιο. Ένα σούρτα-φέρτα αδιάκοπο, ένα άνοιξε και κλείσε από πόρτες, μια ανησυχία κρυφή που δεν τελειώνει.
Κι ίσα-ίσα στον τουρκομαχαλά και στην οβραίικη, εκεί προ­πάντων άντρες και γυναίκες, αυτοί που δεν τους έπιανε η απει­λή, ετοιμαστήκανε αποταχύ, να πάν' να βρούνε μια καλή θέση στο Ντορτ-γιολ, να δουν που θα γενεί το μάζεμα των παιδιών. Να τη χαρούν τη φέστα.


(ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΕΤΣΑΛΗΣ-ΔΙΟΜΗΔΗΣ: ΟΙ ΜΑΥΡΟΛΥΚΟΙ Τόμος Α)

 

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Β. ΡΩΤΑΣ: Ο I TYXOΔΙΩΚΤΕΣ


Τι τα θέλουμε και τα γυρίζουμε; Γιατί να κοροϊδευόμαστε ; Γιατί δεν αποφασίζουμε επί τέλους να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη της αλήθειας; Τι φωνάζουμε και κορδονόμαστε; Ποιος ακούει τα ασήμαντα διαλαλήματά μας; Μοιάζουμε με τους μεγαλεμπόρους του δρόμου που γκαρίζουν: "Παληά σίδερα, παληά κρεββάτια, παληά πράματα, παληά αααααα" με την απαλάμη στ' αυτί ναρκισσευόμενοι με τη φωνή μας. Αυτή είνε η αλήθεια . Είμαστε τυχοδιώκτες. 
Τυχοδιώκτες μάλιστα. Εμείς οι Έλληνες ! Τεμπέληδες. Ανίκανοι να στρωθούμε στη δουλειά, που την αποφεύγουμε όπως ο διάολος το λιβάνι. Άνθρωποι του ποδαριού, του εύκολου κέρδους. Εκμεταλλευταί. Γεννημένοι τύρρανοι . Σαν τα κακομαθημένα , τα χαϊδεμένα παιδιά εννοούμε να τα βρίσκουμε όλα έτοιμα. Και στην αδυναμία μας να τάχουμε όπως τα θέλουμε , μη μπορώντας να είμαστε τύραννοι ελλείψει σκλάβων ή γιατί βρεθήκαμε στην ανάγκη να μας τυραννούν άλλοι , αντί να στρωθούμε στη δουλειά, την ταχτική και τίμια , μεταχειριζόμαστε το μοναδικό όπλο της αδυναμίας : To ψέμα. Η ψυχή μας, ψυχή θυρωρού ξενοδοχείου. Σ΄οποιοδήποτε μεγάλο ευρωπαϊκό ξενοδοχείο κι αν μπήτε , θα σας δεχτή ο θυρωρός με το χρυσοφορεμένο ανάστημά του διπλωμένο στα δύο. Σε λίγο, ενώ θα πέρνετε τον καφέ σας στο μπαρ ρίχτε μια ματιά στο θυρωρείο. Ο ίδιος ο Θυρωρός , ο αξιοπρεπής με τη στολή του, που έσκυψε ως τη γης , μπροστά σας γιατί από τα καινούργια μπαγκάζια σας κατάλαβε πως έχετε τον παρά, ο ίδιος τώρα δίνει κάποια διαταγή στον υπηρετάκο του ξενοδοχείου. Κοιτάχτε: Τη διαταγή του τη συνοδεύει με μια βρισιά και μια κλωτσιά. 
Λοιπόν το ίδιο κι' εμείς. Στον ανώτερό μας μπροστά (και δεν αναγνωρίζουμε γι ανώτερό μας παρά μόνον εκείνον που έχουμε την ανάγκη του, που θέλουμε να τον εκμεταλλευτούμε) φερόμαστε με τόση ταπεινότητα και κολακεία, με τόση μικροπρέπεια που δεν διαφέρουμε καθόλου από τα σκυλάκια που σέρνονται με την κοιλιά στα πόδια του αφέντη τους. Αν τώρα βρούμε κανέναν κατώτερό μας, άνθρωπο δηλαδή που δεν περιμένουμε τίποτα απ' αυτόν αλλ' απεναντίας που νομίζουμε πως αυτός έχει την ανάγκη μας) του φερνόμαστε το ίδιο, σαν νάτανε σκυλί. 
