Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

KARL JASPERS : ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Γ.

Το δίλημμα της δημοκρατίας

Οπουδήποτε ισχυρίζονται ότι ζουν υπό δημοκρατικόν καθεστώς , (και σήμερον οι πάντες ισχυρίζονται τούτο), διερωτώνται επί του διλήμματος: τι είναι και τι δεν είναι δημοκρατικόν. Απορρίπτουν το "αντιδημοκρατικόν" . Έκαστος επιρρίπτει εις τον άλλον την μομφήν , ότι δεν κυβερνά παρ΄αυτώ αλλά μία μικρή μειοψηφία : εντεύθεν ο καπιταλισμός και τα μονωπώλια του, εκείθεν το κόμμα και η κλίκα του. Εντεύθεν η εκμετάλλευσις του καπιταλισμού , εκείθεν η εκμετάλλευσις του δεσποτισμού.
Αι εναλλαγαί όμως αυταί αποτελούν διαπληκτισμούς της προπαγάνδας όπου το "ειδικόν" μεταβάλλεται εις "γενικόν". Έναντι των διλημμάτων  αυτών άτινα ανάγονται εις καθωρισμένα και επαισθητά αντικείμενα , υπάρχει εν τούτοις εν και μόνον , το οποίον είναι απόλυτον και καθορίζει ολοκληρωτικώς την βούλησιν και την δράσιν μας.Τα όριά του επιτείνονται προς το άπειρον αυτών άτινα ανάγονται εις καθωρισμένα και επαισθητά αντικείμενα, υπάρ­χει έν τούτοις εν και μόνον, τό όποιον είναι απόλυτον και καθορίζει ολοκληρωτικούς την βούλησιν και την δράσιν μας. Τα όριά του επιτείνονται προς το άπειρον.
Δεν επιδέχεται καθορισμόν.
Διότι, πρωταρχικός του χαρακτήρ είναι, ότι δεν αποτελεί δίλημμα μεταξύ δύο αντιτιθεμένων δογμάτων. Αποτελεί δίλημμα αφορών τας ουσιώδεις κατευθύνσεις της ζωής μας.
Η οδός της λογικής αναγνωρίζει τα δόγματα ως «ειδικής μορφής μέσα» προς επίτευξιν «ειδικών σκοπών», αλλά δεν καθίσταται αυτή καθ' εαυτήν δόγμα, επομένως δεν είναι δυνατόν να υπάρχη ανταγωνιστικόν αυτής δόγμα. Ανθίσταται μάλλον εναντίον της προς καθιέρωσιν δογμάτων γενικής τάσεως, εναντίον παντός είδους αδιαλλαξίας κατά την υποστήριξιν «θέσεως» τινός, εναντίον πάσης συγκεκριμενοποιήσεως του απολύτου, εναντίον παντός εγκλεισμού εντός των φαύλων κύκλων της δια­λεκτικής κινήσεως.
Η δημοκρατία, θεωρουμένη ως οδός της λογικής αποφεύγει τους τρό­πους αυτούς επιβολής «απολύτου». Εφ' όσον στηρίζεται επί της λογικής, θα πρέπει να έχη την πείραν καθ' ην, χωρίς να τεθή υπό αίρεσιν η λογική, δεν δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι διεισδύει παντού, ούτε ότι θα δυνηθή να ακολουθήση συνεχώς και μετά σταθερότητος τον δρόμον της (έστω και αν το ελπίζει). Αι δημοκρατίαι, αρνούνται εν τούτοις να παραδεχθούν, στηριζόμεναι επί της πείρας ταύτης, ότι η κυριαρχία της «αντιλογικής» είναι αναπόφευκτος, ότι η κυριαρχία του παραλογισμού δια μιας εξ ίσου παραλόγου βίας είναι αδύνατον να αποφευχθή τελικώς.
Η δημοκρατία, δεν παραδέχεται το «αξίωμα» καθ' ο οι κυβερνώντες είναι «κάτι περισσότερον» από άνθρωποι, ή ότι θα ηδύναντο να είναι, ή ότι πρέπει να είναι. Πρεσβεύει ότι, όλαι αι εκ της φύσεως των πραγμάτων προκύπτουσαι απαιτήσεις, απευθύνονται προς τον άνθρωπον και απορ­ρίπτει πάσαν άλλην μορφήν «νομιμοποιήσεως» όπως, το θεωρούμενον ως απ' ευθείας υπό του θεού δεδομένον λειτούργημα, ή τα «υπεράνθρωπα» χαρίσματα ανθρώπου τινός χρισθέντος παρά του Θεού ως «οδηγού των λαών». Αναγνωρίζει όμως την έπιβαλλομένην εκ της υπευθυνότητος εκάστης θέσεως σπουδαιότητα και το «δώρον» το οποίον αντιπροσωπεύουν οι μεγάλοι άνδρες. Έχει δι' αμφότερα σεβασμόν, όχι όμως ειδωλολατρίαν. Γνωρίζει ότι αμφότερα θα πρέπει να είναι ουσιαστικά δια να δύναται και αυτή να αναπτυχθή. 
Εις την ιδέαν της δημοκρατίας αντιτίθεται παν ότι υπαναχωρεί προ του επιβαλλομένου εις την ανθρωπίνην φύσιν καθήκοντος.(278)
Τούτο συμβαίνει και συνέβαινε πάντοτε εις όλα τα απολυταρχικά συστήματα, εις τα καθεστώτα τα οποία ανάγουν εαυτά εις την «Θείαν χάριν» ή ισχυρίζονται ότι κατέχουν την «απόλυτον γνώσιν».
Όλας αύτάς, τας αντιτιθεμένας προς την ιδέαν της δημοκρατίας προ­θέσεις, δυνάμεθα να τας ονομάσωμεν, εν συμφωνία προς τον Κάντ «προθέ­σεις δεσποτισμού».
Αύται, ακόμη και κατά την ευμενεστέραν περίπτωσιν, φράσσουν την οδόν ην ακολουθεί ο άνθρωπος της λογικής, συγκεκριμένως δε σήμερον: την μοναδικήν προς την σωτηρίαν της ανθρωπότητος οδόν. Δύναται τις να ισχυρισθή ότι, εις ευτυχείς στιγμάς οι δεσπόται εκυβέρνησαν καλώς. Αύται όμως δεν αποτελούν εί μη απλά επεισόδια εις τον δρόμον πρός την καταστροφήν, διότι οι λαοί δεν αφυπνίζονται διά του τρόπου αύτοϋ. Η μάζα των ανθρώπων δεν φθάνει ούτε εις την κατανόησιν, ούτε εις την υπευθυνότητα των γεγονότων. Παρα­μένει αιχμάλωτος των λαμπροτήτων και των αθλιοτήτων του μικρόκοσμου του περιβάλλοντος της, υποτεταγμένη εις μίαν αυταρχικήν εξουσίαν. Υφίσταται τον υπό της τεχνικής επιβαλλομένον δαμασμόν. Δια των γνώ­σεων και των δυνατοτήτων της καθίσταται «όργανον εργασίας», χρησιμοποιούμενον αναλόγως των αναγκών, ουδέποτε όμως καθίσταται κοι­νωνός της μεγάλης προς το άπειρον πορείας του ανθρωπίνου πολιτισμού.
Η οδός της δημοκρατίας παρά τα σφάλματα και τα φαινομενικά της αδιέξοδα, προσφέρει εις τους ακολουθούντας αυτήν τας πιθανότητας εξυψώσεώς των (κατά μεγάλην τουλάχιστον πλειονότητα), εις το επίπεδον υπευθύνως σκεπτομένων ανθρώπων, καίτοι αρχικώς επεμβαίνει η «ισοπέδωσις» και μαζύ με αυτήν ο κίνδυνος νοθεύσεως της δημοκρατίας και καταλήξεως εις δικτατορίας απαισιοτέρας πάσης μέχρι σήμερον γνωστής μορ­φής.
Η ιδέα της δημοκρατίας αιτιολογείται, από το επιβαλλόμενον εις έκαστον των ανθρώπων καθήκον ουσιαστικοποιήσεως του εν τη λογική και από τον μοναδικόν και αναντικατάστατον χαρακτήρα εκάστου ανθρώ­που και την αξίαν ην τω παρέχει η συμμετοχή του εις την λογικήν. Αι επί του πεδίου των πραγματοποιήσεων αδυναμία της δημοκρατίας δεν δικαιολογούνται βεβαίως, αλλά φωτίζονται από τα πολύ μεγαλύτερα σφάλματα, πάσης άλλης ακολουθουμένης οδού. Εάν απελπισθώμεν ως προς την ιδέαν της δημοκρατίας, θα πρέπει να απελπισθώμεν και ως προς την τύχην του ανθρώπου.

Επιστροφή

KARL JASPERS: ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Αβ

Ιδέα και ιδανικόν. 

Η δημοκρατία είναι ιδέα .Τούτο σημαίνει ότι ουδέποτε καθίσταται δυνατόν να φθάση εις την τελειότητα, ως επίσης και ότι ως ιδανικόν δεν είναι δυνατόν να αναπαρασταθή κατά τρόπον υποπίπτοντα εις τας αισθήσεις.
Η λογική της , καταδεικνύει εις τον άνθρωπον ότι δεν υφίστανται άξιος του ονόματός της οργανισμός δια του οποίου να είναι δυνατόν ποτέ να οδηγηθή εις την τελείωσιν της.
Εις την ιδέαν της δημοκρατίας ανταποκρίνεται η αίσθησις καθ΄ ήν ο άνθρωπος ουδέποτε θα καταστή τέλειος.
Ως ιδέα όμως δεν εκπροσωπεί την αδυναμίαν του σκεπτικισμού.Τουναντίον εκπροσωπεί την εσκεμμένην κατάληξιν των διανοημάτων της λογικής, μίαν δύναμιν ικανή να συγκινήση, να συναρπάση, να ενθουσιάση.
Παρουσιάζεται προ ημών (ουδέποτε καταληπτή, πάντοτε παρούσα) αποκρύπτεται συγχρόνως επιμόνως, χωρίς ποτέ να παύη να μας καθοδηγή.
Εις τον γνήσιον ρεαλιστήν η ιδέα παρουσιάζεται ως πλάσμα φαντασίας. Ευρίσκεται εν δικαίω , εάν και εφ' όσον εις εκείνο το οποίον δεν είναι ει μη "σχήμα ιδέας", ισχυριζόμεθα ότι βλέπομεν ήδη το πρόγραμμα μιάς πραγματοποιήσεως και εν τη συνειδητοποιήσει των παρορμήσεων την έναρξιν μιάς πρακτικής εφαρμογής.
Ευρίσκεται εν αδίκω , εφ' όσον παραγνωρίζει ότι πάσα πρακτική δημιουργία ήτις δεν αποφέρει μόνον στιγμιαία αποτελέσματα , εξαφανιζόμενα σχεδόν άμα τη εμφανίσει των, αλλ' οδηγεί συγχρόνως προς την οδόν των σταθερών πραγματοποιήσεων συνδέεται αρρήκτως με την Ιδέαν . Αύτη προσλαμβάνει την ισχύν της εν τη ευρύτητι των οριζόντων , εν τη πληρότητι της γνώσεως, εν ταις δοκιμασίαις του πρακτικού βίου.
Επιστροφή

KARL JASPERS: ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Ba

Μορφή του κράτους και τρόπος διακυβερνήσεως.
Η λέξις «δημοκρατία» δύναται να ληφθή υπό την έννοιαν μιας μορ­φής κράτους κατ' αντιδιαστολήν με πολλάς άλλας (δημοκρατία, αριστο­κρατία, μοναρχία) συμφώνως προς τα ισχύοντα κατά την Αρχαιότητα δόγματα. Ή ανάγεται εις τον τρόπον διακυβερνήσεως. Ο Καντ αποκαλεί την δημοκρατίαν «καθεστώς δημοκρατικόν» το οποίον δεν έχει ει μη μίαν αντίθεσιν : το δεσποτικόν καθεστώς. Αμφότερα, το τε δημοκρατικόν και το δεσποτικόν καθεστώς δύνανται να παρουσιασθούν και υπό τας τρεις ανωτέρω αναφερθείσας μορφάς.
 

KARL JASPERS: ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Β

Aι περί της δημοκρατίας συλλήψεις.
Η λέξις «δημοκρατία» χρησιμοποιούμενη σήμερον παρ' όλων των κρατών ως «δικαιολογητική προμετωπίς», είναι αδύνατον να εκφρασθή ως σύλληψις, δι' απλού τινός ορισμού.
Πρέπει νά διακρίνωμεν :
Την ιδέαν της δημοκρατίας και τας δομάς τας οποίας καλύπτει εν εκάστω των υπό εξέτασιν κρατών: αι ποικιλίαι των δομών αυτών είναι απεριόριστοι. Ελάχιστα ή ουδόλως αι πλείσται εξ αυτών εμπνέονται από την ιδέαν της δημοκρατίας. Καθίστανται μορφαί καταστρέφουσαι την ιδέαν. Η ιδέα της δημοκρατίας είναι ζώσα ιδέα. Οφείλει την ουσίαν της εις την ιστορικήν παράδοσιν και διεισδύει μέχρι της καθημερινής ηθικής συμπεριφοράς του πληθυσμού.
Η δημοκρατία αναγομένη εις «είδωλον», υπό μορφήν καθωρισμένων δομών, παραλαμβάνεται «έτοιμη» ως είδος «πανακείας ή μαγείας», ή επι­βάλλεται βιαίως εις τους λαούς «δια το καλόν των και δια την ευτυχίαν των», ως ισχυρίζονται οι βιαιπραγούντες. Εξ άλλου, η ιδέα της δημοκρα­τίας σύρει όπισθεν αυτής μακραίωνον ιστορικήν παράδοσιν, από των μορφών με τας οποίας παρουσιάσθη εις την Αρχαιότητα, από του σταδίου των «συμπολιτειών» και των δημοκρατιών—άστεων των μεσογειακών πόλεων, μέχρι των συγχρόνων μορφών, αίτινες όμως μόνον εις τας χώρας όπου η ελευθερία αποτελεί παλαιάν παράδοσιν (Μ.Βρεττανία, Ηνωμέναι Πολιτείαι, Ολλανδία, Ελβετία κ.τ.λ.) παρέχει σχετικήν εγγύησιν ιστορι­κώς θεμελιουμένην. Έχει ακόμη και μίαν άλλην Ιστορίαν, χρονολογουμένην από της εποχής της Γαλλικής Επαναστάσεως, καθ' ην η δημοκρατική ιδέα διαστραφείσα εις αφηρημένας αρχάς, είχεν ως αποτέλεσμα άλυσιν δομών και καθαρώς ορθολογιστικών πράξεων, των οποίων τα αποτελέσματα απε­δείχθησαν καταστροφικά όχι μόνον δια την ιδέαν της δημοκρατίας αλλά και δια την ελευθερίαν γενικότερον.

Επιστροφή

KARL JASPERS: ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

 α) Η ιδέα της Δημοκρατίας.
- Ο φαύλος κύκλος της Δημοκρατίας.
- Ιδέα και  ιδανικόν
 β) αι περί δημοκρατίας συλλήψεις
-Μορφή του κράτος και τρόπος διακυβερνήσεως 
-Η ιδέα της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας.
γ)Το δίλημμα της δημοκρατίας.
δ) Εκλογαί και πλειονοψηφίαι.
ε)Σχετικώς με τας αναλύσεις δι' ων καταγγέλλονται τα ήθη της δημοκρατίας.
- Ο πολιτικός ανήρ και η μάζα.
-Εκείνο δια το οποίον  κατηγορείται η πλειονότης των ανθρώπων.
- Η ανησυχία των ιδιωτών
- Η πίστις εις τον άνθρωπον.
στ) Αι απαιτήσεις της λογικής εν τη δημοκρατία
- Ο κυρίαρχος λαός είναι υπεύθυνος,
- Αριστοκρατία και δημοκρατία
- Η δημοκρατία αποτελεί διαπεδαγώγησιν

