Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

ΑΡΙΣΤΕΙΔHΣ Ε ΒΕΚΙΑΡΕΛΗΣ :TO ΣYNTEΧΝΙΑΚΟΝ ΚΡΑΤΟΣ


II
ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΙΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ .



Ο  Κόσμος, παλαιός και νέος, από δύο αιώνων εξετράφη με τας αρχάς της ακράτου ελευθερίας των Φιλοσόφων και Εγκυκλοπαιδιστών, τας οποίας υιοθέτησε και διεκήρυξεν η Γαλλική Επανάστασις, εκ των ιδεών των οποίων και εξεπορεύθη  η  πρώτη του 1789 και τας οποίας δεν εκλόνισεν η δευτέρα κοινωνική  τοιαύτη του 1848.
Η  Γαλλική Επανάστασις, κηρύξασα την απελευθέρωσιν του ατόμου από το καταπιεστικόν και αντιτιθέμενον εις τον πολίτην καθεστώς, το οποίον ανέτρεπεν, επηγγέλθη καθεστώς πλήρους ελευθερίας και ισότητος τόσον εις το πολιτικόν όσον και εις το οικονομικόν πεδίον, διεμόρφωσεν όμως το νεώτερον κράτος  φιλελεύθερον πολιτικώς, κατά θεωρίαν δέ καί οικονομικώς, κηρύξασα  την Ελευθερίαν του Ατόμου όσον και της Εργασίας, καταργήσασα τας Συντεχνίας του Μεσαίωνος(6) και  συνεπώς το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι εν τω οικονομικώ  στίβω.
Ούτω  ενομίσθη, ότι ο λαός καθίστατο «κυρίαρχος και ελεύθερος». Πλήθος πολιτικών καί οικονομολόγων εις όλην

την  Ευρώπην —αλλά προ παντός εν Γαλλία και Αγγλία—εμπνεόμενοι από  τας θεωρίας των Φιλοσόφων και Εγκυκλοπαιδιστών και επηρεασμένοι εκ των κηρυγμάτων της Επαναστάσεως, διελάλουν  τας αρχάς της ελευθερίας του ατόμου, της ανεξαρτησίας αυτού, τας ατομικιστικάς ονομασθείσας θεωρίας, και   τας οικονομικάς αρχάς, με μικράς ή μεγαλειτέρας διαφοράς των φυσιοκρατών, κατά τας οποίας «φυσικοί νόμοι», όπως οι νόμοι της κυκλοφορίας του αίματος, διέπουν τας κοινωνίας και  τας συναλλαγάς, νόμοι «αυτόματοι και αναλλοίωτοι», «αναπόφευκτοι  και φυσικής τάξεως», «γεωμετρικοί» όπως οι νόμοι του Ευκλείδου, η ελευθέρα λειτουργία των οποίων · εξασφαλίζει την «κοινωνικήν αρμονίαν».
Το  Κράτος, έλεγον οι οικονομολόγοι της εποχής, ουδέν δύναται να προσθέση, εκτός ζημίας, επεμβαίνον εις την λειτουργίαν των οικονομικών δυνάμεων. Το καθήκον του είναι να παραμένη απαθές— οι γεωμετρικοί νόμοι δεν δύνανται να επηρεάζωνται από  τίποτε— και να εξασφαλίζη την δημοσίαν τάξιν και ασφάλειαν. (Απεκλήθη, ως γνωστόν, εκ τούτου: «Εtat Gentarme »)·
Όσον  αφορά τας οικονομικάς λειτουργίας το παν περιλαμβάνεται εις τας δύο λέξεις τας χαραχθείσας ανεξιτήλως εις την μετώπην της κλασικής φιλελευθέρας σχολής: Laisser faire!,
Ήσαν  δε αι κυριώτεραι θεωρίαι των κλασικών από των φυσιοκρατών μέχρι των φιλελευθέρων, αι ακόλουθοι, με μεγαλείτερον ή μικρότερον περιεχόμενον, αναλόγως των απόψεων εκάστου.
1. Φυσικοί  και αναπόφευκτοι Νόμοι διέπουν τα οικονομικά Φαινόμενα. Αυτόματος οικονομική τάξις επικρατεί ως εκ «θείας Προνοίας». Ουδεμία ανάμιξις του Κράτους, διότι υπέρ τους γραπτούς του νόμους υπάρχουν οι άγραφοι νόμοι της φύσεως.
2. Η  ατομική πρωτοβουλία αφιεμένη ελευθέρα, είναι επωφελεστέρα δια το σύνολον, διότι υπάρχει, σύμπτωσις ατομικού και  γενικού συμφέροντος.
3. Ελευθερία  εμπορίου. Ελευθερία εργασίας. Ελευθερία συναλλαγών.
4. Ο  ελεύθερος ανταγωνισμός συγκρατεί και καθορίζει τας δικαίας τιμάς, δια του νόμου της «προσφοράς και ζητήσεως».
5. Ο  μισθός ανταποκρίνεται εις το απολύτως απαραίτητον της συντηρήσεως και καθορίζει το κόστος του βίου του εργάτου
6. Η  Ιδιοκτησία είναι ιερά και απαραβίαστος. Προσωπικόν δικαίωμα.
7. Άμεσος  φορολογία της εγγείου προσόδου.
 *
**





