Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1930


Οι πολιτικές εκλογές της 14 Σεπτεμβρίου 1930 είναι οι έκτες στη σειρά εκλογές που λαμβάνουν χώρα στη Γερμανία στη περίοδο της λεγομένης Δημοκρατίας της Βαιμάρης. Οι διεκδικούμενες έδρες ανέρχονται σε  557 (από τις 491 του 1928).Και σε αυτή την αναμέτρηση το  SDP αν και αισθητά αποδυναμωμένο , παραμένει στη πρώτη θέση με 143 έδρες.
Στις εκλογές αυτές οι Εθνικοσοσιαλιστές σημειώνουν θεαματική άνοδο. Από τις 12 έδρες εκτοξεύονται στις  107 έδρες και καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση.


 ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ                                          

ΕΔΡΕΣ  



ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ
 SPD
  143
ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ  ΚΟΜΜΑ ΤΩΝ  ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ
 NSDAP
107
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ
 KPD
77
ΚΕΝΤΡΟ

68
DEUTSCHNATIONALE  VOLKSPARTEI
 DNVP
41
DVP (Εθνικοφιλελεύθεροι)

30
RPDM

23
ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΔΗΜΟΚΤΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ  (Φιλελεύθεροι της Αριστεράς Πτέρυγας)

20
ΒΑΥΑΡΙKO ΛΑΙΚΟ ΚΟΜΜΑ 
 BVP
19
DEUTSCHE BAUERNPARTEI (Αγρότες)

6
CHRISTLICH-SOZIALER VOLKSDIENST (Προτεστάντες)

4
KONSERVATIVE VOLKSPARTEI (Συντηρητικοί)

4
BUND DER LANDWIRTE (Αγρότες)

3
DEUTSCH-HANNOVERSCHE PARTEI

3
ΑΛΛΟΙ

29






ΣΥΝΟΛΟ

577

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΣΙΔΗΡΑ ΦΡΟΥΡΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ 10.ΣΤ

Η ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ
Η αναθεώρηση του άρθρου 7 του Συντάγματος και ιδιαίτερα η ευκολία με την οποία η Κυβέρνηση κατάφερε να επιβάλει τις απόψεις της γεννά έντονο προβληματισμό στην ομάδα των φοιτητών που συσπειρώνεται γύρω από το Κοντρεάνου. Όλοι παραδέχονται ανοικτά ότι το πολιτικό Σύστημα στάθηκε πιο ισχυρό και πιο ευέλικτο από αυτούς. Διαδήλωσαν ,έστειλαν υπομνήματα διαμαρτυρήθηκαν αλλά μάταια.  Στο παιχνίδι της γάτας με το ποντικό διάλεξαν το ρόλο του ποντικού και έχασαν .. 
Τί απομένει να γίνει;
Όι φωνές που υποστηρίζουν ότι οι  φοιτητικές κινητοποιήσεις πρέπει να σταματήσουν  γιατί δεν οδηγούν πουθενά πληθαίνουν. Οι φοιτητές  οφείλουν να αποδεσμευτούν και να επιστρέψουν με το κεφάλι ψηλά στις αίθουσες.
Και μετά;
Ο Κοντρεάνου ζητά την άποψη του Μότα .
-Οι φοιτητές δεν μπορούν άλλο να αντισταθούν αυτό το φθινόπωρο, και προκειμένου να έχουμε μια άθλια συνθηκολόγηση όλων μας ,ύστερα από ενός χρόνου αγώνα , είναι καλύτερο να τους προτρέψουμε να ξαναγυρίσουν στα μαθήματα , και εμείς που τους καθοδηγήσαμε να βάλουμε ένα τέλος, όπως αρμόζει στο κίνημα: θυσιάζοντας τις ζωές μας  αλλά συμπαρασύροντας  μαζί μας στη πτώση , όλους εκείνους  που θα κρίνουμε  περισσότερο ενόχους  για προδοσίας των ρουμανικών συμφερόντων. Θα προμηθευτούμε περίστροφα  και θα τους πυροβολήσουμε , δίνοντας ένα τρομερό παράδειγμα  που θα παραμείνει στη Ρουμανική μας ιστορία. Ότι και να πάθουμε μετά από αυτό -αν πεθάνουμε ή αν μείνουμε στη φυλακή  για όλα μας τα χρόνια  -δεν ενδιαφέρει στο παραμικρό.

Πάνω σε ένα κομμάτια χαρτιού ονόματα γράφονται , σβήνονται και ξαναγράφονται σε διαφορετική σειρά. Μακρύς ο κατάλογος .Για κάθε όνομα ακούγονται κατηγορίες  , απαριθμούνται εγκληματικές πράξεις  και αξιολογούνται εν θερμώ. Μια λίστα με ονόματα σχηματίζεται. Ονόματα πολιτικών που είναι ή έχουν χρηματίσει υπουργοί ή θεσμοθετημένοι παράγοντες της χώρας. Από αυτούς ξεχωρίζουν 6. Κρίνονται ομόφωνα ένοχοι για εγκλήματα εναντίον της Πατρίδας και η τιμωρία που τους αρμόζει ,δεν μπορεί να είναι άλλη από την εσχάτη των ποινών.[1]
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής των στόχων έχει σειρά η οργανωτική διαδικασία . Οι «εκτελεστές» οργανώνονται σε«ομάδες εφόδου» .





Περισσότερο από ομάδες εφόδου στη πραγματικότητα πρόκειται για ομάδες αυτοκτονίας. Η εκτέλεση του στόχου δεν είναι αυτοσκοπός, αυτό που μετρά είναι η πράξη τιμωρίας με μια ξεκάθαρη μεταφυσική έννοια. Δεν πρόκειται για δολοφόνους που θα ξεπηδήσουν από το πουθενά, θα εκτελέσουν μια πράξη τρομοκρατίας και θα επιστρέψουν ασφαλείς στο πουθενά. Έρχονται για να εκτελέσουν στο όνομα μιας μεταφυσικής εντολής έναν εχθρό της Πατρίδας να εκπληρώσουν το χρέος τους απέναντι στο ίδιο τους το γένος και να πεθάνουν . Δεν υπάρχει ούτε προβλέπεται δρόμος διαφυγής.  Ο εκτελεστής πηγαίνει να  αποδώσει  τη δική του δικαιοσύνη και αδιαφορεί για τις συνέπειες. Δεν αφήνει γέφυρες πίσω του ικανές να τον οδηγήσουν σε δεύτερες σκέψεις .
Χρόνος πολύτιμος χάνεται με καινούριες συζητήσεις ............
Οι πρώτες συζητήσεις γίνονται στο σπίτι του Butnaru στο Ιάσιο σε ένα διευρυμένο κύκλο συνωμοτών (Corneliu Codreanu, Ion I. Mota, Ilie Gârneata, Tudose Popescu, Corneliu Georgescu, Radu Mironovici, Leonida Bandac, Vernichescu, Traian Breazu, Nicolae Dragos, dr. C. Danulescu, Ion Zelea Codreanu Corneliu Codreanu, Ιοη Ι. Mota, Ilie Gιrneatza, Radu Mironovici, Corneliu Georgescu)
Στις 8 Οκτωβρίου 1923 οι συζητήσεις για την λήψη των οριστικών αποφάσεων συνεχίζονται στο Βουκουρέστι στο σπίτι του Nicolae Dragos. Πέρα από τον Corneliu Codreanu και τον οικοδεσπότη Nicolae Dragos συμμετέχουν οι Ion I. Mota, Ilie Gârneata, Tudose Popescu, Corneliu Georgescu, Radu Mironovici, Leonida Bandac, Vernichescu, Traian Breazu, Δρ C. Danulescu, και ο καθηγητής Ion Zelea Codreanu). Αυτή τη φορά οι συνωμοτικοί μηχανισμοί δεν έχουν λειτουργήσει στον βαθμό που θα έπρεπε .
Απρόσκλητη μέσα στη νύκτα κάνει την εμφάνισή της η Αστυνομία. Κάποιος από τους συνωμότες προφανώς από αφέλεια ή συνειδητά έχει μιλήσει αν και όλα δείχνουν ότι η αστυνομία κρατά από ημέρες την επαφή με την ομάδα.. Η αστυνομία δεν κρατά στα χέρια της μόνο τους συνωμότες αλλά και τα περίστροφα με τα οποία θα προχωρούσαν στην υλοποίηση της απόφασής τους. Δεν χρειάζονται περισσότερα στοιχεία. Τα αστυνομικά αυτοκίνητα μεταφέρουν τους συνωμότες στην Αστυνομική Διεύθυνση.