επιστροφή

KARL JASPERS: ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Aa

Ο φαύλος κύκλος της Δημοκρατίας.
Η δημοκρατία θέλει την διά της κυριαρχίας του λαού επικράτησιν της λογικής. Πώς όμως ό λαός θα είναι δυνατόν να ασκή την «κυριαρχίαν» του, εφ' όσον δεν έχει εισέτι ενστερνισθή την λογικήν;
Το ζήτημα έγκειται εις το να γνωρίζωμεν τον τρόπον με τον οποίον η λαϊκή Θέλησις λαμβάνει συνείδησιν εαυτής, διακηρύσσεται και υλοποιεί ται. Μέσα είναι· ο τύπος, αι συνελεύσεις των πολιτών, (εις τας πολύ μικράς δημοκρατίας[1]
υπό μορφήν συνελεύσεως όλων των πολιτών
«εκκλησίας του δήμου». Εις τας μεγάλας υπό μορφήν προκαταρκτικής αναδρομής εις την κοινήν γνώμην βάσει συγκεκριμένων ερωτημάτων και της προκαταρκτικής επί μακρόν δημοσίας συζητήσεως όλων των πλευρών εκάστου θέματος) και αι Βουλαί των αντιπροσώπων του λαού.Τί δέον όμως γενέσθαι εις ην περίπτωσιν τα μέσα αυτά υλοποιήσεως της ιδέας της δημοκρατίας, στραφούν εναντίον αυτής ταύτης της δημοκρατίας;
Όπως λόγου χάριν εις ην περίπτωσιν απόφασις ληφθείσα διά της ψήφου της πλειονοψηφίας των βουλευτών παραβιάζει αυτάς ταύτας τας αρ χάς της δημοκρατίας· (όπως λόγου χάριν ο «νόμος αυτοκτονία», περί κα ταλήψεως της εξουσίας, όστις εψηφίσθη υπό του Ράϊχσταγκ το 1933) ή όταν η πλειονοψηφία αποφασίζει την κατάργησιν του Συνταγματικού κράτους (Εις Γερμανίαν μία τοιαύτη πρότασις εγένετο αποδεκτή το 1933 υπό της πλειονοψηφίας του Ράϊχσταγκ συνισταμένης από το Εθνικοσοσιαλιστικόν Κόμμα (Ν.S.D.Α.Ρ.) το Εθνικιστικόν Γερμανικόν (D.Ν.V.Ρ.) και το Κομμουνιστικόν Κόμμα).
Τί δέον γενέσθαι όταν η ελευθερία επιτρέπει την ψήφισιν νόμου καταργούντος την ελευθερίαν; Η πλειονοψηφία έχει το δικαίωμα να αποφασίση ότι θα παύση υπάρχουσα εις το μέλλον; Έχει το δικαίωμα να κατάρ γηση την δημοκρατίαν, τα δικαιώματα του άνθρωπου, να παραβίαση τα δικαιώματα των μειονοτήτων; Δύναται να θεωρηθή νόμος και δίκαιον εκείνο το οποίον διά μιας αποφάσεως της πλειονοψηφίας καταργεί πάσαν έννοιαν ισότητος και πάσαν νομιμότητα;
Εδώ έγκειται το δίλημμα, το οποίον εις όλα τα δημοκρατικά πολιτεύματα, εν δεδομένη στιγμή και εν κρισίμω τινί καταστάσει είναι αδύνατον να επιλυθή. Ουδεμία πολιτειακή μορφή εξασφαλίζει την ιδέαν της δημοκρατίας.
Ποία είναι η υπερτάτη διαιτησία ήτις θα δυνηθή να λύση τον Γόρδιον αυτόν δεσμόν;
Η δημοκρατία απαιτεί λογικήν διά τον λαόν ενώ θα πρέπει προη γουμένως να την γεννήση. Η βία, ο ανταγωνιστής αυτός της λογικής, δεν θα εξαλειφθή εί μη όταν όλοι οι άνθρωποι αποκτήσουν το μερίδιόν των της λογικής.
Εάν όμως η λογική παραμελεί τον λαόν, τί θα συμβή τότε;
Δύναται να γίνη διάκρισις μεταξύ της θελήσεως της πλειονοψηφίας της στιγμής και της βαθυτέρας θελήσεως της λογικής της ευρισκομένης εν τή διαρκεί οντότητι του λαού; Η θέλησις της στιγμής δυνατόν να σφάλλη. Ίσως ή μειονοψηφία, ίσως ελάχιστος αριθμός ανθρώπων να εκφράζη την αλήθειαν με αφετηρίαν την βαθυτέραν αυτήν θέλησιν. Εν τή πράξει όμως ουδείς δύναται να υπάρξη οργανισμός, ικανός να κρίνη κυριαρχικώς την βαθυτέραν αυτήν θέλησιν. Πάς θεσμός (είτε Αρχηγός τού Κράτους είναι, είτε Υπουργικόν Συμβούλιον, είτε Κοινοβούλιον είτε λαϊκή ψηφο φορία) δύναται να αποτύχη εν τή αποστολή του και να καταστή βορά του παραλογισμού. Η επιβαλλομένη διαιτησία εμπειρικήν μόνον έχει αξίαν. Εν ταις δημοκρατίαις είμεθα συνδεδεμένοι με τας πλειονοηφίας, εν τη ελπίδι πάντοτε ότι εκ των υστέρων θα καταστή δυνατή η επανόρθωσις των εσφαλμένων αποφάσεων των.
Τί δέον όμως γενέσθαι όταν η απόφασις αποκλείει πάσαν επανόρθωσιν, διότι έχει ως αποτέλεσμα την αυτοκαταστροφήν; Ουδείς οργανισμός δύναται να παράσχη την εγγύησίν του ότι δεν θα γίνη κατάχρησις των δημοκρατικών θεσμών εναντίον της ιδέας της δημοκρατίας. Το μόνον το οποίον δύναται να παρεμπόδιση την κατάχρησιν αυτήν είναι η διαρκής προσκόλλησις εις την λογικήν, εκείνων οίτινες ετάχθησαν λειτουργοί και υπηρέται των θεσμών αυτών. Το όριον, ευρίσκεται εκεί όπου η λογική της μεινοψηφίας, έναντι της βίας διά της οποίας η πλειονοψηφία προσπαθεί να εξαφανίση πάσαν λογικήν, υφίσταται παθητικώς και ανέχεται την επιβολήν της βίας. Μη πράττουσα όμως ούτω, ανοίγει τους ασκούς της βίας εν γένει (μέχρις ότου το ρεύμα τούτο, όπως κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον, υπερβή παν το μέχρι τότε επιστητόν και τελικώς, κατ' ευτυχή συγκυρίαν, επιτρέψη την κατά το ήμισυ παλινόρθωσιν των πιθανοτήτων της ελευθερίας. Κατά τον προσεχή πόλεμον, τον πυρηνικόν πόλεμον, θα οδηγήση εις την καταστροφήν των πάντων). Ή ίσως, θα συμβή ώστε η λογική, ήτις δεν θα αντιπροσωπεύεται πλέον εί μή διά των μεγάλων πο λιτικών ανδρών, υποστηριζόμενων πιθανώς υπό μικράς μειοψηφίας, αφού επικαλεσθή κατά την αποφασιστικήν στιγμήν όλα τα υπό της νομιμότητος επιτρεπόμενα, εναντίον της εφαρμοζόμενης υπό της πλειονοψηφίας βιαίας τρομοκρατίας μέσα, θα καταφυγή εις την βίαν;
Ο τρόπος αυτός ενεργείας είναι παράνομος, αντιθέτως προς τας πρά ξεις της πλειονοψηφίας ήτις τηρούσα τούς τύπους της νομιμότητος καταρ γεί αυτήν ταύτην την νομιμότητα!
Εις ουδένα θεσμόν δύναται, να εύρη την δικαιολόγησίν της.
Επανερχόμεθα διά μίαν ακόμη φοράν εις την αυτήν παρατήρησιν:
H δημοκρατία δεν δύναται να διατηρηθή ως πραγματικότης είμή εφ' όσον καταστή κυρία, μόνον των ορθολογιστικών αποτελεσμάτων, των διεπόντων τους θεσμούς της φιλελευθέρων νόμων ή εν άλλοις λόγοις: εφ' όσον η δύναμις της ιδέας της, επιτρέπει την παρεμπόδισιν των ψηφισμάτων αυτοκτονίας.
Τούτο όμως δεν καθίσταται δυνατόν, εί μή δια των πράξεων εκείνων οίτινες ευρίσκονται εις την εξουσίαν κατά τας κρίσιμους διά την δημοκρατίαν στιγμάς, ή αναλαμβάνουν τότε το πηδάλιον. Η αυτή μορφή νομικών θεσμών δύναται εξ ίσου να χρησιμοποιηθή δια την σωτηρίαν ή την καταστροφήν της δημοκρατίας (Ο Βruning προσεπάθησε να την σώση εν Γερμανία το 1932 δια νομότυπων διαταγμάτων, αποτελούντων εμβαλωματικά μέτρα και επομένως απρόσφορων. Μετά ταύτα ο Χίτλερ και ο φον Πάπεν την κατήργησαν δια παρανόμων πράξεων βίας, αίτινες αρχικώς εσέβοντο την επιφανειακήν νομοτυπίαν, καίτοι η εμπνευσίς των ήτο ήδη πλήρης παρανόμου μορφής. Ουδείς νόμος, ουδείς οργανισμός είναι δυ νατόν να πρόβλεψη περί του τί θα συμβή εις τοιαύτας στιγμάς. Ολόκληρος η ορθολογιστική λογική, η νομολογία, οι ειδικοί, οι ανώτατοι λειτουρ γοί.... όλοι αυτοί αποτυγχάνουν. Ο μέγας πολιτικός ανήρ όστις παρουσιάζεται (ή δεν παρουσιάζεται) εις τοιαύτας στιγμάς, είναι ο μόνος ικανός να κερδίση κατά την αποφασιστικήν στιγμήν οπαδούς της ιδίας του λογικής και να επιτύχη εκείνο το οποίον ζητείται παρ' αυτού, κατά τρόπον εξασφαλίζοντα την διάρκειάν του.
H δημοκρατία είναι διαλλακτική προς όλας τας δυνατάς αντιλήψεις αλλά θα πρέπει να έχη την ικανότητα να καθίσταται αδιάλλακτος έναντι της αδιαλλαξίας. Είναι εναντίον πάσης βίας αλλά θα πρέπει να είναι εις θέσιν να αντιταχθή εις την βίαν δια της βίας. Επιτρέπει πάσαν πνευματικήν, κοινωνικήν ή πολιτικήν κίνησιν, όταν όμως αύται διά των οργανώσεων των και των πράξεων των, στρέφονται εναντίον του ρεύματος της δημοκρατικής λογικής, η κρατική ισχύς θα πρέπει να έχη την δυνατότητα να στραφή εναντίον των. Πολιτικοί και λειτουργοί της δημοκρατίας, πλην ανάξιοι αυτής, αφίνουν εαυτούς να περιπλακούν εις τα πολλαπλά νομότυπα δύκτια τα οποία απλώνουν εκείνοι οίτινες έχουν ως σκοπόν την κατάργησιν πάσης νομιμότητος. Μη δυνάμενοι να απελευθερωθούν και δια να αποκρύψουν την απώλειαν της ευκαιρίας , αγορεύουν, παζαρεύουν προς όλας τας κατευθύνσεις και καταλήγουν εις το μηδέν . Η ιδέα της δημοκρατίας εκμηδενίζεται πίπτουσα εις χείρας των "πολιτικάντιδων" αυτών.Την αφίνουν να αποθάνη εντός των συγκινήσεων και των σπασμών μιας ψευδοδημοκρατικής ζωής.
Όλαι αι ανωτέρω σκέψεις αποδεικνύουν απλώς και μόνον , ότι η δημοκρατία έχει κτισθή επί ηφαιστιώδους εδάφους και ότι η επιβίωσις της δεν δύναται να εξασφαλισθή διά νομικών και μόνον εγγυήσεων.
Η δημοκρατία είναι πλήρης κινδύνων , όπως άλλωστε ολόκληρος η ανθρωπίνη ζωή. Αι εκάστοτε εμφανιζόμεναι εις τα μεγάλα κράτη κρισιμώτεραι ώραι, είναι εκείναι αι οποίαι παίζουν αποφασιστικόν εν τη Ιστορία ρόλον. Η δημοκρατία είναι αδύνατον να επιζήση, όταν αρνείται την αποδοχήν διευθετήσεων, την παραδοχήν συμβιβασμών , την δι' αμοιβαίων παραχωρήσεων διαπραγμάτευσιν των συμφερόντων της.
Δύναται να ενεργή ούτω εις περιόδους ηρεμίας.Υπό την μοναδικήν όμως προϋπόθεσιν ότι από του καιρού αυτού , προαισθάνεται ήδη την πνοήν του κακού και αποφεύγει να ξεχνά ότι πρέπει να ευρίσκεται πάντοτε εν συναγερμώ ουδ΄ επί στιγμήν χαλαρουμένω. Τότε και μόνον τότε , τα δημοκρατικά πνεύματα θα είναι δυνατόν , κατά την ώραν της μεγάλης απειλής , αντί να παραλύσουν εκ φόβου, να ανεύρουν εντός του ευρέως των ορίζοντος τας γενναίας αποφάσεις, την δύναμιν επιβολής των, και το ψυχικόν σθένος δια του οποίου θα συγκινήσουν και θα καταπείσουν τους άλλους.
Επιστροφή

KARL JASPERS: ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. Ε

........................................................................................................................................................
Σχετικώς με τας αναλύσεις δι' ων καταγγέλλονται τα ήθη της δημοκρατίας.

 Όταν ο Χίτλερ κατέλαβε θριαμβευτικώς την εξουσίαν, διεκήρυξεν ότι συνέλαβε την δημοκρατίαν εν τη παγίδι της ιδίας της παραφροσύνης. Πράγματι, εχρησιμοποίησε τα δημοκρατικά μέσα δια να καταλάβη νομο­τύπως την έξουσίαν, δια της οποίας εξηφάνισε πάσαν νομιμότητα, καθώς και αυτήν ταύτην την δημοκρατίαν. Εν συνεχεία όμως έφθασε μέχρι του σημείου να χαρακτηρίζη το καθεστώς του ως την... αληθή δημοκρατίαν..
Εάν Η έννοια της δημοκρατίας σημαίνει την υλοποίησιν της λογικής και της ελευθερίας και την συνεχή βελτίωσιν της δι' εαυτών διαπαιδαγωγήσεως πάντων, ο ακολουθηθείς υπό της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης» δρόμος ωδήγησεν αντιθέτως εις την ολοκληρωτικήν δικτατορίαν.
Ο δρόμος της δημοκρατίας είναι ο ακολουθηθείς υπό της Δύσεως. Εκεί, και μόνον εκεί, ανεπτύχθησαν η τε φιλοσοφική της θεμελίωσις και η (286) προς αυτήν συνδεδεμένη πολιτική σκέψις. Μόνον η Δύσις εγνώρισεν από χιλιετηρίδων την ιδέαν της πολιτικής ελευθερίας. Μαζύ της ανεδύθη επίσης ο κίνδυνος, όστις δεν είναι δυνατόν να παρουσιασθή ει μη επί του πεδίου τούτου. Ανταποκρίνεται προς τον κίνδυνον της τεχνικής επί του πεδίου της επιστημονικής γνώσεως. Αι εναντίον της δημοκρατίας κατηγορίαι άρχονται από της αρχαιότητος. Αι ουσιώδεις ιδέαι επί των οποίων στη­ρίζονται ανευρίσκονται εις το «Κράτος των Αθηνών» του Ψευδοξενοφώντος και εις τα έργα του Πλάτωνος. Η παραμόρφωσις της δημοκρατίας ωθουμένη μέχρι του αντιθέτου της, δύναται να συλληφθή ως μορφή εκφυλισμού, συμφώνως προς την αρχαίαν θεωρίαν του «κύκλου των δομών». Εις τας συγχρόνους όμως δημοκρατίας ενυπάρχει κάτι το εντελώς νέον: αι τεχνικαί δυνατότητες, η έκτασις των δημοκρατικών δομών του κράτους, η ανάγκη όπως οι πάντες κερδίζουν τον άρτον «με τον ιδρώτα του προ­σώπου των» (δεν υπάρχουν πλέον δούλοι ως κατά την αρχαιότητα), η ποικιλία των εργασιών, αι οικονομικαί σχέσεις, και τέλος η επιστημονική μελέτη των πραγματικοτήτων αυτών και, η (πάντοτε ανεπαρκής) γνώσις των παρουσιαζομένων εκάστοτε προβλημάτων.
Σήμερον προβάλλει το δίλημμα : ή της κατακρίσεως της δημοκρα­τίας ταύτης, ήτις μη ευρίσκουσα εν τη ιδέα της την δύναμιν βουλήσεως προπαρασκευάζει εν τη πραγματικότητι την ολοκληρωτικήν κυριαρχίαν, την επιτάχυνσιν του χάους και την εξαφάνισιν της ανθρωπότητος, ή την αυτοκριτικήν της δημοκρατίας εν τη υπαρξική της πραγματικότητι δια της δυνάμεως μιας ηθικής και πολιτικής βουλήσεως, θεμελιουμένης εν τη ζωή αυτού τούτου του πολίτου της δημοκρατίας.



Ημείς οι Γερμανοί εζήσαμεν τας ολίγας προ του 1933 δεκαε­τηρίδας. Την εποχήν εκείνην είδον το φως όλαι αι δυναταί και φανταστικαί κριτικαί εις βάρος της δημοκρατίας. Περιεβλήθησαν πολλαπλάς μορφάς εκφράζουσαι λίαν διαφορετικάς τάσεις. Κατηγορούντο και κατεκρίνοντο συλλήβδην τα πάντα. Απεσύροντο εις ένα «δήθεν καλλίτερον» κόσμον όπου οι διανοούμενοι ενεθουσιάζοντο υπέρ του αισθητισμού, αποστρέφοντες το πρόσωπον εκ της πραγματικότητος. Ανέφερον πολλά συγκεκριμένα πράγματα, δεν υπήρχεν όμως ούτε θέλησις ούτε έννοια υπευθυνότητος. Επρόκειτο περί σκληράς και κατά μέγα μέρος ευθυκρινούς κριτικής, στηριζομένης εις γνησίως γερμανικάς δια την εποχήν εκείνην περί δημοκρατίας αντι­λήψεις, τότε είδε το φως η πνευματώδης ειρωνική φιλολογία καθώς και η επιχαιρομένη δια τα σκάνδαλα λιβελογραφική φιλολογία απετέλει έργον ανθρώπων οίτινες εκ φύσεως επαναστατικοί και εξ ιδιοσυγκρασίας έξαλλοι ήσκουν μαγνητίζουσαν επιρροήν επί εκείνων (287) οίτινες ωθούμενοι από την ιδίαν των απογοήτευσιν, προσετίθεντο εις αυτούς.

Ενυπήρχον κεκρυμμένα κίνητρα εις όλα αυτά, ωθούντα προς ανατροπήν και δημιουργούντα ευνοϊκόν δια την δικτατορίαν κλίμα (οπωσδή­ποτε και δι' οιουδήποτε τρόπου «αυτό πρέπει να αλλάξη»). Διεξήγετο ανοικτός άγων, εν τω οποίω ανέδραμον εις όλας τας μορφάς δυσαρεσκείας, δια του οποίου εδίδοντο «ελπίδες καλλιτέρου μέλλοντος», εις ό­λας τας αθλιότητας, εις όλους τους παραστρατημένους, εις όλους τους εγκληματίας, με υποσχέσεις υπερπηδήσεως όλων των δυσχερειών και τον ισχυρισμόν ότι ήνοιγον την φωτεινήν λεωφόρον προς ένα νέον μέγα και ισχυρόν «Γερμανικόν Ράϊχ». Είδομεν τότε την κατάρρευσιν της ηθικής πολλών απογοητευμένων δημοκρατών, αναλισκομένων εις μαται­ότητας, εις κομματικάς συναλλαγάς, εις την ικανοποίησιν υπόπτων συμ­φερόντων, ενώ συγχρόνως αυτοί, οι άνευ ουδεμιάς πίστεως, επεκαλούντο μίαν «νέαν πίστιν», «νέας ιδέας», ανακαλύπτοντες την έννοιαν της «αυ­ταρχικής δημοκρατίας» και άλλας άνευ ουδενός ουσιαστικού περιεχομέ­νου έννοιας. Ουδέν καλλίτερον ήσαν εις θέσιν να προτείνουν. Επρόδιδον την ουσίαν της ιδίας των υπάρξεως: την ιδέαν της δημοκρα­τίας.
Έναντι της αδιαφορίας μιας Δημοκρατίας ήτις δεν είχεν θεμελιωθή επι της θελήσεως της υπέρ της ελευθερίας θυσίας, αλλά προέκυψεν από τα ερείπια μιας Αυτοκρατορίας και ενός λαού έναντι της ομοβροντίας των κρι­τικών (εξ άλλου καθαρώς αρνητικών ) τας οποίας το «πνεύμα» κατηύθυνεν εναντίον της δημοκρατίας, ανεδύθησαν αι αυταρχικαί δυνάμεις. Έχομεν προ ημών την ιστορικήν πείραν επί της επιτυχίας ή ου του δημοκρατικού καθεστώτος και την ευρυτάτην φιλολογίαν ην η δημοκρατική ιδέα ενέπνευσεν εις τον Μοντεσκιέ, τον Καντ, τον Τοκεβίλ ή τον Μαξ Βέμπερ.
Τούτο όμως δεν αρκεί.
Θεώρησις της πορείας της δημοκρατίας από ιστορικής και κοινωνιο­λογικής πλευράς, είτε αύτη καταλήγει εις την μεταμόρφωσίν της εις δι­κτατορίαν, είτε κατώρθωσε να υλοποίηση την ιδέαν της δημοκρατίας, αποτελεί απλούν μόνον βήμα διά τον προσανατολισμόν μας. Η γνώσις οφείλει να αφύπνιση τας προσωπικάς αντιδράσεις. Ας διερωτηθώμεν, τι είναι εκείνο το οποίον επιζητεί ο παρατηρητής, τι επιζητεί ο κριτικός, εκτός αν... ουδέν επιζητεί.
Το ότι εις τας κριτικάς αίτινες είδον το φώς προ του 1933, ουδεμία κατά το πλείστον υπάρχει συγκεκριμένη πρότασις, (εκτός εις μερικάς η σαφής πρότασις περί καταργήσεως πάσης περί δημοκρατίας ιδέας), αποτετελεί (288) κάτι το ασυγχώρητον. Η εναντίον της δημοκρατίας κριτική εκείνη, συνέβαλεν απλώς εις την καταστροφήν της.
Εκείνο το οποίον ενδιαφέρει είναι, να γνωρίζωμεν εάν ο «κατήγορος» της δημοκρατίας, ακόμη και όταν παρουσιάζεται «ανοικτήρμων» επιθυ­μεί εκκινών από την δημοκρατικήν ιδέαν να βοηθήση την δημοκρατίαν, ή προς ποίον άλλον σκοπόν παρου­σιάζει γυμνάς εις τα όμματα των πάντων, τας ολεθρίας πραγματικότητας της δημοκρατίας.


Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

ΧΕΡΜΑΝ Γ. ΑΛΣ: Η ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΣΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ


Για τη μελλοντική διαμόρφωση της γερμανικής εξαγωγής εμπορευμάτων , η ενίσχυση από την εξαγωγή τους   θα είναι τόσο σπουδαία και συνεχώς απαραίτητη, όσο και στις προηγούμενες δεκαετίες. Και απέναντι στις χώρες του Ευρωπαϊκου μεγάλου χώρου δεν θα μπορέσουμε ν' αποφύγουμε την υποχρέωση, να συμμετάσχουμε με κεφάλαια στις  επενδύσεις, οι οποίες οφείλουν να υλοποιηθούν για την ανάπτυξη των φυσικών παραγωγικών τους δυνάμεων.
Τυπικό  παράδειγμα παρέχουν και πάλι οι αγροτικές χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Οι οικ
ονομικές τους δυνάμεις είναι η γεωργία, η δασοκομία και τα μεταλλεία. Η ικανότητα απόδοσης όλων αυτών των κλάδων μπορεί να αυξηθεί σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό , προϋποθέτει όμως τη  κατασκευή νέων εγκαταστάσεων και τη προμήθεια μηχανών, καθώς επίσης και τη βελτίωση των οδών συγκοινωνίας , δίχως τις  οποίες  δεν μπορεί να υλοποιηθούν εντατικές οικονομικές συναλλαγές με τις όμορες χώρες.
Η  εκμετάλλευση του φυσικού οικονομικού πλούτου μέσα από τις οικείες μόνο  δυνάμεις θα σήμαινε ατελείωτη επιβράδυνση της ιδρυτικής λειτουργίας, ενώ απεναντίας με τη βοήθεια του γερμανικού κεφαλαίου είναι δυνατή μία επιτάχυνση, αποβαίνουσα εξ ίσου επωφελής και για τα δύο μέρη. Χώρες οι οποίες παράγουν πρώτες ύλες, μέσα από την ανάληψη χρεών , για λόγους σκοπιμοτητας, αποβαίνουν πλουσιότερες.
Από τη πλευρά της η Γερμανία, σαν πιστώτρια χώρα, αποκτά τα πλεονεκτήματα της εξασφαλίσεως αγορών  για τη τοποθέτηση  της πλεονάζουσας  βιομηχανικής παραγωγής της και συγχρόνως, κατά την ανταλλαγή, το πλεονέκτημα του ανεφοδιασμού με τη μορφή πρώτων υλών και ειδών διατροφής, από τα οποία έχει πρόσθετες ανάγκες  και των οποίων  η  παραγωγή έχει αυξηθεί με τη βοήθεια των δικών της κεφαλαίων.
Θα ρωτήσετε: πλεονάζουσα βιομηχανική παραγωγή;
Μάλιστα. Σήμερα δεν υπάρχει, αλλά μπορεί αν γίνει  λόγος γι αυτή στη περίπτωση, που οι εθνικές ανάγκες έχουν  καλυφθεί τελείως και  ταυτόχρονα  οι ελεύθερες δυνατότητες της  βιομηχανίας ζητούν απασχόληση. Θα πρέπει όμως να φθάσουμε σε παρόμοια  πλεονάσματα αποδόσεων, - ακόμη και μέσα από το  στραγγαλισμό των καταναλωτικών μας τάσεων προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.
Μόνο έτσι απολαμβάνουμε τα εις εμπορεύματα πλεονάσματα της εξαγωγής, που είναι και και οι μοναδικοί  φορείς της εξαγωγής κεφαλαίων. Δεν υπάρχει άλλη λύσις στο πρόβλημα των ανταλλαγών. Η Γερμανία δε διαθέτει αποθέματα εξαγωγής κεφαλαίων υπό την μορφή χρυσού ή συναλλάγματος. Εξαγωγή κεφαλαίων δύναται να διενεργηθεί μόνο στη περίπτωση που θα παραιτούμεθα μέχρι ενός ορισμένου βαθμού από την άμεση είσπραξη του αντιτίμου των εξαγωγών μας, αφήνοντας δηλαδή   στο εξωτερικό, μέρος των κερδών μας από την   εξαγωγή . 
Κάτω από το  πρίσμα των συμψηφιστικών  συναλλαγών  κάτι τέτοιο πρακτικά σημαίνει, ότι στο κλήριγκ πρέπει να υπάρχουν γερμανικά ενεργά υπόλοιπα, τα οποία δεν θέλομε να συμψηφίσουμε με άμεσες προμήθειες από μια άλλη χώρα. Ο συμψηφισμός δεν. συντελείται με πράξεις  πάνω στα εμπορεύματα αλλά με πράξεις πάνω στα κεφάλαια.
Το υπόλοιπο του  κλήριγκ λαμβάνει τη μορφή  πιστώσεων και δανείων μέσης και μακράς διαρκείας και σταδιακά τοκίζεται και  επιστρέφεται από τη συμβαλλόμενη χώρα με τη μορφή εμπορευμάτων. Στη  Γερμανία η  εξεύρεση των αναγκαίων μέσων θα  έπρεπε να συντελεσθεί μέσα από τη μεσολάβηση των Τραπεζών για την έκδοση συνήθων αξιών, μέσα από τη  προεξόφληση των οποίων  να μπορούν να  πληρωθούν οι Γερμανοί κατασκευαστές των  εξαχθέντων ειδών, των οποίων το αντίτιμο των αξιών αυτών θα πληρώσει στο μέλλον η χρεώστρια χώρα.
Στη προκειμένη περίπτωση μπορούν να εφαρμοστούν  οι μάλλον ποικίλες μορφές τραπεζιτικής ενδιάμεσης χρηματοδότησης.
Το συ
μπέρασμα των σκέψεων αυτών είναι, ότι  η γερμανική ενεργή επί του κεφαλαίου πολιτική, σαν σκοπός της  εξωτερικής οικονομίας, δεν μπορεί ποτέ να περιορισθεί στην εξέλιξη των καθαρών χρηματοδοτικών εργασιών, αλλά πρέπει πάντοτε να υπολογιστεί  σε άμεση σχέση με  ανταλλακτικές εργασίες που βασίζονται σε εμπορεύματα  αντιμετωπιζόμενα σαν οικονομική συμπλήρωση κατά μία έννοια   της εθνικό-οικονομικής ανταλλαγής υπηρεσιών. Στο γεγονός αυτό οφείλεται επίσης  και ένας   περιορισμός της έκτασής της , όπως αυτός καταφαίνεται ,  θεώμενος  από της αγοράς κεφαλαίου του εσωτερικού, εκ του συναγωνισμού των πολυαρίθμων μνηστήρων κεφαλαίου.
Ποσότητες
εξαχθέντων κεφαλαίων, όπως ο μέσος όρος της τριαντάχρονης περιόδου από το  1885 μέχρι του 1913, δεν θα καταφέρουμε να τις ππροσεγγίσουμε τουλάχιστον στην αρχή.  Τότε επι γραμματίων 57,2 δισεκατομμυρίων μάρκων, τα οποία κατά τη περίοδο αυτή  εξεδόθησαν  στη Γερμανία, 13,δ δισεκατομμύρια μάρκα, δηλαδή όχι λιγότερων  από  24ο/ο, αντιστοιχούσαν σε αξίες του εξωτερικού . Σ΄αυτά προστέθηκαν άλλες σημαντικές τοποθετήσεις  κεφαλαίων στο εξωτερικό, τα οποία   δεν έλαβαν χώρα με τη μορφή αποκτήσεως γραμματίων, αλλά με τη  μορφή συμμετοχών ή ιδρύσεων. Μέρος αυτών των τοποθετήσεων στο εξωτερικό    θα επιστραφεί στη Γερμανία με την επανόρθωση  της  αδικίας των Βερσαλλιών.
Αλλά και με ουσιαστικά μικρότερη  κλίμακα ποσών θα μπορούμε να προσδοκούμε υψηλό οικονομικό αποτέλεσμα από την εξαγωγή των κεφαλαίων αν επιλέξουμε σωστα τους δρομους πάνω στους οποίους τα κατευθύνουμε .
Η εξαγωγή κεφαλαίων πρέπει ν' αποβλέπει μόνον σε χώρες, των οποίων η διαμόρφωση -αποτελεί φυσική συμπλήρωση γιά την ίδια τους την  οικονομία όπως επίσης και για την οικονομία χωρών που είναι φιλικά προσκείμενοι σε μας.
Βοήθεια με τη μορφή κεφαλαίων για την ανάπτυξη των οικονομικών δυνάμεων μπορεί γενικά να συντελεσθεί με επιτυχία μόνο μεταξύ χωρών που βρίσκονται σε διαφορετικές βαθμίδες εξέλιξης .
Εξ άλλου η Γερμανία, με την ιδιότητα της μελλοντικής  πιστώτριας  χώρας, δεν υπόκειται σε  δεσμεύσεις απέναντι σε τρίτους  — όπως σα παράδειγμα η Αγγλική Αυτοκρατορία από τις συμβάσεις της Οττάβας —οι οποίες παρεμποδίζουν να  κινηθούν ελεύθερα οι δυνατότητες μιας υφιστάμενης ήδη συμπλήρωσης του οικονομικού μηχανισμού. Οφείλουμε να είμαστε πανέτοιμοι  να δεχθούμε την εξαγωγή τών χρεωστριών χωρών, τών οποίων πάλιν ή παραγωγή πρέπει να προσαρμοσθεί σε μεγάλο βαθμό πάνω στις ανάγκες .μας. Οι ηγέτες της εμπορικής -πολιτικής της χώρας πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη  τις ανάγκες αυτές. Χώρα, στην οποία οι συνθήκες της υπαγορεύουν να μη δέχεται τις εξαγωγές άλλων χωρών, θα κάμει καλύτερα να μη γίνει πιστώτρια χώρα. Επί του προκειμένου η πείρα των Ηνωμένων Πολιτειών ομιλεί τη σαφέστερη γλώσσα. 

Σήμερα η επιλογή των χωρών για τη κατεύθυνση της ενεργού πολιτικής επί των κεφαλαίων δεν  παρουσιάζει τη παραμικρή δυσκολία για τη Γερμανία .Πριν από το 1914 η γερμανικη εξαγωγή κεφαλαίων είχε καταστήσει πεδίο δράσεώς της ολόκληρο τον κόσμον, το τόξο ετεινόταν  μέχρι των εσχατιών της Ασίας και της Νοτίου Αμερικής. Σήμερα ο ευρωπαϊκός χώρος προσφέρει εις τηνπολιτική σφαίρα  της επιρροής μας άφθονες  και συμφέρουσες δυνατότητες για τη  πλήρωση του πλαισίου της αποδοτικής μας ικανότητας. Τά προβλήματα που αναμένουν εδώ την λύση, είναι τόσον μεγάλα, ώστε, πέρα από εμάς , και οι  πολύ εξελιγμένες γειτωνικές σε εμάς χώρες  θα βρουν  εύρυ πεδίοευκαιριών για την εξαγωγή των κεφαλαίων τους. Ας αναλογισθούμε μόνον μία ανάπτυξη των συγκοινωνιών που θα λαμβάνει πρόμοια των αναγκών του μεγάλου χώρου στο σύνολό του. Ακόμη και σήμερα η κύρια σιδηροδρομική γραμμή που από το  Βουκουρέστι μέσω Ουγγαρίας οδηγεί στη .Γερμανία είναι απλή κατά το μεγαλύτερό της τμήμα. Ακριβώς αυτή η συνεργασία με τους ευρωπαίους γείτονες μας. των οποίων οι χώρες  μπορούν  νά υπολογίζονται σα χώρες εξαγωγής κεφαλαίων, θα συντέλεσει στη ταχύτερη ανάπτυξη των δυνάμεων του ευρωπαίκου χώρου στο σύνολό του και  προς όφελος όλων.
Η Γερμανία θα συγκεντρώσει τις εξαγωγές των εμπορευμάτων της , οι οποίες βαδίζουν παράλληλα με τις εξαγωγές κεφαλαίων, όχι μόνον επι των πολυτίμων ειδών κατανάλωσης, αλλά προ πάντων επί των αγαθών παραγωγής, πράγμα που κατά τα τελευταία χρόνια συνέβη σε αύξουσα κλίμακα. Είναι πάντοτε αναγκαίο, όπως οι προς ανάπτυξη βιομηχανίες επιλέγονται σε συνδυασμό με τις οργανικές συνθήκες της ενδιαφερόμενης εθνικής οικονομίας. Στο μεταξύ έγινε πασίγνωστο, ότι άδικα διατυπώνεται η ένσταση, κατά την οποία μέσα από τη  εκβιομηχάνιση  των χωρών, οι οποίες παράγουν τις πρώτες ύλες, απειλούνται οι βιομηχανικές εξαγωγές των παλαιών βιομηχανικών χωρών . Η εκβιομηχάνιση των παραγουσών πρώτες ύλες χωρών θα έχει τα μεγαλύτερα αποτελέσματα τόσο για τη Γερμανία όσο και γι'αυτές τις ίδιες τις χώρες , εάν η εκβιομηχάνιση αυτή είναι σε θέση  να συντελεσθεί μέσα στα όρια του  ευρωπαϊκού χώρου πάνω στη βάση ενός  μεγάλου πανευρωπαικού σχεδίου . Εάν πρόκειται να επιληφθούμε τέτοιων  μεγάλων προβλημάτων, πρέπει να έχουμεν υπόψη ότι  αυτά δεν απαιτούν μόνον την δημιουργίαν αναλόγων προϋποθέσεων  υπο τη μορφή της αναγκαίας ικανότητας αποδόσεως της γερμανικής οικονομίας, αλλά και τη μόρφωση ανθρώπων, οι οποίοι θα συνδυάζουν με την γνώση των οικονομιών της αλλοδαπής και τα αναγκαία προσωπικά προτερήματα.








(Απόσπασμα από τη διάλεξη που δόθηκε στο Γερμανικό Ινστιτούτο της Τραπεζιτικής Επιστήμης και των Τραπεζιτικών Ζητημάτων την 25 Οκτωβρίου 1940)


Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ: ΒΙΟΜΗΧΑΝΟΙ ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΙΚΟΙ



Μπαίνει το πρόβλημα αν οι μεγάλοι βιομήχανοι έχουν ένα μόνιμο δικό τους πολιτικό κόμμα. Μου φαίνεται ότι η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Οι μεγάλοι βιομήχανοι χρησιμοποιούν κατά καιρούς όλα τα υπάρχοντα κόμματα, αλλά δεν έχουν ένα δικό τους κόμμα. Δεν είναι γι’ αυτό το λόγο "αγνωστικιστές" ή " απολιτικοί " με οποιοδήποτε τρόπο : το συμφέρον τους είναι μια καθορισμένη ισορροπία, που την πετυχαίνουν ακριβώς ενισχύοντας με τα μέσα τους κατά καιρούς, αυτό ή εκείνο από τα κόμματα της ευμετάβολης πολιτικής σκακιέρας (με την εξαίρεση, εννοείται, του μόνου ανταγωνιστικού κόμματος, που το δυνάμωμά του δε μπορούν να το βοηθήσουν ούτε σαν ενέργεια τακτικής). Είναι βέβαιο ωστόσο πως αν αυτό συμβαίνει στη φυσιολογική ζωή, στις ακραίες περιπτώσεις, που άλλωστε αυτές λογαριάζουν (όπως ο πόλεμος στην εθνική ζωή), το κόμμα των μεγάλων βιομηχάνων είναι το κόμμα των αγροτών που έχουν αντίθετα ένα μόνιμο δικό τους κόμμα. Μπορεί κανείς να δει το παράδειγμα αυτής της παρατήρησης στην Αγγλία, όπου το Συντηρητικό Κόμμα καταβρόχθισε το Φιλελεύθερο Κόμμα, που ωστόσο εμφανιζόταν από παράδοση σαν το κόμμα των βιομηχάνων. Η κατάσταση στην Αγγλία με τα μεγάλα της Τρέηντ - Γιούνιονς εξηγεί αυτό το γεγονός. Εκεί δεν υπάρχει τυπικά ένα κόμμα ανταγωνιστικό στους μεγάλους βιομήχανους, είναι αλήθεια' αλλά υπάρχουν οι μαζικές εργατικές οργανώσεις, και έχει παρατηρηθεί πως αυτές, σε ορισμένες στιγμές, τις αποφασιστικές, μεταμορφώνονται σαν οργανισμός από τα κάτω ως τα πάνω, σπάζοντας το γραφειοκρατικό περίβλημα (π.χ. το 1919 και το 1926).
Εξάλλου υπάρχουν μόνιμα στενά συμφέροντα ανάμεσα σε αγροτικούς και βιομήχανους (ειδικά τώρα που έχει γενικευτεί ο προστατευτισμός, αγροτικός και βιομηχανικός)' και είναι αναντίρρητο ότι οι αγροτικοί είναι "πολιτικά " πολύ καλύτερα οργανωμένοι από τους βιομήχανους, προσελκύουν περισσότερο τους διανοούμενους, είναι περισσότερο " σταθεροί" στις κατευθύνσεις τους, κτλ. Η μοίρα των παραδοσιακών " βιομηχανικών " κομμάτων, όπως είναι το αγγλικό " φιλελεύθερο - ριζοσπαστικό "και το γαλλικό ριζοσπαστικό (που όμως διαφοροποιούνταν πάντα από το πρώτο), είναι ενδιαφέρουσα (όπως και του μακαρίτικου " ιταλικού ριζοσπαστικού " ) : τί αντιπροσώπευαν αυτά ; Ένα δεσμό τάξεων μεγάλων και μικρών, όχι μια μόνη μεγάλη τάξη' γι’ αυτό και η κατά ποικίλους τρόπους εξέλιξη και εξαφάνισή τους' τους " απλούς φαντάρους " τους παρείχε η μικρή τάξη, που βρισκόταν σε συνθήκες πάντοτε διαφορετικές μέσα στο δεσμό μέχρι που να μετασχηματίζεται τελείως. Σήμερα παρέχει τη δύναμη αυτή στα " δημαγωγικά κόμματα " και το πράγμα είναι ευνόητο.
Γενικά μπορούμε να πούμε, ότι σ’ αυτήν την ιστορία των κομμάτων, η σύγκριση ανάμεσα στις διάφορες χώρες ήταν από τις πιο διδακτικές και αποφασιστικές για να βρει κανείς την πηγή των αιτίων του μετασχηματισμού.
Το ίδιο ισχύει και για τις πολεμικές ανάμεσα σε κόμματα των "παραδοσιακών" χωρών : όπου δηλαδή εκπροσωπούνται "δείγματα" από ολόκληρο τον ιστορικό " κατάλογο".
Ένα πρωταρχικό κριτήριο για να κρίνουμε είτε τις αντιλήψεις για τον κόσμο, είτε και ειδικά τις πρακτικές στάσεις είναι τούτο : η αντίληψη για τον κόσμο είτε η πρακτική ενέργεια μπορεί να νοηθεί " απομονωμένη", "ανεξάρτητη", παρ’ όλη την ευθύνη της συλλογικής ζωής που σηκώνει πάνω της· ή αυτό είναι αδύνατο και η αντίληψη για τον κόσμο είτε η πρακτική ενέργεια μπορεί να νοηθεί σαν "ολοκλήρωση" τελειοποίηση, αντιστάθμισμα, κτλ. μιας άλλης αντίληψης του κόσμου ή πρακτικής στάσης ;
Αν σκεφτούμε, βλέπουμε ότι αυτό το κριτήριο είναι αποφασιστικό για μια ιδεολογική κρίση πάνω σε κινήσεις ιδεών και πρακτικές κινήσεις και βλέπουμε επίσης πως αυτό έχει μια όχι μικρή πρακτική σημασία.
Ένα από τα πιο κοινά είδωλα είναι να πιστεύεις πως όλο αυτό που υπάρχει είναι " φυσικό " να υπάρχει, δε μπορεί να μην υπάρχει και ότι οι προσπάθειές του για μια μεταρρύθμιση, όσο άσχημα κι αν εξελίσσονται, δε θα σταματήσουντη ζωή, γιατί οι παραδοσιακές δυνάμεις θα συνεχίσουν να ενεργούν και ακριβώς θα συνεχίσουν τη ζωή.
Σ ’ αυτό τον τρόπο σκέψης υπάρχει κάτι σωστό, ασφαλώς· κι αλλοίμονο αν δεν ήταν έτσι. Ωστόσο πέρα από ορισμένα όρια, αυτός ο τρόπος σκέψης γίνεται επικίνδυνος (ορισμένες περιπτώσεις της πολιτικής του χειρότερου) και πάντως όπως είπαμε, παραμένει το φιλοσοφικό πολιτικό και Ιστορικό κριτήριο εκτίμησης των πραγμάτων. Είναι βέβαιο πώς αν κοιτάξουμε στο βάθος, ορισμένες κινήσεις αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους σαν περιθωριακές- προϋποθέτουν δηλαδή μια κύρια κίνηση στην οποία μπολιάζονται για να μεταρρυθμίσουν ορισμένα θεωρούμενα ή πραγματικά κακά, δηλαδή ορισμένες κινήσεις είναι καθαρά μεταρρυθμιστικές.
Αυτή η αρχή έχει πολιτική σημασία διότι η θεωρητική αλήθεια ότι κάθε τάξη έχει ένα μόνο κόμμα είναι αποδειγμένη στις αποφασιστικές στροφές, από το γεγονός ότι διάφορες ομάδες, που καθεμιά τους παρουσιαζόταν σαν κόμμα " ανεξάρτητο " συνενώνονται και συνασπίζονται σε μια ενότητα. Η πολλαπλότητα πού υπήρχε πρώτα ήταν μόνο "ρεφορμιστικού" χαρακτήρα, αφορούσε δηλαδή ζητήματα μερικά' με μιαν ορισμένη έννοια, ήταν ένας πολιτικός καταμερισμός εργασίας (χρήσιμος μέσα στα όριά του)' αλλά κάθε μέρος προϋπόθετε το άλλο, τόσο που στις κρίσιμες στιγμές, ακριβώς δηλαδή όταν μπαίνουν στο παιγνίδι τα κύρια ζητήματα, η ενότητα έχει διαμορφωθεί, ο συνασπισμός έχει πραγματοποιηθεί. Από δω και το συμπέρασμα ότι κατά την συγκρότηση των κομμάτων χρειάζεται να βασίζεται πάνω σ’ ένα "μονολιθικό" χαρακτηριστικό και όχι πάνω σε δευτερεύοντα ζητήματα' άρα προσεκτική τήρηση του κανόνα να υπάρχει ομοιογένεια ανάμεσα σε διευθύνοντες και διευθυνομένους, ανάμεσα σε αρχηγούς και σε μάζα. Αν, στις αποφασιστικές στιγμές, οι αρχηγοί περάσουν στο "αληθινό κόμμα" τους, οι μάζες μένουν κουτσουρεμένες, αδρανείς και χωρίς αποτελεσματικότητα. Μπορούμε να πούμε ότι καμμιά πραγματική κίνηση δεν αποκτά συνείδηση της ολοκληρωτικότητάς της μονομιάς, αλλά μονάχα με τη διαδοχική πείρα, δηλαδή όταν καταλαβαίνει, από τα γεγονότα, ότι τίποτε απ’ αυτό που υπάρχει δεν είναι φυσικό (με την ιδιότυπη σημασία της λέξης) αλλά υπάρχει διότι υπάρχουν και ορισμένοι όροι, που η εξαφάνισή τους δε μένει χωρίς συνέπειες.
Έτσι η κίνηση τελειοποιείται, χάνει τα χαρακτηριστικά του αυθαίρετου, της "συμβίωσης", γίνεται πραγματικά ανεξάρτητη, με την έννοια ότι για να πετύχει ορισμένες συνέπειες δημιουργεί τις αναγκαίες προϋποθέσεις και μάλιστα στη διαμόρφωση αυτών των προϋποθέσεων χρησιμοποιεί όλες της τις δυνάμεις.

Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

ΞΕΝΟΦΩΝ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ: O κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΑΡΠΑΖΕΙ ΒΙΑΙΩΣ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑΝ ΚΑΙ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΤΥΡΑΝΝΟΣ. Η ΠΤΩΣΙΣ ΕΞΑΠΤΕΙ ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΤΟΥ.

Κατεδείχθη νομίζω αρκούντως το πως ο κ. Ελ. Βενιζέλος, παρορμώμενος υπό της περιέργου ψυχοσυνθέσεως αυτού, μετέβαλε τον εαυτόν του και την ακολουθήσασαν αυτόν μερίδα εις εχθρούς του επισήμου Κράτους.
Τοιαύτας δημιουργήσας όμως συνθήκας δεν ώκνησε να επωφεληθή της ψυχολογικής καταστάσεως και των αναγκών, ας ο μέγας πόλεμος εγέννησε παρά τοις συμμάχοις της «Συνεννοήσεως», κατόρθωσε δε ούτω τη βοηθεία αυτών να παραλύση το Κράτος της Ελλάδος και να επιβή της εξουσίας υπό την προστασίαν ξένης στρατιωτικής δυνάμεως. Τούτο πράξας ήτο υποχρεωμένος να καταστήση την Ελλάδα πράγματι εμπόλεμον παρά το πλευρόν των Μεγ. Δυνάμεων, ων είχεν αποβή ήδη δια του Κράτους της Θεσσαλονίκης αυτόκλητος σύμμαχος, Ο Ελληνικός Λαός όμως, σχεδόν εν τη ολότητι αυτού, βαρέως έφερε τα κατά της ανε­ξαρτησίας αυτού , τη εμπνεύσει του κ. Βενιζέλου, κατενεχθέντα πλήγματα, τους διωγμούς, τους εξευτελισμούς, τας εκ των αποκλεισμών στερήσεις, την απονέκρωσιν της πολιτικής αυτού ζωής, την στέρησιν του να διαθέτη ελευθέρως και άνεξελέγκτως τα του οίκου του.
Η τοιαύτη ψυχική διάθεσις του Ελληνικού Λάου και η απέναντι του κ. Ελ. Βενιζέλου και των οπαδών του δυσπιστία αυτού δεν ήτο μόνον εικαζομένη, αλλ' έκδηλος, εκορύφωσε δε την εκδήλωσιν της προς τον άλλοτε λατρευτόν άνδρα απεχθείας, η εν Αθήναις εμφάνισις των ξένων λογχών, υπό την σκέπιν των οποίων κατέλυσεν ο κ. Βενιζέλος εις το ξενοδοχείον της «Μεγ. Βρεττανίας» και μετέβη είτα εις τα Ανά­κτορα ίνα αναλάβη την αρχήν. Η εύθικτος φιλοτιμία του Ελληνικού Λάου είχε τρωθή βαθύτατα ! Αναμφιβόλως, άμα τη αφίξει του ό κ. Βενιζέλος ευρέθη εντός εχθρικού περιβάλλοντος, όπερ όμως αυτός παρεσκεύασε τοιούτον.
Υπό τοιούτους όρους δυο ήσαν αι οδοί, αίτινες ηνοίγοντο προ του κ. Βενιζέλου! όπως δυνηθή να χρησιμοποιήση τας δυνάμεις του Λαού τούτου δια την εκπλήρωσιν των προς τους Συμμάχους και υποστηρικτάς του αναληφθεισών παρ αυτού υποχρεώσεων. Η πρώτη ήτο η της συνδιαλλαγής προς αυτόν δια λόγων και πράξεων σεβασμού προς τα καταπατηθέντα ιδεώδη και την κυριαρχίαν αυτού, η δε δευτέρα η της βιαίας επιβολής δια της καταδυναστεύσεως.
Άγνωστον αν έλεγχοι συνειδότος ή παρορμήσεως κακών συμβουλών, παριστώντων ανυπάρκτους κινδύνους, εξέτρεψαν δυστυχώς τον κ. Βενιζέλον από της πρώτης οδού ! Αυτός όστις ουδέποτε ενεβάθυνεν εις την ψυχολογίαν του Λαού τούτου, αυτός όστις ουδέποτε ήσθάνθη πόση ευ­γένεια αισθημάτων, πόση φιλοπατρία, πόση μεγαλοψυχία, πόση ανεξι­κακία κρύπτεται εις τα στήθη αυτού, δεν εύρε δυο λέξεις όπως ομιλήση προς τα αισθήματα ταύτα, όπως θεραπεύση την τρωθείσαν φιλοτιμίαν του, αφίνων εις αυτόν διέξοδον επί τω λόγω ότι ίσως επλανάτο, ή ότι ενδεχομένως επλανώντο οι μέχρι της στιγμής εκείνης ηγηθέντες αυτού, δεν εστάθη ικανός όπως τον συναρπάση και κερδίση την εύκολον συγγνώμην του δια τα τελεσθέντα ! Τουναντίον ενεδύθη την πανοπλίαν των συκοφαντιών και των διαβολών, αίτινες εχρησίμευσαν εις αυτόν δια να αποβή ο μόνος φίλος των Συμμάχων, και εξετόξευσε προς πάσαν διεύθυνσιν τα δηλητηριώδη βέλη του εναντίον των δήθεν προ­δοτών και των εχθρών της Πατρίδος. Τίνες δε ήσαν ούτοι ; Αι κορυφαί της κοινωνικής και της πολιτικής ζωής του τόπου, εις πάντας τους κλά­δους της δημοσίας ζωής, οι μη συνταχθέντες αυτώ και μετά τούτων άπας ο ακολουθήσας αυτούς Λαός ! Ο Λαός, φυσικά, μη δυνάμενος ν' ανεχθή την ύβριν, έκλεισε την κοχλάζουσαν πικρίαν εις τα στήθη του και παρέμεινε κατά το φαινόμενον αδιάφορος.
Δεν απέμεινε λοιπόν εις τον κ. Βενιζέλον παρά η δευτέρα οδός, η της καταδυνάστευσεως του Λαού και ταύτην ηκολούθησεν αδιστάκτως και μετά πρωτοφανούς αγριότητος από της πρώτης στιγμής· Την εις Αθήνας εμφάνισίν του επηκολούθησαν άμεσοι αθρόαι συλλήψεις και εγκαθείρξεις, ανθρώπων πάσης ηλικίας και πάσης τάξεως, Ιδίως δε αξιωματικών της ξηράς και της θαλάσσης. Ταύτας επηκολούθησαν αθρόαι επίσης αποτάξεις αξιωματικών, ούχι βεβαίως άσχετοι προς κένωσιν θέ­σεων υπέρ των εισηγητών του εγκληματικού τούτου μέτρου, όπερ τοι­αύτας εγέννησε κατόπιν ολεθρίας συνεπείας δια τε τον Στρατόν και τα δημόσια οικονομικά. Αι εξορίαι, αι κατά χιλιάδας φυλακίσεις πολιτών, αι κακώσεις παρά των οργάνων της εξουσίας , τα όργια και τα εγκλήματα των ειδικών ταγμάτων ασφαλείας, οι νόμοι περί «Δυσμενείας κατά του Καθεστώτος», αι εκδικήσεις πολιτών βενιζελικών κατ' αντιθέτων, αι εκθύμως πραγματοποιούμενοι υπό των βενιζελικών αρχών, η μεταβολή της δικαιοσύνης και του κλήρου εις όργανα της φατρίας, η εγκατάλειψις του δημοσίου πλούτου εις την διάθεσιν των οπαδών αυτής, η αφειδής παροχή τιμών, βαθμών και θέσεων εις αναξίους, πάντα ταύτα παρείχον την εικόνα της ειδεχθεστέρας τυραννίας, υφ' ην εστέναζεν ο Λαός, άλλα και Κράτους εν πλήρει αποσυνθέσει.
Την οδόν ταύτην τυφλώς όσον και επιμόνως ηκολούθησεν ο κ. Ελ, Βενιζέλος επί τριετίαν ολόκληρον, βαίνων πάντοτε από κακού εις χειρότερον, ούτως όμως σταδιοδρομών, ησθάνετο ολονέν πιεστικωτέραν την μόνωσιν, εις ην κατεδίκασεν αυτός εαυτόν, ησθάνετο ότι ουδαμώς εστέγαζεν αυτόν η λαϊκή εμπιστοσύνη και ότι η θύελλα της λαϊκής οργής έμέλλε να εξαπολυθή θάττον ή βράδιον ακάθεκτος κατά της κεφαλής του.
Είνε αληθές ότι, μετά τας Συμμαχικάς λόγχας, αι λόγχαι των πραιτωριανών του τον εστήριζον—αλλ' έως πότε ; Οι πραιτωριανοί ήρχιζαν, ως κατά κανόνα συμβαίνει εις όλους τους τυράννους, να καθίστανται και προς αυτόν οχληροί, η δε Λαϊκή οργή έβραζε! Εσκέφθη τότε να σαγηνεύση τον Λαόν, όστις ως ήλπιζεν ο κ. Βενιζέλος, θα τον συνεχώρει και θα εδικαίωνε πάντα όσα κατ' αυτού διέπραξεν, αν παρουσίαζεν εις αυτόν μεγαλειώδη και ανέλπιστα τα αποτελέσματα της πολιτικής, δι΄ ην τόσα υπέστη ο Λαός.
Η ανάγκη αύτη δια τον κ. Βενιζέλον υπήρξεν η αφετηρία του ψευδούς, όπερ εδημιούργησε την θλιβεράν Μικρασιατικήν περιπέτειαν, ην επροκάλεσε και εις ην προσεχώρησεν ούτος ακάθεκτος και μετά πρω­τοφανούς απρονοησίας, ίνα δύναται να επιδεικνύη τον χάρτην της παρ' αυτού επί του χάρτου μόνον τετραπλασιασθείσης Ελλάδος και να προβάλλη ούτως ευλογοφανή δικαιολόγησιν της τρομακτικής αναστατώσεως εις ην έρριψε το Κράτος και τον Λαόν. 
Η 1 Νοεμβρίου 1920 τω εδίδασκεν όμως, οτι ο Λαός δεν ήτο πλέον δυνατόν να πλανηθή , ότι είχε πλέον καλώς γνωρίση αυτόν και ότι η απολεσθείσα εμπιστοσύνη αδύνατον ήτο πλέον να ανακτηθή.
Τούτο συναισθανόμενος ο κ. Βενιζέλος και καταδικάζων αυτός εαυ­τόν δια την περιφρόνησιν, ην έδειξε κατά Λαού υπερηφάνου και ευγενούς όστις τόσον τον ανύψωσε και τόσην έδωκεν εις αυτόν ισχύν, δεν έσχε το θάρρος να παραμείνη ως πολιτικός μαχητής εις την θέσιν του, αλλ' υπό το κράτος τον πανικού, όστις τον κατέλαβεν, εγένετο πολιτι­κός φυγάς. Η παταγώδης αποδοκιμασία του όμως δεν ίσχυσεν όπως παρακινήση τούτον, ίνα εμβαθύνη εις τα αίτια αυτής, και διά τούτο, αντί να ομιλήση αύτη προς την καρδίαν του και την συναισίν του, εξηρέθησε τά νεύρα του και εξεχείλισε την χολήν του, τον συνεσκότησε δε το πάθος εις βαθμόν ώστε να ωμώση πλέον αδιάλακτον μίσος και εκδίκησιν κατά των αντιπάλων του και κατ' αυτού έτι του Ελληνικού Λαού, αδιαφορών αν ούτως έπληττε θανασίμως και την Ελλάδα και το ίδιόν του έργον......

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΣΤΙΣ ΠΑΡΥΦΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑΣ Δ


121. Οι ανδρείοι τιμούν τους ανδρείους. Νόμος άγραφος αλλά δυνατός.
Ακόμα δεν μπήκαμε στην Προύσα. Βρισκόμαστε άπ' έξω. Ξαπλωθήκαμε μέσα σ' ένα περιβόλι  ο Μέραρχος Τσερούλης, ο συνταγματάρχης Παλαιολόγος, ο επιτελάρχης Χαβίνης, ο Αρχηγός  του  Πυροβολικού Ταβουλάρης, οι αξιωματικοί του Επιτελείου της Μεραρχίας. Και προσμέναμε να συγκεντρωθούν  τα  τμήματα να μπούμε στην Προύσα. Γύρω  μας χαλά ο κόσμος από τον Ελληνοαρμενικόν παιδόκοσμο της Προύσας, που γοργός έτρεξε να χαρή το απίστευτον όνειρο.
Μας  φέρνουν δυό Τούρκους αξιωματικούς, που έπιασαν εκείνη τη στιγμή μέσα  στά χωράφια. Ένα λοχαγό και έναν υπολοχαγό.
- Μισαηλίδη , λέγει ο Μέραρχος, σε χειροτονώ διερμηνέα μου.
—Στις  διαταγές σου, Μέραρχέ μου.
—Ρώτησε  τους τα ονόματά τους, που υπηρετούσαν, τας δυνάμεις τους.
Απήντησαν  οι αιχμάλωτοι.
—Ρώτησε  τον λοχαγό, αν τον αφήσω ελεύθερο τι θα κάνη; Μεταφράζω. Ο Τούρκος λοχαγός στήλωσε το πελώριο του κορμί, εχαιρέτησε  στρατιωτικά  κι' απήντησε.
—Είστε  αξιωματικοί, θα κάμω. ό,τι θα κάμνατε και σεις στη θέσι μου. Το καθήκον μου ως στρατιώτης, θα πάγω μέ τον Κεμάλ να σας ξαναπολεμήσω.
—Δουλεύετε  σ' ένα καθεστώς άνομο.
—Αυτό  είναι δουλειά των πολιτικών. Εγώ είμαι στρατιώτης.
—Πες  του να καθίση, λέγει ο Μέραρχος.
Ο  Παλαιολόγος τοy προσφέρει τσιγάρο.
—Ρώτησέ  τον τι θέλει, μου λέγει.
—Λίγο  νερό, άπαντά ο Τούρκος λοχαγός.
Οι  ανδρείοι τιμούν τους ανδρείους. Νόμος άγραφος αλλά δυνατός.