Αλλ' ευθύς αμέσως και εκτός των διαφωνούντων κατ' έκτασιν, υπήρξαν οι διαφωνούντες και ως προς τας αρχάς ταύτας και ετολμήθη να αμφισβητηθούν ωρισμέναι αρχαί, έφθασαν δε να μη πιστεύουν πάντες ότι το «βιβλίον του Αδάμ Σμίθ»—του «πατρός της πολιτικής οικονομίας»—είναι το «ευεργετικώτερον βιβλίον μετά την Καινήν Διαθήκην». Ο άκρατος φιλελευθερισμός ωφέλει βεβαίως την βιομηχανίαν και τους κεφαλαιούχους, ο εργαζόμενος όμως κόσμος δεν έβλεπε τον εαυτόν του «ούτε «κυρίαρχον» ούτε «ελεύθερον».
Όταν υπάρχει προσφορά εργασίας (η δε εργασία ως εμπόρευμα καθορίζεται και αυτή υπό του νόμου της «προσφοράς και ζητήσεως»), ουδεμία αντίστασις, όπως ο μισθός κατέλθη και υπό το κατώτατον όριον της ζωής, αφού δεν είναι ανάγκη να ζουν πλέον όλοι—λέγει ο νόμος των μισθών.  
Αλλά ο κλασικότατος J.B Say. μεταβάς εiς Αγγλίαν τω 1815 συγκινείται διαπιστώνων ότι ο Άγγλος εργάτης δεν κερδίζει
ούτε το ήμισυ των δαπανών του. Το 1835 εις έκθεσίν του ο Ure αναφέρει ότι εις τα Αγγλικά υφαντουργεία επί 350 χιλιάδων εργατών, 10 χιλιάδες είναι κάτω των 11 ετών και 156 κάτω τών 18. Ο Σισμονδί αναφέρει ότι εις την Γρενόβλην εργάζονται παιδιά 6—8 ετών. Το «Βulletin de la Societe Industrielle de Mulhouse του 1828 αναγράφει τhν ημέραν εργασίας ως έχουσαν 15—17 ώρας (7).
Και ηκούσθη η πρώτη διαπίστωσις από αυτόν τούτον τον Say, έστω εκ γενναιοψυχίας.
Ο Σισμονδί διαπιστώνει ότι «δεν υπάρχει σύμπτωσις ατομικού και γενικού συμφέροντος», πράγμα το οποίον αναγνωρίζει και ο φιλελευθερώτατος Στιούαρ Μίλλ, πάντες δε οι επακολουθούντες αναγνωρίζουν την οικτράν κατάστασιν του λαού, εκσπάσασαν εις ταραχάς και στάσεις, αλλά οι μεν κλασικοί δικαιολογούν ότι τούτο προέρχεται ως εκ της μη πλήρους και ελευθέρας λειτουργίας των οικονομικών νόμων, ενώ αντιθέτως οι αντίπαλοι πυκνούμενοι καθημερινώς προσπαθούν να αποδείξουν che il mondo non va da se και ζητούν την παρέμβασιν του Κράτους.
Η καθημερινή ανάπτυξις των βιομηχανιών και η συγκέντρωσις αυτών εις μεγάλα κέντρα, η εφαρμογή της εφευρέσεως του ατμού και πλείστων άλλων τελειοποιήσεων, καθημερινώς ώγκωναν την αθλιότητα και ο λαός έβλεπεν ότι αν υπήρχεν ελευθερία εργασίας, δεν υπήρχε και εξασφάλισις ζωής, ότι το «ιερόν δικαίωμα» της ιδιοκτησίας δεν ηδύνατο να είναι ιερόν και όταν ακόμη η ιδιοκτησία καθίστατο εκμεταλλευτική και κακοποιός, ότι η συγκέντρωσις των κεφαλαίων εις χείρας ολίγων, απεστέρει της δυνατότητος της εργασίας τους μη διαθέτοντας κεφάλαια, οίτινες υπεχρεούντο πλέον να πωλώσι την «εργατικήν των ενέργειαν» ως εμπόρευμα, σύμφωνα με την προσφοράν, η οποία καθημερινώς ηύξανε λόγω των μηχανών, αίτινες προσέθετον νέους ανέργους. Ότι ο νόμος της «προσφοράς και ζητήσεως» εστερείτο ηθικής βάσεως, εφόσον τα κριτήρια της αξίας δεν ήσαν ελεύθερα και εκ των δύο πλευρών και ότι ασφαλώς ελάμβανε χώραν κάποια κατάχρησις, υπό την αιγίδα μάλιστα του Κράτους — του φιλελευθέρου κράτους, το οποίον ακριβώς δια της μη επεμβάσεως του και του περιορισμού του εις όργανον δημοσίας τάξεως, εστέρει τους πολίτας της ελευθερίας των και ηνείχετο ώστε αι συναλλαγαί ν' αποβαίνουν άδικοι.