«Για αρκετή ώρα στην στάση αυτή σκεπτόμασταν . Εμείς που πριν λίγο ήμασταν ελεύθεροι άνθρωποι, περήφανοι και αποφασισμένοι να σπάσουμε τις αλυσίδες που φυλάκιζαν το γένος μας τώρα καταντήσαμε τελείως ανίσχυροι υποχρεωμένοι να στεκόμαστε ακίνητοι με τα πρόσωπα στραμμένα στον τοίχο επειδή έτσι θέλησαν μερικοί αστυνομικοί, με τις τσέπες άδειες σαν να ήμασταν πορτοφολάδες, δίχως κολάρα, γραβάτες, μαντίλια και δακτυλίδια. Από εκείνη την ώρα θα άρχιζαν τα μεγάλα μας μαρτύρια πού σιγά-σιγά θα μας ξέσκιζαν την ίδια μας την καρδιά. Αυτά τα μαρτύρια άρχιζαν με την ταπείνωσή μας. Πιστεύω πώς δεν υπάρχει μεγαλύτερο μαρτύριο για έναν άνθρωπο της δράσεως πού ζει για την υπερηφάνεια και την τιμή, από το να αφοπλίζεται και στην συνέχεια να ταπεινώνεται. Σε κάθε περίπτωση ό θάνατος είναι ασυγκρίτως προτιμότερος.
Στην συνέχεια οδηγηθήκαμε σε μια αίθουσα με πάγκους και αφού καθίσαμε ο ένας από τον άλλο σε μια απόσταση πέντε μέτρων πλαισιωμένοι από τους αστυνομικούς πήραμε την διαταγή να μην κοιτάζει ο ένας τον άλλο. Σ’ αυτή την θέση παραμείναμε ώρες ολόκληρες• τέλος άρχισαν να μας φωνάζουν έναν-έναν για ανάκριση. Η ανάκριση γινόταν σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο παρουσία του εισαγγελέως, του ανακριτού του στρατηγού Νικο­λεάνου καθώς και αντιπροσώπων κάποιων υπουργών. Τα χαράματα ήλθε και ή δική μου σειρά. Εκεί μου έδειξαν μερικά γράμματά μου καθώς και δύο καλάθια πού μέσα βρισκόντουσαν όλα τα περίστροφα που είχαμε κρύψει σε σίγουρο μέρος. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως τα είχαν βρει. Σκεφτόμουν: Από πού έμαθαν για τα περίστροφα; ‘Η ανάκριση άρχισε. Δεν γνώριζα αυτό πού οι άλλοι πριν από μένα είχαν καταθέσει γιατί δεν είχαμε προλάβει να συνεννοηθούμε. Ποτέ δεν μπορούσαμε να φανταστούμε κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό αφού πρώτα στάθμισα την κατάσταση πήρα την απόφαση πού Θεωρούσα καλύτερη. Μια στιγμή δισταγμού.
«Όταν μου έκαναν την πρώτη ερώτηση τρία λεπτά μετά από την είσοδο μου εκεί μέσα, δεν μπορούσα ακόμη να εκτιμήσω την θέση πού είχα βρεθεί και συνεπώς να πάρω μια απόφαση. Ήμουν εξαντλημένος από την κούραση και την ψυχική ταραχή γι’ αυτό όταν μου ζήτησαν να απαντήσω, είπα: «- Κύριοι, σας παρακαλώ να μου δώσετε χρόνο ενός λεπτού πριν απαντήσω». Το πρόβλημα ήταν: ν’ αρνηθώ ή να μην αρνηθώ; Σ’ αυτό το λεπτό συγκέντρωσα όλες τις πνευματικές και ψυχικές μου δυνάμεις και πήρα την απόφαση να μην αρνηθώ.. Να ομολογήσω την αλήθεια! Δίχως φόβο ή δισταγμό. ‘Αντίθετα υπερβάλλοντας τις πραγματικές μας διαθέσεις.
-Ναι τα περίστροφα είναι δικά μας. Σκοπεύαμε να εκτελέσουμε τούς υπουργούς, τούς Ραβίνους και τούς ‘Εβραίους μεγαλοτραπεζίτες.
Αμέσως άρχισα να τους ονομάζω με πρώτο και καλύτερο τον Αλεξάντρου Κωσταντινέσκου και τελειώνοντας με τούς ‘Εβραίους Μπλάνκ Φίντελρμαν, Μπερκοβίτσι, Χόνιγκμαν όλοι οι παρευρισκόμενοι γούρλωσαν τα μάτια παρασυρμένοι από την φρίκη. ‘Από την στάση τους κατάλαβα πώς οι άλλοι σύντροφοι Πού είχαν ανακριθεί πριν από μένα είχαν αρνηθεί τα πάντα .
-Και για ποιο λόγο κύριε θέλατε να τούς εκτελέσετε;
-Τους πρώτους γιατί πούλησαν την χώρα τους. Τούς δεύτερους επειδή είναι εχθροί και διαφθορείς.
-Και δεν μετανιώσατε;
-Δεν μετανιώσαμε... αν εμείς πέσουμε, μικρό το κακόπίσω μας είναι χιλιάδες πού έχουν την ίδια γνώμη με μας.
Λέγοντας τις φράσεις αυτές ένοιωσα πως απελευθερωνόμουν από το αίσθημα της ταπείνωσης- αν τα είχα αρνηθεί θα βυθιζόμουν περισσότερο. Τώρα στηριζόμουν πάνω στην πίστη μου την ίδια πίστη πού με είχε φέρει ως εδώ και αντιμετώπιζα υπερήφανα την θλιβερή μοίρα που με περίμενε και εκείνους πού έμοιαζαν σαν τ’ αφεντικά πού Θα έκριναν την ζωή ή τον θάνατό μου.
Αρνούμενος θα έπρεπε να κρατήσω μια στάση παθητική, προσπαθώντας να προστατεύσω τον εαυτό μου από τις κατηγορίες που θα μου απέδιδαν.... Στην δίκη που θα ακολουθούσε με βάση τις γραπτές αποδείξεις πού είχαν στα χέρια τους, θα έπρεπε να γίνουμε μάρτυρες μιας ντροπιασμένης και οδυνηρής καταστάσεως, θα έπρεπε να αρνηθούμε τα ίδια μας τα γραπτά, την ίδια μας την πίστη, την αλήθεια.
Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με την συνείδησή μας και την τιμή ολόκληρου του κινήματος. Σαν αντιπρόσωποι ενός μεγάλου φοιτητικού κινήματος δεν θα έπρεπε μήπως να έχουμε το κουράγιο και την υπευθυνότητα των πράξεων και των ιδεών μας;.... Τέλος μ’ έβαλαν να υπογράψω την κατάθεση που είχα συντάξει με τα ίδια μου τα χέρια. Την υπέγραψα. Τέλος όμως πρόσθεσε πως η ημερομηνία δράσεως δεν είχε καθαρισθεί μια που είχαμε συλληφθεί την ώρα της συζητήσεως.
Τότε οι ανακριτές με σταμάτησαν ζητώντας συνεχώς και περισσότερο, να διαγράψω αυτή την διευκρίνιση. Μόνο αργότερα κατάλαβα γιατί επέμεναν τόσο Η τελευταία αυτή διευκρίνηση κατέστρεψε από νομικής πλευράς ολόκληρο το οικοδόμημα του κατηγορητηρίου και αποτελούσε την γραμμή της υπερασπίσεως μας .
Μια συνωμοσία έχει ανάγκη από τέσσερα στοιχεία.
1- Μια οργάνωση πού αποβλέπει σ’ αυτόν τον σκοπό.
2- Την επισήμανση των θυμάτων.
3- Την συλλογή των όπλων.
4- Καθορισμός του χρόνου δράσεως.
Εμείς όμως δεν είχαμε καθορίσει την στιγμή· ήμασταν ακόμη στην φάση του σχεδιασμού. Το σημείο αυτό έχε κεφαλαιώδη σημασία γιατί μέχρι την στιγμή της δράσεως θα μπορούσαμε να αρρωστήσουμε, ή να έχουν πεθάνει τα άτομα πού είχαμε επισημάνει, ή να έπεφτε ή κυβέρνηση κ.λ.π. Ολόκληρη η γραμμή της υπερασπίσεώς μας βασιζόταν στο σημείο αυτό. Μετά την κατάθεσή μου οι αστυνομικοί με οδήγησαν σ’ ένα υπόγειο και με κλείδωσαν μέσα. Κατάλαβα πως οι σύντροφοί μου βρισκόντουσαν στα διπλανά κελιά. Χτύπησα τον τοίχο με την γροθιά μου και ρώτησα ποιος ήταν. Άκουσα να απαντούν: «ο Μότα». Ξάπλωσα στο σανίδι με πρόθεση να κοιμηθώ μια που ήμουν εξουθενωμένος από την κούραση, αλλά επειδή δεν είχα παλτό κρύωνα και άρχισα να τρέμω Έπειτα άρχισαν να «με τρώνε» οι ψείρες. Κυκλοφορούσαν κατά δεκάδες. Γύρισα το σανίδι ανάποδα αλλά αυτές ξανανέβηκαν. Αυτή η προσπάθεια να αναποδογυρίζω την σανίδα συνεχίστηκε μέχρι το πρωί. Άκουσα θόρυβο στην πόρτα• ήλθαν, μας έβγαλαν όλους έξω και έπειτα ο καθένας ξεχωριστά επιβιβαστήκατε σε αυτοκίνητα συνοδευόμενοι από τέσσερις χωροφύλακες. Τα αυτοκίνητα ξεκίνησαν το ένα πίσω από το άλλο. «Όλοι μας βασανιζόμασταν από το ίδιο ερώτημα: Πού πηγαίνουμε; Διασχίσαμε αρκετούς άγνωστους δρόμους με τούς ανθρώπους πίσω μας να χαζεύουν. Βγαίνοντας από την Πρωτεύουσα τα αυτοκίνητα σταμάτησαν μπροστά από μια μεγάλη πόρτα πού πάνω της υπήρχε η επιγραφή «Φυλακές Βουκουρεστίου». Μας κατέβασαν και με την απειλή της ξιφολόγχης μας τοποθέτησαν σε μια απόσταση δέκα μέτρων τον ένα από τον άλλο . ’Από μέσα ακουγόταν θόρυβος από κλειδαριές και αλυσίδες. Τα μεγάλα πορτόφυλλα άνοιξαν. Μας οδήγησαν πάνω στην διεύθυνση και εκεί μας κοινοποίησαν τα εντάλματα της συλλήψεως. Τότε συνειδητοποιήσαμε πώς είχαμε συλληφθεί με την κατηγορία της « συνωμοσίας ενάντια στην ασφάλεια του Κράτους». Προβλεπόμενη ποινή: Καταναγκαστικά έργα. Οδηγηθήκαμε σε μια άλλη αυλή στην οποία δέσποζε μια ψηλή εκκλησία που βρισκόταν στο κέντρο. Γύρω υπήρχαν τοίχοι και δίπλα σ’ αυτούς κελιά και δωμάτια. Μου δώσανε ένα κελί στο βάθος, που είχε διαστάσεις 1Χ2 και με κλείδωσαν. Μέσα υπήρχε μόνο ένα ξυλοκρέβατο δίπλα στην πόρτα. Στον τοίχο ένα καγκελόφραχτο παράθυρο. Αναρωτιόμουν που να είχαν τους άλλους. Έπειτα ξάπλωσα στο σανίδι και αποκοιμήθηκα. Δύο ώρες αργότερα ξύπνησα τρέμοντας: Έκανε κρύο και στο κελί δεν έμπαινε ούτε μια ακτίνα ήλιου. Κοίταξα γύρω μου ζαλισμένος, δεν μπορούσα να πιστέψω πως βρισκόμουν εκεί μέσα. Είπα στον εαυτό μου: «Ποιος θα το φανταζόταν πως θα έφτανες στην κατάσταση αυτή.»
Ένα κύμα λύπης έσφιξε την καρδιά μου. Δεν κράτησε πολύ. Παρηγορήθηκα με την σκέψη ότι «Υποφέρουμε για το γένος». «Έπειτα για να ζεσταθώ άρχισα να κάνω ασκήσεις γυμναστικής. Γύρω στις 11 άκουσα βήματα. Η πόρτα άνοιξε και φάνηκε ένας φύλακας.’ Ήταν βλοσυρός και είχε γένια. Κοιτώντας με μια κακία μου έδωσε μαύρο ψωμί και μια γαβάθα σούπα.
Τον ρώτησα:
«- Κύριε φύλακα, μήπως μπορείτε να μου δώσετε ένα τσιγάρο;»
-Δεν έχω.
Έφυγε κλειδώνοντας, πίσω του την πόρτα. Έσπασα το μαύρο ψωμί και ρούφηξα μερικές κουταλιές σούπας. Ακούμπησα μετά την γαβάθα στο πάτωμα και προσπά­θησα να συγκεντρωθώ. Δεν μπορούσα ακόμα να καταλάβω πως μας είχε συλλάβει η αστυνομία. Μήπως από λάθος κανείς μας είχε προδοθεί. Μήπως κάποιος μας είχε προδώσει; Άκουσα πάλι βήματα. Κοίταξα από το παράθυρο. «Ένας παπάς και αρκετοί κύριοι πλησίασαν στην πόρτα μου και άρχισαν:
-Λοιπόν κύριοι, πώς είναι δυνατόν εσείς, παιδιά μορφωμένα, να κάνατε κάτι τέτοιο;
-Προκειμένου να μην χαθεί ό Ρουμάνικος λαός πού αυτή την στιγμή πολιορκείται από τους ‘Εβραίους και υποκύπτει από την προδοσία, την διάβρωση και τα καμώματα των αρχηγών του είναι πιθανό κι αυτό που κάναμε.
-Όμως είχατε τόσους νόμιμους δρόμους!... »
-Προσπαθήσαμε να χρησιμοποιήσουμε τους νομίμους δρόμους πριν να φτάσουμε εδώ. Αν είχε μείνει ανοικτός έστω και ένας τώρα δεν θα βρισκόμασταν μέσα σ’ αυτά τα κελιά. »
«-Και τώρα νοιώθετε καλά; Θα πρέπει να υποφέρετε για την πράξη σας. »
«-Ίσως απ’ αυτά τα βάσανα να γεννηθεί κάτι καλύτερο για το γένος μας.»
Έφυγαν. Γύρω στις 4 ήλθε ένας φύλακας και μου έφερε μια σκουληκοφαγωμένη κουβέρτα και ένα σακί παραγεμι­σμένο με άχυρα για στρώμα.
Τα τακτοποίησα όσο μπορούσα καλύτερα. Έφαγα λίγο ψωμί και ξάπλωσα. Μου ήλθε στο μυαλό ή συζήτηση με τον παπάείπα από μέσα μου: «Από τις διασκεδάσεις και την ανεμελιά των παιδιών του, το γένος ποτέ δεν κέρδισε τίποτα ενώ από τα βάσανά του πάντα δημιουργήθηκε κάτι καλύτερο. Είχα κατορθώσει να βρω ένα νόημα για τα πάθη μας πού ταυτόχρονα αποτελούσε ένα ηθικό υποστήριγμα για τις ώρες της θλίψης. Τότε σηκώθηκα, γονάτισα και προσευχήθηκα. -Κύριε! Παίρνουμε πάνω στους ώμους μας τις αμαρτίες αυτού του γένους. Δέξου τα σημερινά μας πάθη! Κάνε απ’ αυτά τα πάθη να ξεπηδήσει μια καλύτερη μέρα για το γένος μας. Θυμήθηκα έπειτα την μητέρα μου και τούς δικούς μου στο σπίτιπιθανότατα είχαν πληροφορηθεί για την τύχη μου και θα ανησυχούσαν. Προσευχήθηκα γι’ αυτούς και ξάπλωσα. Παρ’ όλο πού είχα ξαπλώσει ντυμένος και είχα τυλιχτεί με την κουβέρτα, κρύωνα και κοιμόμουν άσχημα πάνω σ’ εκείνο το αχυρένιο στρώμα. Ξύπνησα στις 8 την ώρα που ο φύλακας άνοιγε την πόρτα ρωτώντας με αν ήθελα να βγω για μερικά λεπτά. Βγήκα και για να ζεσταθώ άρχισα να κάνω ασκήσεις γυμναστικής. Η δική μου γραμμή των κελιών βρισκόταν ψηλότερα από τις άλλες και απ’ εκεί μπορούσα να δω ολόκληρη την αυλή. Κάποια στιγμή ξεχώρισα κάποιο με την εθνική ενδυμασία να γυροφέρνει ανάμεσα στους κλέφτες Ήταν ο πατέρας μου. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Τί ζητούσε εδώ; Μήπως τον είχαν συλλάβει; Του έκανα μερικά νοήματα και με είδε.
Ο φύλακας με σταμάτησε:
-Κύριε δεν επιτρέπονται τα νοήματα εδώ μέσα. Τον κοίταξα και του είπα:
-Σύντροφε, άφησε με, με τον Θεό και με τις δοκιμασίες του και μην μου προσθέτεις περισσότερες. Μπήκα πάλι στο κελί.»