Τη δουλειά , την εργασία δεν την εκτιμούμε γιατί δεν την ξέρουμε. Την εργασία που ελευθερώνει τον άνθρωπο και τον κάνει κύριο μεταξύ κυρίων την περιφρονούμε. Γυρίζουμε σαν αδέσποτοι, σαν γάτοι στις γειτονιές, έτοιμοι ν΄αρπάξουμε ό,τι μας περάση από το χέρι. Ριχνόμαστε στις περιπέτειες από τεμπελιά. Κυνηγάμε την τύχη παντού όπου βλέπουμε να γίνεται κάποια προσπάθεια, να φανερώνεται κάποια πρόοδος. Μόλις ακούσουμε ότι κάπου υπάρχει πλούτος τρέχουμε αμέσως εκεί σαν τις μυίγες σα σκουπίδια. Μόλις πληροφορηθούμε ότι κάπου γίνεται αναμπουμπούλα , ταραχή, πόλεμος, πρώτοι και καλύτεροι. Ό,τι βρωμερό εμπόριο, κάθε ύποπτη επιχείρησι , εμείς την κυβερνούμε, όχι μόνο στα λιμάνια της Μεσογείου και της Ανατολής, παρά σ' όλα τα λιμάνια του κόσμου .Το εμπόριο του χασισιού στην Αίγυπτο και στην Κίνα, το λαθρεμπόριο του οινοπνεύματος στην Αμερική, η σωματεμπορία και κάθε παγαποντιά είνε τα τίμια επαγγέλματα κυρίως των Ελλήνων. 
Εν τω μεταξύ ο τόπος μας εδώ ρημάζει. Όλα εδώ δίνουν την εντύπωσι πως σήμερα είμαστε κι αύριο φεύγουμε. Ζούμε σαν εφήμερα.Τα σπίτια μας πρόχειρα, ίσα ίσα να μας προφυλάξουν από τη βροχή, ή από τον ήλιο. Τρώμε, πίνουμε, κοιμόμαστε σαν ταξιδιώτες μέσα στην έρημο, ή σαν φυλακισμένοι στην Παλιά Στρατώνα. Σαν κατσαρίδες που φωλιάζουν μέσα στο κεφαλοτύρι, τρώμε από τα έτοιμα, ό, τι ακόμα παράγει αυτός ο τόπος , τα δάση μας την εξαντλήσαμε, χωρίς καμιά φροντίδα για το μέλλον ,  καμιά καλλιέργεια, καμιά πρόνοια. Σήμερα είμαστε κι' αύριο φεύγουμε. Και φεύγουμε πράγματι. Φεύγουμε για την πρωτεύουσα , κι από κει για τα ξένα, γυρίζουμε τυχοδιώκτες στα πέρατα του κόσμου, άνεργοι, λωποδύτες, ψεύστες, κατεργαρέοι. Έτσι χάνεται μια φυλή που θέλει να νομίζη πως έχει ζωτικότητα. Τώρα που ούτε οι χωριάτισσες πια δεν σκέπτονται να κάνουν πια παιδιά. Τα χωριά μας ρημάζουν , τα βουνά μας κατάντησαν άγονοι βράχοι .Η γεωργία, η κτηνοτροφία , κάθε παραγωγική εργασία έχει σταματήσει. Κανείς δεν θέλει πια να δουλέψη στο έδαφος. Εν τω μεταξύ όλο μας το ενδιαφέρον είνε για τον κανονισμό της επετηρίδος . Δε βλέπουμε στις εφημερίδες παρά ζητήματα καθεστωτικά, στρατοκρατικά, κομματικά. 
Κι ο Μουσολίνι, ο γείτονας μας βροντοφωνεί: "Θα υποστηρίξω τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Όλη η Ιταλία θα καλλιεργηθή." Χμ! Πολύ το φοβάμαι πως εμείς οι έξυπνοι, εμείς οι τυχοδιώκτες , οι ευγενείς και σπουδαίοι , θα βάλουμε τύραννο στο κεφάλι μας. Ο πληθυσμός της Ιταλίας αυξάνει όλο ένα. Ε Καραγκιόζηδες, δεν βλέπετε ακόμα τα τσαρούχια του Βεληγκέκα;

(Το   αμφιλεγόμενο αυτό άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Βραδυνή της  11 Ιουνίου 1927)