«Όταν αφίνετε — έλεγον οι διαφωνούντες, — ελευθερίαν » εις τας συναλλαγάς, αφίνετε τοιαύτην εις τον κάτοχον των » προϊόντων, όστις ορίζει την τιμήν ως θέλει. Εις τον αγοραστήν δεν αφίνετε ουδεμίαν ελευθερίαν ή δικαίωμα κανονισμού τιμής του πράγματος, του οποίου έχει ανάγκην. Του άφίνετε, λέγετε, την ελευθερίαν να το αγοράση ή να μη το αγοράση. Αλλά τοιαύτην « ελευθερίαν », του να φάγη ή » όχι, δεν έχει ο άνθρωπος, θα αποθάνη. Και επί πλέον ανταλλαγή προϊόντων σημαίνει ανταλλαγήν εκδουλεύσεων.
 Αλλ ' ο αγοραστής παρέχει ως αντάλλαγμα νόμισμα—δεόντως ηλεγμένον από το Κράτος ότι περιέχει τοσαύτας και  τοιαύτας μονάδας μετάλλου—ενώ ο πωλητής παρέχει προϊόν,του οποίου την ποιότητα και την τιμήν ουδείς ελέγχει ή καθορίζει.
Το Κράτος μόνον μέτρα και σταθμά ελέγχει και ενώ δια του νομίσματος μου αγοράζω προϊόν μετρηθησόμενον δια ηλεγμένων μέτρων, δέν είναι ηλεγμένον αυτό τούτο το προϊόν, από απόψεως ποιότητος και αξίας.
«Η εργασία δε; ;Eχετε iδιόκτητα εργαστήρια, είσθε κάτοχοι τvν μηχανημάτων — «τvν μέσων τhς παραγωγής» — και με καλείτε « ελεύθερον» ως είμαι, κατ' ουσίαν, σας παρακαλώ εγώ, να εργασθώ, εις αντάλλαγμα .δε της εργασίας μου,χαρακτηριζομένης ως εμπόρευμα υποκείμενον εις τον «αναλλοίωτον» νόμον τής προσφοράς καί ζητήσεως, μου δίδετε ημερομίσθιον, το οποίον καθορίζετε σεις και ο αναλλοίωτος σας νόμος».
»Ώστε ... «η ιδιοκτησία είναι κλοπή» και ο νόμος της προσφοράς καί ζητήσεως έκμετάλλευσις και η ελευθερία των συναλλαγών Φενάκη, λαμβάνουσα χώραν υπό, την αιγίδα του Κράτους —του Κράτους σας του «αστικού»— το οποίον αφίνει, ως φιλελεύθερον, να πληρωνώμεθα υπό την αξίαν του προϊόντος, όπερ παράγομεν,' την διαφοράν του οποίου ( την περίφημον « mehrwert » του Marx ) καρπούσθε σεις. Θα οργανωθώμεν λοιπόν οι εργαζόμενοι και θα αμυνθώμεν και θα ζητήσωμεν την αλλαγήν του συστήματος, όπως δυνηθώμεν: Εξελικτικώς οι ήπιοι. Χριστιανικώς οι χριστιανοί σοσιαλισταί.
Δια της επεμβάσεως του Κράτους εις την ρύθμισιν, οι Κρατικοί σοσιαλισταί. Δια της βίας οι επαναστάται, και
θα κατακτήσωμεν το Κράτος. Και όταν νικήσωμεν εις την «πάλην αυτήν των τάξεων», και θα νικήσωμεν, διότι είμεθα οι
περισσότεροι, όσον και να μη φαινώμεθα, διότι δεν είμεθα  ηνωμένοι (θα ενωθώμεν όμως, και δη διεθνώς! Προλετάριοι όλου του κόσμου, ενωθήτε!) και διότι δεν έχομεν «ταξικήν συνείδησιν», θα μεταβάλωμεν το Κράτος εις  Κράτος της ιδικής μας τάξεως, δια της «δικτατορίας του προλεταριάτου», δια να το καταργήσωμεν κατόπιν, διότι ημείς  είμεθα καθ' αυτό φίλοι της ελευθερίας και εχθροί του Κράτους, του οποίου το νόημα δεν συμβιβάζεται με την ιδέαν της ελευθερίας !» (8)




Υποσημειώσεις:
(6)
(7)
(8)

(Επιστροφή)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου