Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΣΙΔΗΡΑ ΦΡΟΥΡΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ 14A

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΟΥ 1927 ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ.
 H τρίτη Κυβέρνηση του Alexandru Avarescu που αναλαμβάνει την εξουσία στις 30 Μαρτίου 1926, δεν διαθέτει κανένα εξωτερικό γνώρισμα, που να παραπέμπει σε κυβέρνηση Φασιστικού τύπου. Παρ όλα αυτά ο στρατηγός, δεν φαίνεται να αντιδρά, αντίθετα μάλλον κολακεύεται , όταν η ιταλική εφημερίδα "Nazione' τον προσφωνεί σα "Μουσσολίνι της Ρουμανίας" . Τρεις μήνες μετά την υπογραφή της λεγόμενης Συνθήκης φιλίας των Παρισίων με βάση την οποία η Γαλλία αναγνώριζε σα τετελεσμένο γεγονός τη προσάρτηση της Βεσσαραβίας από το Ρουμανικό Βασίλειο (10 Ιουνίου) ο "Μουσολίνι της της Ρουμανίας" επιχειρεί να αποσπάσει παρόμοια δέσμευση από την  Ιταλία. O Ρουμάνος Υπουργός Mihail Manoilescu ταξιδεύει στη Ρώμη, η υποδοχή που του γίνεται είναι ιδιαίτερα θερμή και ο ίδιος δεν μπορεί να κρύψει τον ενθουσιασμό του για το Καθεστώς και το Ντούτσε[1] .Παρά το πολύ καλό κλίμα και την αμέριστη κατανόηση , ο Ρουμάνος υπουργός δεν καταφέρνει τελικά να επιτύχει μια ουσιαστική δέσμευση της Ιταλίας στο καυτό αυτό εθνικό θέμα. Το Ιταλορουμανικό σύμφωνο που υπογράφεται στις 15 Σεπτεμβρίου, απλά αναβαθμίζει το μεσολαβητικό ρόλο της Ιταλίας, στη περίπτωση μιας σύρραξης, στη περιοχή.[2] Η πολιτική φιλίας που η φασιστική Ιταλία ακολουθεί από τα 1924 απέναντι στη Σοβιετική Ένωση εμποδίζει παραπέρα δεσμεύσεις.[3]
Όλο αυτό το διάστημα η αντιπολίτευση δεν παύει να ανακινεί το θέμα της διαδοχής . Η κακή υγεία του Βασιλιά, που συνεχώς επιδεινώνεται αναγκάζουν και αυτόν ακόμα τον Averescu να προχωρήσει σε δεύτερες σκέψεις. Αρκετά μέλη της Κυβέρνησης έχουν ήδη επικοινωνία με τον έκπτωτο διάδοχο και προετοιμάζονται για την επόμενη ημέρα. Ο Μπρατιάνου -ο Βενιζέλος της Ρουμανίας- που μέχρι τότε γκρίνιαζε για τη μετακίνηση του κέντρου βάρους της εξωτερικής πολιτικής της χώρας από τη Γαλλία στην Ιταλία τώρα διαχωρίζει τη θέση του PNL απέναντι στo στρατηγό και τη κυβέρνηση του. Αλλά και το Παλάτι, κάθετα αντίθετο σε μια ενδεχόμενη λύση Καρόλου, προετοιμάζει τη μετά Αβαρέσκου εποχή.
Η 10η Μαίου 1927 είναι για τους Ρουμάνους μια ακόμη ευκαιρία να διαπιστώσουν ότι το πρόβλημα υγείας του Βασιλιά είναι πραγματικά μεγάλο. Το Έθνος γιορτάζει τα 50 χρόνια από την αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού αλλά από την επίσημη δοξολογία στο Καθεδρικό Ναό του Βουκουρεστίου όπου χοροστατεί ο Πατριάρχης, ο Φερδινάνδος απουσιάζει. Ο τύπος μιλά ανοικτά για υποτροπή της ασθένειας του. Η επανεμφάνιση στο Βουκουρέστι του Χαρτμάν του διάσημου γάλλου γιατρού και του ραδιολόγου Σουίς δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για ψευδαισθήσεις. Παρ όλα αυτά, στα τέλη Μαίου ο Βασιλιάς καλεί τον Στρατηγό .Του ζητά να τον διευκολύνει με τη παραίτηση της κυβερνήσεώς του και του μιλά ανοικτά για τα σχέδιά του. Προσανατολίζεται στην ιδέα μιας Οικουμενικής Κυβέρνησης όπου το κάθε κόμμα θα συμμετάσχει ανάλογα με τη δύναμή του.......
Ο Στρατηγός αναγκάζεται να συμμορφωθεί με τη βασιλική προτροπή και η διαχείριση της εξουσίας , ύστερα από παρασκηνιακές ενέργειες του Μπρατιάνο περνά στα χέρια ενός μη πολιτικού, του Πρίγκηπα Barbu Stirbey , ο οποίος κατά σύμπτωση, πέρα από ορκισμένος εχθρός του Καρόλου είναι και γυναικάδελφός του [4] .
Ο αρχικός σχεδιασμός ανατρέπεται. Αντί για οικουμενική κυβέρνηση , ο καινούριος Πρωθυπουργός, αποφασίζει να διαλύσει το κοινοβούλιο και να προκηρύξει καινούριες εκλογές.
Μια προκήρυξη της νέας κυβέρνησης αναφέρει.

Επιθυμών υπό τας παρούσας περιστάσεις να εξασφαλισθή εις την χώραν Κυβέρνησιν, δυναμένην να διευκολύνη στενωτέρας σχέσεις μεταξύ των διαφόρων κομμάτων , ο Βασιλεύς εζήτησε την συνδρομήν μας ,φρονών ότι υπό την προεδρείαν ενός προσώπου εκτός των πολιτικών κομμάτων με την συγκατάθεσιν και των αντιπροσώπων των κομμάτων τούτων ,θα δυνηθή να πραγματοποιήση, την ευχήν του ταύτην. Εδέχθημεν την αποστολήν ταύτην με την απόφασιν να περατώσωμεν αυτήν αισίως, διευκολύνοντες την έκφρασιν της θελήσεως του λαού δι ελευθέρων εκλογών.
Θα επαγρυπνήσωμεν όπως τηρηθή τάξις και νομιμότης και πάντες οι πολίται άνευ διακρίσεως εθνικότητος και θρησκεύματος απολαύσουν πάσης νομίμου προστασίας. Συμφώνως προς τα φυσικά και συνταγματικά καθήκοντά μας, ειμεθα αποφασισμένοι να εξασφαλίσωμεν τας βάσεις της Εθνικής Δυναστείας, ακολουθούντες εν πάσι τας αποφάσεις του Βασιλέωςεν σχέσει προς την διαδοχήν του Θρόνου και τον καθορισμόν της αντιβασιλείας, αίτινες άλλως επεκυρώθησαν συμφώνως προς το σύνταγμα δια της γενομένης την 4ην Ιανουαρίου 1926 ψηφοφορία της Εθνοσυνελεύσεως. Πιστοί εις τας συνθήκας όσον αφορά τας μετά του εξωτερικού σχέσεις μας, θα εξακολουθήσωμεν εφαρμόζοντες την πολιτικήν της ειρήνης, την οποίαν υπαγορεύουν τα ανώτερα συμφέροντα του Ρουμανικού Κράτους. Ζητούμεν παρ' όλων των πολιτικών, αντιλαμβανομένων την κατάστασιν και αφοσιουμένων εις την πατρίδα και τον Βασιλέα, να βοηθήσουν την Κυβέρνησιν εις την αποστολήν της την οποίαν ανέθεσεν εις αυτήν ο αγαπητός Μονάρχης μας. Δεν αμφιβάλλομεν ότι, λαμβάνουσα υπ' όψει τας δυσχερείας των περιστάσεων ολόκληρος η χώρα, εμπνεομένη υπό πεφωτισμένου πατριωτισμού, θα εκπληρώση την επιθυμίαν του Βασιλέως περί διατηρήσεως της ησυχίας και ομονοίας.[5]

Από τη Γαλλία ο Κοντρεάνου, όλο αυτό το καιρό , παρακολουθεί ανήσυχος τις πολιτικές εξελίξεις που διαδραματίζονται πίσω στη πατρίδα Έχει τακτική αλληλογραφία με τους συντρόφους του , είναι ενημερωμένος όχι μόνο πάνω στη γενική πολιτική κατάσταση της χώρας αλλά κύρια στα όσα τραγικά συμβαίνουν, εδώ και αρκετό καιρό , στο εσωτερικό του Συνδέσμου. Σχεδόν ένα χρόνο από τις τελευταίες εκλογές ο Σύνδεσμος του οποίου η εκλογική επιτυχία είχε δημιουργήσει τόσες ελπίδες κυρίως ανάμεσα στους νέους , έχει καταντήσει σκιά του εαυτού του και απειλείται με διάλυση. Ο Καθηγητής Κούζα ένας λαμπρός θεωρητικός και φωτεινό πνεύμα από τις πρώτες εβδομάδες που αναλαμβάνει την αρχηγία του Συνδέσμου χαράσσει μια δική του προσωπική στρατηγική η οποία φαίνεται να γυρνά τη πλάτη σε μεθόδους και πρακτικές του παρελθόντος και προσανατολίζεται σε ένα καθεστώς συμφιλίωσης του Συνδέσμου με το πολιτικό κατεστημένο, με ιδιαίτερα ανοίγματα στους αγροτικούς του Στρατηγού Αβαρέσκου οι οποίοι εκείνη την εποχή φαντάζουν παντοδύναμοι.. Η επαναστατική ορμή καυτηριάζεται, οι μάχες για τη κατάκτηση του πεζοδρομίου απαγορεύονται μαζί με μια σειρά άλλων δραστηριοτήτων στις παρυφές ή όχι της νομιμότητας, η μετριοπάθεια και η κοινοβουλευτική πρακτική αναδεικνύονται στα καινούρια εργαλεία με τα οποία ο Σύνδεσμος επιχειρεί να αναδείξει την ιδεολογική του "ωριμότητα", την αποκήρυξη ενός ένοχου παρελθόντος και πάνω από όλα τις καλές του προθέσεις . 

Έτσι, για παράδειγμα, όταν αμέσως μετά την έναρξη των εργασιών του Κοινοβουλίου την ώρα που ένας από τους βουλευτές του Συνδέσμου διαμαρτύρονταν για το στρατιωτικό νόμο που είχε επιβληθεί και για πρακτικές εκφοβισμού δίχως προηγούμενο στη πόλη Focsani, ο καθηγ. Cuza σηκώθηκε και είπε ότι ήταν υποχρέωση της κυβέρνησης να επιβάλλει το στρατιωτικό νόμο και ότι και ο ίδιος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θα συμπεριφερόταν διαφορετικά , επειδή τα πνεύματα ήταν ταραγμένα, λόγω των Εβραίων.[6]