Η Πολιτεία κρατά τα προσχήματα. Ακολουθώντας τους δρόμους της νομιμότητας τον λόγο έχει τώρα ο εισαγγελέας που θα αποφασίσει για την προφυλάκιση ή όχι των υπόπτων. Ανάμεσα όμως στις φυλακές και στο γραφείο του εισαγγελέα το επίσημο κράτος οργανώνει μια φιέστα με σκοπό να τους ταπεινώσει ακόμα περισσότερο, τους υποχρεώνει να πάνε πεζή , σιδηροδέσμιοι σαν κοινοί κακοποιοί, κυκλωμένοι από ένοπλους στρατιώτες . Λίγες οι φωνές της συμπαράστασης, πολλές οι βρισιές και οι ειρωνείες των ευυπόληπτων πολιτών ανεξαρτήτου θρησκεύματος.
Όπως είναι αναμενόμενο ο κ. Εισαγγελέας αποφασίζει την προφυλάκιση όλων........................

 Υστέρα από δύο εβδομάδες τα πράγματα στη φυλακή καλυτερεύουν. Περισσότερο από κελιά οι χώροι στους οποίους οδηγούνται είναι θάλαμοι ευρύχωροι , στους οποίους μπορεί να μείνουν περισσότερο από ένα άτομα , Ο χώρος θερμαίνεται με τρεις σόμπες με τα καυσόξυλα και υπάρχει η ελευθερία παρασκευής φαγητού για όποιον το επιθυμεί. Συγκάτοικοι του Κοντρεάνου ο Ντράγκος και ο Ντανουλέσκου. Αυτοί οι δύο σύντροφοι δεν βαρύνονταν για την συνωμοσία αλλά μόνο με την κατηγορία της υπόθαλψης. Όταν υπάρχει καλή παρέα με κοινά ενδιαφέροντα ο καιρός περνά υποφερτά ακόμα και μέσα στη φυλακή.
Ο πατέρας μου είχε αποσπάσει την άδεια από την Διεύθυνση ώστε να μπορούμε κάθε πρωί στις 7 να πηγαίνουμε για να προσευχηθούμε στην εκκλησία που βρισκόταν στην αυλή των φυλακών. Εκεί όλοι γονατίζαμε μπροστά στο τέμπλο και ψάλαμε «το πάτερ ημών» και ο Τουντός Ποπέσκου έψελνε το «Υπεραγία Θεοτόκε.»
Εκεί βρίσκαμε παρηγοριά για την θλιβερή ζωή μας μέσα στην φυλακή και ελπίδα για το αύριο. Στη συνέχεια καθ’ ένας από μας ένα πρόγραμμα εργασίας. Ο Μότα είχε την ευθύνη της δίκης , ο Danulescu διάβαζε για τις εξετάσεις της ιατρικής . Εγώ επεξεργαζόμουν ένα σχέδιο πάνω στην οργάνωση της νεολαίας , εν όψει του εθνικού αγώνα: την οργάνωση των φοιτητικών κέντρων των νέων από τα χωριά και των μαθητών του Λυκείου ........................
Όλες αυτές τις προσπάθειες έπρεπε να αναπτυχθούν στο εσωτερικό του Συνδέσμου. «Ο σύνδεσμος ήταν η οργάνωσή μας και ο πολιτικός σχηματισμός , μια οργάνωση εκπαίδευσης και αγώνα» .θα πει αργότερα ο Κοντρεάνου. Το όνομα της Οργάνωσης αποφασίζεται στις 8 Νοεμβρίου ημέρα που οι Ορθόδοξοι χριστιανοί γιορτάζουν τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο Κοντρεάνου προτείνει να δοθεί το όνομα «Αρχάγγελος Μιχαήλ» .Εξέχουσα θέση μέσα στην οργάνωση θα έχει η Αδελφότητα του Σταυρού (Fratiile de Cruce) . Ο ίδιος ο Κοντρεάνου δίνει το στίγμα του επίλεκτου αυτού σχηματισμού. « Fratia de Cruce este un corp de elita al tinerimii având ca scop suprem de a crea buni ostasi României de mâine »,Αδελφότητα του Σταυρού είναι ένα εκλεκτό σώμα των Νέων με στόχο να δημιουργήσουν το απόλυτο καλό στρατιώτες της Ρουμανίας του αύριο "