 120. "Δεσπότη μου αν δεν υπήρχε το έλος θα εφρόντιζα να γίνη..."
Ο στρατηγός Καβράκος όρθιος με στολή
αριστερα.Καθήμενοι από τα αριστερά:
Γεωργακόπουλος, Μεταξάς και ο
Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων.
Τον Iούνιον 1937 o πρωθυπουργός Ι. Μεταξάς και o τότε υπουργός της Εθνικής Παιδείας Κ. Γεωργακόπουλος μεταβάντες εις Ήπειρον επεσκέφθησαν την Ι. Μονήν της Βελάς. Μετά το πρόγευμα και ενώ ο Ι. Μεταξάς ανεπαύετο υπό την σκιάν μεγάλης πλατάνου, ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Κυρός Σπυρίδων παρεπονέθη προς τον υπουργόν της Παιδείας διότι δεν του επέτρεπε να συνάψη δάνειον προς αποξήρανσιν του προ της Μονής μεγάλου Έλους, του σχηματιζομένου από τας πηγάς του Καλαμά ως και από τας γύρω πηγάς και χειμάρρους.
Ο υπουργός απήντησε: «Δεσπότη μου αν δεν υπήρχε το έλος θα εφρόντιζα να γίνη και συ ζητείς να το αποξηράνης;». Ο Μητροπολίτης με ζωηράν φωνήν εξέθετε την ζημίαν την οποίαν υφίστατο η Μονή από τας απροσφόρους εις καλλιέργειαν γαίας και αφύπνισε τον Ι. Μεταξάν όστις ηρώτησε «Γιατί τσακώνεσθε;».
Τη παρακλήσει του Κ. Γεωργακοπούλου ο Ι. Μετα­ξάς, ο Μητροπολίτης και ο Στρατηγός Καβράκος με­τέβησαν εις την προ του κυρίου κτηρίου της Μονής πλατείαν, οπόθεν διακρίνονται τα σύνορα μας με την κατέχουσαν την Β. Ήπειρον Αλβανίαν. Εκεί εξήγησεν ο υπουργός την πολύτιμον χρησιμότητα του Έλους, ως ανασχετικού φράγματος εις περίπτωσιν επιθέσεως από Δυσμών και την ευχέρειαν μετά της οποίας το πυροβολικόν μας τασσόμενον εις τους Α. της Μονής λό­φους, όπου το χωρίον Νεγράδες, ηδύνατο να εξουδετερώση τα αιχμαλωτιζόμενα υπό της ιλύος άρματα κ.λπ. μηχανοκίνητα του εχθρού. Ο Μεταξάς ηρώτησε τον στρατηγόν Καβράκον, ο οποίος απήντησεν ότι «προ­σφάτως τοποθετηθείς εις την Ήπειρον δεν εμελέτησε το ζήτημα, αλλά συμφωνεί με την γνώμην του κ. υπουργού». Τότε ο Ι. Μεταξάς έκλεισε το θέμα: «Δε­σπότη μου, το έλος μας χρειάζεται και θα μείνη. Θα μας πλουτίση περισσότερον από το εισόδημα των χω­ραφιών που σκεπάζει». Και το έλος... έσώθη.
Νοέμβριος 1940. Αι ιταλικαί Μεραρχίαι προωθούν­ται προς τα Ιωάννινα, διαβάσαι τον κάτω Δρίνον. Άρ­ματα μάχης προχωρούν προς την διάβασιν «Καλπακίου» και αιχμαλωτίζονται εις την λάσπην του έλους. Το Πυροβολικόν, υπό τον συνταγματάρχην Μαυρογιάννην τα καθηλώνει και τα σφυροκοπεί με τα βλή­ματά του. Μία οβίς φονεύει τα περισσότερα μέλη του Επιτελείου της ιταλικής Μεραρχίας, το οποίον, εκ θέ­σεως προ των Δολιανών παρηκολούθει την μάχην. Η προς Ιωάννινα προέλασις των φασιστών ανεκόπη, ήρχισεν η ηρωική αντεπίθεσις και ο εχθρός εξερρίφθη πέραν των συνόρων, προς την Β. Ήπειρον.
Ο Μητροπολίτης Σπυρίδων ελθών εις τας Αθήνας, μετά βαθείας συγκινήσεως και δακρύων ηυχαρίστησε τον Κ. Γεωργακόπουλον ειπών «Κώστα μου σε εφώτισεν ο Θεός και απηγόρευσες να χαλάσω το έλος. Μας έσωσε».
(Αφήγηση του Κ. Γεωργακοπούλου, προς το συγγραφέα της Πολιτικής Ιστορίας της συγχρόνου Ελλάδος , Σπ. Μαρκεζίνη). 
119. Η "επανάσταση" του 1843 και ο "δημοκράτης" Μακρυγιάννης.
Ο Γεράσιμος Κακλαμάνης, που μόνο σαν φιλοβασιλικός δε θα μπορούσε να κατηγορηθεί, είναι κατηγορηματικός στη σελίδα 183 του βιβλίου του "Η Ελλάς ως κράτος δικαίου", ένα απ’ τα σπανιότατα κείμενα σε γλώσσα ελληνική που τολμάει να πει ολόκληρη την αλήθεια για τις
ιστορικές καταβολές της σημερινής μας μιζέριας και τη χρεοκοπία μας ως κράτους: Είναι μέγα ψέμμα ότι το πρώτο Σύνταγμα το θέλησε κάποιος "λαός"  εκ λόγων "δημοκρατίας". Κάθε άλλο παρά τη δημοκρατία είχαν στο νου τους ο Μακρυγιάννης και η παρέα του, όταν ζητούσαν απ’ τον δημοφιλέστατο Όθωνα, Σύνταγμα το 1843. Όπως βεβαιώνει ο Ν. I. Σαρίπολος, ο κόσμος δεν ήταν εντελώς εξαθλιωμένος τότε στην Ελλάδα, σε σύγκριση με τα άλλα κράτη της Ευρώπης, όπου γίνεται χαμός την εποχή που εμφανίζεται ο Μαρξ, που θ’ αργήσει πολύ να φτάσει και κατά δω. Δεν ήταν πλούσιοι οι Έλληνες και τότε, αλλά τα κουτσοβόλευαν με κανένα χωραφάκι και κανένα επιδοματάκι, λόγω συμμετοχής στην Ελληνική Επανάσταση - συμμετοχή που όλοι έσπευσαν να την εξαργυρώσουν δεόντως στα δημόσια ταμεία, όπως πάντα σε τούτο τον τόπο, όπου η εθνικοφροσύνη εξαφανίζεται αυτομάτως, όταν δεν υπάρχει αντάλλαγμα.
Λίγο πριν απ’ την "επανάσταση" του 1843, ο Όθων είχε ιδρύσει με δάνεια την Εθνική Τράπεζα που ήταν το καμάρι του. Προσέξτε τι γράφει η εφημερίδα "Ζέφυρος" στις 12/11/1841 σχετικά με την υπό ίδρυσιν Τράπεζα, με μια ειρωνεία που σπάει κόκκαλα και που λέει τα πάντα για την "επανάσταση"  του Μακρυγιάννη: "Καθώς ο ακανθόχοιρος ταράττεται εις κάθε κτύπον, τοιουτοτρόπως και οι έντιμοι και ευσυνείδητοι τοκογλύφοι μαίνονται οσάκις ακούουν ότι συσταίνεται χρηματική Τράπεζα.
Την φοράν αυτήν, ο Θεός να φυλάξη τους τοκογλύφους από την αποπληξίαν και προ πάντων από την αυτοχειρίαν. Λέγουν ότι είδον ένα  νέγρον να βαστά σχοινί σαπουνισμένον. Η οσονούπω σύστασις της Τραπέζης αποτελεί την φήμην αυτήν αληθινήν".
Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να κάνεις "δουλειές" τότε στην Ελλάδα, αν δεν σε "συνέδραμαν" οι λήστραχοι παρατραπεζίτες, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν Τράπεζες. Κάτι πλούσιοι, σαν τον Μακρυγιάννη, τον πλουσιότερο γηγενή Έλληνα της εποχής, καταλήστευαν τους πάντες.
Καταλαβαίνετε τώρα γιατί λύσσαξε ο "δημοκράτης" Μακρυγιάννης και ζητούσε σώνει και καλά σύνταγμα, σε μια εποχή που άλλες χώρες της Ευρώπης ούτε ακουστά το είχαν; Με το Σύνταγμα θα βολεύονταν οι απατεώνες και ο "κίνδυνος" για τους παρατραπεζίτες απ’ την οθωνική Τράπεζα θα περιοριζόταν.
Δεν είναι καθόλου, μα καθόλου τυχαίο που πριν απ' την εμφάνιση της Τράπεζας κανείς δε διανοήθηκε να ζητήσει Σύνταγμα. Παρά ταύτα, μέχρι τις μέρες μας, την "επανάσταση" του 1843 συνεχίζουν να μας την εμφανίζουν οι λωποδύτες σα συνέπεια του δημοκρατικού φρονήματος των Ελλήνων, που ούτε σήμερα κατάφεραν να γίνουν στ’ αλήθεια δημοκράτες, ενώ τον αρχιλωποδύτη και αρχαιοκάπηλο Μακρυγιάννη μας τον πλασσάρουν μονίμως σαν εθνικό ήρωα. Κι ύστερα απορούμε για τα χάλια μας, σ’ έναν τόπο που η απάτη είναι εγγεγραμμένη στην ιστορία μας. Είναι αυτή την εποχή που ο έντιμος πολιτικός Ν. I Σαρίπολος, πατέρας του μεγάλου συνταγματολόγου, αναφωνεί οργισμένος στη Βουλή:
"Θέλετε να μην πληρώνετε φόρους, αλλά να παίρνετε μισθόν!".

118. «Είμαστε πρώτα Άγγλοι και μετά φιλέλληνες». 
Στις 21 Μαΐου 1954, οι Times του Λονδίνου δημοσίευσαν ένα άρθρο πάνω στο Κυπριακό με τίτλο: «Το αίτημα των Κυπρίων για την ένωση με την  Ελλάδα». Μολονότι γραμμένο από «ειδικό ανταποκριτή», το άρθρο μαρτυρούσε τη γραμμή της εφημερίδος εκείνης που πάντα ασκούσε όχι ευκαταφρόνητη επιρροή στη βρετανική κοινή γνώμη. Όπως δημοσιεύτηκε, το περιεχόμενο του ήταν αντικειμενικό, αλλά δεν έπαιρνε θέση και δεν κατέληγε σε κανένα συμπέρασμα. Κάτι του έλειπε. Και πραγματικά είχαν αφαιρεθή από το αρχικό κείμενο δυο τελευταίες παράγραφοι. Φίλος, από το περιβάλλον των Times, μου είχε τότε δώσει να διαβάσω τα δοκίμια και είναι ενδιαφέρουσαι οι σκέψεις που αποτελούσαν το καταστάλαγμα. Θα ήταν πάντως κέρδος να είχαν δημοσιευθή:
«Στην Ελλαδα, η φιλία προς την Αγγλία ειναι γνησία και αποτελεί παράδοση. Εξ άλλου,είναι αδύνατο για οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση ν' αγνοήση το ισχυρό λαϊκό αίσθημα που ήγειρε στην Ελλάδα το κυπριακό ζήτημα ή να κωφεύση στις διαμαρτυρίες των Κυπρίων ότι είναι Έλληνες στη ψυχή εδώ και 3.000 χρονια και ότι επιθυμούν να γίνουν και εκ των πραγμάτων Έλληνες σημερα. Η άρνηση στους Κυπρίους των όσων παρεχωρήθησαν στους λαούς της Βιρμανίας, της Ινδίας και του Σουδάν εύκολα θα ερμηνευθή σαν πολιτικά μη ρεαλιστική και ψυχικά μη γενναιόφρων. Η μόνη λύση φαίνεται να είναι εκείνη που και ο στρατάρχης Παπάγος λέγεται ότι ευνοεί. Αν η βρετανική κυβέρνηση συμφωνήση να συζητήση το κυπριακό ζήτημα με τους Έλληνας και Κυπρίους ηγέτας, ίσως είναι δυνατό να πεισθούν οι Κύπριοι να δεχθούν ένα Σύνταγμα και τη συνέχιση της βρετανικής διοικήσεως (με τη συμμετοχή τόσο των Ελλήνων όσο και των Τούρκων) με αντάλλαγμα την υπόσχεση ότι θα συντελεσθή η Ένωση με την Ελλαδα σε πέντε ή δέκα χρονια, αν ελεύθερη ψηφοφορία καταδείξη ότι τούτο είναι η επιθυμία της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Αν τούτο δεν γίνη, το ζήτημα μάλλον θα εγερθή στα Ηνωμένα Έθνη όπου θα παράσχη ένα χρήσιμο όπλο στον σοβιετικό αντιπρόσωπο και θα γίνη πηγή ενοχλήσεων σε μας και τους συμμάχους μας στη Δύση». Όταν αργότερα βρέθηκα στο Λονδίνο και μίλησα με παλαιούς και δοκιμασμένους φίλους της Ελλάδος και τους ρώτησα γιατι δεν εκινήθησαν, γιατι δεν μας υπεστήριζαν στον άνισο αγώνα μας, μου απήντησαν όλοι στερεότυπα: «Είμαστε πρώτα Άγγλοι και μετά φιλέλληνες. Όταν το ραδιόφωνο σας μας εξύβριζε καθημερινώς και το Πανεπιστήμιο σας εκήρυττε το μίσος εναντίον του λαού μας,το λιγότερο που εμείς οι φίλοι σας μπρούσαμε να κάνουμε, ήταν να σιωπήσουμε».



117. O Λ. Κύρκος  υπενθυμίζει στο Ελληνικό Κοινοβούλιο ότι υπήρξε και  Ατίλλας ΙΙ. 

 Βέβαια, δεν υπάρχει μόνο ο Αττίλας Ι , υπάρχει και ο Αττίλας ΙΙ. Και ο Αττίλας II ήταν μεγαλύτερη τραγωδία και από τον Αττίλα Ι. Συνάδελφοι, ξέρετε ότι στις 31 Ιουλίου του 1974 συνελήφθηκε ένας Τούρκος ταγματάρχης, ο Τσαντινέλ, και πάνω του βρέθηκαν αυτό το πάκο των στοιχείων, που έδειχναν ότι επίκειται ο Αττίλας II; (Επιδεικνύει στη Βουλή ορισμένα έγγραφα).
Αυτά τα στοιχεία τα είχε υπόψη του ο κ. Κληρίδης, ο οποίος στις 4 Αυγούστου απευθύνεται στις κυβερνήσεις των χωρών και δε λέει λέξη για τον Αττίλα, ο οποίος επίκειται. Και η ελληνική Κ ΥΠ κατέχει τα στοιχεία αυτά από ό,τι. δείχνουν τα έγγραφα από τις 10 Αυγούστου και ο Αττίλας II γίνεται στις 14 Αυγούστου. Ποιος έχει αναλάβει αυτή την τρομακτική ευθύνη να μην ενημερωθεί κανένας και να μην τεθεί σε κίνηση κανείς από τους διεθνείς μηχανισμούς αποτροπής και να μην υπάρξουν βέβαια και τα μέτρα αμύνης, τα οποία βεβαίως θα λαμβάνονταν, αν αξιοποιούνταν τόσο ασφαλείς πληροφορίες όσο ήταν οι πληροφορίες που από τη σύμπτωση της σύλληψης του Τούρκου ταγματάρχη υπήρχαν στα χέρια και της κυπριακής και της ελληνικής πλευράς. Και διαβάζει βέβαια κανείς τη δήλωση που γίνεται από το αντίστοιχο γραφείο Τύπου της Κυπριακής Κυβέρνησης, τότε ήταν προεδρεύων ο κ. Κληρίδης, ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν αυτά τα στοιχεία σε επίδειξη καλής θελήσεως τότε; Την ώρα που οι άλλοι ετοίμαζαν το γιαταγάνι — δεν πρόκειται για γιαταγάνι, αλλά καταλαβαίνετε τη μεταφορική του έννοια. Η ελληνο-κυπριακή πλευρά απεδείκνυε — λένε τα επισημότατα χείλη — «αγαθή θέληση». Πρόσφερε δηλ. το λαιμό της για σφαγή. Αυτά πρέπει να διερευνηθούν, όπως πρέπει και άλλες πλευρές οι οποίες είναι στο σκότος.
«Θα εθεώρουν επί τη αναλήψει των καθηκόντων μου παράλειψιν να μην εξέφραζα προς τον αποχωρήσαντα Πρόεδρον κ. Νικόλαο Σαμψών, την ευαρέσκειάν μου». Αλήθεια, είναι, κύριε Κληρίδη; (21/2/86)

116. Όταν το αστικό κατεστημένο μιας γενναίας χώρας, όπως η Ελλάδα , πίστευε  σε μια οριστική νίκη του Χίτλερ .
«Όπως σε κάθε παρόμοια περίπτωση, έτσι και το 1941 οι πρώτοι που δώσανε το παρόν σ αυτό το αντεπαναστατικό, αντιλαϊκό και αντεθνικό έγκλημα ήταν οι πολιτικοί, στρατιωτικοί και πνευματικοί ηγέ­τες του αστικού κόσμου. Τα λεγόμενα πνευματικά ιδρύματα, ο αστικός τύπος, οι λεγόμενοι πολιτικοί και στρατιωτικοί άντρες βάλανε όλα τους τα δυνατά για να διαφθείρουν την ψυχή και τη συνείδηση των λαϊκών μαζών.
Για όσους αμφιβάλλουν και καλόπιστα έχουν αντιρρήσεις, τους προτείνουμε να διαβάσουν τον αθηναϊκό Τόπο της εποχής εκείνης. Θα βρούνε άφθονα αποδειχτικά που επιβεβαιώνουν απόλυτα τη διαπίστωση μας. Ας ρίξουνε λ.χ. μια μα­τιά στην «Εστία», στην « Καθημερινή», στο «Ελεύθερον Βήμα», στα «Αθηναϊκά Νέα», στην «Ακρόπολι» το Μάη-Ιούνη 1941. Εκεί θα διαβάσουν ότι: «ο πόλεμος ετελείωσε και δια την Ελλάδα... Δια την πραγματικήν ειρήνευσιν,... χρειάζεται και η ψυχική α π ο στράτευσις των Ελλήνων» («ΕΣΤΙΑ» 29.4.1941), ότι «ο πόλεμος ετελείωσε... Με την ψυχικήν αποστράτευσιν θα αισθανθώμεν την λύτρωσιν από τον εφιάλτην του πολέμου και θα αγωνισθώμεν δια να αναδείξωμεν την παραγωγήν και τον πολιτισμόν μας» («ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 30.4.1941), ότι «με τον τερματισμόν του πολέμου ήρθησαν πλέον οι φρα­γμοί οι οποίοι εχώριζαν τον Ελληνικόν λαόν με τους αντιπάλους του» «ΕΛ. ΒΗΜΑ» 2.5.1941), κλπ. κλπ.
Στις εφημερίδες αυτές διαβάζουμε ότι η «σεβα­στή» σύγκλητος του Πανεπιστημίου της Αθήνας έστελνε στο στρατηγό Τσολάκογλου συγχαρητήριο τηλεγράφημα για το διορισμό του σαν πρωθυπουρ­γός από τις χιτλερικές αρχές κατοχής. Το τηλεγρά­φημα έλεγε: «Η Σύγκλητος του Εθνικού Πανεπιστη­μίου χαίρουσα επί τη συγκροτήσει της Εθνικής Κυβερνήσεως υποβάλλει τα θερμά αυτής συγχα­ρητήρια δια την εις τας στιβαράς χείρας της Υμετέ­ρας εξοχότητος ανάθεσιν της προεδρίας αυτής». Σε συνέχεια οι κύριοι συγκλητικοί διαβεβαίωναν ότι ετάσσονταν παρά το ττλευρόν της δοσιλόγου κυβερ­νήσεως και ότι θα βοηθούσαν «εις το εξόχως Μέγα Πατριωτικόν αυτής έργον». Στις Ιδιες πάντα εφημερίδες θα βρούμε το συγχαρητήριο τηλεγρά­φημα του Δημάρχου της Αθήνας Αμβροσίου Πλυτά, προς τον Χίτλερ. Ο Δήμαρχος εκφράζει το θαυ­μασμό και την ευγνωμοσύνη «όλων των Αθηναίων προς τον ένδοξον Φ ύ ρ ε ρ του Γερμανικού λαού». Τέλος απ' αυτές τις εφημερίδες πληροφορούμεθα ότι ο Τσολάκογλου κάλεσε στις 7.5.1941 σε σύσκεψη όλους τους αρχηγούς των αστικών πολιτικών κομμά­των και ότι στη σύσκεψη αυτή πήραν μέρος ο διχτάτορας του 1926 στρατηγός Πάγκαλος, οι στρατηγοί Σ. Γονατάς και Α. Οθωναίος, ηγέτες του στρατιωτι­κού πραξικοπήματος του 1922, ο τραπεζίτης και πο­λιτικός Μάξιμος, ο αρχηγός του λαϊκού κόμματος Κ. Τσαλδάρης, οι πολιτικοί Γ. Παπανδρέου, Π. Κανελλό­πουλος, Γ. Μερκούρης, Γ. Πεσματζόγλου, Π. Ράλλης κ.ά. Στην επίσημη ανακοίνωση που βγήκε μετά το τέ­λος της συσκέψεως διαβάζουμε: Ο κ. Πρωθυπουρ­γός ήκουσε μετά προσοχής τας γνώμας των ανδρών τούτων... Πάντες ανεγνώρισαν ότι η Κυβέρνησις Ανάγκης είναι έπιβεβλημένον να υποστηριχθή εκ μέρους πάντων των Ελλήνων άνευ επιφυλάξεων και ειλικρινώς» (ύπ. δικ.) (Αθηναϊκός Τύπος 6.5.1941)
(Νίκος Ψυρρούκης («Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας, 1940-1967», τόμος Α' σελ. 94 κ.ε.)


115. Όταν οι Ήρωες πολεμούσαν σαν Έλληνες, οι Άγγλοι σύμμαχοι υπονόμευαν την Εθνική προσπάθεια.

 Ένα παράδειγμα αυτής της (στρατιωτικής) ανεπαρκείας δίδεται από το γεγο­νός ότι η Μεγάλη Βρεττανία προσεπάθησε και επέτυχε να υπεξαιρέση από την Ελλάδα, εις δύο ευκαιρίας, αεροπλάνα τα οποία της είχον υποσχεθή αι Ηνωμέναι Πολιτείαι ! Την 20ην Νοεμβρίου 1940 , η Ουάσιγκτον υπόσχεται εις τας Αθήνας 30 καταδιωκτικά αεροπλάνα τύπου Τοmahawk , γνωστά επίσης ως Ρ-40. Η Αγγλία όμως θέλει αυτά τα αεροπλάνα δι' εκείνην. Ο επιτετραμμένος της εις Ουάσιγκτον συναντάται, την 27ην Δεκεμβρίου, μετά του υφυπουργού των Εξωτερικών Σάμνερ Ουέλς και του προτείνει να δώση το Λονδίνον εις τους Έλληνας, αμέσως, τριάντα εκ των αεροπλάνων της τύπου Μοhawk έναντι των τριάντα Τοmahawk, τα οποία θα παρεδίδοντο εις την Αγγλίαν αργότερον. Η Ελλάς δέχεται. Αλλά κατόπιν αποδεικνύεται ότι τα υποσχεθέντα Μοhawk δεν ευρίσκοντο εις την Αίγυπτον, ως είχε λεχθή δι' ένα μέρος εξ αυτών, και δεν θα έφθαναν προ της παρελεύσεως ωρισμένου χρονικού διαστήματος. Κατόπιν, κατά τα μέσα Ιανουαρίου, όταν τα 30 Τοmahawks ήσαν έτοιμα πλέον να παραδοθούν εις τους Άγγλους, αυτοί δηλώνουν εις τους Αμερικανούς οτι «αι προσεχείς εβδομάδες θα ήσαν εξαιρετικώς κρίσιμοι και οτι κάθε αεροπλάνον θα ήτο απαραίτητον εις τας Βρεττανικάς Νήσους δια την άμυναν των πόλεων από τας ανηλεείς επιθέσεις». Συνεπώς, η αποστολή των 30 Μοhawks εις την Ελλάδα ανεστέλλετο και το Λονδίνον κατεκράτει πάντως τα 30 Τοmahawks .
Τότε , ύστερα από μίαν νέαν σειράν προσπαθειών, η ελληνική κυβέρνησις επέτυχεν, εις την Ουάσιγκτον, την 15ην Φεβρουαρίου, να της υποσχεθούν 30 καταδιωκτικά αεροπλάνα Grumman του αμερικανικού ναυτικού (τύπου F-3). Αλλά η υπόθεσις βραδύνει. Την 24ην Φεβρουαρίου, ο εν Λονδίνω πρέσβυς της Ελλάδος συναντάται μετά του Τσώρτσιλ και του ομιλεί άνευ περιστροφών, «ως πολίτης χώρας μαχόμενης υπέρ των όλων και ως άνδρας προς άνδρα [διευκρινίζει] τω ανεκοίνωσα... την απορίαν μου ότι από τρεις μήνας ηγωνιζόμην εις μάτην να λάβω μίαν απάντησιν δια τα αεροπλάνα εξ Αμερικής... Μοι απήντησεν ότι αι πληροφορίαι μου περί τοιούτων [εχθρικών] διαθέσεων [των υπηρεσιών του, επί του θέματος] δεν ήσαν αληθείς και έσπευσα αμέσως να ευχαριστήσω αυτόν δια την τοιαύτην διαβεβαίωσίν του» .
Εν τούτοις, την 22αν Μαρτίου οι Άγγλοι επιτυγχάνουν να κατακρατήσουν τα τριάντα Grummans. Τήν 24ην Μαρτίου, ο εν Αθήναις πρέσβυς τών Ηνωμένων Πολιτειών τηλεγραφεί εις τήν κυβέρνησίν του: «Μόλις έλαβον άπελπιστικήν σχεδόν έκκλησιν του
Έλληνος
πρωθυπουργού... [ο οποίος] δηλώνει σχετικώς τα κατωτέρω:... την υστάτην στιγμήν αι βρεττανικαί αρχαί εζήτησαν... να παραχωρήση η Ελλάς εις την Αγγλίαν τα αεροπλάνα ταύτα έναντι [τριάκοντα] αεροπλάνων Ηurricanes παραδοτέων εξ Αιγύπτου, πρότασιν την οποίαν η Ελληνική Κυβέρνησις ηρνήθη βεβαίως, γνωρίζουσα ότι η διοίκησις της Βρεττανικής Αεροπορίας εις Μέσην Ανατολήν όχι μόνον δεν διαθέτει παρομοίου τύπου αεροπλάνα δι΄αυτόν τον σκοπόν, αλλά δεν ηδυνήθη ήδη να προμηθεύση εις την Ελλάδα τα υποσχεθέντα προηγουμένως Ηurricanes ». Τέλος, την 31ην Μαρτίου, κατόπιν επανεξετάσεως της υποθέσεως, τα τριάκοντα Grummans παραδίδονται οριστικώς εις την Ελλάδα, αλλά δεν θα φθάσουν ποτέ εις τον προορισμόν των, διότι μίαν εβδομάδα αργότερον θα αρχίση η γερμανική εισβολή. Κατ' αυτόν τον τρόπον ετερματίσθη η απίστευτος αυτή ιστορία, η οποία δεν τίμα φυσικά την Μεγάλην Βρεττανίαν.
114. Ο Γ. Παπανδρέου στηλιτεύει από το βήμα της Βουλής την εγκληματική δράση του συρφετού των προδοτών, εις τον Γράμμον και το Βίτσι και πλέκει το εγκώμιο στους Μεγάλους μας Συμμάχους.
«Συνάδελφοι,
Ο συρφετός των προδοτών, ο οποίος είχε συγκεντρωθή εις τον Γράμμον και το Βίτσι, αριθμείται πλέον εις νεκρούς, εις αιχμαλώτους και εις φυγάδας. Δόξα και τιμή εις τας ενόπλους δυνάμεις της χώρας ( Χειροκροτήματα). Ζήτω ο εθνικός μας Στρατός. (Χειροκροτήματα).
Από τα βάθη της ψυχής του το έθνος απευθύνει υπερήφανον και ευγνώμονα χαιρετισμόν προς τας Ενόπλους Δυνάμεις, αι οποίαι με τον ηρωϊσμόν και την αυτοθυσίαν των, ακόμη μίαν φοράν εξασφαλί­ζουν την ανεξαρτησίαν και την αιωνιότητα της Ελλάδος. (Χειροκροτή­ματα). Και το Έθνος ολόκληρον υποκλίνεται ευλαβώς ενώπιον της Ιεράς Μνήμης των αθανάτων Νεκρών μας. Εις την συνείδησιν των επερχομένων ελληνικών γενεών αιωνία θα είναι η μνήμη των. (Χειροκροτήματα).
Αλλά δεν είμεθα μόνοι εις τας Θερμοπύλας. Έχομεν την συμπαράστασιν των Ελευθέρων Εθνών και των Μεγάλων Συμμάχων μας (Χειροκροτήματα). Υπήρξαν άνθρωποι οι οποίοι υποστήριξαν ότι η Ελλάς θυσιάζεται δια ξένα συμφέροντα. Ο λόγος αυτός αποτελεί βλασφημίαν και ύβριν. Την Ελλάδα την υπερασπίζεται ο Λαός μας. (Χειροκροτήματα). Δεν είναι μισθοφόρος ο Λαός μας, ώστε να θυσιάζεται δια ξένα συμφέροντα. Την Ελλάδα υπερασπίζεται. (Χειρο­κροτήματα). Αλλά συμβαίνει ο αγών της Ελλάδος να είναι αγών και όλων των ελευθέρων Εθνών. Συμβαίνει η Ελλάς να αποτελή την προφυλακήν του παγκοσμίου Μετώπου της Ελευθερίας και νίκη της Ανθρωπότητος. (Χειροκροτήματα). Και δια τούτο ευρίσκονται εις το πλευρόν μας τα Ελεύθερα Έθνη και οι Μεγάλοι μας Σύμμαχοι.
Απευθύνομεν χαιρετισμόν ευγνωμοσύνης προς τον Οργανισμόν των Ηνωμένων Εθνών δια την ηθικήν του συμπαράστασιν. Ευχαρι­στούμε την Βαλκανικήν Επιτροπήν, η οποία επεβεβαίωσε τας ευθύνας των κακών μας γειτόνων και το δίκαιον της Ελλάδος. (Χειροκροτήματα). Η ηθική όμως αναγνώρισις δεν αρκεί. Χρειάζονται και μέτρα θετικά, δια τη κατάλυσιν της επιβουλής. Διότι, εφ' όσον εξακολουθεί η ενίσχυσις των βορείων γειτόνων προς τους προδότας, η Ελλάς θυσιάζει το ιερώτατον αίμα των τέκνων της και δεν ημπορεί επ' αόριστον να συνεχίζεται η αιμορραγία. (Χειροκροτήματα). Ζητούμεν από τον ΟΗΕ, μέτρα θετικά, δια να επιβληθούν επί τέλους αι κυρώσεις, δια να επιβληθούν επί τέλους αι κυρώσεις του Διεθνούς Νόμου εναντίον των παραβατών του.
Και εκφράζομεν επίσης ευγνωμοσύνην προς τους Μεγάλους Συμμάχους. Παλαιοί, είναι οι δεσμοί μας προς την Μεγάλην Βρεττανίαν, και τους έχει καθαγιάσει ο χρόνος. Αλλά είναι φυσικόν να είμεθα περισσότερον ευαίσθητοι διά τας τελευταίας μεγάλας υπηρε­σίας της. Οι ευγενείς στρατιώται της Βρεταννικής Συμπολιτείας, τον Δεκέμβριον, έδωσαν την ζωήν των δια την ελευθερίαν της Ελλάδος. (Χειροκροτήματα). Αναπαύονται εις το Φάληρον. Και έχουν εις τας καρδίας μας την ιδίαν θέσιν με τους ιδικούς μας Νεκρούς. Και ίσως να υπάρχη δι' αυτούς περισσοτέρα τρυφερότης, διότι ήλθαν από πολύ μακράν, από την Αυστραλίαν, από την Νέαν Ζηλανδίαν, από την Νότιον Αφρικήν, ήλθαν να αποθάνουν δια την Ελλάδα. (Χειροκροτήματα).
Και έπειτα από την Απελευθέρωσιν εξηκολούθησεν η Μεγάλη Βρεταννία την βοήθειαν προς την Χώραν μας. Και μίαν ημέραν διέκοψε την βοήθειαν. Διότι συνέβη η Μεγάλη Βρεταννία να είναι συνάδελφος της Ελλάδος. Εξήλθομεν και οι δύο από τον πόλεμον «τραυματίαι της Νίκης" (Χειροκροτήματα).


113. Πάμπλο ..... ο επαναστάτης
Στo σημείο αυτό θέλω να πω και λίγα λόγια για το Μιχαήλ Ράπτη, τον Πάμπλο , ο οποίος επίσης ήταν με την ομάδα του Πουλιόπουλου. Ο Πάμπλο έκανε λοιπόν μια αισχρή πράξη. Όταν κηρύχτηκε η δικτατορία του Μεταξά , υπουργός Ασφαλείας ήταν ο Μανιαδάκης [19] που πριν εργαζόταν ως εργολάβος δημοσίων έργων .
Ο πατέρας του Ράπτη ήταν κι αυτός εργολάβος δημοσίων έργων και οι δύο τους γνωρίζονταν . Όταν λοιπόν ο Πάμπλο εξορίστηκε στην Ακροναυπλία είπε ο πατέρας του στο Μανιαδάκη: Αυτά που κάνει ο γιός μου είναι τρέλες και σεις παρακαλώ να τον αφήσετε για να μην αναγκαστεί να κάνει δήλωση".
Μετέτρεψαν λοιπόν τη ποινή του σε υπερορία [20] για να φύγει στο εξωτερικό .[21] Πήγε στη Γαλλία είπε ψέματα ότι ενώθηκαν οι τροτσκιστές και έγινε γραμματέας της 4ης Διεθνούς . Μετά γύρισε πίσω , έγινε και συμβουλάτορας του Παπανδρέου και όταν πέθανε, το ΠΑΣΟΚ του έκανε δημόσια κηδεία . Αίσχος για την κατάληξη ενός επαναστάτη να του κάνει η αστική τάξη δημόσια κηδεία εις βάρος των φορολογουμένων.

[20] Εξορία , ποινή εκτοπισμού εκτός των ορίων της χώρας.
112. Πατριώτες ή δοσίλογοι οι Έλληνες Στρατηγοί;
Δεν θέλω ποτέ να υποστηρίξω ότι οι αναλαβόντες ή οι μετασχόντες των επί Κατοχής Κυβερνήσεων εν γνώσει και εν συνειδήσει συνειργάσθησαν μετά των εχθρών της Ελλάδος και εις βάρος αυτής. Δεν είναι δυνατόν οι μετασχόντες εις την Κυβέρνησιν Στρατηγοί, οι οποίοι ηνάλωσαν όλον τον βίον των εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος και εις τα πεδία των μαχών και εκ των οποίων αρκετοί έχουν να επιδείξουν μίαν λαμπράν και ένδοξον ιστορίαν, ή και πολλοί των άλλων μετασχόντων ανδρών, των οποίων το παρελθόν υπήρξεν άψογον και μεστόν πολ­λών προς την Πατρίδα υπηρεσιών , και διέπραττον μίαν τόσον βδελυράν πράξιν.
Ο πατριωτισμός όθεν όλων αυτών δεν δύναται ουδόλως να αμφισβητηθή.
Αλλ' εάν δεν δύναται να αμφισβητηθή ο πατριωτισμός των, δεν δύναται επίσης να αμφισβητηθή το γεγονός ότι διέπραξαν μέγα σφάλμα ακολουθήσαντες γραμμήν άντικρυς αντίθετον προς το λαϊκόν αίσθημα και τα εθνικά μας συμφέροντα.
Εις την πεπλανημένην αυτήν ενέργειάν των ,θα .προέβησαν ασφαλώς εκ της πεποιθήσεως, την οποίαν ούτοι έτρεφον περί της Γε;ρμανικής νίκης. Επίστευον εις την Γερμανικήν νίκην και κατά συνέπειαν επίστευον ότι, μετέχοντες της Κυβερνήσεως, θα ηδύναντο να ωφελήσουν την Πατρίδα των.
Ίσως προβληθή το ερώτημα: «Δεν έπρεπε λοιπόν να υπάρχη επι Κατοχής Ελληνική Κυβέρνησις» ; Από πολλούς αμφισβητείται βασίμως η χρησιμότης της, διότι η ύπαρξίς της εκάλυπτε τας Αρχάς Κατοχής ως προς την λήψιν αποφάσεων και μέτρων εξοντωτικών δια τον Ελληνικόν λαόν, όπως είναι η απομύζησις υπό τούτων παντός πόρου και η πληρωμή εκ μέρους της μικράς και πτωχής Ελλάδος αφαντάστως υπερόγκων χρηματικών ποσών δι' έξοδα κατοχής κλπ. Αλλά και εάν παραδεχθώμεν την χρησιμότητα αυτής, πάντως δεν θα έπρεπε να μετάσχουν εις ταύτην Στρατηγοι του ενεργού στρατού, οι οποίοι μόλις προ ολίγων ημερών ηγωνίζοντο κατά των κατακτητών εις τα πεδία των μαχών.

111. Λίγο πριν από το τέλος.
Η συνάντηση μου με τον Χίτλερ υπήρξε πολύ σύντομη. Μόλις τον αντίκρισα στάθηκα προσοχή και έμεινα ακίνητος σαν άγαλμα. Ο Fuhrer πλησίασε και, κοιτάζοντας με κατάματα, άρχισε να μιλάει. Τότε κατάλαβα την γοητεία που ασκούσε εκείνος ο μεγάλος ηγέτης του Γερμανικού λάου, πάνω σε ανθρώπους και μάζες. Ο αντισυνταγματάρχης Βάις, που παρευρισκόταν, τον πληροφόρησε ότι δεν γνώριζα τα Γερμανικά στην εντέλεια. Ο Χίτλερ μίλησε αργά, προσπαθώντας να γίνει κατανοητός.
-Έχοντας ενημερωθεί για την θαρραλέα συμπεριφορά της Μονάδας σας, σας απονέμω τον Σταυρό του Ιππότη και, επιπλέον την Γερμανική υπηκοότητα.
Έπαψα να κοιτάζω τον Χίτλερ και απευθυνόμενος στον διερμηνέα μου τον Τζιάκοπο, του είπα: 

-Μετέφερε στον Fuhrer τις ευχαριστίες μου για την τιμή που μου κάνει, αλλά πες του ότι όσο ζω θα συνεχίσω να είμαι Ισπανός.
Ο Τζιάκοπο έκανε την μετάφραση. Ο Χίτλερ μου έτεινε το χέρι και με κοίταξε, σαν να ήθελε να μαντέψει τις σκέψεις μου. Επανέλαβε ότι αισθανόταν περήφανος για μας και έληξε η συνάντηση.
Έτσι αποχαιρέτησα εκείνον τον μεγάλο ηγέτη, που είδα πολύ ήρεμο με μια όψη κάπως κουρασμένη, ίσως, αλλά όχι "εντελούς κατεστραμμένο" όπως ανέφεραν βιβλία και περιοδικά.


110. Τι Γερμανοί, τι Βρετανοί.
Όταν ήρθαν οι Άγγλοι το 1944, για την ολιγαρχία ήταν χαράς ευαγγέλια. Απ' τον ένα στον άλλο! Τι Γερμανοί, τι Βρετανοί. Ο μπεζαχτάς να 'ναι καλά! Και μάλιστα μπροστά στις δυσκολίες που αντιμετώπισε το 1945 η νέα βρετανική κατοχή οι άνθρωποι της ολιγαρχίας πρότειναν επίσημα «να ζητήσει η Ελλάς να γίνει δεχτή στο βρετανικό Κόμμον Γουέλθ (Συμπολιτεία)·. Να μεταβληθεί στην ουσία σε αγγλική αποικία, για να έχει στο μέλλον την πλήρη βρετανική κάλυψη και υποστήριξη. Και μάλιστα υποστήριζαν πως, «εφ' όσον ο Βασιλεύς Γεώργιος κρίνεται ως υπεύθυνος δια την δικτατορίαν της Τετάρτης Αύγουστου, να παραμερισθεί οριστικώς και, αντί του Γεωργίου, ο Βασιλεύς της Αγγλίας (μια και η Ελλάδα θα είχε μεταβληθεί σε αγγλικό προτεκτοράτο) να διορίσει Κυβερνήτην ή Αντιβασιλέα για λογαριασμόν του αγγλικού στέμματος πλέον, τον Διάδοχον Παύλον. Έτσι θα επιτυγχάνονταν απόλυτη «εθνική ασφάλεια» διότι τα σύνορα της Ελλάδας θα ήταν στο μέλλον σύνορα της αγγλικής αυτοκρατορίας...»



109. Η αμάκα.
Στις 15 Φεβρουαρίου 1947 ο Άγγλος υπουργός  Εξωτερικών Μπέβιν αναγγέλλει επισήμως την αποχώρηση των βρετανικών στρατευμάτων απ’ την Ελλάδα. Και στις 12 Μαρτίου 1947 οι Αμερικανοί δηλώνουν, επισήμως κι αυτοί, πως τώρα που φεύγουν οι Άγγλοι αναλαμβάνουν τα ηνία της Ελλάδας, καταργώντας σχεδόν απροσχημάτιστα την ελληνική κυβέρνηση, που στο εξής θα εκτελεί χωρίς αντιρρήσεις αυτά που διατάσσουν οι Αμερικανοί.
Ο Τρούμαν, για την εφαρμογή του "Δόγματος Τρούμαν"| (σχέδιο για την ανάσχεση του κομουνισμού), ζητάει απ’ το Κογκρέσο έγκριση για 400 εκατομμύρια δολλάρια για την ανάσχεση του κομουνισμού στην Ελλάδα και την Τουρκία. Το Δόγμα Τρούμαν, δηλαδή, αφορά και την Τουρκία, κι ας μην πολέμησε, κι ας μην αντιμετωπίζει κομουνιστικό κίνδυνο. Το περίφημο καλαμπούρι "εφτά προς δέκα" αρχίζει παραλλαγμένο τότε.
Υπεύθυνος για την εφαρμογή του δόγματος Τρούμαν στην Ελλάδα, ορίζεται ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, στρατηγός Μάρσαλ. Το "Δόγμα Τρούμαν" αποτελεί μέρος του "Σχεδίου Μάρσαλ" που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, αφορά την Ευρώπη ολόκληρη, ενώ το δόγμα Τρούμαν αφορά κυρίως την Ελλάδα, όπου ο "κομουνιστικός κίνδυνος είναι άμεσος", αλλά και την Τουρκία, διότι ο εξαγώγιμος ελληνικός κομουνισμός πρώτα εκεί θα εξαχτεί! Μα, δεν ξέρουν οι Αμερικανοί πως στην Ελλάδα μόνο εισαγωγές κάνουμε; Το ξέρουν, αλλά όσο νάναι καλό είναι να παίρνουν τα μέτρα τους.
Τώρα ξέρετε γιατί κάνανε τον Τρούμαν άγαλμα. Αυτό που ίσως δεν ξέρετε είναι η ετυμολογία της λέξης "αμάκα" (την κάνω αμάκα, την έκανε αμάκα, κλπ.). Λοιπόν, η λέξη προέρχεται απ’ το ΑΜΑΟ, που είναι τα αρχικά του: Αμερικανική Αποστολή Βοήθειας προς την Ελλάδα.
Την κάνω αμάκα, λοιπόν, σημαίνει τρώω τα χρήματα της αμερικανικής βοήθειας. Γενικότερα, τη βολεύω με βοήθεια πάσης προελεύσεως, και όχι κατ’ ανάγκην αμερικανική. Η σύγχρονη παραλλαγή της παλιάς αμάκας, σήμερα λέγεται "μάσα της βοήθειας απ’ την ΕΟΚ". Μεγάλοι αμακατζήδες εμείς οι Έλληνες, αδερφέ μου. Καμιά λέξη δεν είναι περισσότερο ελληνική.
Ο αρχηγός της αποστολής που επιβλέπει στην Ελλάδα την εφαρμογή της αμερικανικής βοήθειας λέγεται Ντουάιτ Γκρίνσγουωλντ, τέως κυβερνήτης της Πολιτείας της Νεμπράσκα και έμπιστος του Αμερικανού προέδρου Τρούμαν, που διάλεξε να στείλει στην Ελλάδα ένα πολύ μεγάλο στέλεχος του κόμματός του, μπας και περισωθεί κάτι απ’ την αμάκα της ΑΜΑΟ. Αλλά μπα, δε βαριέσαι.
Πάντως, οι Έλληνες κομπραδόροι που παριστάνουν τους αστούς ενώ δεν είναι παρά τσαρουχάδες δεύτερης γενιάς, πανηγυρίζουν για την αμερικάνικη βοήθεια. Είναι να μην πανηγυρίζουν, που θα την ξεκοκκαλίσουν μέχρι δεκάρας; Άλλωστε, έκαναν κι άλλη δουλειά οι αμακατζήδες από υπάρξεως νεοελληνικούκράτους;
Και πάνω κει, νάσου και ο Γεώργιος Βλάχος της "Καθημερινής" να καλεί τον "πτωχόν ελασίτην της Καισαριανής", όπως λέει, στο πλούσιο τραπέζι. Προσοχή, δεν λέει στον ΕΛΑΣίτη: έλα να βοηθήσεις να ανορθώσουμε τη χώρα, του λέει, έλα και συ στο τραπέζι να φάμε μαζί την αμερικάνικη βοήθεια, ώστε να σε κάνω συνένοχο και να το βουλώσεις.
Αλλά ο πτωχός ελασίτης το χαβά του. Θέλει λαϊκή δημοκρατία, ντε και καλά.
108. Μεταφυσικός παραλογισμός.
Στα μέσα Φεβρουαρίου του 1935, ένα επιβατικό πλοίο βγαίνει αργά από το το γερμανικό λιμάνι του Bremerhaven . Στη πρύμνη διαβάζει κανείς το όνομά του αποτυπωμένο με εβραϊκή γραφή:  «Tel Aviv». Στο κατάρτι ανεμίζει υψωμένη η γερμανική σημαία με τη σβάστικα. Μεταφέρει Εβραίους που επιθυμούν να εγκατασταθούν στη Παλαιστίνη. Παρά το γεγονός ότι το πλοίο είναι εβραϊκών ( σιωνιστικών) συμφερόντων ο Κυβερνήτης του είναι ένα αφοσιωμένο μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και το ταξίδι πραγματοποιείται με την έγκριση και συμπαράσταση της Γερμανικής Κυβέρνησης. Το πλοίο φτάνει τελικά στο προορισμό του στις 21 Φεβρουαρίου με υψωμένη στο κατάρτι αυτή τη φορά την κυανόλευκη εβραϊκή σημαία. Ο πρώτος από τους επιβάτες που πατούν το πόδι του εκεί είναι ο δημοσιογράφος Dr. Martini έκτακτος απεσταλμένος της εφημερίδας Völkischer Beobachter  , επίσημο δημοσιογραφικό όργανο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας. 
(W. Martini, Hebräisch unterm Hakenkreuz" Die Welt ,Hamburg, 19 Ιανουαρίου 1975. Αναφέρεται και στο  Klaus Polken, "The Secret Contacts: Zionism and Nazi Germany, 1933-1941," Journal of Palestine Studies, Spring-Summer 1976, σελ. 65.)

107. Ο Κ. Καραμανλής δεν επιθυμεί να δει το Γεώργιο Ράλλη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας.

Την περασμένη Δευτέρα (5 Μαΐου) με παρακάλεσε ο Καραμαν­λής, που ακόμη δεν είχε παραιτηθεί από τη θέση του αρχηγού του κόμματος, να πάω στο σπίτι του. Ο Θόδωρος, που μου άνοιξε την πόρτα, με οδήγησε κατευθείαν στην κρεβατοκάμαρα του Προέ­δρου, ο οποίος με ρώτησε αμέσως αν θα  είμαι υποψήφιος. Του α­πάντησα ότι, όπως από καιρό ο ίδιος μόνο γνώριζε, θα διεκδικήσω το αξίωμα του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας και ελπίζω να είμαι ο εκλεκτός της κοινοβουλευτικής ομάδας. Με κοίταξε σχεδόν έκπληκτος, γιατί φαντάζομαι όλοι τον είχαν πείσει πως το θέμα είχε κριθεί υπέρ του αντιπάλου μου' δεν μου έκαμε όμως κανένα σχόλιο, αλλά άρχισε να αναπτύσσει ποιά θα έπρεπε να είναι η διαδικασία της εκλογής, που νόμιζε πως ήταν σκόπιμο να γίνει την Πέμπτη. Εναντιώθηκα στην ημερομηνία, λέγοντας ότι, αν η παραίτηση του από την αρχηγία γινόταν αμέσως, οι προθεσμίες επέτρεπαν να ψηφίσουμε την Τετάρτη' και όταν μου είπε «μα για μια μέρα κάνεις έτσι;», απάντησα ότι η άλλη πλευρά είχε αποδυθεί σε μια προσπάθεια προσελκύσεως οπαδών που κινδύνευε να διχάσει το κόμμα και κατά συνέπεια το καλύτερο θα ήταν να τελειώνουμε το ταχύτερο.
Ο Πρόεδρος επανέλαβε πως θα έστελνε την επομένη την επιστολή παραιτήσεως του στο γενικό γραμματέα της κοινοβουλευτικής ομά­δας Στεφανόπουλο και έτσι η εγγύτερη δυνατή ημέρα ήταν η Πέμπτη και πρόσθεσε: «Άλλωστε ο ηττημένος θα γίνει αντιπρόεδρος της νέας κυβερνήσεως κι έτσι δεν θα δημιουργηθεί κανένα θέμα». Αντέδρασα λέγοντας, ότι δεν επιθυμώ να είμαι μέλος στην κυβέρ­νηση Αβέρωφ και ότι, αν δεν εκλεγώ αρχηγός, είμαι έτοιμος να πα­ραιτηθώ από το βουλευτικό αξίωμα με τη δήλωση ότι θέτω οριστικό τέρμα στην πολιτική σταδιοδρομία μου. Έτσι, ο νέος αρχηγός θα μπορούσε απερίσπαστα και ανενόχλητος να προχωρήσει στο έργο του και να μη φοβηθεί καμιά ενδοκομματική διάσπαση.
Ο Πρόεδρος όμως ούτε καν ήθελε να ακούσει για κάτι τέτοιο και, ύστερα από συζήτηση που κράτησε περισσότερο από μισή ώρα και επειδή εγώ ήμουν αμετάπειστος, μου είπε: «Σε νόμιζα καλό παί­κτη. Φαίνεται ότι γελάστηκα. Ο Βαγγέλης δέχεται να είναι αντιπρόεδρος σε δική σου κυβέρνηση και να συνεργαστεί τίμια μαζί σου, εσύ γιατί αρνείσαι να κάνεις το ίδιο;». Με τα λόγια του αυτά με είχε φέρει στο φιλότιμο και αναγκάστηκα να δεχτώ.
Δεν πρόφτασα να πω το «ναι» και ο Πρόεδρος σηκώθηκε, κατευ­θύνθηκε προς την πόρτα και μου είπε: «Σύμφωνοι λοιπόν, θα γίνεις αντιπρόεδρος και θα πάρεις όποιο υπουργείο θέλεις. Πάμε τώρα να το αναγγείλουμε στον Αβέρωφ και στον Παπακωνσταντίνου που περιμένουν στο σαλόνι». Χαμογέλασα λέγοντας: «Σιγά-σιγά, κύριε Πρόεδρε. Είπαμε τι θα γίνει, αν ψηφιστεί την Πέμπτη ο Αβέρωφ, αν όμως ψηφιστώ εγώ αρχηγός;». Με κοίταξε με το ίδιο έκπληκτο ύφος που με είχε κοιτάξει και στην αρχή της συζητήσεως μας και με κάποια ανυπομονησία μου είπε: «Έ, στην περίπτωση αυτή ο Βαγγέ­λης θα είναι αντιπρόεδρος της δικής σου κυβερνήσεως και θα αναλάβει το υπουργείο που θέλει».
Ήταν φανερό ότι Ο Καραμανλής πίστευε πως το ενδεχόμενο της δικής μου εκλογής ήταν ουτοπία και ότι το είχε συζητήσει μαζί μου μόνο και μόνο για να μη με προσβάλει.

106. Επιχείρηση "Αλβανία"
Είναι σχεδόν άγνωστο, στο πλατύ κοινό, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία διάλεξαν το πτωχότερο ευρωπαϊκό κράτος, την Αλβανία, σαν το βασικό στόχο των προσπαθειών τους για να πάρουν ξανά την πρωτοβουλία στον ψυχρό πόλεμο, που είχε αρχίσει ένα χρόνο πριν. Ο Στάλιν είχε κάνει ορισμένες επιθετικές κινήσεις, όπως την κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας, τον τόσο πολυδάπανο για τους Αμερικανούς αποκλεισμό του Βερολίνου και την ενίσχυση των κομ­μουνιστών ανταρτών που προσπαθούσαν να ανατρέψουν διa της βίας την ελληνική κυβέρνηση. Γύρω στα τέλη του 1948, η Δύση πήρε την απόφαση να αντεπιτεθεί.
Η επιχείρηση «Αλβανία» αποφασίστηκε από τους Αμερικανούς και τους Βρετανούς αξιωματικούς σε μια συνάντηση στην Ουάσιγκτον και στη συνέχεια έγινε αποδεκτή από την ηγεσία των κυβερνήσεών τους. Αυτή η κίνηση βασιζόταν στην ιδέα ότι ο Στάλιν θα εντυπωσιαζόταν από την αποφασιστικότητα της Δύσεως να αναλάβει στρατιωτική δράση εναντίον του, ακόμη και σε μικρή κλίμακα και σε βάρος ενός τόσο απόμακρου σημείου της αυτοκρατορίας του. Αυτή η προσπάθεια θα τον έκανε να σκεφθεί δυο φορές πριν συνεχίσει τις επιθετικές ενέργειες του. Αν επιτύγχανε η επιχείρηση, η Αλβανία θα μπορούσε να ξεφύγει από τη σοβιετική τροχιά, να δοθεί ένα τέλος στο σκληρό καθεστώς του Χότζα και στη θέση του να εμφανισθεί μία λιγότερο αντιδυτική κυβέρνηση.
Το στρατιωτικό σκέλος της επιχειρήσεως άρχισε τον Οκτώβριο του 1949 με την απόβαση στο αλβανικό έδαφος των πρώτων ομάδων που αποτελούνταν από αντάρτες εκπαιδευμένους από τους Βρετανούς και τελείωσε στα τέλη του 1953, με την αποκάλυψη μιας σημαντικής αποστολής που κατευθυνόταν από τους Αμερικανούς. Οι πράκτορες συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο δικαστήριο. Όπως ήταν φυσικό, όλα αυτά τα γεγονότα προβλήθηκαν ιδιαίτερα από τις αλβανικές εφημερίδες και το ραδιόφωνο. Τα σοβιετικά μέσα ενημερώσεως αναφέρονταν σπανίως σ' αυτό το γεγονός, ενώ συγχρόνως προσπαθού­σαν να μειώσουν, όσο ήταν δυνατόν, τη σημασία του.
Κανένας στη Δύση δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στα παράπονα της αλβανικής κυβερνήσεως. Αλλά ακόμη και αν τα πρόσεξαν, τα θεώρησαν μέρος της υστερίας των ανατολικών δικτατοριών για την ύπαρξη κατασκόπων. Ούτε το Κογκρέσσο ούτε το βρετανικό Κοινο­βούλιο ενόχλησαν τις κυβερνητικές υπηρεσίες σχετικά με αυτό το θέμα . Απλούστατα, δεν εγνώριζαν τίποτε απολύτως. Στην πραγματικότητα, οι μόνοι που είχαν κάποια γνώση ήταν οι αρμόδιοι των μυστικών υπηρεσιών και οι ηγεσίες των δύο κυβερνήσεων. Και αυτή η μυστικότητα τηρήθηκε περισσότερο από μία δεκαετία.


105.  Οι ουσιαστικοί λόγοι ανατροπής του Γ. Παπαδόπουλου από την εξουσία.