Όλες αυτές οι πρωτοβουλίες, που ο Κούζα παίρνει ,σε αντίθεση με τη γνώμη της κοινοβουλευτικής του ομάδας δημιουργούν αναπόφευκτες έντάσεις και καλλιεργούν ένα κλίμα καχυποψίας. Η διάσταση απόψεων του Αρχηγού με το καθηγητή Σιμουλεάνου, αντιπρόεδρο του Συνδέσμου ακόμη και σε κρίσιμα θέματα ιδεολογικής και οικονομικοπολιτικής κατεύθυνσης ολοκληρώνει την εικόνα μιας ανοιχτής διάσπασης. Όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις οι δύο πλευρές αναλίσκονται σε ανούσια κονταροχτυπήματα για να αποδείξουν το πολιτικό τους ένστικτο και τις καλές τους προθέσεις , κανείς δεν ασχολείται πλέον με το πολιτικό σχεδιασμό και τα κρίσιμα ιδεολογικά και οργανωτικά θέματα που σέρνονται παρατημένα στη τύχη τους. Η εσωστρέφεια και η απραξία βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Πράξεις εκφοβισμού που γεννούν μια άρρωστη πειθαρχία και η απειλή της διαγραφής όσων δεν συμμορφώνονται βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη.. Αγωνιστές αποχωρούν απογοητευμένοι ο ένας πίσω από τον άλλο. Ακούγονται έντονα οι φωνές ότι αυτοί που διαχειρίζονται τις τύχες του κόμματος το χρησιμοποιούν αποκλειστικά για τη παραπέρα πολιτική τους σταδιοδρομία και δεν είναι λίγοι αυτοί που φοβούνται την επιρροή που ο πανίσχυρος Στρατηγός Αβαρέσκο ασκεί στο σεβάσμιο καθηγητή. Οι ενδείξεις δεν λείπουν . Η πολιτική στροφή του Κούζα είναι θεατή στο κοινοβούλιο όπου δίχως προσχήματα εκδηλώνονται προτροπές για συναίνεση και προτάσεις συνεργασίας με τις άλλες κοινοβουλευτικές δυνάμεις Δημιουργείται η αίσθηση ότι ο καθηγητής και όσοι τον υποστηρίζουν προσπαθούν να απαλλαγούν από ένα παρελθόν το οποίο θεωρούν μάλλον επιλήψιμο .
Τι επιδιώκει κατά βάθος ο Κούζα. Πιστεύει στους ισχυρισμούς του φίλου του Αβαρέσκο ότι μπορεί να ξανασυσπειρώσει γύρω του όλες εκείνες τις σκόρπιες μαχητικές δυνάμεις δημιουργώντας ένα ισχυρό ακροδεξιό μέτωπο. Είναι αποφασισμένος να θυσιάσει το σύνδεσμο για χάρη του σκοπού αυτού; [6]
Έκπληκτοι οι βουλευτές ακούνε μέσα στο κοινοβούλιο τον Κούζα να εξαγγέλλει κομματικές θέσεις , που όμως δεν είχαν συζητηθεί ποτέ σε κάποιο αρμόδιο κομματικό όργανο , παρακολουθούν πολιτικά ανοίγματα πρωτόγνωρα, αιφνιδιάζονται όταν ο Καθηγητής πληροφορεί το Σώμα ότι ο Βουλευτής Paul Iliescu έχει διαγραφεί από τη κοινοβουλευτική ομάδα και από μέλος του Συνδέσμου.
Είναι η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Η αυθαιρεσία προκαλεί αντίδραση των άλλων βουλευτών που με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο Sumuleanu καταδικάζουν δημόσια τη πράξη.
Ο Κούζα αντιδρά με καινούριες διαγραφές.

Ήταν σαν να έπεσε κεραυνός πάνω στα κεφάλια των φτωχών βουλευτών . Δύο ημέρες αργότερα, ο καθηγ. Sumuleanu, ο οποίος στο μεταξύ είχε έρθει από το Ιάσιο, έκανε μια δήλωση στο Σώμα, την οποία υπέγραψαν και άλλοι βουλευτές , ο lon-Zelea Codreanu, ο Valer Ποπ, ο Δρ. Haralamb Vasiliu, ο καθηγ. Cirlan, δηλώνοντας ότι η δήλωση του καθηγητή. Cuza ήταν σε κάθε περίπτωση άκαιρη, δεδομένου ότι σύμφωνα με το καταστατικό οι διαγραφές όφειλαν να αποφασίζονται από σχετική επιτροπή.[7]

Το πρώτο πράγμα που κάνει ο Κοντρεάνου φτάνοντας στο Βουκουρέστι είναι να ενημερωθεί για τη πραγματική εικόνα που επικρατεί και να καταμετρήσει το μέγεθος της συμφοράς. Πολύ σύντομα διαπιστώνει ότι τα πράγματα είναι χειρότερα από ότι του είχαν περιγράψει. Η κατάσταση δεν είναι αναστρέψιμη. η ληξιαρχική πράξη θανάτου του Συνδέσμου της Εθνικοχριστιανικής άμυνας φέρει ήδη την ημερομηνία 20 Μαίου 1927. Ο προεκλογικός αγώνας διεξάγεται σκληρός και οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές, ο Μπρατιάνου και ο Αβαρέσκου προσπαθούν να ισχυροποιήσουν τις θέσεις τους με κάθε μέσον. Οι Εθνικοαγροτικοί ζουν με τη  ψευδαίσθηση ότι εξακολουθούν να ελέγχουν  τις μεγάλες αγροτικές μάζες και μοιάζει να μην υπολογίζουν σοβαρά τις ανοικτές επεμβάσεις του Παλατιού .Από την άλλη πλευρά ο Μπρατιάνου κινείται μεθοδικά. Παζαρεύει ανοικτά τη συμπαράσταση των Εβραίων υπέρ του κόμματός του και υπόσχεται σε αντάλλαγμα την επιστροφή όλων εκείνων των προνομίων που ο Αβαρέσκου είχε προλάβει να τους αφαιρέσει. Για το Κοντρεάνου έχει φτάσει η στιγμή να ακούσει όσα έχει να του πει ο μεγάλος υπεύθυνος μιας διαφαινόμενης καταστροφής.

Πήγα στο Κοινοβούλιο και παρουσιάστηκα στον Καθηγητή Κούζα. Με μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα ότι ήταν ο μόνος ευδιάθετος ανάμεσα στην γενική θλίψη. Ο Καθηγητής Κούζα πάντα ήταν έτσι. Αναφέρω επ΄ακριβώς και συνειδητά την συνομιλία που έλαβε χώρα.
-Καλώς όρισες αγαπητέ Κορνήλιε –είπε πλησιάζοντας και δίνοντάς μου το χέρι –Είσαι ένα καλό παιδί .Ασχολήσου όπως έκανες μέχρι τώρα τις δουλείες σου και όλα θα γίνουν καλύτερα.
-Κύριε Καθηγητά νοιώθω πληγωμένος κατάκαρδα για την δυστυχία που μας χτύπησε.
-Δεν μας χτύπησε καμία δυστυχία' ο Σύνδεσμος είναι ισχυρός όσο ποτέ .Μόλις χθες επέστρεψα από την Βράιλα.' τέτοια πράγματα ήταν πρωτόγνωρα. Ο λαός με υποδέχθηκε με μουσικές, με τύμπανα , με ατελείωτα χειροκροτήματα .Θα δεις τι συμβαίνει πραγματικά στη χώρα . Όλη η χώρα είναι μαζί μας.
Αφού ανταλλάξαμε λίγες ακόμα λέξεις αποχώρησα. Αναρωτιόμουν έκπληκτος.
Πως μπορεί ένας αρχηγός που βλέπει το στράτευμά του διαλυμένο από τον πόνο , κομμένο στα δύο στο έλεος της απελπισίας να είναι τόσο ευδιάθετος; Είναι δυνατόν να μην αντιλαμβάνεται την καταστροφή; Η από την στιγμή που την αντιλαμβάνεται πως μπορεί να είναι τόσο ευχαριστημένος;[8]

Οι καινούριες εθνικές εκλογές λαμβάνουν χώρα τον Ιούνιο του 1927. Στις 9 του μήνα ,ημέρα Πέμπτη, οι πολίτες ψηφίζουν για τους εκπροσώπους τους στη Βουλή και στις 10,12 και 14 Ιουνίου για τους εκπροσώπους τους στη Γερουσία. Νικητές αναδεικνύονται οι Εθνικοφιλελεύθεροι , που κερδίζουν 318 από τις 387 έδρες στη Βουλή και 92 από τις 113 στη Γερουσία. Ακολουθεί σε μεγάλη απόσταση από το πρώτο, το νεοεμφανιζόμενο Εθνικό κόμμα των Αγροτών με 54 Βουλευτές και 17 Γερουσιαστές Το πανίσχυρο μέχρι τότε Λαϊκό κόμμα του Στρατηγού Αβαρέσκο συντρίβεται .Όχι μόνο δε καταφέρνει να εκλέξει κανένα εκπρόσωπό του, στα δύο σώματα, αλλά συμπαρασύρει στη καταστροφή του τους συμμάχους του όπως το Γιόργκα και το Κούζα. Τη τρικομματική Βουλή συμπληρώνει ο Ουγγρογερμανικός Συνασπισμός με 15 Βουλευτές και 1 γερουσιαστή.
Στις 21 Ιουνίου η διακυβέρνηση της χώρας περνά στα χέρια του νικητή των εκλογών και παλαίμαχου πολιτικού Ion I. Constantin Brătianu , ο οποίος αναλαμβάνει για 5η φορά, την ευθύνη, να σώσει τη χώρα.


 Υποσημειώσεις:
[1]
Για το Mihail Manoilescu το φασιστικό καθεστώς ήταν "μια πραγματικά εποικοδομητική πολιτική επανάσταση, η οποία δεν μπορεί να συγκριθεί παρά μόνο με τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση τόσο στην κλίμακα όσο και στην καινοτομία "
[2] Τα συμβαλλόμενα μέρη όφειλαν σε περίπτωση διεθνών περιπλοκών που θα απειλούσαν ή μπορούσαν να απειλήσουν τα συμφέροντά τους να αναζητούν από κοινού τα μέτρα για την αντιμετώπισή τους. Σε περίπτωση που ο ένας συμβαλλόμενος δεχόταν ή απειλήτο με επίθεση το άλλο μέρος είχε την υποχρέωση να συμπαρασταθεί μόνο πολιτικά και διπλωματικά . 
[3] Ένα ακόμη παράδειγμα για το τρόπο που η ιδεολογία υποτάσσεται μπροστά στη πολιτική σκοπιμότητα. 
[4] Barbu Stirbey (1873 - 1946) Η αδελφή του Eliza Ştirbey είχε παντρευτεί τον  Μπρατιάνου (Brătianu ) .
[5]
Αθηναι Τεταρτη 8 Ιουνιου 1927
[6]
[7]
[8]
                                                                                                                                                                               (επιστροφή)

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΝΑ ΗΧΗΣΟΥΝ ΤΑ ΤΥΜΠΑΝΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Στα τέλη Σεπτεμβρίου σημειώθηκαν οι πρώτες μετακινήσεις μεγάλων ιταλικών μονάδων προς τα σύνορα μας.
Ήταν 6 το απόγευμα, όταν ο Διευθυντής Πολιτικών Υποθέ­σεων μπήκε, βιαστικός όπως πάντα, στο Κρυπτογραφικό, και ρώτησε αν υπήρχε τίποτε το σημαντικό. Εγώ σκυμμένος απάνω σ' ένα μακρύ τηλεγράφημα από τα Τίρανα κόπιαζα να το αποκρυπτογραφήσω. Ανέφερε τις τελευταίες μετακινήσεις ιτα­λικών μονάδων και τις θέσεις που είχαν καταλάβει. Είχα ακόμη μερικές σελίδες να αποκρυπτογραφήσω αλλά είπα στον Διευθυ­ντή τα όσα μηνούσαν τα Τίρανα. Νευρικός μου είπε να τελειώσω την αποκρυπτογράφηση αμέσως και να του πάω το κείμενο. Βγήκε για να ξαναμπεί δυο λεπτά αργότερα και να μου πει να μην δακτυλογραφήσω το κείμενο, αλλά μόλις τελειώσω να πάω να το διαβάσω στον Πρωθυπουργό που περίμενε στο γραφείο του.
Είκοσι λεπτά αργότερα χτυπούσα δειλά την πόρτα του πρωθυπουργικού γραφείου κι έμπαινα μέσα σ' ένα μισοσκόταδο όπου η μόνη φωτισμένη μορφή ήταν του Μεταξά καθισμένου στο γραφείο του και οι άλλες, ο Μανιαδάκης, ο Μαυρουδής, ο Παπάγος, ο Μελάς κι ένας άλλος στρατιωτικός τον οποίο δεν ήξερα (ήταν ο Πιτσίκας, Διοικητής Στρατιάς Ηπείρου), έμοια­ζαν, απολύτως ακίνητες, σαν άυλα φάσματα, συγκεντρωμένα γύρω από τον ταγό, περιμένοντας ένα νεύμα του για να δράσουν.
Άρχισα να διαβάζω. Τα ονόματα αυτά, τα αλβανικά, που μας είχαν γίνει τόσο οικεία, ηχούσαν τώρα σαν εξωτικά: Μαρκάτι, Μούρζι, Λιμπόχοβο... Νεμέτσκα... Φούρκα, Λεσκοβίκι... Γερμένι.... Μπαρμπάσι.... Ερσέκα... Χέλμεσι... Μπάμπαν... Βίγλιστα... Χέλμεσι... ανάμικτα με ονόματα ιταλικών μονάδων, 23η μεραρχία Σιέννα, 8η Μεραρχία Αλπίνι, 50 άρματα μάχης, δύο λόχοι Βερσαλιέρων, 3η Μεραρχία Τζούλια, 11η Μεραρχία Λύ­κοι Τοσκάνης... Όλη αυτή η ηχητική ανάμιξη δημιουργούσε μια παράξενη εντύπωση, σαν να ήταν ηχώ που βγαίνει από σπηλιά. Χωρίς να το θέλω αισθανόμουν ρίγη να διαπερνούν το σώμα μου. Όταν τελείωσα την ανάγνωση, κινήθηκα για να βγω αλλά ο Μεταξάς διέταξε: «Διαβάστε πάλι, παρακαλώ, με αργό ρυθμό».
Δεν είχα προλάβει να τελειώσω την δεύτερη ανάγνωση, όταν ακούστηκε, μέσ' από το μισοσκόταδο, ανυπόμονη, σχεδόν επιτι­μητική, η φωνή τού άγνωστου μου στρατιωτικού: «Κύριε Πρόε­δρε! Θα διατάξετε επί τέλους επιστράτευση!». Και τότε ο Μετα­ξάς αποκρίθηκε έντονα: «Άκουσε Πιτσίκα! Δεν κινδυνεύεις εσύ να σε βγάλει προδότη η Ιστορία! Κινδυνεύω εγώ! Αν διατάξω επιστράτευση, για έναν στρατιώτη που θα στέλνω στα σύνορα ο Μουσολίνι θα στέλνει δυο και τότε η ελάχιστη ελπίδα που έχομε να μην επιτύχει το σχέδιο τους θα εξατμισθεί!».
Βγήκα από το πρωθυπουργικό γραφείο συγκλονισμένος και, καθώς, μετά από λίγο, οι άλλοι συνάδελφοι έφυγαν κι έμεινα μόνος για να χτυπήσω το τηλεγράφημα στην μηχανή, ο νους μου πήγε πίσω μακριά σ' άλλες στιγμές που βρήκαν τον ελληνισμό εν αγωνία. Προδότης ο Θεμιστοκλής αν δεν είχε επιτύχει η παγίδα που είχε στήσει στον Ξέρξη, προδότης ο Παυσανίας στις Πλαταιές αν διατάζοντας, νύχτα, μυστικά, αλλαγή μετώπου, επικίνδυνη για όλη την παράταξη, δεν είχε προκαλέσει την ίδια κίνηση του εχθρού κι έτσι βρέθηκαν οι δύο αντίπαλοι στις ίδιες αντίστοιχες θέσεις, προδότης ο Κολοκοτρώνης που αρνήθηκε πεισματικά να προσπαθήσει να εμποδίσει τον Δράμαλη να ξεχυθεί στον κάμπο του Άργους για να τον εξασθενήσει, να τον κάνει να εξαντλήσει τα εφόδια του κι ύστερα να του επιτεθεί κόβοντας του την υποχώρηση στα Δερβενάκια. Τιμή σ' εκείνους που, όταν βλέπουν ότι δεν υπάρχει άλλη πιθανή σωτηρία παρά το ριψοκίνδυνο τέχνασμα και τα έχουν όλα σταθμίσει, κατορθώ­νουν να υπερνικήσουν το άγχος τους και το άγχος των γύρω τους κι αποδέχονται το ενδεχόμενο της αυτοθυσίας.
Όταν, μετά από μισή ώρα, ξαναχτύπησα την πόρτα του γραφείου του Μεταξά για να παραδώσω το καθαρογραμμένο τηλεγράφημα, το δωμάτιο ήταν άπλετα φωτισμένο. Οι άλλοι είχαν φύγει και είχαν μείνει, ο Μεταξάς, ο Παπάγος και ο Πιτσίκας, σκυμμένοι επάνω σ' ένα χάρτη της μεθορίου. Ο Μεταξάς σήκωσε τα μάτια ερωτηματικά. «Το τηλεγράφημα, Κύριε Πρόεδρε», ψιθύρισα. «Ευχαριστώ, παιδί μου...», είπε ήρεμα και τα μάτια του ήσαν, ίσως να μου φάνηκε πώς ήσαν, χαμογελαστά. Γιατί άραγε; Δεν ήταν ποτέ δυνατόν να φανταζό­ταν ότι κάποτε εγώ, ο ακούσιος μάρτυς, θα έγραφα τις γραμμές αυτές.
Δεν είπα σε κανέναν τίποτε κι έγραψα στο ημερολόγιο μου μια συνθηματική φράση: Πιτσίκας-Μεταξάς- κριτής Ιστορία, 2-10-40.
(Άγγελος Σ .Βλάχος: Μια φορά και ένα καιρό ένας διπλωμάτης.  Α τόμος.)




Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Η ΜΕΤΑΝΟΙΩΜΕΝΗ


Την πρωτογνώρισε μικρή και φτωχιά,
Αρχοντοπούλα ξεπεσμένη,
Μα ήταν πεντάμορφη μέσ' στη δυστυχιά
ευθύς την διάλεξε Ερωμένη.
Χρόνια ταξίδευε μέσ' στις ξενητειές
Κι' όλο προικιά της κουβαλούσε'
Μ' αυτή και σ' άλλους επετούσε ματιές
Κι' αυτός πικρά της ωμιλούσε'
Στον καυγά, μια βραδυά
Τούπε μ' αχάριστη καρδιά:

-Φύγ' από μένα, Τύραννε,
Φύγε και ξέχασε με!
Δε θέλω πειά τα δώρα σου
Στη φτώχεια μ' άφησε με!
Σκλάβα σου πειά κατάντησα
Με στεναγμούς απόχτησα
Λαχούρια και φλουριά!
Άνοιξε την αγκάλη σου
Και δός μου Ελευθεριά!»

Μίσεψε Εκείνος πληγωμένος βαρειά
Από την τόση αγνωμοσύνη
Μα τα χρυσά λαχούρια και τα φλουριά
Όλα τα κράτησεν Εκείνη...
Χρόνος δεν πέρασε και, φίλοι κ' εχθροί,
Την έχουν περιφρονημένη'
θέλουν να πάρουν το στερνό της φλουρί
Και τώρ' αυτή μετανοιωμένη
Δέρνεται και μηνά
Στον παληό της φίλο ταπεινά:

-Έλα, γλυκέ μου Τύραννε
Ξανατυράννησέ με!
Από το χέρι πάρε με
«Στην Πόλι πήγαινε με!
«Με σένα ζούσα αρχόντισσα
«Και τώρα σα ζητιάνισσα.
Δεν με λυπάσαι πειά;
Κλείσε με στην αγκάλη σου
Ναύρω τη θεραπειά!

(Στίχοι - Μουσική: Κλέων Τριανταφύλλου)


 

Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΕΤΣΑΛΗΣ-ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΟ ΤΡΟΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΓΝΩΣΗ ΠΟΥ ΤΟ ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ ΠΡΟΚΑΛΟΥΣΕ ΣΤΗ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ.