Δύο μήνες περίπου μετά την σύλληψη τους έρχονται οι πρώτες αποφυλακίσεις. Η αρχή γίνεται με τους Ιοn Κοντρεάνου και ο Danulescu. Λίγες ημέρες μετά ακολουθούν οι Dragos, Bandac, Breazu και Vernicescu . Στις φυλακές παραμένουν ο Κορνήλιος Κοντρεάνου και άλλοι πέντε σύντροφοι που πρέπει να δικαστούν με την κατηγορία της “συνωμοσίας ενάντια στην ασφάλεια του Κράτους.»
Η δίκη που ακολουθεί έχει ένα επίλογο καταπληκτικό. Ο Codreanu, παρουσιάζεται μπροστά στους δικαστές του ντυμένος με την παραδοσιακή ενδυμασία. Αντιμετωπίζει με θάρρος τις κατηγορίες αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου την ευθύνη του εγχειρήματος και αποδεικνύει την αναγκαιότητα της πράξης του. Από την άλλη πλευρά η Κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ότι οι ταραχές στον φοιτητικό χώρο μπορούν να προκαλέσουν άλλες ανεξέλεγκτες καταστάσεις και βιάζονται να προλάβουν.
Βασικός στόχος η διάλυση του φοιτητικού κινήματος. Η καρδιά του κινήματος χτυπά στο Ιάσιο και το Ιάσιο χρειάζεται έναν αστυνομικό Διευθυντή ικανό να επιβάλλει την τάξη. Ο Υπουργός των Εσωτερικών τον βρίσκει στο πρόσωπο του Manciu. Από την πρώτη ημέρα του διορισμού του στο Ιάσιο ο Manciu δείχνει σε όλους τις πραγματικές του διαθέσεις. Με εντολή του στις 10 Δεκεμβρίου η αστυνομία εισβάλλει στο Πανεπιστήμιο. Η επίσημη δικαιολογία ότι θέλει να προλάβει ταραχές' στην πραγματικότητα ο Manciu θέλει να δείξει την παντοδυναμία του. Στις 11 Δεκεμβρίου ο Manciu προκαλεί και πάλι. Δίχως να νοιάζεται για τους έκπληκτους περαστικούς της πολυσύχναστης οδού Κάρολ επιτίθεται απροκάλυπτα εναντίον μιας φοιτήτριας ,της Silvia Teodorescu. Επειδή η κοπέλα τολμά να χαρακτηρίσει τις πράξεις του βαρβαρισμούς βρίσκεται κατηγορούμενη για εξύβριση οργάνου της τάξης. Στις 14 Δεκεμβρίου ο Μάντσου με συνοδεία αυτή τη φορά παραμονεύουν έξω από το ξενοδοχείο Bejan. Στόχος τους ο φοιτητής Lefter από το Γαλάτσι . Τον κυκλώνουν τον χτυπούν αλύπητα. Αιμόφυρτο και αναίσθητο τον εγκαταλείπουν στην τύχη του. Είναι σίγουρο ότι όλα γίνονται βάσει σχεδίου. Θέλουν να έχουν μια αντίδραση που θα τους επιτρέψει ένα βολικό άλλοθι για μια ευρείς έκτασης εκκαθαριστική επιχείρηση. Στις 15 Δεκεμβρίου οι φυλακισμένοι εδώ και 60 ημέρες σύντροφοι Μotza, Girneatza ,Tudose Popescu και Rado Mironovici ξεκινούν απεργία πείνας και δίψας. Αποτελεσματικό όπλο πίεσης . Μπροστά στον κίνδυνο να αναδειχθούν σε μάρτυρες και σύμβολα του φοιτητικού αγώνα η κυβέρνηση επιχειρεί να κάποιες διαπραγματεύσεις. Για τον Κοντρεάνου τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Αν οι σύντροφοι πεθάνουν στην φυλακή τον λόγο θα τον έχουν τα περίστροφα. Μια έκκληση στους δρόμους του Ιασίου προειδοποιεί:
"Ο Θεός προίκισε τους νέους αυτούς ,τον ανθό και το μέλλον της χώρας ανάμεσα στα άλλα και με ατσαλένια θέληση. Για τον λόγο αυτό η απόφασή τους να πεθάνουν από ασιτία και δίψα για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις αδικίες που επιτελούνται σε βάρος τους και ενάντια στη υποδούλωση του γένους στους Εβραίους -με την μεσολάβηση ορισμένων πολιτικάντηδων- δεν είναι αστείο αλλά σοβαρή απόφαση Ελευθερία ή θάνατος! Αδέλφια Ρουμάνοι Θα περιμένουμε με χέρια σταυρωμένα να δούμε σε δύο τρεις ημέρες να περνούν μπροστά μας τέσσερα φέρετρα με τα λείψανα των ηρώων αυτών;"
Με πρόσχημα τις άγιες ημέρες των Χριστουγέννων οι φοιτητές αποφυλακίζονται.

Υποσημειώσεις:
[1] Συμπεριλαμβάνεται ο Gheorghe Gh. Mârzescu, που κάλυψε διάφορες σημαντικές θέσεις στο Εκτελεστικό του Brătianu και ο οποίος ήταν προσωπικά υπεύθυνος για το πρόγραμμα χειραφέτησης των Εβραίων..


(επιστροφή)

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΙΑ 1940-41

Από την Αλβανία κατέβαινε ο νικητής στρατός. Κρουνέλιαζε από τους δρόμους και τα μονοπάτια προς τα σύνορα, προς την Ελλάδα, δίχως ακόμα οι Ιταλοί να έχουν καταλάβει πως αποσύρθηκε, απαγκιστρώθηκε, ανίκανοι να το πιστέψουν. Ήταν δεκατέσσερις μεραρχίες, μια ταξιαρχία πεζικού, μια μεραρχία ιππικού. Η εξάμηνη εκστρατεία, ο χειμώνας, η πείνα, το θανατικό, τις είχαν εξαντλήσει, τις δεκάτισαν. Το πεζικό ήταν μειωμένο στα 80%, τα πυροβόλα είχαν απομείνει τα μισά, λιγοστά καθώς ήταν δεν τα συνάλλαζαν, λοιπόν τον τελευταίο καιρό άναβαν κι έσκαζαν από την αδιάκοπη χρήση, σκοτώνοντας τους πυροβολητές που τα υπηρετούσαν. Πυρομαχικά είχαν απομείνει ελάχιστα. Ένας στρατός από φαντάσματα κατέβαινε από την Αλβανία. Όμως, κρατούσε ακμαίο ακόμα το ηθικό του, μονάχα που τα χείλη του είχανε μια ζάρα πικρή.
Τις τελευταίες ακόμα ημέρες, και μετά τη γερμανική εισβολή, είχανε δώσει μάχες νικηφόρες. Στο μυθικό 731, εκεί όπου είχε γονατίσει και ψυχοπαράδωσε η εαρινή επίθεση, οι Ιταλοί είχανε κάνει στις 14 Απριλίου δύο ισχυρότατες επιθέσεις κι αποκρούστηκαν. Σ' άλλα σημεία του μετώπου έκαναν κρούσεις μάταια. Ο ελληνικός στρατός θα έφευγε όποτε αυτός το έκρινε, όχι διωγμένος.
Η εγκατάλειψη, ωστόσο, τώρα των τόπων που είχε ποτίσει με αίμα, ήταν σκληρή. Κάθε όνομα χωριού, κάθε υψόμετρο, κάθε διάσελο, κάθε τοποθεσία, κάθε λιθάρι, είχε αποκτήσει ψυχή, έγινε μύθος. Εδώ δόθηκε η τάδε μάχη, σ' εκείνην εκεί την πλαγιά έπεσαν τόσοι δικοί μας, σε τούτο το φαράγγι παρέδωσε την τελευταία πνοή του ο σύντροφος, ο αδερφός, ο φίλος, ο συντοπίτης. Όλα αυτά είχανε ρίξει ρίζες μέσα στα σπλάχνα, έγιναν ζωντανά, μιλούσαν. Ξαφνικά, ο κόσμος γύρω είχε γεμίσει φωνές, στοίχειωσε. Βαρύς κι αμίλητος πορευόταν κατεβαίνοντας προς τα σύνορα ο νικητής στρατός της Αλβανίας.
Εκεί, στην οροθετική γραμμή σαν έφτασαν, έγιναν πράγματα απίστευτα. Άντρες άξεστοι, που ίσαμε χτες δεν είχανε γνοιαστεί για τίποτα, σωριάζονταν χάμου, έβαζαν τις χούφτες τους στο χώμα, έσκυβαν κι ανασπάζονταν τη γη. Άλλοι όρθιοι, αμίλητοι, κοίταζαν κατά πίσω, με μάτι ποθεινό, τα κορφοβούνια που είχαν παρατήσει, εκεί που τους πήγε φτερουγίζοντας τ' όνειρο μιας αυγής. Τον είχανε πλάσει με τον νου τους αλλιώς τούτο τον γυρισμό: σε φάλαγγες πυκνές, με το βήμα, λόγχες ν' αστράφτουν, σάλπιγγες να κελαηδάνε, άλογα να χλιμιντρίζουν, καμπάνες να σημαίνουν, μαντίλια να τους καλωσορίζουν. Και να φυσάει παντού ο άνεμος της νίκης, ο ήλιος να λάμπει μέσα σε καταγάλανο, ειρηνικό ουρανό. Αυτό θα ήταν Δικαιοσύνη. Αυτό θα ήταν νίκη του Θεού. Αυτό θ' αντιπλήρωνε για την αδικία, θα γιάτρευε όλες τις πληγές. Και οι νεκροί θ' αναστέναζαν τότε ξαλαφρωμένοι κάτω από το χώμα τους κι όσοι μαυροφορέθηκαν στην πατρίδα, όσοι απόμειναν με αδειανή αγκαλιά, όσοι δεν θα 'βλεπαν τον πολεμιστή τους να γυρίζει πίσω, θα ήξεραν πως αυτοί που έρχονται αντί για κείνον είναι οι εκδικητές.

Όμως να, κάποιος άλλος νόμος φαίνεται πως όριζε τα πράγματα του κόσμου τούτου. Νόμος παράνομος, κρυφός καθώς η ατιμία. Νόμος που παραφυλάει τον άνθρωπο, τον αναγελάει και τον μαχαιρώνει στην πλάτη. Νόμος που δεν ξέρει παρά το δικαίωμα του θηρίου. Τι τ' όφελος τα παχιά λόγια! Να τη η αλήθεια αδιάντροπη, ξεστήθωτη, του δρόμου.
Mέσα στις λαβωμένες αυτές ψυχές, που ξαγρυπνούσαν πίσω από τραχιά αξύριστα πρόσωπα, μέσα στα γουβιασμένα μάτια, κάτι κλονιζόταν, κάτι βαθύ. Εκεί στα σύνορα της πατρίδας, που είχε αντιπαλέψει μάταια και που τώρα κυλιότανε χάμου κατασπαραγμένη, σφαχτάρι, ο κόσμος μονομιάς είχε αδειάσει από νόημα. Έγινε ξένος, εχθρικός, ένα πελώριο αίσχος. Όλα πια έχαναν κάθε αξία, γίνονταν αδιάφορα και περιττά.

* * *
Από τις δυνάμεις του Βόρειου Μετώπου, η XIII Μεραρχία είχε ειδική αποστολή: Να καλύψει τη σύμπτυξη. Ύστερα από τη μάχη της Κλεισούρας, κινδύνευε η μοναδική αρτηρία προς τα Γρεβενά, που θ' ακολουθούσαν οι δυνάμεις του ΤΣΔΜ. Η XIII Μεραρχία θα έπιανε θέσεις στην περιοχή της Καστοριάς και θα καθυστερούσε όσο γινόταν τον εχθρό. Προχωρημένα της τμήματα βρέθηκαν εκεί από τις 14 τα χαράματα. Η Μεραρχία Ιππικού, εξάλλου, θα προωθούσε τμήματα της στη βόρεια όχθη της λίμνης, για να ενισχύσει τον αγώνα της XIII Μεραρχίας. Μόνο που μετά την κατάρρευση της Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας, οι Γερμανοί είχανε πάρει τα στενά της Σιάτιστας, προχωρούσαν τώρα ανενόχλητοι προς τη Νεάπολη, τα Γρεβενά, και η προσπάθεια της XIII Μεραρχίας να καλύψει τη σύμπτυξη σε σημείο βορειότερο, στο Αργός το Ορεστικό, γινόταν άσκοπη. Αυτό δεν το ήξερε η XIII Μεραρχία.
Μεγάλη Τρίτη 15 Απριλίου, στις πεντέμισι το πρωί, η αμυντική διάταξη της XIII Μεραρχίας στη μεσημβρινή όχθη της λίμνης της Καστοριάς είναι έτοιμη' περιμένει τους Γερμανούς που έρχονται από ανατολικά, από την Κλεισούρα. Τα ελληνικά αυτά τμήματα, που θ' αντιμετώπιζαν τη Θωρακισμένη Μεραρχία των SS «Αδόλφος Χίτλερ», ήτανε συνολικά τρία τάγματα πεζικού, μια ομάδα αναγνωρίσεως, ένα λόχος βαρέων πολυβόλων κι εφτά πυροβολαρχίες, ελαφριές και βαριές. Στη βόρεια όχθη είχαν ταχθεί μια μοίρα βαρύ πυροβολικό, ένα πεδινό πυροβόλο με αντιαρματική αποστολή, μια ίλη όλμων κι ένα αντιαεροπορικό πυροβόλο. Τη διάβαση της Αγίας Φωτεινής, στην ακρολιμνιά, την κατείχε η 21η Ομάς Αναγνωρίσεως, μια ίλη του 1ου κι ένας αντιαρματικός ουλαμός των 47. Η μάχη που θα δινόταν με σκοπό να επιβραδύνει τη γερμανική προέλαση ώσπου να περάσει ο όγκος της XIII Μεραρχίας πίσω, στον δρόμο προς τα Γρεβενά, θα ήταν η μοναδική «εκ συναντήσεως» και «επί ανοικτού πεδίου» μάχη του Ελληνογερμανικού Πολέμου. Ας σημειωθεί ότι, στην ιστορική ακριβώς τούτη στιγμή, η ελληνική αυτή μεραρχία άρχιζε αγώνα διμέτωπο: ως τα περασμένα μεσάνυχτα είχε χτυπηθεί με τους Ιταλούς στο Τσαγκόνι και είχε πιάσει είκοσι έξι Βερσαλλιέρους αιχμαλώτους, αφού πρώτα διέλυσε τον λόχο τους.
Η μάχη του Άργους άρχισε πρωί πρωί, μ' ελαφρά γερμανικά μηχανοκίνητα, που προχώρησαν μαζί με καμιά δεκαπενταριά άρματα μάχης και πεζικό. Στις έξι η ώρα, το εχθρικό πυροβολικό άρχισε βολή και η επίθεση εκδηλώθηκε.
Γινόταν στο πεδινό νότιο τμήμα της λίμνης, προς το Δισπηλιό. Το ελληνικό πυροβολικό, και τα πυρά του πεζικού μαζί, πέτυχαν ν' αποκρούσουν τους Γερμανούς, τους τσάκισαν είκοσι πέντε αυτοκίνητα και άρματα, οι απώλειες του εχθρού ήταν σημαντικές. Οι Γερμανοί δοκίμασαν τότε υπερκέραση του ελληνικού δεξιού, που ήταν κοντό, γιατί δεν υπήρχαν αρκετά τμήματα να το επεκτείνουν. Οι δυνάμεις της XIII Μεραρχίας, που έφταναν λίγο λίγο πίσω, στη γέφυρα Μανιάκι, πάνω στον Αλιάκμονα, ήταν εξαντλημένες από την αδιάκοπη πορεία είχανε καλύψει με τα πόδια την απόσταση Πόγραδετς-Καστοριά, πως να μπούνε τώρα σε μάχη; Ο μέραρχος τους μίλησε, τους έβαλε να καθίσουν και να ξαποστάσουν σ' ένα απόσκιο της ακροποταμιάς.
Στις έντεκα η ώρα, οι Γερμανοί κάνουν νέα προσπάθεια να διασπάσουν την τοποθεσία στ' Αμπελάκια. Την υποστήριζαν με δέκα περίπου βαριές πυροβολαρχίες. Έφερναν πεζικό τους με τ' αυτοκίνητα από την Κλεισούρα, το αποβίβαζαν νοτιοανατολικά της λίμνης, στην Κρεπένη, και το έριχναν στη μάχη. Ανοίγονταν μεσημβρινά, προς τη Μηλίτσα, για να υπερκεράσουν το ελληνικό δεξί, αλλά η αντίδραση των αμυνομένων ήταν ζωηρότατη' τ' άρματα πισωγύριζαν να ζητήσουν κάλυψη, το πεζικό καθηλωνόταν, οι πυροβολαρχίες του εχθρού, χτυπημένες από τις ελληνικές, αναγκάζονταν να σωπαίνουν, ν' αλλάζουν αδιάκοπα θέσεις.
Παράλληλα με την επίθεση αυτή, στη μεσημβρινή όχθη, είχε καθηλωθεί από το πρωί δευτερεύουσα προσπάθεια των Γερμανών στη διάβαση της Αγίας Φωτεινής. Από το μεσημέρι ως τις τέσσερις η ώρα θα κάνουν αλλεπάλληλες εξορμήσεις με άρματα και πεζικό, που θ' αποκρουστούν όλες. Κάτω όμως, στη μεσημβρινή όχθη, στη ζώνη της XIII Μεραρχίας, έρχονταν όλο και νέα αυτοκίνητα, αποβίβαζαν πεζικό. Η πίεση δυνάμωνε στα τρία σημεία της γραμμής, στο Δισπηλιό, στους Αμπελόκηπους και στη Μηλίτσα. Από τη Μηλίτσα οι Γερμανοί δοκίμαζαν να προχωρήσουν δυτικά, να κόψουν τον δρόμο, για να παγιδευτεί έτσι όλη η ελληνική δύναμη. Η αντίδραση των αμυνομένων ήταν ζωηρή' η μία μετά την άλλη τρεις ελληνικές ορειβατικές και μια πεδινή πυροβολαρχίες έρχονταν, παίρνανε θέσεις βιαστικά κι άνοιγαν φωτιά αμέσως. Η κατάσταση όμως, όσο η μέρα προχωρούσε, γινόταν όλο και πιο κρίσιμη.
Στη μιάμιση το μεσημέρι έγινε τρίτη εχθρική επίθεση. Άφθονα άρματα και πυροβολικό την υποστήριζαν. Κατόρθωσαν τώρα οι Γερμανοί ν' απωθήσουν την ίλη του ιππικού που υπεράσπιζε τους Αμπελόκηπους, να πάρουν το χωριό. Ο ίλαρχος Χατζηλιάδης προσπάθησε να συγκρατήσει το τμήμα του, το κατόρθωσε, αλλά χτυπήθηκε κι έπεσε νεκρός.
Αρχιζε τώρα η αγωνία. Το δεξί της μεραρχίας κινδύνευε, δυνάμεις να το καλύψουν δεν υπήρχαν. Συγκροτήθηκε βιαστικά ένα απόσπασμα παράταιρο από ημιονηγούς, αδέσποτους τυφεκιοφόρους, μια διμοιρία του Μηχανικού που έτυχε να περνάει από εκεί, δύο λόχους μηχανημάτων το αυτοσχέδιο τμήμα στάλθηκε να πιάσει θέσεις στα χωματοβούνια, μπροστά στο Αργός τ' Ορεστικό, να εμποδίσει από εκεί την υπερκέραση. Αλλά το γερμανικό πυροβολικό, άφθονο, φοβερό, έριχνε προς όλες τις κατευθύνσεις. Σ' ένα ύψωμα πίσω από το Δισπηλιό είχε ταχθεί από το μεσημέρι μια ελληνική μοίρα του ορειβατικού, σχεδόν ακάλυπτη. Χτυπήθηκε από τις εχθρικές οβίδες, εξουδετερώθηκε, ο ταγματάρχης διοικητής της Παπαρόδου έπεσε πάνω στα κανόνια του νεκρός. Τώρα, ανάμεσα στο Αργός τ' Ορεστικό και τους Αμπελόκηπους δεν υπήρχε πια ούτε ένα ελληνικό τμήμα να εμποδίσει τα άρματα μάχης, που όπου νάναι θα πρόβαιναν, να φυλάξει τον δρόμο προς τα Γρεβενά. Η καμπή του κοντά στη Μηλίτσα βρισκόταν κιόλας κάτω από τα πυρά του εχθρικού πυροβολικού. Ο μέραρχος, στρατηγός Μουτούσης, διέτρεχε το πεδίο της μάχης πάνω σε μια μοτοσικλέτα, εμψύχωνε, αγωνιζόταν να συγκρατήσει ό,τι μπορούσε. Στις τέσσερις τ' απόγεμα, συναντάει ένα τάγμα. Ήτανε ξεθεωμένο από την κούραση. Του μίλησε, εξήγησε την κατάσταση, μπήκε ο ίδιος μπροστά κι ανέβηκαν με τα πολυβόλα στα χέρια να πάρουν θέσεις στα Σπάιλίκια πριν τους προλάβει ο εχθρός.
Στις πέντε η ώρα, νέα εξόρμηση του εχθρού, αποφασιστική αυτή, με συνδυασμό πεζικού, αρμάτων, πυροβολικού, αεροπορίας. Το γερμανικό πυροβολικό είχε εξαπολύσει τώρα καταιγισμό αδιάκοπο πάνω σ' όλη τη γραμμή, ο εχθρός έβαλε να φωνάζουν σ' ελληνική γλώσσα: «Αφήστε τα όπλα και φύγετε... Πετάξτε τα όπλα σας, ελάτε σ' εμάς... Είμαστε φίλοι σας, μη μας χτυπάτε... Παραδοθείτε...» Κάπου σαράντα Στούκας κατέβαιναν χαμηλά, ίσαμε πενήντα μέτρα ύψος, βομβάρδιζαν τις ελληνικές πυροβολαρχίες, ύστερα τις πολυβολούσαν. Τέσσερα πυροβόλα χάλασαν, πολλά βλητοφόρα ανατινάχτηκαν. Ο διοικητής του βαρέος ανέφερε στο τηλέφωνο, πως είχε κυκλωθεί κι όπου νάναι θα αιχμαλωτιζόταν το ίδιο τηλεφωνούσε σε λίγο ο διοικητής μιας πεδινής πυροβολαρχίας κι αποχαιρετούσε συγκινημένος τη μεραρχία του.

Η κατάσταση ήταν πια απελπιστική. Αποφασίστηκε η ανατίναξη της γέφυρας Μανιάκι. Σε λίγο. τα πρώτα άρματα του εχθρού φάνηκαν να έρχονται κατά το Αργός. Βάλλουν γοργά οι ελληνικές πυροβολαρχίες τα τελευταία βλήματα που τους απομένουν, όμως οι Γερμανοί προχωρούν, στις εφτά η ώρα κυκλώνουν το Αργός, το παίρνουν. Οι κάτοικοι είχανε παρακαλέσει τη διοίκηση της XIII Μεραρχίας να μη γίνουν οδομαχίες και καταστραφεί η πολιτεία τους. Τα ελληνικά τμήματα που είχαν διασωθεί, υποχωρούσαν τώρα βοηθημένα από τη νύχτα που έπεφτε, την ψιλή βροχή που είχε αρχίσει, περνούσαν τον Αλιάκμονα. Οι Γερμανοί δεν τα είχανε καταδιώξει. Περιορίστηκαν να εξαπολύσουν την αεροπορία τους πυκνή πάνω από το Άργος, να την βάλουν να ουρλιάζει με τις σειρήνες της. Αευκές φωτοβολίδες σήμαναν πως η Καστοριά είχε παρθεί.

Στη βόρεια πλευρά της λίμνης, οι Γερμανοί κατόρθωσαν το βράδυ να γίνουν κύριοι του ορεινού όγκου που δεσπόζει τη διάβαση της Αγίας Φωτεινής. Κάμποσοι άντρες από τα εκεί τμήματα της Μεραρχίας Ιππικού κατόρθωσαν να ξεφύγουν προτού παγιδευτούν από τον εχθρό, που ερχόταν γύρω γύρω στη λίμνη, από την Καστοριά, στα νώτα τους, οι άλλοι όμως αιχμαλωτίστηκαν. Όσοι είχανε ξεφύγει, σκόρπισαν στα βουνά, ψάχνοντας να βρούνε τη μεραρχία τους.

Ένα μήνα αργότερα, στην κατεχόμενη Αθήνα, στο γερμανικό Φρουραρχείο, θα γραφόταν ο επίλογος της μάχης του Αργούς του Ορεστικού με τρόπο αναπάντεχο: Ο διοικητής της Θωρακισμένης Μεραρχίας των SS, στρατηγός Ντήτριχ, είχε ζητήσει να ιδεί έναν
Έλληνα αξιωματικό που να έχει λάβει μέρος στη σύγκρουση εκείνη. Ειδοποιήθηκε ο συνταγματάρχης Λιώσης. Είχε διατελέσει τότε διοικητής της γραμμής μάχης. Ο στρατηγός Ντήτριχ τού ζήτησε να περιγράψει τη διάταξη των ελληνικών δυνάμεων στο Αργός τ' Ορεστικό κι άνοιξε μπροστά του ένα χάρτη. Ο συνταγματάρχης έδειξε τις θέσεις του ελληνικού πεζικού, του ιππικού, του πυροβολικού, όμως ο Γερμανός στρατηγός ξαφνικά αγρίεψε. Αποπήρε τον Έλληνα αξιωματικό πως του λέει ψέματα, άρχισε να βρίζει. Ήταν αδύνατο, έλεγε, μόνο τρία τάγματα να είχανε πολεμήσει στο Άργος. Ήτανε τρεις Μεραρχίες, η XIII. η IX και η Χ. Είχε, έλεγε, αποδείξεις.
Η συνομιλία, σε τόνο οξύτατο, βάστηξε κάπου δύο ώρες, ώσπου τέλος, μπροστά στις λεπτομέρειες που αράδιασε ο συνταγματάρχης Λιώσης, ο στρατηγός Ντήτριχ αναγκάστηκε να παραδεχτεί την αλήθεια. Ρώτησε ποιος ήταν ο διοικητής της μεραρχίας και πού βρίσκονταν οι διαδοχικοί σταθμοί του κατά τη μάχη. Όταν το έμαθε κι αυτό, σηκώθηκε, συνεχάρη τον Έλληνα αξιωματικό για την παλικαριά των ελληνικών τμημάτων που είχαν πολεμήσει στο Άργος και ζήτησε να διαβιβάσουν τα συγχαρητήρια του στον άλλοτε μέραρχο.
Αυτή ήταν η τελευταία μεγάλη σύγκρουση του διπλού πολέμου 1940-1941. Τα ελληνικά όπλα θα έπαυαν πια να βροντάνε. Ο εχθρός, ασυγκράτητος τώρα κατέβαινε, κλαδωνόταν σ' όλη τη χώρα, την τύλιγε σφιχτά στα πλοκάμια της Κατοχής.
* * *
Με τρόπο αριστοτεχνικό είχε γίνει η απαγκίστρωση στην Αλβανία, όμως αυτό δεν εμπόδιζε από εκεί και κάτω, στον δρόμο για πίσω, να σημειωθεί ο μεγάλος κλονισμός του ηθικού.
Μονομιάς, έτσι κι άφησαν τις προχωρημένες τους θέσεις, εκεί που τους κρατούσε «επί σκοπόν» ένα φοβερό τέντωμα, έσπασαν. Είχανε φτάσει στο μη περαιτέρω της ανθρώπινης αντοχής, ίσαμε χτες τούς συνείχε το φρόνημα της νίκης' τώρα πάει κι αυτό, έσβησε. Σκοτεινά, συλλογίστηκαν πως αφού τούτο το χώμα, το πληρωμένο ακριβά, χανόταν, αφού ο άλλος εχθρός, ο πανίσχυρος, προχωρούσε τώρα στο εσωτερικό της χώρας κι όπου νάναι, αργά ή γρήγορα, θα φαινόταν κι εδώ, δεν είχε κανένα νόημα να περιμένουν. Η ιδέα πως μπορούσαν να πέσουν αιχμάλωτοι στα
χέρια των Ιταλών , προδομένοι, τους αναστάτωνε.
                                                                                                                                 (Επόμενο)

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΙΑ 1940-41


(Προηγούμενο)
Τα γεγονότα όμως εξελίσσονταν τώρα με ρυθμό όλο και πιο γοργό. Πρωί της 10ης Απριλίου οι γερμανικές δυνάμεις συναντώνται με τις ιταλικές σε γιουγκοσλαβικό έδαφος. Πανηγυρίζουν. Το ΧΧΧΧ γερμανικό Θωρακισμένο Σώμα Στρατού, που αποτελείται από την 9η Θωρακισμένη Μεραρχία, την 73η Μεραρχία Πεζικού και τη Σωματοφυλακή SS «Αδόλφος Χίτλερ», κατεβαίνοντας από το Μοναστήρι, ζυγώνει' οι γερμανικές εμπροσθοφυλακές έρχονται σ επαφή με τις ελληνοβρετανικές δυνάμεις στην τοποθεσία Βεύη-Κλειδί. Η παρατημένη Φλώρινα περνάει στα χέρια του εχθρού. Οι Γερμανοί ετοιμάζονται να παραβιάσουν την αμυντική τοποθεσία στα στενά του Κλειδιού και γι' αυτό τον σκοπό συγκροτούν τρεις «ομάδες επιθέσεως»: μία στο αριστερό τους με κατεύθυνση την Κέλλη, μία στο κέντρο τους προς Βεύη-Κλειδί κι απώτερα Κοζάνη, μία στο δεξί τους προς το Ξυνό Νερό, αυτήν για να προχωρήσει στ' αριστερό και στα νώτα των Άγγλων.
0 καιρός ήταν άσχημος, βασίλευε ακόμα εδώ ο χειμώνας. Τη νύχτα είχε χιονίσει, έκανε κρύο τσουχτερό, τα βουνά γύρω πυργώνονταν άσπρα. Στις 11 Απριλίου, η πίεση των Γερμανών γίνεται πολύ αισθητή. Το πυροβολικό τους χτυπάει τις ελληνικές θέσεις από τη Βεύη, ενώ τα ελαφρά όπλα και των δύο αντιπάλων ανταλλάσσουν πυρά. Κοντά το σούρουπο, ο εχθρός κάνει μιαν επίθεση σημειώνει πρόοδο αργή αλλά σταθερή. Στον τομέα της Μεραρχίας Ιππικού, στο Πισοδέρι, η γερμανική επίθεση αποκρούστηκε.
Τη νύχτα ο καιρός χειροτέρεψε, έπεσε νέο χιόνι. Στους δρόμους της Αλβανίας, στη μεγάλη δημοσιά από Αργυρόκαστρο σε Κακαβιά, από Αλβανία σ' Ελλάδα, ακουγόταν όλη νύχτα κύλισμα βαρύ, λαχανιασμένο, τρακτέρ που σέρνουν πυροβόλα του βαρέος και κατεβαίνουν προς τα πίσω, προς τα σύνορα. Η μεγάλη υποχώρηση άρχιζε λίγο λίγο. Η διαταγή θα δοθεί με τηλεφώνημα του Γενικού Στρατηγείου στις δύο διοικήσεις, το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας και το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου, στις 12 Απριλίου το πρωί. Το τέντωμα προς τον βορρά, τ' όνειρο του στρατού της νίκης, έπαιρνε τέλος.
Το ΤΣΔΜ με τις τρεις από τις τέσσερις μεραρχίες του, ξεκινούσε για τον Αλιάκμονα, ενώ η XVI Μεραρχία θα έπιανε τα στενά του Κιάφε Κιάριτ, σε συνδυασμό με την I, για να καλύψουν τη σύμπτυξη του ΤΣΗ. Της Στρατιάς Ηπείρου η σύμπτυξη, με άξονα την κοιλάδα του Δρίνου, θ' άρχιζε τη νύχτα της 13ης προς 14ης.


***

Πρωί, ώρα οχτώμισι της 12ης Απριλίου, το χιόνι κόπασε για μια στιγμή στο Κλειδί και τότε οι Γερμανοί ξεκίνησαν. Είχανε βάλει μπρος τα SS, μονάδα του στρατού τους διαλεχτή, σκληρή. Προχώρησαν αργά, βαριά, σε πυκνούς σχηματισμούς, αδιάφοροι για τη μεγάλη φθορά που τους γινόταν. Τους υπεστήριζε πυροβολικό, όλμοι και πολυβόλα.
Έρχονταν από τις δύο πλευρές του δρόμου, καταπάνω στις θέσεις των Αγγλων, ιδιαίτερα στο ευαίσθητο σημείο ανάμεσα στο Τάγμα Ανιχνευτών και στο 2/8 αυστραλιανό Τάγμα. Η μάχη είχε κορώσει. Μ' επιμονή και ακαμψία τα SS προχωρούσαν, πέφτανε, συνέχιζαν, ώσπου κατά τις έντεκα το πρωί, κατόρθωσαν να μπούνε σφήνα στο άκρο αριστερό των Αυστραλών. Μια διμοιρία του 2/8 είχε εξουδετερωθεί εντελώς, δεν γλίτωσαν παρά μόνον έξι της άντρες.
Το Τάγμα των Ανιχνευτών είχε χάσει κάθε σύνδεσμο με τους δεξιά του Αυστραλούς, νόμισε πως είχαν υποχωρήσει. Κάτω από την αλύγιστη πίεση των Γερμανών, αναγκάστηκε κι αυτό να πισωπλατίσει κατά τον σιδηροδρομικό σταθμό του Κλειδιού, για ν' αναδιοργανωθεί. Αλλες ομάδες του στο μεταξύ αποκόπηκαν,χάθηκαν, οι απώλειες μεγάλωναν ολοένα. Βάλανε τους οπλοπολυβολητές οπισθοφυλακή, να καλύψουν την υποχώρηση, και πήρανε ό,τι μεταφορικό μέσο βρέθηκε πρόχειρο, τράβηξαν πίσω, για το Αμύνταιο, Από τα έξι αντιαρματικά πυροβόλα, τα πέντε είχανε μείνει στα χέρια του εχθρού.
Τ' απόγεμα, οι Αυστραλοί του 2/8 είδανε πως είχαν απομείνει μόνοι τους ν' αντιστέκονται και κινδυνεύουν να κυκλωθούν. Σκέφτηκαν περί του πρακτέου. Οι επικεφαλής των λόχων τους συγκεντρώθηκαν στον Σταθμό Διοικήσεως του τάγματος, απεφάσισαν ν' αποσυρθούν από το πεδίο της μάχης την ίδια εκείνη νύχτα, καθώς όμως γύριζαν πίσω στους λόχους τους, βρέθηκαν μπροστά σ' επίθεση από γερμανικά άρματα μάχης και πεζικό. Ώσπου ν' αντιδράσουν, ώσπου να οργανώσουν την άμυνα τους, τ' άρματα είχανε προχωρήσει βαθιά μέσα στις γραμμές, λόχοι ολόκληροι διαλύονταν. Δημιουργήθηκε σύγχυση, άρχιζε εδώ, εκεί, η φυγή. Οι Αυστραλοί άφηναν το υλικό τους εκεί που βρισκόταν, χάμου, άφηναν τα όπλα τους κι έφευγαν εξαντλημένοι από το ασυνήθιστο γι' αυτούς κρύο, τις τρεις νύχτες αγρύπνια. Στ' αριστερά, το 24ο Τάγμα, που είχε χάσει κάθε επαφή με τη διοίκηση, γιατί τα τηλεφωνικά καλώδια είχαν κοπεί, γλίτωσε με τρόπο ανέλπιστο, βοηθημένο από το σκοτάδι. Δυτικότερα ακόμα, ήταν τα ελληνικά τμήματα, η XII Ταξιαρχία. Οι Γερμανοί εξόρμησαν τις απογευματινές ώρες, τα απώθησαν ύστερα από αγώνα και μπήκανε στον Αετό.
Έτσι, οι βόρειες δυνάμεις του Συγκροτήματος W, υπό τον στρατηγό Μακέυ, έχασαν τη μάχη και την τοποθεσία του Κλειδιού, πράγμα που επετάχυνε την κατάρρευση όλου του μετώπο.
Στο δεξί της Μεραρχίας Ιππικού, η XXI ελληνική Ταξιαρχία, με ξέσκεπο τώρα το πλευρό της, χτυπήθηκε από τον εχθρό αιφνιδιαστικά και ρίχτηκε πίσω στα βόρεια υψώματα της Κλεισούρας. Οι Μεραρχίες XII και XX, που είχαν διαταχθεί από τη διοίκηση ακριβώς του Συγκροτήματος W να εγκαταλείψουν το Βέρμιο και να μετακινηθούν σε νέες θέσεις προς τα δυτικά, βρέθηκαν ξαφνικά εκτεθειμένες. Η υποχώρηση τους γινόταν, έτσι κι αλλιώς με αδιάκοπες, ξεθεωτικές πορείες, ενώ οι χιονοθύελλες έδερναν το Βέρμιο. Η ήττα των Άγγλων στο Κλειδί ανάγκασε τώρα τα τμήματα της XX Μεραρχίας να πέσουν νοτιότερα, γιατί ο δρόμος απο Αμύνταιο σε Αετό κι από εκεί στα στενά της Κλεισούρας είχε μείνει στο έλεος των Γερμανών. Αλλά ούτε και οι συνθήκες για μιαν αντίσταση στην Κλεισούρα έμοιαζαν ευνοϊκές. Οι δύο ελληνικές μεραρχίες, που κατόρθωσαν τέλος να φτάσουν εκεί, δεν ήταν πια σε κατάσταση αξιόμαχη. Η XX είχε μετακινηθεί με πορείες νυ χτερινές και με μέσα πρωτόγονα, βοϊδάμαξες, και τ' αποτέλεσμα ήταν να χάσει στον δρόμο τη συνοχή της καθώς και το βαρύ της οπλισμό. Η XII ήταν εξαρχής συγκροτημένη από στοιχεία παράταιρα, στρατιώτες του πυροβολικού, πεζοναύτες, πολιτοφύλακες, τραυματίες του Αλβανικού Μετώπου, Οθωμανούς, μεγάλες ηλικίες που είχαν ξεσηκωθεί όπως όπως για την άμυνα της Θράκης. Η μετακίνηση τους τώρα, σε κατεύθυνση αντίθετη από εκείνην όπου βρισκόταν ο τόπος τους, το θέαμα των τμημάτων που περνούσαν από τις γραμμές τους διαλελυμένα, τα αγγλικά μηχανοκίνητα που έφευγαν, οι διαδόσεις από πράκτορες της γερμανικής προπαγάνδας πως ο αγώνας είναι μάταιος στο εξής, γιατί έχουν χαθεί τα πάντα, το σφυροκόπημα από τη γερμανική αεροπορία, τα ογδόντα χιλιόμετρα που έκαναν με τα πόδια, όλ' αυτά μαζί τους είχαν τσακίσει το ηθικό.  Έφτασαν στην Κλεισούρα μπουλούκια μπουλούκια, όχι πια συντεταγμένα τμήματα, και χωρίς τρόφιμα, χωρίς πυροβόλα, μ' ελάχιστα πυρομαχικά.

                                                                             * * *

Τις μετακινήσεις τους αυτές από το Βέρμιο στα δυτικά, καθώς και τη σύμπτυξη γενικά από το Κλειδί, είχε αναλάβει να τα καλύψει η 1η βρετανική Θωρακισμένη Ταξιαρχία και οι άλλες δυνάμεις του στρατηγού Μακέυ. Οι Γερμανοί δεν άφησαν να χαθεί χρόνος: κατεδίωξαν από κοντά τους Βρετανούς. Τους χτύπησανστον Σωτήρα, χαράματα της 13ης άνοιξε η μάχη και το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο ταξίαρχος Τσάριγκτον διέταξε υποχώρηση. Δεν έπρεπε να επιμείνει περισσότερο, γιατί η αποστολή της ταξιαρχίας του ήταν μονάχα επιβραδυντική.

Από τον Σωτήρα στην επόμενη αμυντική τοποθεσία, το Προάστειο, η απόσταση είναι κάπου είκοσι χιλιόμετρα' οι Γερμανοί τα διέτρεξαν γρήγορα. Έβαλαν μπροστά τ' άρματα μάχης, από ψηλά τα Στούκας, και ρίχτηκαν στους Βρετανούς. Η μάχη που επακολούθησε κράτησε ως το σούρουπο, για να εξελιχθεί στο τέλος σε αρματομαχία. Ήταν η πρώτη και τελευταία του είδους αυτού στο Ελληνικό Μέτωπο. Ένας Άγγλος αντισυνταγματάρχης την περιγράφει με χρώματα ζωηρά:
«Ήτανε» -λέει- «ωραία εικόνα. Τα άρματα μάχης και τα οχήματα ζωσμένα από φλόγες, τα τροχιοδεικτικά βλήματα των 47 και των 50 χιλιοστομέτρων, τα τροχιοδεικτικά των πολυβόλων Μπρεν, οι λάμψεις από πυροβόλα και τουφέκια και οι εκρήξεις των βλημάτων συνδυάζονταν με τις τελευταίες φωτιές του ήλιου που βασίλευε πάνω στο σκοτεινό όγκο των βουνών».
Η σύμπτυξη των βρετανικών δυνάμεων έγινε επιδέξια, πίσω από προπέτασμα καπνού. Έτσι, το Ελληνικό Μέτωπο, ύστερα από τα αναχρονιστικά μέσα των Βαλκανικών Πολέμων, που ο ελληνικός στρατός χρησιμοποίησε για να πολεμήσει τους Ιταλούς, έβλεπε τώρα τα πιο εξελιγμένα και σύγχρονα του Δυτικού Μετώπου. Η παγκόσμια σύρραξη, με το φοβερό της ύφος, έκανε την πανηγυρική της εμφάνιση και στην ελληνική γη.

                                                                        * * *


Ερχόταν τώρα η σειρά των στενών της Κλεισούρας. Ήταν αδύνατο φυσικά να κρατηθούν από ελληνικά τμήματα με την ελαττωματική σύνθεση και τη μειωμένη μαχητικότητα των τμημάτων της XX Μεραρχίας. Κράτησαν τους Γερμανούς, ωστόσο, κάπου είκοσι ώρες, σε μια μάχη απελπισμένη κι άνιση. Και πάλι εδώ, όρθρο βαθύ, καθώς είχε αρχίσει η επίθεση των Γερμανών, οι Έλληνες στρατιώτες έβλεπαν σαστισμένοι τα τροχιοδεικτικά βλήματα του εχθρικού πυροβολικού ν' αυλακώνουν με γλώσσες φωτιάς τον ουρανό, τα προπετάσματα καπνού να κυλιούνται βαριά πάνω στο πεδίο της μάχης, κρύβοντας στα σπλάχνα τους μυριάδες στόμια που σάίτευαν φωτιά, θέριζαν. Ένα μετά το άλλο παίρνονται από τους Γερμανούς τα υψώματα της τοποθεσίας. Το ελληνικό πεζικό πολεμάει με τα ατομικά του τουφέκια και τα οπλοπολυβόλα του 1915, δίχως αεροπορία, δίχως αντιαρματικά.
Αλλά η κατάληψη της Κλεισούρας από τους Γερμανούς ήταν κάτι πολύ σοβαρό. Τώρα ο δρόμος προς την Καστοριά, τα Γρεβενά, έμενε ανοιχτός. Οι δυνάμεις του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας, που είχαν αρχίσει τη σύμπτυξη τους στην Αλβανία από το βράδυ της 12ης Απριλίου και βάδιζαν τώρα στη δημοσιά Καστοριά-Γρεβενά, βρίσκονταν εκτεθειμένες στους Γερμανούς που ζύγωναν. Αλλά και βαθύτερα, κινδύνευαν τα νώτα του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου, αφού τίποτα δεν θα εμπόδιζε πια τους Γερμανούς να προχωρήσουν προς την Καλαμπάκα, το Μέτσοβο, τα Γιάννινα. Ολάκερη έτσι η Στρατιά της Αλβανίας, η στρατιά της νίκης, κινδύνευε μ' αιχμαλωσία. Από εικοσιτετράωρο σε εικοσιτετράωρο θα βρισκόταν μεταξύ δύο πυρών.

Κι αρχίζει η κατάρρευση, πρώτα των δύο μεραρχιών του Τμήματος Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας. Σε υποχώρηση αδιάκοπη μπροστά σ' έναν εχθρό υπέρτερο, με το ηθικό δηλητηριασμένο από τη συναίσθηση της ανημπόριας, την ανισότητα σε μέσα, την κακουχία, με τη συνοχή των τμημάτων τους όλο και να χάνεται, το βασίλεμα κάθε ελπίδας, οι μονάδες αυτές φυραίνουν αισθητά, λιώνουν σαν κομμάτια πάγος πλάι σε φλόγα. Λόχοι ολόκληροι διαλύονται, τμήματα χάνουν την επαφή μεταξύ τους, βρίσκονται χωρίς ξεκάθαρο προσανατολισμό, τα μέσα διαβιβάσεων είναι χιμαιρικά, ούτε τηλεφωνικά καλώδια προφταίνουν να τοποθετηθούν. Οι Αγγλοι, που καθώς φαίνεται βρίσκανε στο εξής κάθε αντίδραση περιττή, αφήνουν τα στενά της Σιάτιστας και φεύγουν. Είναι ο αέρας της καταστροφής που, όταν αρχίσει να φυσάει, δεν αντικρατιέται με τίποτα, δυναμώνει από στιγμή σε στιγμή, γυρίζει σε θύελλα. Μέσα στο ταραγμένο χνώτο της ο καθένας νιώθει πως έγινε ένα τίποτα, θρύμμα από άχυρο.

Από τα μεσάνυχτα της 14ης Απριλίου, το Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας είχε πάψει πια να εκπληρώνει την αποστολή του, την κάλυψη του στρατού της Αλβανίας από ανατολικά. Ο διοικητής του ΤΣΚΜ (υποστράτηγος Χρ. Καράσσος) διέταξε σύμπτυξη στη δυτική όχθη του Αλιάκμονος. Αλλά κι εκεί η διαρροή συνεχιζόταν. Δεν υπήρχε πια ούτε ένα οργανωμένο τμήμα ικανό ν' αναλάβει μιαν οποιανδήποτε αποστολή. Τη διάλυση και τη σύγχυση της αποκορύφωνε η κατάσταση που επικρατούσε στον δρόμο προς τα μετόπισθεν, στη δημοσιά Γρεβενά -Καλαμπάκα.

Ήτανε ξέχειλη από φυγάδες, Έλληνες και Γιουγκοσλάβους πρόσφυγες, που φεύγανε μέσα στη νύχτα να γλιτώσουν από τους Γερμανούς. Είχε βρέξει, η λάσπη τούς βάραινε τα πόδια. Αυτοκίνητα σταματημένα, μπερδεμένα μεταξύ τους τόσο που να πήζουν, να φράζουν τη διάβαση, στρατιώτες και πολίτες, γυναικόπαιδα, βοϊδάμαξες, Άγγλοι, χωριάτες, γέροι, κάποια συντεταγμένα ακόμα στρατιωτικά τμήματα, όλος αυτός ο ανθρώπινος πολτός φώναζε κι ανάβραζε, βούιζε και στριμωχνόταν. Οι οδηγοί βρίζονταν μεταξύ τους, δέρνονταν, οι γυναίκες σκλήριζαν, τα παιδιά κλαίγανε, ξεφώνιζαν.

Κι όλους τους παλάβωνε η σκέψη της αυγής, το ξημέρωμα που θα έφτανε από πάνω και η εχθρική αεροπορία.

Έφτασε. Αρχισε τους πολυβολισμούς, τα σφυρίγματα, τις βουτιές. Ο δρόμος ήταν στενός, φιδωτός, με όχτους ψηλούς, τον έφραζαν τώρα και οι χτυπημένοι που σωριάζονταν, οι άλλοι που πέφτανε τσαλαπατημένοι. Στον πανικό είχε προστεθεί η σφαγή. Κι όλο αυτό το χοχλαστικό ανθρωπολόι γινόταν βουρκονέρι πηγμένο από ψυχές, ιδρώτες, λάσπες, αίματα.

(Επόμενο)