Στις 7 Οκτωβρίου έγινε μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Μακάριου με ναρκοθέτηση του δρόμου, απ5 όπου περνούσε συνήθως το αυτοκίνητο του. Ήταν, βέβαια, αδύνατο να κα­θορισθεί η προέλευση των βίαιων ενεργειών, που συγκλόνιζαν την Κύπρο, αλλά, όπως ήταν φυσικό, οι υποψίες έπεσαν στον Παπαδό­πουλο και τον Ιωαννίδη, καθώς και στο Γρίβα.
Την ίδια ώρα ξεσπούσε στην ανατολική Μεσόγειο μια ακόμη σο­βαρότερη κρίση. Στις 7 Οκτωβρίου, την ημέρα ακριβώς της τελευ­ταίας απόπειρας κατά της ζωής του Μακάριου, άρχισε ο πόλεμος του Γιομ Κιππούρ μεταξύ της Αιγύπτου και του Ισραήλ. Αυτή τη φορά την πρωτοβουλία είχαν οι Αιγύπτιοι, που λίγο έλειψε να καταγάγουν περιφανή νίκη. Όπως πάντα, η αμερικανική κυβέρνηση υποστήριξε ολόψυχα το Ισραήλ, αλλά η κυβέρνηση των Αθηνών, μένοντας στα­θερή στην εθνική πολιτική της φιλίας με τους Άραβες, διακήρυξε την ουδετερότητα της στη διαμάχη αυτή. Ο νέος υπουργός των Εξω­τερικών Ξανθόπουλος - Παλαμάς έκανε σχετική δήλωση στις 13 Οκτωβρίου. Μεταξύ άλλων είπε ότι «ο ελληνικός χώρος, θαλάσσιος και εναέριος, δεν χρησιμοποιείται δι9 οιανδήποτε ενέργειαν σχέσιν έχουσαν με την εμπόλεμον κατάστασιν εις την Μέσην Ανατολήν».21 Παρόμοια δήλωση είχε κάνει στις 10 Οκτωβρίου και η τουρκική κυ­βέρνηση, πράγμα που προκάλεσε,κατά την άποψη του Κίσσινγκερ, και την ελληνική ανακοίνωση.28
Κάποια στιγμή, όταν οι Ισραηλινοί ανάκτησαν την πρωτοβουλία των κινήσεων, ο Πρόεδρος Νίξον, φοβούμενος σοβιετική παρέμβα­ση, κήρυξε τις αμερικανικές δυνάμεις παγκοσμίως σε κατάσταση πυ­ρηνικής ετοιμότητας. Αυτό ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικό για τους Έλληνες, αφού ήταν γνωστό ότι ο αμερικανικός 6ος Στόλος, που τώ­ρα ελλιμενιζόταν στα νερά της Αττικής, διέθετε πυρηνικά όπλα. Ευ­τυχώς, οι μάχες μεταξύ Αιγυπτίων και Ισραηλινών σταμάτησαν σχε­δόν αμέσως μετά από αυτό το γεγονός στις 23 Οκτωβρίου. Ο πυρηνι­κός κίνδυνος είχε απομακρυνθεί, αλλά τα διλήμματα της ελληνικής πολιτικής παρέμεναν. Αργότερα, δεν θα ήταν λίγοι οι Έλληνες, που υποπτεύονταν ότι η αμερικανική κυβέρνηση δυσαρεστήθηκε από την ελληνική ουδετε­ρότητα, και για το λόγο αυτό έπαυσε να υποστηρίζει τον Παπαδόπουλο και το Μαρκεζίνη. Ένας Αμερικανός διπλωμάτης, που επισκέ­φθηκε τη χώρα λίγο μετά τη λήξη του πολέμου, ακούστηκε σε μια δεξίωση, που δόθηκε προς τιμήν του, να καταφέρεται εναντίον της ελ­ληνικής κυβέρνησης.29
Ο Μαρκεζίνης, που έτρεφε την ίδια υποψία, απέδιδε την αμερικα­νική δυσαρέσκεια στην άρνηση του να αποδεχθεί την επέκταση των παρεχόμενων στρατιωτικών διευκολύνσεων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσεως του αεροδρομίου της Ελευσίνας.30 Όμως, οι υποψίες αυ­τές δεν επιβεβαιώνονται από τις μεταγενέστερες αμερικανικές μαρτυ­ρίες.

104. Οι Εβραίοι στη Καϊζερική Γερμανία.
Γενικά, είναι πολύ γνωστό, ότι σε καμία άλλη χώρα στον κόσμο, η εβραϊκή κοινότητα, δεν είχε αφομοιωθεί τόσο πολύ, όσο στη Γερμανία . Παραδείγματα : Ένας από τους πιο γνωστούς Γερμανούς ρομαντικούς, ο Η. Heine ήταν Εβραίος ( που στη συνέχεια βαφτίστηκε ) , ο μεγαλύτερος Εβραίος συνθέτης , ο Mendelssohn , ήταν ένας άλλος Γερμανός ρομαντικός του οποίου η μουσική σήμερα. δεν επιτρέπεται να ακουστεί σε κάποιες συναγωγές , κι αυτός βαπτισμένος. Ο καλύτερος φίλος του Kaiser ήταν ο Albert Ballin , ο Εβραίος ιδρυτής της μεγαλύτερης γερμανικής ναυτιλιακής γραμμής και το μόνο πρόσωπο που διέθετε μια ιδιωτική τηλεφωνική γραμμή με τη κρεβατοκάμαρά του αυτοκράτορα . Ο περίφημος  Εβραίος χημικός Haber ήταν διευθυντής του Ινστιτούτο Χημείας Kaiser Wilhelm, όπου ανέπτυξε τη διαδικασία για την παραγωγή αμμωνίας από το άζωτο του αέρα . Για το σκοπό αυτό έλαβε το βραβείο Νόμπελ για τη χημεία . Χωρίς αυτή τη διαδικασία , η γερμανική βιομηχανία εξοπλισμών δεν θα ήταν σε θέση να καλύψει επαρκώς με πυρομαχικά ούτε ένα χρόνο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Απόδειξη του γεγονότος , η κατάσταση των 500.000 Εβραίων ανάμεσα στα εξήντα εκατομμύρια Γερμανών ήταν τέτοια, που με την έναρξη του πολέμου στα 1914 ο αμερικανικός εβραϊκός Τύπος υποστήριζε σταθερά τη Γερμανία . Τι συνέβη τότε; Γιατί υπήρξε στη Γερμανία ένας παθογόνος " αντισημιτισμός " μόλις  δέκα με δεκαπέντε χρόνια αργότερα ; 
Από το αμφιλεγόμενο βιβλίο του Heinz Weichardt Under Two Flags (Κάτω από δύο σημαίες)
103. Ήρωες ή προδότες;

Όσοι θελήσουν να ιστορήσουν την έξοδο των αξιωματικών εκτός τωv ορίων της Ελλάδος και την διαφυγήν των εις Μ. Ανατολήν, θα την συνδυάσουν οπωσδήποτε με τας ενεργείας της Κυβερνήσεως των υπερόχων νικητών Ηγετών του Αλβανικού έπους, ιδιαίτατα των αειμνήστων Στρατηγών Τσολάκογλου και Μπάκου, διότι απετέλεσαν την βάσιν εξορμήσεως  και τον κρυφόν σύνδεσμον των εκτός των ορίων της Ελλάδος εξορμούντων.
Διότι ενώ οι Δημιουργοί αυτοi της Νίκης του «ΟΧΙ» εστεφανώθησαν με τον στέφανον της δόξης, δια  να διασώσουν τους ηρωϊκούς υπ' αυτούς αγωνιστάς, ανήλθον την τεραστίαν κλίμακα της ευθύνης, την οποίαν ελάχιστοι εκλεκτοί και δυνατοί την ψυχήν δύνανται να ανέλθουν. Για. τέτοιες aποφάσεις ο ίλιγγος της ευθύνης, εμποδίζει, τρομοκρατεί.
Υπερίσχυσε εις αυτούς το αίσθημα της ανωτάτης προς τους μαχητάς των οφειλής και τους έσωσαν από την καταισχύνην του δούλου - εργάτου και τον αποδεκατισμόν των εις τα έργα του κατακτητού. Τους έσωσαν από την ασφαλή διαπόμπευσιν της θριαμβευτικής πορείας του Μουσσολίνι εις την Ρώμην!!
Και  δεν ήτο μόνον τούτο, αλλά διετήρησαν διά της σωτηρίας των την συνέχειαν του αγώνος εντός και εκτός των ορίων της Ελλάδος.
Η υπ' αυτών επιτευχθείσα ανακωχή αποτελεί στρατηγικήν επιτυχίαν επί του πεδίου της μάχης.
Και η ανάληψις Κυβερνητικών ευθυνών υπό το χάος και το πέλμα του κατακτητού  αποτελεί πράξιν υπερτάτης αuτοθυσίας όχι, προσιτής εις όλους.
 Άλλωστε, εις τούτο είχον σύμφωνον όλην σχεδόν την Ιεραρχίαν του μετώπου αφού και σχετικόν πρωτόκολλον υπεγράφη εις Μέτσοβον δια την συμμετοχήν του αειμνήστου Στρατηγού Μπάκου και την ανάληψιν υπ' αυτού του Υπουργείου Αμύνης, το πρώτον τότε συσταθέντος.

102. Mικρά Ασία: Ο μαχόμενος στρατός στα όρια των αντοχών του .
Εκ των ολίγων Αξιωματικών, οίτινες μετέβησαν επ' αδεία εις την Ελλάδα, μικρόν μέρος τούτων επιστρέφοντες εις Μ. Ασίαν, περιέγραφον την κατάστασιν του Εσωτερικού με τα μελανώτερα χρώματα, και μετέδιδον εις το Στράτευμα την απογοήτευσιν, διότι αντί ενθαρρύνσεως ην ήλπιζον να συναντήσωσιν εν Ελλάδι, εύρισκον τουναντίον ανήκουστον και πρωτοφανή αδιαφορίαν δια τον επί πλέον της τριετίας ταλαιπωρούμενον και μαχόμενον εις τα βάθη της Μ. Ασίας Ελληνικόν στρατόν, ο οποίος τοιουτοτρόπως αντελαμβάνετο ότι κατ' ουδέν λογίζονται αι στερήσεις, αι κακουχίαι, οι κίνδυνοι και αι θυσίαι, ας υφίστανται εν τω Μετώπω.
Η Πολιτεία ενήργει προαγωγας, και απένειμεν έτι αμοιβάς εις τους αξιωματικούς του Εσωτερικού, χωρίς να κάμνη ουδεμίαν διάκρισιν μεταξύ των εν τω Μετώπω μαχόμενων, και των εν τω Εσωτερικώ ανέτως παραμενόντων. Τελεία ισοτέδωσις των μεν και των δε. Δια τούτο, αθρόως υπεβάλλοντο αιτήσεις εκ μέρους των αξιωματικών παντός βαθμού του Μετώπου, περί μεταθέσεώς των εις το Εσωτερικόν, διότι επείσθησαν ότι θα κριθώσι και αμειφθώσιν ομοίως, είτε εις το Μέτωπον, είτε εις το Εσωτερικόν υπηρετούσιν. Εγεννήθη εις όλους η πικρία, ότι τους καρπούς των ταλαιπωριών, των μόχθων, των κινδύνων και αυτού του αίματος των μαχομένων, καρπούνται εξ ίσου αν μη επί πλέον και οι εν τω Εσωτερικό παραμένοντες.
Οι Διοικηταί των εν Μ. Ασία τριών Σωμάτων Στρατού (Αου Στρατ. Κοντούλης, Βου Στρατ. Τρικούπης καί Γου Στρατ. Πολυμενάκος) δι' αναφορών και προσωπικών επιστολών κατά Οκτώβριον 1921 προς τον Διοικητήν της Στρατιάς, διεξετραγώδησαν την λυπηράν ταύτην κατάστασιν, ήτις έτεινε να διαλύση και να αποσυνθέση το στράτευμα.
Αλλ' εκτός τούτου, παραλλήλως, συν τω χρόνω ήρχισαν να δυσανασχετούν δια την παράτασιν της ατέρμονος εκείνης καταστάσεως και οι οπλίται, οι οποίοι στρατευθέντες με την προϋπόθεσιν να διεξαγάγουν μίαν εκστρατείαν μετά το πέρας της οποίας ήλπιζον, όπως είχεν αφεθή να πιστεύσωσιν, ότι θα επέστρεφον εις τας εστίας των αποστρατευόμενοι, έβλεπον αντιθέτως την κατάστασιν εκείνην χρονίζουσαν, και ουδαμού παρουσιάζουσαν ελπίδα οριστικής λύσεως έστω καί μεμακρυσμένην.
Η Κυβέρνησις παρά τας επανειλημμένως εκδοθείσας σχετικάς διαταγάς, δεν είχε την δύναμιν να επιβληθή εις τους εν τω Εσωτερικώ παραμένοντας αξιωματικούς παντός βαθμού, ουδέ εις τους ανυποτάκτους καί λιποτάκτας οπλίτας, ων ο αριθμός ανήρχετο εις πολλάς δεκάδας χιλιάδων, οίτινες παρέμειναν ήσυχοι εις τας εστίας των, εν ω χρόνω παρέμενον οι άλλοι, οι μη επιτήδειοι, εις το Μέτωπον, μη δυνάμενοι δυστυχώς οι τελευταίοι ούτοι να τύχωσιν αδείας, ένεκα της μη επιστροφής των πρώτων απελθόντων επ' αδεία εις το Εσωτερικόν.
Η μη εξ ίσου κατανομή των πολεμικών βαρών μεταξύ του εστρατευμένου έθνους εδηλητηρίαζε και εμάραινε τον εν τω Μετώπω στρατόν.
Οι εις την γραμμήν προκαλύψεως ευρισκόμενοι αξιωματικοί και οπλίται παρέμενον εντός προχείρων υποστέγων ή υγρών οπών, ας ανώρυξαν εις το έδαφος και έζων ως τρωγλοδύται.
Πάντες αξιωματικοί και οπλίται επεζήτουν το τέλος του πολέμου.
Κατά την λογοκρισίαν των επιστολών, μοι εδόθη αφορμή ν' αναγνώσω τοιαύτας οπλιτών εκ μέρους των εν τω Εσωτερικώ παραμενουσών οικογενειών των, περί της υπό πάσαν έποψιν και ιδίως οικονομικήν, οικτράς τούτων καταστάσεως, όπερ ήδύνατο να σπαράξη πάσαν ανθρωπινήν καρδίαν. 
Κατά τας συχνάς μεταβάσεις μου εις τα διάφορα τμήματα προς τα οποία μετέβαινον δια να έχω ιδέαν και άμεσον αντίληψιν επί της εν γένει καταστάσεως, προσπαθών να διαγνώσω αλλά και να ενισχύσω το ηθικόν των οπλιτών, υπέβαλον εις αυτούς διάφορα ερωτήματα και προσεπάθουν να εξάρω το καθήκον και την καρτερικότητα, πλην όμως σχεδόν ουδέποτε παρέλειπον ούτοι να υπαινιχθούν τον πόθον των προς τερματισμόν του πολέμου και άποστράτευσιν. Ο λογισμός πάντοτε εκεί περιεστρέφετο. Άδειαι δεν εχορηγούντο πλέον μετά το γεγονός, ότι οι λαβόντες δια την Ελλάδα δεν επανήρχοντο πλέον εις το Μέτωπον.
Προσεπαθούμεν δια διαφόρων ψυχαγωγικών μέσων, αθλητικών αγώνων, προχείρων θεάτρων κλπ. να τους διασκεδάσωμεν την στενοχωρίαν και δυσφορίαν.
Ο ιματισμός των ανδρών λίαν ελλειπής. Το συσσίτιον δεν ήτο ανάλογον προς τας περιστάσεις. Ένεκεν ελλείψεως κρέατος, εδίδετο τοιούτον μόνον δις της εβδομάδος.
Πολλάκις παρετηρήθη έλλειψις ελαίου καί οσπρίων, τα δε μακαρόνια εδίδοντο άνευ τυρού, νερόβραστα, τα όποία μετά τινας ημέρας ουδείς πλέον έτρωγε. .
(ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ :ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1922 ΠΑΡΑΜΟΝΑΙ ΕΧΘΡΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΣΕΩΣ Α ( ΗΘΙΚΟΝ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΟΣ )

101. Μια ακόμα Επανάσταση , εκείνη του 1909 , εκφυλίζεται σε κακοσχεδιασμένο και λίαν επικίνδυνο κίνημα.
Το κίνημα του στρατού δεν κατέληξε την 15ην Αυγούστου εις λαϊκήν επανάστασιν, αλλά παρέμεινε κατά την ημέραν εκείνην, ως ένοπλος στρατιωτική στάσις της φρουράς Αθηνών, διότι ο Λαός δεν ανεμίχθη εις το κίνημα, ουδέ εξεδήλωσε τι υπέρ τούτου, αλλ' έμεινε αδρανών και αμφιβάλλων περί του πρακτέου. Συνεπώς ο στρατός απομονωθείς ευρίσκετο εκτός του Νόμου, και εάν δεν ημνηστεύετο, θα εξηκολούθει να ευρίσκηται εκτός του Νόμου. Άνευ της αμνηστείας ο στρατός θα καθίστατο επικίνδυνος διά την Χώραν και δι αυτήν έτι την επανάστασιν και θα διέτρεχε τον σπουδαίον κίνδυνον να διαλυθή, διότι έκαστος εκ των ανηκόντων ή μη, εις τον Σ. Σ. θα ηδύνατο ν' αρνήται την εκτέλεσιν οιασδήποτε υπηρεσίας ή δια­ταγής ανωτέρου του, ή να πράττη ό,τι ήθελεν, ή vα εγκαταλιμπάνη τας τάξεις του κατ' αρέσκειαν και άνευ ουδεμίας νομίμου ευθύνης, επί τη προφάοει ότι δεν εννοεί να συμμετέχη της στάσεως. Δια της αμνηστείας όμως ο στρατός υπεχρεούτο να παραμείνη εις τας τάξεις του, υποκείμενος εις απάσας τας ισχύου­σας διατάξεις των στρατιωτικών Νόμων και κανονισμών. Πλην τούτου ο στρατός αμνηστευθείς ηδύνατο να ενεργή νομίμως προς καταστολήν παντός κινήματος αντιδραστικού, η κατά του καθεστώτος, εκ μέρους οιουδήποτε, εν ω τοιαύτη ενέργεια του στρατού άνευ της αμνηστείας δεν θα ήτο εξησφαλισμένη δια λόγον λίαν ευνόητον. Ουδεμία δε δύναται να χωρή αμφιβολία ότι κατά το ατυχές ναυτικόν κίνημα, το στράτευμα της ξηράς και το ναυτικόν, εάν δεν είχον αμνηστευθή, δεν θα ενήργουν ως ενήρ­γησαν πειθαρχούντα και συντεταγμένα προς καταστολήν τούτου αμέσως, αλλά θα διηρούντο εις δύο τουλάχιστον ομάδας αντι­θέτους και η εν Σαλαμίνι αρξαμένη αιματοχυσία θα συνεχίζετο εις τας οδούς των Αθηνών. Δια της αμνηστείας καθορρίζετο προς τούτοις και  η στάσις του Βασιλέως έναντι της καταστάσεως των πραγμάτων. Ο Βασιλεύς, εμπιστευθείς την εξουσίαν εις Κυβέρνησιν της εκλογής του, δεχθείσα να εκτελέση τα αιτή­ματα του Σ. Σ. άτινα αναντιρρήτως είχον γνωσθή Αυτω, και συνάμα υπογράψας το περί αμνηστείας Διάταγμα, εδήλωσεν εμμέσως ότι αποδέχεται το πρόγραμμα του Σ. Σ, και συμφωνεί προς την μέλλουσαν ενέργειαν της Κυβερνήσεως δια την εκτέλεσιν τούτου. Ευκόλως δε νοείται ότι εάν ο Βασιλεύς είχε γνώμην εναντίαν, ου μόνον δεν θα υπέγραφε το περί αμνηστείας Διάταγμα, αλλά και δεν ήθελεν αναθέσει τον σχηματισμόν της Κυβερνήσεως εις τον αποδεχθέντα την εκτέλεσιν των αιτημάτων του Σ. Σ. Μαυρομιχάλην.

(Αντιστρατήγου Νικολάου Ζορμπά:Απομνημονεύματα ή πληροφορίαι περί των συμβάντων κατά την διάρκειαν της Επαναστάσεως της 15ης Αυγούστου 1909 Εκδοτικός Οικος Λ.Θ  Λαμπροπούλου 1925 σελ 90-91) 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