Παντού, στο κάθε σπίτι, όπου ραγιάδες, γινήκανε τα ίδια. Σαβα­νώθηκε μονομιάς η ζωή. Μια ανήκουστη ταραχή, βουβή στον έξω κόσμο, ανάδευε σύψυχα τους χριστιανούς. Θα μας πάρουνε τα παιδιά! Τα παιδιά μας!
Όσο περνούσε η ώρα κι ερχότανε το βράδυ κι άπλωνε η νύχτα, τόσο δυνάμωνε το κακό. Ένα πελώριο, ένα δίχως τέλος, ένα παγερό σκούξιμο πνίγηκε, για να μην προδοθεί, μέσα στου κάθε χριστιανού το στέρνο. Θανατερό σύγκρυο ανατάραξε ώς τις ρί­ζες της ψυχής τον κάθε πατέρα, την κάθε μάνα, τον κάθε ραγιά. Να σώσουμε τα παιδιά! Τα παιδιά μας! Τα παιδιά!
Στου Φουρνιά, στου Βαρνακιώτη, στου Ντέκα, στου Αντρεάδη, στου Ζυγά, στου Λιόπουλου, παντού.
Στου Φουρνιά το σπίτι, ο Δαμιανός ο Φουρνιάς, ο πατέρας, σφίγγοντας τα δόντια. Δε στάθηκε βολετό να του βγάλουνε λέξη. Η γυναίκα του κρεμάστηκε στο λαιμό του.
- Σώσε μας, άντρα. Πεθαίνω!
Λιγοθύμησε. Τα παιδιά κλαίγανε ένα γύρω. Είδαν κι έπα­θαν να τη συνεφέρουν τη μάνα. Σαν ξανάρθε στα συγκαλά της ήτανε νύχτα πια. Μαζεμένη στο στενόμακρο το δώμα όλη η φα­μελιά. Δυο αδέρφια του Δαμιανού με τις γυναίκες τους. Αυτοί δεν είχανε μεγάλα παιδιά, μωρά ήτανε στην κούνια. Μα είχαν κι αυτοί ένα ορφανό ανεψίδι, από αδερφή, και δυο ψυχοπαίδια. Άνθρωποι, βλέπεις, με καλή καρδιά, με τον τρόπο τους οι Φουρνιάδες.
Συζητήσανε τα τρία αδέρφια, τι θα κάνουν.
- Πενήντα σκούδα, είπε χαμηλά ο Δαμιανός. Θα τ' αγοράσω τα παιδιά μου. Στην ανάγκη θα δώσω και τα δυο γαϊδούρια που απομείνανε στο παχνί...
- Δαμιανέ, έκανε ο ένας αδερφός. Έχω κι εγώ είκοσι σκούδα να σου δώσω. Είναι δικά σου.
- Να σ' ευλογάει ο Παντοδύναμος, Γιώργη... Πουλιούνται οι κερατάδες, είπε ο Δαμιανός. Είναι καλοδεξάμενα τα λεφτά σου, Γιώργη. Πηγαίνω αλάι (αμέσως) στου κατή. Μόνο φυλάχτε εδώ, όσο να γυρίσω.
Πήγε κι ήρθε ύστερα από τρεις ώρες. Είχε τελέψει τη δουλειά του. Πλέρωσε τον αποσταλμένο του ντοβλετιού και πήρε μιαν υπόσχεση.
Τώρα τρεμόφεξε κάποια ελπίδα στα κατάβαθα της ψυχής τους. Καθισμένοι, στριμωγμένοι, μ' όλη τη ζέστη που κάνει, ο ένας απάνω στον άλλο, αμίλητοι, σα ναρκωμένοι, καρτερούνε άγρυ­πνα την αυγή. Να δουν τι θα φέξει. Γιατί, καμιά φορά, τα χρή­ματα πηγαίνουνε χαμένα, και τότες κάποιο απ' τα παιδιά θε να τραβήξει για την Πόλη.
Στου Ντέκα το σπίτι δε βρέθηκε η δύναμη -καμιά δύναμη, της ψυχής ή του πουγγιού- για να μποδίσει το πλάκωμα της απελπι­σίας. Μα, μη θαρρείς, έτσι ήτανε στα πιο πολλά φτωχικά.
- Αχ, μωρέ γυναίκα, κλαιγόταν ο Γιάννης ο Ντέκας, σ' το 'λε-γα εγώ να τα παντρέψουμε τα παιδιά από τώρα. Τους παντρε­μένους δεν τους παίρνουνε, γυναίκα. Τι πάθαμε, ωιμέ κι αλί μας! 0 Αποστόλης το πάντρεψε το δικό του, πώς τόνε λένε, αδερφέ, τον πάντρεψε με της κυρα-Βασιλικής την κόρη. Έντεκα χρονώ παιδιά είναι και τα δυο. Μα ο Αποστόλης είναι τώρα σιγουρεμέ­νος, γυναίκα, κατάλαβες; Και δε θα του το πάρουνε το παιδί του. Κατάλαβες, γυναίκα;... Αχου!... Αχου!...
Και στου Αντρεάδη το σπίτι κλαίγονταν και χτυπιούνταν.
- Μονάκριβο τον έχω, θρηνούσε η μάνα. Δε θα μου το πάρουν εμένα το παιδί μου, το μοναχοπαίδι μου!
0 πατέρας καθόταν δίπλα της και δεν έβρισκε λόγο να πει για παρηγοριά. Κλαίει κι εκείνος, ανήμπορος κοντά στη μάνα, και μοιρολογάει το ζωντανό παιδί, λες κι είναι πια στ' αλήθεια αποθαμένο.
Τα ίδια και χειρότερα στου Νικολάκη του Ματαπά. Έχουνε δυο παιδιά ετούτοι, δυο αγόρια. Στην παραζάλη τους δεν ξέρου­νε πια τι να κάνουν. Αφού θρηνήσανε μ' αγκομαχητά πολλά όλο­νυχτίς, ελεεινά και τρισάθλια ναυάγια ξημερωθήκανε σα μεθυ­σμένοι από κακό κρασί, φαρμακερό.
Ρόδιζε η αυγή. Τα δυο παιδιά, κουρασμένα, γείρανε στο στρώ­μα χάμω και κοιμούνται γαλήνια. 0 πατέρας κι η μάνα τα θω­ρούν, σκυμμένοι απάνω τους. Ξάφνου, του ήρθε μια κακή σκέψη του πατέρα.
- Να σώσουμε το ελάχιστο το ένα, γυναίκα, λέει. Τα μοναχο­παίδια δεν τα παίρνουνε.
Η γυναίκα κατάλαβε. Ανατρίχιασε. Μα ο Νικολάκης ο Ματαπάς δεν ήξερε πια τι κάνει. Ξεκρέμασε μονομιάς το τσεκούρι από τον τοίχο και ζύγωσε τα κοιμισμένα παιδιά. Τα κοίταξε ώρα πολλή.
Η μέρα έσκαζε. Κάποιο πουλάκι κελάιδάει. Πρέπει να βια­στούνε. Ποιο παιδί θα θυσιαστεί για τ' άλλο;
- Γυναίκα, βογγάει ο πατέρας, σήκω, σήκωσ' τον Γιαννάκη μας, που σου λέω.
Η μάνα σιγοκλαίει κι αναστενάζει. Παίρνει στην αγκαλιά της το ένα το παιδί. 0 πατέρας σταυροκοπιέται, κάνει το σημείο του Σταυρού πάνω στο στηθάκι του κοιμισμένου παιδιού και σηκώ­νει το τσεκούρι...
Η θυσία γίνηκε.
Τέτοιες θυσίες γίνηκαν κι αλλού. Στου Στρατή του Λιόπουλου, στου Κώστα του Σπινάκη. Η Άννα η Σπινάκαινα το θυσίασε μονάχη της, με το δικό της χέρι το παιδί της.
- Κάλλιο στον τάφο χίλιες βολές, παρά να τ' αγγίξει άπιστου χέρι, είπε παλικαρίσια.
Ήτανε όμως και κάποιο }(ριστιανόσπιτο, όπου δεν ακούστη­κε κλάμα, μηδέ οδυρμός. Αντίθετα κιόλα. Στου Βαρνάβα του Κα­λού με κρύφια χαρά το μάθανε, πως ήρθε ο αράπης να πάρει τα παιδιά.
Σαν όλους τους ραγιάδες κλειδομπαρωθήκανε κι αυτοί στο φτωχικό τους. Μα πίσω από τη σφαλισμένη θύρα, οι δυο Καλοί πέσανε στην αγκαλιά ο ένας του αλλουνού και είπαν:
- 0 Θεός τον έστειλε τον αράπη. Ανοίγει, σου λέει, η τύχη των παιδιών, όσα θα πάνε στην Πόλη. Και πλούτος αμέτρητο κερδαίνουνε, κι αφεντάδες ξακουστοί γένονται, αγάδες και πασά­δες και βεζύρηδες. Την καλοπέραση τους κανένας δεν τη φτάνει στο ντοβλέτι όλο. Αλλο ν' ακούς, κι άλλο να βλέπεις. Αμποτε η μοίρα του να το 'χει, να τόνε πάρουνε και τον Χρίστο μας στην Πόλη. Γιατί μαζί μας εδώ, στον τόπο ετούτονε, θα ρέψει σαν και μας. Εκεί θα του ανοιχτούν, καλέ, οι πόρτες οι μεγάλες, άκου με 'μένα!
Τους πήραν τα δάκρυα τους δυο Καλούς απ' τη λαχτάρα κι απ' την αγωνία, μη λάχει και το περιφρονήσει η μοίρα το παιδί τους.
Σ' άλλα σπίτια κλαίγανε την ανημπόρια τους να σωθούνε. Σ' άλλα πάλι η οργή κι η μάνητα τύφλωνε και τρέλαινε τους γονέους. 0 ένας πολέμαγε να κρύψει κάπου το παιδί του, μην του το πάρει ο αράπης. 0 άλλος το παραμόρφωνε, του 'κοβε το 'να του το αυτί, του 'βγαζε το 'να του το μάτι, του 'σπαγε το 'να του το πόδι, για να το δουν οι Τούρκοι και να σιχαθούνε.
Νύχτα κολασμένη για τους χριστιανούς. Κι όμως, όμως να, κρυφά-κρυφά σέρνεται στα στενορρύμια του ρουμ-μαχαλά μια μαύρη σκιά, κρατώντας έναν μπόγο στην αγκαλιά της.
Μια χανούμισσα ξεκίνησε απ' το χαρεμλίκι με το παιδί της στα χέρια, να το φέρει στου Σπύρου του Μαρινάκου το σπίτι. Χτυ­πάει την πόρτα δειλά. Δειλοί οι μέσα του σπιτιού, δεν τολμάνε ν' ανοίξουν.
- Εγώ είμαι, η Χάιδή, λέει τούρκικα το χανουμάκι. Οι Μαρινάκηδες την αναγνωρίζουν και της ανοίγουν.
- Τι θες χανούμ; τη ρωτάνε.
- Μια χάρη σάς ζητάω, εγώ κι ο αφέντης μου ο Αλής. Εσείς που δεν έχετε παιδιά, πάρτε το τούτο 'δώ... Δώστε το αύριο στον αγά. Τουρκόπουλα δε δέχουνται. Μόνο τα δικά σας παίρνουνε στην Πόλη. Και γίνονται μεγάλοι και τρανοί στο σαράι. Σε μας τους Τούρκους δε βολεί τέτοια τύχη. Πάρτε, αμάν, το αγόρι μου και θα σας το χρωστάω χάρη στη ζωή μου όλη. 0 Αλλάχ να σας φυλάει, για το καλό που θα μου κάνετε. Πάρτε το το παιδί μου, καλοί μου χριστιανοί!
Έσπρωξε το παιδί της στα χέρια τους. Εκείνοι δίσταζαν να το πάρουν.
- Δεν έχουμε παιδί γραμμένο στα τεφτέρια του χωριού, της λένε. Πώς θα το παρουσιάσουμε έτσι, χανούμ, στα ξαφνικά; Θα βρούμε τον μπελά μας. Τα κεφάλια μας, χανούμ...
Αλλά η χανούμ παρακάλεσε τόσο πεισματικά, που οι Μαρινάκηδες δεχτήκανε στο τέλος. Πήρανε, βλέπεις, μαζί κι ένα μά­τσο γρόσια.
Έτσι πέρασε εκείνη η νύχτα. Και σαν έφεξε ο Θεός τη μέρα, τ' Αθαλάσσι πρόσμενε πια έτοιμο, ξαγρυπνισμένο, τρεμάμενο, πονεμένο, κουρελιασμένο ώς τα κατάβαθα της ψυχής, τις τρομε­ρές καταδίκες. 
 


Ξημέρωσε ο Θεός τον κόσμο. Κι έλαμψε ένα πρωινό λιοπερίχυτο, θαυμαστό. Ζεστό, όχι καυτερό. Φωτερό, γαλήνιο, πεντακά­θαρο. Το πρωί. Κι ήταν ως να μην εσταμάτησε η ζωή όλη τη νύ­χτα. Η αυγή βρήκε το χωριό ξύπνιο. Ένα σούρτα-φέρτα αδιάκοπο, ένα άνοιξε και κλείσε από πόρτες, μια ανησυχία κρυφή που δεν τελειώνει.
Κι ίσα-ίσα στον τουρκομαχαλά και στην οβραίικη, εκεί προ­πάντων άντρες και γυναίκες, αυτοί που δεν τους έπιανε η απει­λή, ετοιμαστήκανε αποταχύ, να πάν' να βρούνε μια καλή θέση στο Ντορτ-γιολ, να δουν που θα γενεί το μάζεμα των παιδιών. Να τη χαρούν τη φέστα.


(ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΕΤΣΑΛΗΣ-ΔΙΟΜΗΔΗΣ: ΟΙ ΜΑΥΡΟΛΥΚΟΙ Τόμος Α)

 

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Β. ΡΩΤΑΣ: Ο I TYXOΔΙΩΚΤΕΣ


Τι τα θέλουμε και τα γυρίζουμε; Γιατί να κοροϊδευόμαστε ; Γιατί δεν αποφασίζουμε επί τέλους να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη της αλήθειας; Τι φωνάζουμε και κορδονόμαστε; Ποιος ακούει τα ασήμαντα διαλαλήματά μας; Μοιάζουμε με τους μεγαλεμπόρους του δρόμου που γκαρίζουν: "Παληά σίδερα, παληά κρεββάτια, παληά πράματα, παληά αααααα" με την απαλάμη στ' αυτί ναρκισσευόμενοι με τη φωνή μας. Αυτή είνε η αλήθεια . Είμαστε τυχοδιώκτες. 
Τυχοδιώκτες μάλιστα. Εμείς οι Έλληνες ! Τεμπέληδες. Ανίκανοι να στρωθούμε στη δουλειά, που την αποφεύγουμε όπως ο διάολος το λιβάνι. Άνθρωποι του ποδαριού, του εύκολου κέρδους. Εκμεταλλευταί. Γεννημένοι τύρρανοι . Σαν τα κακομαθημένα , τα χαϊδεμένα παιδιά εννοούμε να τα βρίσκουμε όλα έτοιμα. Και στην αδυναμία μας να τάχουμε όπως τα θέλουμε , μη μπορώντας να είμαστε τύραννοι ελλείψει σκλάβων ή γιατί βρεθήκαμε στην ανάγκη να μας τυραννούν άλλοι , αντί να στρωθούμε στη δουλειά, την ταχτική και τίμια , μεταχειριζόμαστε το μοναδικό όπλο της αδυναμίας : To ψέμα. Η ψυχή μας, ψυχή θυρωρού ξενοδοχείου. Σ΄οποιοδήποτε μεγάλο ευρωπαϊκό ξενοδοχείο κι αν μπήτε , θα σας δεχτή ο θυρωρός με το χρυσοφορεμένο ανάστημά του διπλωμένο στα δύο. Σε λίγο, ενώ θα πέρνετε τον καφέ σας στο μπαρ ρίχτε μια ματιά στο θυρωρείο. Ο ίδιος ο Θυρωρός , ο αξιοπρεπής με τη στολή του, που έσκυψε ως τη γης , μπροστά σας γιατί από τα καινούργια μπαγκάζια σας κατάλαβε πως έχετε τον παρά, ο ίδιος τώρα δίνει κάποια διαταγή στον υπηρετάκο του ξενοδοχείου. Κοιτάχτε: Τη διαταγή του τη συνοδεύει με μια βρισιά και μια κλωτσιά. 
Λοιπόν το ίδιο κι' εμείς. Στον ανώτερό μας μπροστά (και δεν αναγνωρίζουμε γι ανώτερό μας παρά μόνον εκείνον που έχουμε την ανάγκη του, που θέλουμε να τον εκμεταλλευτούμε) φερόμαστε με τόση ταπεινότητα και κολακεία, με τόση μικροπρέπεια που δεν διαφέρουμε καθόλου από τα σκυλάκια που σέρνονται με την κοιλιά στα πόδια του αφέντη τους. Αν τώρα βρούμε κανέναν κατώτερό μας, άνθρωπο δηλαδή που δεν περιμένουμε τίποτα απ' αυτόν αλλ' απεναντίας που νομίζουμε πως αυτός έχει την ανάγκη μας) του φερνόμαστε το ίδιο, σαν νάτανε σκυλί. 
Τη δουλειά , την εργασία δεν την εκτιμούμε γιατί δεν την ξέρουμε. Την εργασία που ελευθερώνει τον άνθρωπο και τον κάνει κύριο μεταξύ κυρίων την περιφρονούμε. Γυρίζουμε σαν αδέσποτοι, σαν γάτοι στις γειτονιές, έτοιμοι ν΄αρπάξουμε ό,τι μας περάση από το χέρι. Ριχνόμαστε στις περιπέτειες από τεμπελιά. Κυνηγάμε την τύχη παντού όπου βλέπουμε να γίνεται κάποια προσπάθεια, να φανερώνεται κάποια πρόοδος. Μόλις ακούσουμε ότι κάπου υπάρχει πλούτος τρέχουμε αμέσως εκεί σαν τις μυίγες σα σκουπίδια. Μόλις πληροφορηθούμε ότι κάπου γίνεται αναμπουμπούλα , ταραχή, πόλεμος, πρώτοι και καλύτεροι. Ό,τι βρωμερό εμπόριο, κάθε ύποπτη επιχείρησι , εμείς την κυβερνούμε, όχι μόνο στα λιμάνια της Μεσογείου και της Ανατολής, παρά σ' όλα τα λιμάνια του κόσμου .Το εμπόριο του χασισιού στην Αίγυπτο και στην Κίνα, το λαθρεμπόριο του οινοπνεύματος στην Αμερική, η σωματεμπορία και κάθε παγαποντιά είνε τα τίμια επαγγέλματα κυρίως των Ελλήνων. 
Εν τω μεταξύ ο τόπος μας εδώ ρημάζει. Όλα εδώ δίνουν την εντύπωσι πως σήμερα είμαστε κι αύριο φεύγουμε. Ζούμε σαν εφήμερα.Τα σπίτια μας πρόχειρα, ίσα ίσα να μας προφυλάξουν από τη βροχή, ή από τον ήλιο. Τρώμε, πίνουμε, κοιμόμαστε σαν ταξιδιώτες μέσα στην έρημο, ή σαν φυλακισμένοι στην Παλιά Στρατώνα. Σαν κατσαρίδες που φωλιάζουν μέσα στο κεφαλοτύρι, τρώμε από τα έτοιμα, ό, τι ακόμα παράγει αυτός ο τόπος , τα δάση μας την εξαντλήσαμε, χωρίς καμιά φροντίδα για το μέλλον ,  καμιά καλλιέργεια, καμιά πρόνοια. Σήμερα είμαστε κι' αύριο φεύγουμε. Και φεύγουμε πράγματι. Φεύγουμε για την πρωτεύουσα , κι από κει για τα ξένα, γυρίζουμε τυχοδιώκτες στα πέρατα του κόσμου, άνεργοι, λωποδύτες, ψεύστες, κατεργαρέοι. Έτσι χάνεται μια φυλή που θέλει να νομίζη πως έχει ζωτικότητα. Τώρα που ούτε οι χωριάτισσες πια δεν σκέπτονται να κάνουν πια παιδιά. Τα χωριά μας ρημάζουν , τα βουνά μας κατάντησαν άγονοι βράχοι .Η γεωργία, η κτηνοτροφία , κάθε παραγωγική εργασία έχει σταματήσει. Κανείς δεν θέλει πια να δουλέψη στο έδαφος. Εν τω μεταξύ όλο μας το ενδιαφέρον είνε για τον κανονισμό της επετηρίδος . Δε βλέπουμε στις εφημερίδες παρά ζητήματα καθεστωτικά, στρατοκρατικά, κομματικά. 
Κι ο Μουσολίνι, ο γείτονας μας βροντοφωνεί: "Θα υποστηρίξω τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Όλη η Ιταλία θα καλλιεργηθή." Χμ! Πολύ το φοβάμαι πως εμείς οι έξυπνοι, εμείς οι τυχοδιώκτες , οι ευγενείς και σπουδαίοι , θα βάλουμε τύραννο στο κεφάλι μας. Ο πληθυσμός της Ιταλίας αυξάνει όλο ένα. Ε Καραγκιόζηδες, δεν βλέπετε ακόμα τα τσαρούχια του Βεληγκέκα;

(Το   αμφιλεγόμενο αυτό άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Βραδυνή της  11 Ιουνίου 1927)

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

ΕΥΡΟΔΕΞΙΑ


H Ευροδεξιά ιδρύθηκε στις 21 Απριλίου 1978 με πρωτοβουλία του Ιταλικού MSI-DN [1] του Γαλλικού PFN [2] και του Ισπανικού FN [3] . Στο παραπάνω σχήμα προσχώρησαν διαδοχικά η Οργάνωση Νεολαίας της Εθνικής Παράταξης από την Ελλάδα [4], οι Νέες Δυνάμεις [5]από το Βέλγιο και το Νεο-Σουηδικό Κίνημα [6].

 
Οι Πρωταγωνιστές



Giorgio Almirante (27 Ιουνίου 1914 – 22 Μαΐου 1988) Εθνικός Γραμματέας (Segretario na­zionale) του Movimento sociale italiano [7] του μεγαλύτερου και αρχαιότερου κόμματος της Eυρωδεξιάς. Το κόμμα ιδρύθηκε στα 1947 σε πολιτικά δύσκολους καιρούς για τη Δεξιά και τους απολογητές του πρόσφατου παρελθόντος.




Jean- Louis Tixier-Vignancour (12 Οκτωβρίου 1907  -29 Σεπτεμβρίου 1989) Δικηγόρος και πολιτικός . Σαν βουλευτής εκπροσώπησε τη περιοχή των Basses-Pyrénées από τα 1936 μέχρι το 1940. Στις 10 Ιουλίου τάχθηκε υπέρ της ανάγκης δημιουργίας κυβέρνησης υπό τον Στρατάρχη Philippe Pétain. Υπήρξε συνήγορος υπεράσπισης στις δίκες του Louis-Ferdinand Céline(1950) του Στρατηγού Raoul Salan.(1962) του Jean-Marie Bastien-Thiry (1963) και άλλων στελεχών της οργάνωσης OAS. Έχοντας στο πλευρό του τους  Jean-Marie Le Pen και Jean-Pierre Stirbois έλαβε μέρος στις προεδρικές εκλογές που πραγματοποιήθηκαν στα 1965. Κέρδισε 1,260,208 ψήφους , και το 5.2% του συνόλου. Στο δεύτερο γύρο προτίμησε να υποστηρίξει το François Mitterrand αντί για το De Gaulle, για λόγους απόλυτα κατανοητούς.


Blas Pinar Lopez ( 22 Νοεμβρίου 1918- 28 Ιανουαρίου 1914 ) Ισπανός πολιτικός. Στη δεκαετία του 60 είχε την ευθύνη του Instituto de Cultura Hispánica και διατηρούσε συνεργασία με το Movimiento Nacional. Πιστός υποστηρικτής του Φράνκο υπήρξε πολέμιος του νόμου για τη πολιτική αναθεώρηση και φυσικά αντιτάχθηκε στη ψήφιση του Συντάγματος του 1978. Μετά το θάνατο του Φράνκο (20 November 1975) δημιούργησε τη Furza Nueva ένα κόμμα γύρω από το ομώνυμο περιοδικό. Στις εκλογές του 1979 κάτω από τα χρώματα του συνασπισμού της Unión Nacional που συγκεντρώνει το 2,5% του εκλογικού σώματος εκλέγεται βουλευτής στη περιφέρεια της Μαδρίτης.


Στέφανος Στεφανόπουλος.(3 Ιουλίου 1898- 4 Οκτωβρίου 1982) Πρόεδρος της Εθνικής Παράταξης [8] ,ενός κόμματος με εθνικό και φιλοβασιλικό προσανατολισμό, που στις εκλογές του 1977 κατάφερε να συγκεντρώσει το 6,8,2% του εκλογικού σώματος στέλνοντας στη Βουλή 5 βουλευτές.




Emile Lecerf (14 Απριλίου 1929 -24 Φεβρουαρίου  1990) Ένας από τους ηγέτες της λεγόμενης "orhestre noir". Υπήρξε  Διευθυντής του μηνιαίου Le nouvel Europe magatine το οποίο αφουγκραζόταν και εξέφραζε ένα ευρύ φάσμα των διαθέσεων της κοινής γνώμης. Επαγγελλόταν έναν ευρωπαϊκού τύπου εθνικισμό, ριζοσπαστικά αντιαμερικανικό, kai φιλοτριτοκοσμικό . Φιλοδοξούσε να δώσει ζωή σε  ένα μεγάλο κόμμα της δεξιάς συσπειρώνοντας στους κόλπους του από εθνικομοναρχικούς Καθολικούς φονταμενταλιστές μέχρι ακροδεξιούς ακτιβιστές και από φιλελεύθερους μέχρι συντηρητικούς αριστοκράτες.  Στα 1977 το περιοδικό ξεπερνούσε σε πωλήσεις τα 24.000 φύλα.


Tα γεγονότα που προηγήθηκαν.

Στην Ιταλία τα "μολυβένια χρόνια " προσδιορίζουν μια περίοδο πολιτικών εντάσεων και η θεωρία των αντιπάλων εκστρεμισμών μοιάζει να βρίσκει τη δικαίωσή της. Το σύνθημα " εκτός νόμου το ΜSΙ " συμπορεύεται με ένα άλλο ακόμα πιο αδιανόητο "Η δολοφονία ενός φασίστα δεν είναι έγκλημα".
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα , στις 18 Δεκεμβρίου 1977 πραγματοποιείται στη Ρώμη η πρώτη συνέλευση των εκλεγμένων από το λαό , μια πρωτοβουλία του MSI-DN. Κύριο θέμα συζήτησης η κλιμακούμενη κομμουνιστική βία εναντίον των μελών του κινήματος και η διασάλευση της κοινωνικής ειρήνης.  Σ αυτή ακριβώς την ευκαιρία ο Pascal Gauchon [9] και ο Blas Pinar  που συμμετέχουν σαν επίσημοι προσκεκλημένοι παίρνουν το λόγο και εκφράζουν ανοικτά τη συμπαράσταση των κομμάτων τους . Είναι η πρώτη φορά που , πολιτικές δυνάμεις της Δεξιάς από άλλες ευρωπαϊκές χώρες συμπαρατάσσονται ανοικτά με ειλικρινές και πραγματικό ενδιαφέρον στο πλευρό της  Ιταλικής δεξιάς που δοκιμάζεται. Από τη συμπαράσταση στη συμπαράταξη η απόσταση δεν είναι μεγάλη. Η σχετικά κοντινή ημερομηνία των Ευρωεκλογών απλά επιταχύνει τις διαδικασίες.

Το 1977 κλείνει με τρεις πυροβολισμούς που αφαιρούν τη ζωή από ένα πατέρα δύο ανήλικων παιδιών μόλις 31 χρόνων που είναι ενεργό μέλος του Κοινωνικού κινήματος[10]. Το 1978 ανοίγει με μια διπλή δολοφονία δύο νεαρών παιδιών έξω από τα γραφεία του Κοινωνικού κινήματος [11] . Ο φόρος αίματος που ένα πολιτικό κόμμα πληρώνει στο όνομα του αντιφασισμού πολλαπλασιάζει τις αντιδράσεις . Ακούγονται έντονες διαμαρτυρίες της βάσης για το τρόπο με τον οποίο το Κίνημα επιχειρεί να αντιμετωπίσει τη κρίση και πολλαπλασιάζονται οι φωνές που μιλούν ανοιχτά για την ανάγκη ένοπλης αντίδρασης.....

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 25 Ιανουαρίου 1978 το PFN σε μια προσπάθεια να δημοσιοποιήσει το δράμα της ιταλικής Δεξιάς οργανώνει στο Παρίσι μια συνέντευξη τύπου στην οποία ο Giorgio Almirante έχει την ευκαιρία να παρουσίασε ι στους εκπροσώπους του γαλλικού τύπου, πλήθος στοιχείων για τη δεινή θέση του MSI-DN στο έλεος όχι μόνο της κομμουνιστικής αλλά κυρίως της καθεστωτικής βίας . Η εντύπωση που προκαλείται από τις καταγγελίες αυτές είναι μεγάλη και η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης αναμενόμενη. Η Ιταλική "υπόθεση" καταφέρνει να σπάσει και ξεπέρασε το φράγμα μιας ένοχης σιωπής που οι δυνάμεις του συνταγματικού τόξου[12] έχουν επιβάλλει. Ο αντικειμενικός σκοπός χάρη στη πρωτοβουλία του PFN επιτυγχάνεται. Το πρόβλημα δημοσιοποιείται και το ίδιο κιόλας βράδυ κάτω από τη προεδρία του Jean-Louis Tixier-Vignancour, που κάνει δυναμικά την επανεμφάνισή του στη πολιτική σκηνή, ο Giorgio Almirante έχει την ευκαιρία να συναντήσει τους καλύτερους εκπροσώπους της δεξιάς στο χώρο της κουλτούρας , του συνδικαλισμού , της οικονομίας της βιομηχανίας της πολιτικής και της δημοσιογραφίας.

Στις 14 Φεβρουαρίου μια ανάλογη πρωτοβουλία λαμβάνει χώρα στη Μαδρίτη αυτή τη φορά από τη FN . Και εδώ ο Almirante και ο Pino Romualdi [13] έχουν την ευκαιρία να μιλήσουν για την Ιταλική περίπτωση και να ενημερώσουν το ισπανικό κοινό. Στη Μαδρίτη φαίνεται ότι ολοκληρώνονται και οι προκαταρκτικές συζητήσεις που αφορούν την Ευρωδεξιά, τη πολιτική της φυσιογνωμία και το πλαίσιο συνεργασίας ανάμεσα στα μέλη. Όλα γίνονται με γρήγορους ρυθμούς. Επόμενος σταθμός η Ρώμη.



Το πολιτικό σχήμα 
Στις 19 Απριλίου όλα τα μάτια είναι στραμμένα στη Ρώμη . Τρία ευρωπαϊκά κόμματα της Δεξιάς το Ιταλικό, το Γαλλικό και το Ισπανικό δηλώνουν αποφασισμένα να συνενώσουν τις πολιτικές τους δυνάμεις σαν απάντηση στον Ευροκομμουνισμό.

Το PFN εκπροσωπούν ο Jean-Louis Tixier-Vignancour, ο Pascal Gauchon, ο Alain Robert, ο Joél Dupuy, ο Ghislaine Lauret-Desrue και ο Jack Marchal. Το FN ο Βlas Pinar Lopez, ο Angel Ortuno Munoz, ο Juan Servando Balaguer Parreno, Antonio Munoz Perea, ο Luis Fernandes Villamea......

Στο τέλος της τριήμερης συνάντησης ο Almirante στη διάρκεια μιας συνέντευξης τύπου στην οποία συμμετέχουν εκπρόσωποι από 473 Ιταλικά και ξένα μέσα ενημέρωσης δίνει στη δημοσιότητα το προκαταρκτικό κείμενο της πολιτικής συμφωνίας .
Η Ευρωδεξιά γεννιέται από μια κοινή αξιολόγηση των πολιτικών Δυνάμεων της Ιταλικής ,Ισπανικής και Γαλλικής Δεξιάς ,των κινδύνων που απειλούν τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό , καθώς και των συμφωνιών που πρέπει να επιτευχθούν και των μέτρων που πρέπει να ληφθούν, για την αντιμετώπισή τους. Στην επίθεση του Ευρωκομμουνισμού , όπως και στην επίθεση της Τρομοκρατίας , αυτά τα δύο εργαλεία που ο Κομμουνισμός χρησιμοποιεί - με αυστηρή προσήλωση στις λενινιστικές αρχές- στη προσπάθειά του να κατακτήσει την εξουσία στα ενωμένα κράτη της Ευρωπαϊκής Δύσης, αφαιρώντας την ελευθερία από τους λαούς , η Ευρωδεξιά προτίθεται να αντιταχθεί ξεκάθαρα και σταθερά . [14]
Ακολουθούν τα 6 βασικά σημεία......
Η είδηση της επίτευξης  συμφωνίας ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις της Δεξιάς τριών μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών, κάνει όπως είναι φυσικό , το γύρο του κόσμου . Ο Ευρωπαϊκός τύπος αφιερώνει  χώρο και χρόνο με αναλύσεις , ρεπορτάζ και προβλέψεις . Από την άλλη πλευρά,  ο σοβιετικός τύπος ανήσυχος για τις συνέπειες μιας παρόμοιας πρωτοβουλίας, κάνει αναφορά για συνάντηση επικίνδυνων φασισμών και κρούει το κώδωνα του κινδύνου .





[  1]  Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα  (1947-1995) Το Κόμμα ιδρύθηκε στα 1947 , για να περισυλλέξει τις διάφορες διασκορπισμένες φιλοφασιστικές δυνάμεις που είχαν βρει καταφύγιο προσωρινό στο partito dell'Uomo Qualunque, που είχε δημιουργήσει ο Guglielmo Giannini σαν αντίδραση στην ηγεμονία των κομμάτων του CLN. Στις εκλογές του 1948, έλαβε το 2% των ψήφων, και στα 1953 το 5,8%, με μια ευρεία συναίνεση στο εκλογικό σώμα της Νότιας Ιταλίας.
Στα 1954, υπό την ηγεσία του Arturo Michelini, το MSI επιχειρεί να ενσωματωθεί στη πολιτική ζωή της χώρας αποδεχόμενο το κοινοβουλευτικό σύστημα , το φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό την Ατλαντική Συμμαχία και στα 1960 επιχειρεί να διεισδύσει στη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στηρίζοντας τη μονοκομματική Κυβέρνηση του Fernando Tambroni.

Μετά τη πτώση της κυβέρνησης Tambroni , και ύστερα από την ενορχηστρωμένη λαϊκή δυσφορία το MSI πέρασε στο περιθώριο της πολιτικής ζωής .

Με το πέρασμα της Γενικής Γραμματείας του κόμματος από τον Arturo Michelini στο Giorgio Almirante το κόμμα παρουσιάζει θεατά συμπτώματα ανάκαμψης Τα γεγονότα του '68, ισχυροποιούν ακόμα περισσότερο τις θέσεις του Κόμματος που αυτοπροσδιορίζεται πλέον σαν την εναλλακτική πρόταση στη κρίση του συστήματος. Την ίδια περίοδο το κόμμα διευρύνεται με την απορρόφηση των υπολειμμάτων του PDIUM (Partito di Unità Monarchica).

Στις εκλογές του 1972 συμμετέχει σαν «MSI Destra Nazionale», και κερδίζει το 8,7% των ψήφων κάνοντας έκκληση στη «maggioranza silenziosa». Στις εκλογές του 76 αν και η δύναμή του υποχωρεί στο 6.1% παραμένει το τέταρτο σε δύναμη πολιτικό κόμμα της χώρας. 

Στα 1977 το κόμμα διασπάται .Το μετριοπαθές τμήμα του δίνει ζωή στη θνησιγενή Democrazia Nazionale. Ακριβώς στα 1978 ο Γραμματέας του Almirante, εν όψει των ευρωεκλογών προωθεί την ιδέα της Eurodestra, γύρω από την οποία συσπειρώνονται αρχικά η Γαλλική Δεξιά και το ισπανικό κίνημα Forza Nuova .
[  2]Parti des forces nouvelles
[  3]Furza Nueva

[  4]
[  5]
[  6]
[  7]
[  8]
[  9] Γενικός Γραμματέας του Parti des forces nouvelles, τη περίοδο 1974-1981
[10] Πρόκειται για τον Angelo Pistolesi. Δολοφονήθηκε με τρεις σφαίρες έξω από τη πόρτα του σπιτιού του, στην οδό Statella 7 στη Ρώμη.
[11]Η περίπτωση της διπλής δολοφονίας  της οδού Αcca Lorentia έχει σημαντικές αναλογίες με τη διπλή δολοφονία που πραγματοποιήθηκε στο Νέο Ηράκλειο τη 1η Νοεμβρίου 2013 έξω από τα γραφεία της Χρυσής Αυγής με δύο νεκρούς  ,τον Μανώλη Καπελώνη ετών 22 και το Γιώργο Φουντούλη ετών 27. Η σύγκριση των δύο γεγονότων μάλιστα ,οδηγεί στην εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων πάνω σε θέματα οργανωτικής πρακτικής και στοιχειώδους ασφαλείας . Στις 7 Ιανουαρίου 1978 έξω από τα γραφεία του Ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος  επί της οδού  Acca Larentia δολοφονούνται  δύο νέα παιδιά του Μετώπου της Νεολαίας ( Fronte della Gioventù) , ο Franco Bigonzetti πρωτοετής της Ιατρικής σχολής και ο Francesco Ciavatta μόλις 18 ετών..Το διπλό φονικό προκαλεί  άμεση κινητοποίηση των νεολαίων και το ίδιο κιόλας βράδυ σημειώνονται  βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία η οποία αναγκάζεται να κάνει χρήση των όπλων της, πυροβολώντας θεωρητικά στον αέρα. Μια σφαίρα όμως βρίσκει  στο πρόσωπο ένα νεολαίο το  Stefano Recchioni 19 χρόνων. Στους τρεις νεκρούς εκείνης της βραδιάς ας προστεθεί και ο πατέρας του νεολαίου Ciavatta, ένας ταπεινός θυρωρός, που δεν άντεξε το χαμό του παιδιού του και αυτοκτόνησε με τρόπο μάλιστα οδυνηρό. 
[12]
[13] Giuseppe "Pino" Romualdi' (Predappio 24 Ιουλίου 1913, – Ρώμη 21 Μαΐου 1988) Ιταλός πολιτικός και δημοσιογράφος .Σα στρατιώτης έλαβε μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις τόσο εναντίον της Αιθιοπίας (Αβησσυνία) όσο και εναντίον της Ελλάδας. Στα 1943 χρονιά του μεγάλου ναι και του μεγάλου όχι επιλέγει να ταχθεί στις γραμμές του Partito Fascista Repubblicano και εκδίδει την εφημερίδα the Gazzetta di Parma . Μετά το πόλεμο εντάχθηκε στο Ιταλικό Κοινωνικό κίνημα ( Movimento Sociale Italiano.) Εξελέγη Βουλευτής από το 1953 μέχρι το 1979 και Γερουσιαστής από το 1983 μέχρι το 1987.
Υπήρξε Ευροβουλευτής από το 1979 μέχρι το θάνατό του και από το 1984 μέχρι το 1988 κατείχε τη θέση αντιπροέδρου της Ευρωδεξιάς.


[14] «L'Eurodestra nasce da una comune va­lutazione da parte delle forze politiche del­la Destra italiana, spagnola e francese, cir­ca i pericoli che minacciano la civiltà euro-pea e circa le intese da raggiungere e le mi­sure da adottare per farvi fronte. All'of­fensiva dell'eurocomunismo come all'of­fensiva del terrorismo, i due strumenti che il comunismo adotta — in rigoroso osse­quio ai principi leninisti — per conseguire il potere negli Stati Uniti dell'Occidente europeo e per togliere ai popoli la libertà, l'Eurodestra intende concretamente e fer­mamente contrapporsi: 
1) facendo appello a tutte le forze della Destra europea perché si associno alla ini­ziativa e ne recepiscano l'ispirazione civile e culturale, legata a irrinunciabili valori di libertà, di spiritualità, di socialità; 
2) indirizzandosi in particolare alle im­ponenti forze giovanili esistenti nell'Euro­pa libera e disponibili per un coraggioso impegno anticomunista e antimarxista, che si realizzi nel duplice segno della tradizione e del rinnovamento; 
3) stimolando e coordinando forze so­ciali e sindacali dell'Europa libera, che non si riconoscono nel sistema comunista e nell'ideologia suicida del marxismo e della lotta di classe, ma guardano con speranza e con fiducia alla elaborazione e realizzazione di un patto sociale europeo che coa­lizzi ed esalti te forze del lavoro e della produzione, nel quadro di una politica sociale di partecipazione e di una politica economica di programmazione coordinata e controllata; 
4) concordando immediatamente un comune programma legislativo antiterrorismo e anti-violenza come metodo di lotta politica, da proporre ai rispettivi Parlamenti e da rappresentare, nel quadro di una intensa campagna di propaganda e di stampa a livello europeo, alle opinioni pubbliche di tutta Europa come urgente e doveroso strumento di difesa contro la grande offensiva comunista del terrore, contro il ricatto della paura, contro la de­bolezza, la viltà e in taluni casi la scoperta complicità di classi dirigenti tecnicamente inefficiènti, moralmente imbelli, politica­mente equivoche ed ambigue; 
5) predisponendo, nel pieno rispetto del­le autonomie nazionali e dei lineamenti programmatici di ciascuna componente dell'Eurodestra, ma nella consapevolezza altrettanto ferma della necessità di parlare e di agire con spirito veramente europeo, un programma comune per la partecipazio­ne alle elezioni europee dell'anno prossi­mo, con particolare riguardo alle lèggi elet­torali che i rispettivi Parlamenti debbono approvare, ai grandi temi che fin da que­sto momento debbono essere rappresentati ai popoli dell'Europa libera, all'accelera­zione delle procedure per l'integrazione della Comunità europea; 
6) manifestando, fin da questo momen­to, la piena ed aperta disponibilità ad of­frire una disinteressata collaborazione a quelle forze politiche europee che pur non essendo e non dichiarandosi di Destra co­stituiscano nei rispettivi Stati ferme garan­zie di opposizione al comunismo ed al marxismo e di tutela della libertà dei popo­li d'Europa».

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

Α. Χ. ΧΑΜΟΥΔΟΠΟΥΛΟΣ :ΣΜΥΡΝΗ, Η ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΗ


....Επί των ποταμών Βαβυλώνος , εκεί εκαθήσαμεν και εκλαύσαμεν, 
εν τω μνησθήναι ημάς την Σιών....

1 Μαΐου 1919 .Ήταν όνειρο; Ήταν αλήθεια; Τα ακρογιάλια της Μεγάλης  Ελλάδος της  Μικρασιατικής  ετίναξαν το ζυγό και πετούσαν στην αγκαλιά της μικράς ελευθέρας Ελλάδος ,  που ξαναγινότανε και πάλι Μεγάλη. Η Φυλή είχε βρει τα φτερά , τα πρωτεινά της ,τα μεγάλα. Απ' την Μακεδονία στην Ήπειρο και στην Κρήτη και στα νησιά του Αιγαίου. Και τώρα  να στα ιερά χώματα  της παλαιότερης  της κληρονομιάς , εκεί που  ο ελληνικός πολιτισμός  διετηρείτο  άσβυστος και ακατάλυτος τρεις  χιλιάδες χρόνια. Μεγαλουργούσε  τώρα ο Ελληνισμός.Το Αιγαίον  ολόκληρον θάλασσα Ελληνική. Τα νερά του  Ελλησπόντου ένοιωθαν  την επιβολή του. Αύριο και η Προποντίς  θα εξυπνούσε  πέρα  ως πέρα Ελληνική. Ο Βόσπορος  εσκιρτούσε  ήδη  κι΄αυτός  στ΄αντιφεγγίσματα της γαλανόλευκης επάνω στα νερά του. Δεν ήταν όνειρο. Ήταν αλήθεια. Η Ελληνική αυτοκρατορία  είχε ξαναιδρυθεί . Ο Τούρκος έφευγε στην Κόκκινη Μηλιά. Ο Έλλην ξανάπαιρνε  την ηγεμονικήν θέσιν του στα δύο άκρα της Ευρώπης και της Ασίας. Τούτο  ανήγγειλεν ο Ελευθέριος Βενιζέλος προς την Κυβέρνησιν και το Στρατηγείον  Θεσσαλονίκης, το οποίον διέτασσε ν΄απάρουν τα μεταγωγικά που είχαν συγκεντρωθή στο Σταυρό, δια την Σμύρνην.

Ξαπλωμένη με νωχέλεια στο μυχό του κόλπου της, περίλαμπρη, πανωραία, ελαφρά, ηδονική, νανουρισμένη από το κύμα της θαλάσσης, ραντισμένη από τις ευωδιές των γιασεμιών και των ρόδων έσφυζεν από ζωήν η πόλις, που είχε μείνει ως και τα κατάβαθα της ψυχής της χριστιανική, Ελληνική, "Γκιαούρικη". 
Εχτύπησαν το άλλο πρωί, σαν αύριο, οι καμπάνες της χαρμόσυνα. Και από στόμα σε στόμα έφερεν ο αέρας  το μεγάλο  μήνυμα:" Έρχονται! ..Έρχονται!"

Χιλιάδες ανθρώπων ευρέθησαν στη στιγμή συναθροισμένοι στην Προκυμαία να χαιρετίσουν τους ελευθερωτάς. Επί κεφαλής των με τα ιερά του άμφια ο μακαριστός ιεράρχης ο Χρυσόστομος, που θα επλήρωνεν έπειτα με την ζωήν του τη χαρά της ημέρας εκείνης. Ευλογούσε με το σεβάσμιο χέρι του την σημαία και τα όπλα τα ελληνικά, που εδιάβαιναν περήφανα από την παραλιακή οδό της Σμύρνης. Και όλος ο κόσμος τρελλόςαπό χαρά έκλαιε και επευφημούσε. Η Σμύρνη ήταν ελληνική.

Κι΄αρχίζει σε λίγο η μικρασιατική εποποιία! Από νίκη σε νίκη.Από δόξα σε δόξα. Ο ελληνικός στρατός προχωρεί προς όλας τας διευθύνσεις. Σε λίγο απελευθερώνεται και η Θράκη και στην Προποντίδα ανεβαίνει το ένα άκρο της ελληνικής πρατάξεως.
Η Προύσσα Ελληνική. Ελληνική η Φιλαδέλφεια. Ελληνικό το Δορύλαιον. Και αργότερα η ηρωική προσπάθεια του Σαγγαρίου. Έχει μεθύσει από τη νίκη ο Έλλην στρατιώτης και δεν γνωρίζει πλέον όρια. Που πηγαίνει; Αύριον όλη η Μικρασία θα είναι ελληνική! Έτσι πιστεύει. Έτσι θέλει να γίνη.
Ο Πόντος ο μαρτυρικός υπομένει αγόγγυστα όλα τα μαρτύριά του με την μυστική προσδοκία , ότι δεν αργεί , η ημέρα και της ιδικής του απελευθερώσεως. Και τα σκλαβωμένα από τον Ιταλό Δωδεκάνησα σκιρτούν κι' αυτά ελπίζοντας πως η στιγμή της αποδόσεώς των στην Ελλάδα δεν είναι μακρυά. Και η Κύπρος περιμένει την υπερτάτην ώρα.

Αλλά, αλλοίμονο! Δυο κακά δαιμόνια ελλοχεύουν .Η διχόνοια των Ελλήνων και η ατιμία των Φράγκων. Δουλεύει από τη μια με πείσμα η πρώτη, με μαστοριά από την άλλη η δευτέρα. Τρώγονται τ΄αδέρφια . Βαστούν το χέρι του Τούρκου και τον οδηγούν οι δήθεν απελευθερωταί των λαών. Χρήμα θέλεις; Θέλεις όπλα; Όλα του τα προμηθεύουν! Κινούνται οι δορυφόροι Φραγκλίν Μπουγιόν και οι Σφόρτζα για να χαλάσουν τα ελληνικά μεγαλουργήματα. Και τους βοηθούμε εμείς με τα πείσματά μας.
Ποιός θα μας κρατήση στον κατήφορο; Ποιός θα μας συνετίση ; Ποιός θα μας χαλιναγωγήση; Κανένα, κανένα δεν ακούμε. Χώνουμε τα χέρια στα μάτια μας και τα βγάζουμε.
Δεν πρόφθασαν να περάσουν τρια χρόνια από την ημέρα του λυτρωμού και να το ξέφτισμα.
Που είναι η μεγάλη στρατιά των νικών και των δαφνών ; Που είναι οι αήττητοι Έλληνες ; Κρύψτε τα μάτια από καταισχύνη . Άλλοι φεύγουν και άλλοι πιάνονται σαν πουλιά από τον εχθρό. Λίγες μέρες αρκούν για να σβύση το όνειρο.Τα φτερά της Φυλής ξανάσπασαν . Οι αμαρτίες του Ελληνικού Γένους ήταν φαίνεται και πάλι πολύ μεγάλες, όπως και πριν πεντακόσια χρόνια! Κ' έπρεπε να πληρώση. Κ' επλήρωσε. 

Φλόγες ουρανομήκεις ανέβαιναν τώρα από την πόλη, που ξαπλωμένη στο μυχό του κόλπου της συνταράσσεται από την αγωνία της καταστροφής και του θανάτου.
Το κύμα που την νανούριζε πριν είναι τώρα κι αυτό εχθρικό. Στα νερά του οι στόλοι των μεγάλων λαών της Δύσεως παρακολουθούν με σαρκασμό το μαρτύριό της. Όπως στις παληές εποχές , που ο σημερινός πολιτισμός τις εθεωρούσε περασμένες για πάντα , οι Τούρκοι περνούν την μαρτυρική Σμύρνη δια πυρός και σιδήρου. Θέλουν να μη μείνη χλωρό κλαδί. Να μη θυμίζη τίποτε πως εκεί έζησαν τρεις χιλιάδες χρόνια οι Έλληνες. 
Πάνε οι εκκλησίες οι μεγαλοπρεπείς, πάνε τα καλλιμάρμαρα σχολεία, που εφώτιζαν χρόνια τώρα την Ανατολή, πάνε τα ευαγή ιδρύματα, που την θαλπωρή τους είχαν γνωρίσει εξ ίσου οι Τούρκοι με τους Έλληνας. Και οι δρόμοι γεμίζουν ακόμα αίμα ανθρώπινο. Πρώτο θύμα ο σεπτός ιεράρχης, ο εθνομάρτης Χρυσόστομος. 


(Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ της 1 Μαΐου 1927)



Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

ΠΙΕΤΡΟ ΜΠΑΝΤΟΛΙΟ: ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΦΑΡΙΝΑΤΣΙ


«Δεν θα είχα βγει από το καθεστώς της σιωπής ,που είχα  επιβάλλει στον εαυτό μου , εάν η επιχειρούμενη σε βάρος μου επίθεση από κάποιους κύκλους και ιδιαίτερα  από το γνωστό καθημερινό φύλλο της Κρεμόνας [1] δεν λάμβανε  τη μορφή της επικαιρότητας, πράγμα το οποίο αποτελεί αίσχος για τους υποκινητές ακόμη και στη περίπτωση, που η επίθεση αυτή δεν είχε επιζητήσει και δεν επιζητεί ακόμη,  χρησιμοποιώντας  ψευδή προσχήματα, να στρέψει πάνω μου  τη λαϊκή οργή και τη περιφρόνηση.

Διακόπτω την σιωπή μου γιατί οι προσωπικές επικρίσεις του δικηγόρου Φαρινάτσι δεν αφορούν μόνον το άτομό μου, αλλά θίγουν ολόκληρο το Ιταλικό Γενικό Επιτελείο. Παρόμοιες  επι­κρίσεις σε στιγμές κατά τις οποίες κάθε διαφωνία θα έπρεπε να αποσιωπάται υπέρ του υπερτάτου συμφέροντος της πατρίδος, δυσφήμησαν  τόσο στο εσωτερικό όσο και στο  εξωτερικό το έργο και την αξία του Ιταλικού Γενικού Επιτελείου.
Είναι πολύ νωρίς για να κρίνει κάποιος τούτο το έργον ή εκείνη την αξία στη διάρκεια των θλιβερών  στιγμών  που περνάμε  διότι τα μόνα γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να ρίξουν  το φως της αληθείας κρατούνται, κατ' ανάγκην, μυστικά. Εγώ γνωρίζω ότι μία ημέρα  η ιστορία θ' αφήσει το φως τούτο να λάμψει για την  απονομή δικαιοσύνης έναντι ορισμένων απαίσιων δημοκοπιών.
Τότε θα γίνει τελείως φανερό  με ποίο πατριωτισμό ενήργησε το Ιταλικό Γενικό Επιτελείο σε ορισμένες λεπτές φάσεις της πολιτικής διεξαγωγής του πολέμου τούτου.
Σε κάθε περίπτωση  είναι φανερό ότι στο πρόσωπό σας , δικηγόρε Φα­ρινάτσι, δεν αναγνωρίζω ούτε το δικαίωμα, ούτε την ικανότητα  να στέκεστε σαν ανώτατος κριτής του έργου του Ιταλικού Γενικού Ε­πιτελείου, και αυτό ισχύει τόσο για σας , όσο και για τη κίνηση , που  διευθύνετε, σεις ο οποίος κόπτεσθε για ν' αγορεύετε πομπωδώς εκεί όπου προπαγανδίζονται ιδέες ξένες για τη χώρα μας.
Γνωρίζετε πολύ καλά, δικηγόρε Φαρινάτσι, ότι παρόμοιες  επικρίσεις δεν θίγουν στο παραμικρό το Ιταλικό Γενικό     Επιτελείο, αλλά  εάν, κατά τύχη, δεν το γνωρίζετε, το οποίον θα μου προκαλούσε μεγίστη έκπληξη , φροντίσετε να το μάθετε.
Έχετε, ασφαλώς, το μέσο να πληροφορηθείτε από εκείνο  σε θέση  να σας απαντήσει  σχετικά με το περιεχόμενο  των πολυαρίθμων εκθέσεων, τις οποίες υπέβαλα στη διάρκεια των  μυστικών  συσκέψεων του Πολεμικού Συμβουλίου. Σ' εκείνες τις εκθέσεις παρουσιάζονται , με τρόπο αναμφισβήτητο, οι προθέσεις μου για τη  στρατηγική και πολιτική διεξαγωγή του παρόντος πολέμου. Χωρίς να θέλω να προβώ σε αποκαλύψεις, μπορώ να πω ότι όλες οι  κατευθύνσεις μου χαρακτηρίζονταν από τη σκέψη μιας ενερ­γείας ανεξάρτητης και μιας συνεργασίας, σε καμία περίπτωση υποταγής.
Το Ιταλικό Γενικό Επιτελείο  έπρεπε ν' αφεθεί εντελώς ελεύθερο ν' αναλάβει  τις ευθύνες του και να μείνει μακριά από κάθε σύγκρουση Ιδεών, οιασδήποτε φύσεως και αν ήταν αυτή. Γενικό Επιτελείο σα και το δικό μας δεν μπορεί  και δεν πρέπει να είναι «δεσμευμένο». Εις την τέχνη του πολέμου η ελευθερία κινήσεως αποτελεί ουσιώδη παράγοντα, και όταν λέγω τούτο, σεις δικηγόρε Φαρινάτσι, με εννοείτε.
Το Ιταλικό Γενικό Επιτελείο  δεν είναι υποδεέστερο από οποιοδήποτε άλλο  και δικαίως υπερηφανεύεται. Δεν ανέχεται όμως να ρυμουλκείται από  τον Α ή Β αυθέντη. Δεν ζητά την γνώμη των άλλων, αλλά δεν την αποκρούει εκ των προτέρων, από  πολιτική ανάγκη. Το γεγονός τούτο είναι σε θέση να προλάβει τα μεγαλύτερα σφάλματα υπολογισμού και, κατά συνέπεια, να επιφέρει ανυπολόγιστες συνέπειες για την όλη διεξαγωγή του πολέμου. Το Ιταλικό Γενικό Επιτελείο πρέπει  να έχει πάντοτε και ανά πάσα στιγμή το κύρος, την δύναμη  και τα μέσα για ταχεία και ασφαλή ενέργεια με μοναδικό κριτήριο το συμφέρον της χώρας. Και, τέλος, δεν πρέπει να είναι βεβαρημένο με στοιχεία, στα οποία ανατίθεται ύποπτος συμβουλευτικός ρόλος και τα οποία στο τέλος αποδεικνύονται αναρμόδια και μη έχοντα τη παραμικρή γνώση της στρατιωτικής τέχνης.
Δεν αρκεί, δικηγόρε Φαρινάτσι, για να γίνει κάποιος  Στρατηγός να θέσει τον μαίανδρο διακριτικό των Στρατηγών στο  πηλίκιό του. Ούτε είναι αρκετό για την διεξαγωγή πολέμου, να καλέσεις τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου και να του πεις: «θα κάνουμε πόλεμο». Ούτε αρκεί για τη διεξαγωγή πολέμου η κατάρτιση εξογκωμένων προϋπολογισμών, οι οποίοι έπειτα να διατίθενται εις το Ιταλικό Γενικό Επιτελείο με το σταγονόμετρο.
Όταν ένας  λαός έχει  τη  πρόθεση να πολεμήσει, κατά κύριο λόγο πρέπει ο  βιομηχανικός μηχανισμός του Έθνους να υποστεί τη βραδεία και  δύσκολη προετοιμασία, η οποία  τον καθιστά ικανό ώστε, την κατάλληλη στιγμή, ν' αρχίσει  αμέσως το για τον πόλεμο έργο του.
Όλες οι  δυνάμεις, όλες οι θελήσεις , οφείλουν να είναι συντονισμένες και πειθαρχημένες για την πραγματοποίηση του ζωτικού  τούτου σκοπού, άλλως καταλήγει  σε οδυνηρούς εξευτελισμούς, που δεν περιορίζονται μόνο στο στρατιωτικό πεδίο.
Έθνος κατερχόμενο σε πόλεμο οφείλει να προβλέψει, στα όρια του δυνατού, όλες τις αντιξοότητας της μοίρας και να τις αντιμετωπίσει  με σθένος.
Εάν επιτρέπεται να υπολογίζει κάποιος  στη  πιθανή βοήθεια από τη πλευρά κάποιου συμμάχου , δεν είναι φρόνιμο να θεωρεί δεδομένη και την «ολοκληρωτική βοήθεία του». Παρόμοιο  σφάλμα μπορεί  να επιφέρει  αποτελέσματα ιστορικής σημασίας, τα οποία θα έχουν σοβαρές  επιπτώσεις πάνω στη  ζωή του Έθνους.
Δικηγόρε Φαρινάτσι' δεν θέλω να ρητορεύσω με θέμα την  υψηλή  στρατηγική ή την υψηλή πολιτική. Αλλ΄ ας λεχθεί  μια για πάντα ότι εγώ, με την ιδιότητα  του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου από του έτους 1934, προειδοποίησα το Γενικό Επιτελείο για την ανάγκη να κινητοποιήσει  όλες τις πνευματικές δυνάμεις του, ώστε σε κάθε στιγμή και σε οποιοδήποτε τόπο να μας βρουν  τα γεγονότα προετοιμασμένους για την  αντιμετώπιση της ύστατης δοκιμασίας.
Πάντοτε επέμεινα στην ανάγκη να είναι σε θέση   ολόκληρη η χώρα να  επιστρατευθεί  με όλους τους πόρους της, ώστε, κατά την κατάλληλη στιγμή, να μπορέσει  ν' αντιμετώπιση το πόλεμο. Αυτό αποδεικνύεται πλήρως και οριστικά από τις περιοδικές εκθέσεις μου κατά τις μυστικές συνεδριάσεις του Πολεμικού Συμβουλίου. Όλα τα άλλα, δικηγόρε Φαρινάτσι, αποτελούν βδελυρά μηχανορραφία  η οποία εξυφάνθηκε εναντίον μου , και αυτό το γνωρίζετε!
Ο πατριωτισμός μου και η σφοδρή μου επιθυμία να συμμορφωθώ με τη σεπτή διαταγή μου απαγορεύουν να προχωρήσω  σε άλλες λεπτομέρειες. Πράγματι, δεν είναι της παρούσης ώρας η διασπορά της διχόνοιας και της απογοήτευσης  μεταξύ του άξιου λαού μας, εις τον οποίον εύχομαι λαμπρή τύχη ».
Υποσημείωση:
[1] Regime Fascista 

Η ανοικτή επιστολή που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τριμπούνα» της 23-12-40 αποτελεί προσπάθεια του Μπαντόλιο στα πλαίσια μιας γενικότερης στρατηγικής, να αποποιηθεί των σοβαρότατων ευθυνών του σχετικά με τον ατυχέστατο ιταλοελληνικό πόλεμο. Φυσικά με εντολή άνωθεν , τα περισσότερα φύλα της εφημερίδας κατασχέθηκαν.




Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

ΑΝΤΡΕ ΜΑΡΛΩ: H ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΡΟΥΜΑΝΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΝΤΟΥΚΑ

ΜΙΑ ΔΕΞΙΩΣΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ.
Το βράδυ της 29 Δεκεμβρίου 1933 κατά τας 9, ήμουνα στο "Καφέ Κάψα" μαζί μ' ένα φίλο μου ρουμάνο, πρώην αξιωματικό, και τώρα διευθυντή κάποιας μεγάλης εταιρίας πετρελαίων. Καθόμασταν σ΄ένα τραπεζάκι της μικράς αιθούσης του ισογείου , της οποίας τα παράθυρα δίνουν προς την οδόν Εντγκάρ-Κινέ. Γύρω μας εβασίλευε ζωηροτάτη κίνησις. Η ατμοσφαίρα ήτανε βαριά από τους καπνούς και τις γυναικείες μυρουδιές. Έξαφνα εκεί που μιλούσαμε παρακολουθούντες την κίνησιν του δρόμου από τα μεγάλα παράθυρα , το μάτι μου έπεσε στο αντικρυνό κτίριο, πίσω από τα φωτισμένα παράθυρα του οποίου , έβλεπα να κινούνται οι σιλουέττες πολλών κομψών κυριών με βραδυνά φορέματα και κυρίων φρακοφορεμένων. 
-Ποιός κάθεται σ' αυτό το μέγαρο ; ρώτησα το σύντροφό μου.-Είναι η λέσχη του Κόμματος των Φιλελευθέρων . Μπα! Κάποια δεξίωσις γίνεται απόψε .... Και σταματώντας το γκαρσόνι που περνούσε δίπλα μας , πήρε την απάντησι: 
-Απόψε γίνεται δεξίωσις προς τιμήν του κ. Ντούκα, που αναμένεται από στιγμής εις στιγμήν από τη Σινάια. Δεν επρόλαβε να τελειώση το γκαρσόνι , και η πόρτα του κέντρου ανοίγει με κρότο , για να μπη μέσα κάποιος κομψός κύριος , ξεκαπέλλωτος και χωρίς παλτό, με ύφος ταραγμένο. 
-Εδολοφόνησαν τον πρωθυπουργό Ντούκα είπε, φωνάζοντας δυνατά ώστε να ακουσθή από όλους.
Για μια στιγμή όλοι εσιώπησαν κατάπληκτοι προ της απροσδοκήτου ειδήσεως. Αμέσως όμως τη νεκρική σιγή την διεδέχθη ένας θόρυβος τρομερός.Πηδώντας τα τραπέζια , ρίχνοντας τις καρέκλες , οι θαμώνες του κέντρου περιεκύκλωσαν τον άγγελο της θλιβεράς ειδήσεως , ζητούντες πληροφορίας, διψώντες να μάθουν πως έγινε το δράμα.
Ο δυστυχής δεν ήξευρε περισσότερα. Προσέθεσε μόνον , ότι ετηλεφώνησαν από τη Σινάϊα στη Λέσχη των Φιλελευθέρων , για να ματαιωθή η εσπερίς.

"Η ΣΙΔΗΡΑ ΦΡΟΥΡΑ"
Μονάχα ο φίλος μου δεν εσάλευσε από τη θέσι του. Ωχρός σαν το κερί , αλλ' ατάραχος, περιωρίσθηκε μόνον εις το να ψιθυρίση: "Τον εσκότωσαν λοιπόν !" Και προτού ακόμα εκφράσω την κατάπληξί μου, προσέθεσε με απόλυτη βεβαιότητα:
-Είναι η "Σιδηρά Φρουρά".
-Πως το ξεύρετε; Πέστε μου σας παρακαλώ, είπα μη δυνάμενος να συγκρατηθώ.
-Όχι εδώ απήντησε .Ελάτε...
Σηκώθηκε και βγήκε έξω .Τον ακολούθησα , και σε λίγο βαδίζαμε κατά μήκος της οδού Σαριντάρ, η οποία οδηγεί κατ΄ευθείαν εις το μέγαρον της εφημερίδος "Ουνιβέρσουλ". Εις τα γραφεία της εφημερίδος αυτής μας επιβεβαίωσαν την είδησιν της δολοφονίας, προσθέσαντες ότι ο συλληφθείς δολοφόνος ήτο ένας φοιτητής μέλος της "Σιδηράς Φρουράς".Μόλις εγκαταλείψαμε τα γραφεία της "Ουνιβέρσουλ" ερώτησα με αγωνία το φίλο μου:
-Θα μου εξηγήσετε λοιπόν;
-Ναι .Μάθετε λοιπόν ότι προ ελαχίστων εβδομάδων ήμουν μέλος της "Σιδηράς Φρουράς".Παρητήθην , την ημέρα ακριβώς κατά την οποίαν το Προεδρείον απεφάσισε να καταφύγη εις την χρήσιν μέτρων τρομοκρατικών , εις απάντησιν της κυβερνητικής αποφάσεως προς διάλυσιν της οργανώσεως μας .Εμάντευα πολύ καλά τι επρόκειτο να συμβή, και δεν ήθελα να αναμειχθώ.
-Ώστε ο Ντούκα εδολοφονήθη διότι υπέγραψε το διάταγμα της διαλύσεως της "Σιδηράς Φρουράς;
-Ασφαλώς και βεβαίως. Αλλά τα αίτια τα οποία ώθησαν τον πρωθυπουργόν εις την λήψιν της αποφάσεως αυτής, αποτελούν το θέμα άλλης ιστορίας.
Ετοιμαζόμουνα να τον ερωτήσω για την "άλλη" αυτή ιστορία , αλλ' εκείνος βυθισμένος καθώς ήτο στις σκέψεις του, εξηκολούθησε σα να μονολογή.
-Και όμως τον ειδοποίησαν ότι θα τον δολοφονήσουν!
-Ποιός τον ειδοποίησε;
Εδάγκασε τα χείλη του και δεν απήντησε.

((Ελληνικόν Μέλλον Κυριακή 28 Ιανουαρίου 1934)