Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Μ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ: O KOTZAMΠΑΣΗΣ του Καστρόπυργου


— Οι Τούρκοι ! Έρχονται οι Τούρκοι !
Τότε γίνηκε μέσα του μια ταχύτατη κι υποτυπωδώς λογική εργασία. Οι Τούρκοι είναι οι άνθρωποι που πρόκειται να τον σκοτώσουν. Κι αυτός δεν θέλει να πεθάνη' θέλει να ζήση. Για να ζήση, πρέπει να φύγη, να μην τον εύρουν οι Τούρκοι' και να φύγη κατά την αντίθετη μεριά απ' όπου έρχονται οι Τούρκοι. Η φωνή που ειδοποίησε « έρχονται οι Τούρκοι » αντήχησε πίσωθέ του' το λοιπόν, οι Τούρκοι έρχονται από κείνο το μέρος. Για να τους αποφύγη, πρέπει να φύγη αντίθετα, δηλαδή προς τα μπρος. Αυτό είναι !
Το ζωικό ένστιχτο της ενέργειας δούλεψε παράλληλα με τη λογική. Ο φυσιολογικός κύκλος ενστίχτου, σκέψης και δράσης έκλεισε σε αψεγάδιαστη καμπύλη. Τίποτα δεν μπόρεσε να σταματήση τις συνέπειες του. Κι ο Ποτούλης Μπλιούρας σηκώθηκε και χίμηξε προς τα μπρος, να φύγη, να γλιτώση απ' τους Τούρκους, που έρχονται πίσωθέ του να τον σκοτώσουν.
Με τη διαφορά, πως οι Τούρκοι δεν έρχονταν από κει που νόμισε, αλλ' από την αντίθετη μεριά. Μέσα στη νάρκη της γενικής ατονίας, ξέχασε πως οι βάρδιες που φώναξαν για τον ερχομό τους βρίσκονταν στο βουναλάκι, πίσω απ την πρώτη γραμμή των Ελλήνων. Λησμόνησε πως οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να 'ρθουν παρά μονάχα από κει που έρχονταν. Και προσπαθώντας ν' αποφύγη τους Τούρκους, έπεσε απά­νω τους.
Άξαφνα είδε τέσσερεις σπαήδες να του κόβουν το δρόμο. Είχαν σταματήσει τ άλογα τους και κοίταξαν ξαφνιασμέ­νοι τον τρελό που χιμούσε τρεχάτος κατά πάνω τους. Δεν καταλάβαιναν, δεν μπορούσαν να καταλάβουν, θάρρεψαν πως ορμούσε να τους επιτεθή' και τράβηξαν τα χατζάρια.
Μα κι ο Μπλιούρας σταμάτησε. Ούτε αυτός μπορούσε να καταλάβη. Πίσω του πρέπει να 'ρχονταν οι Τούρκοι, κι άλλους Τούρκους βρίσκει μπροστά του. Ίσως πάλι να μη έρχονταν πίσω του Τούρκοι' μα και να πισωδρομούσε, οι σπαήδες που βρίσκονταν μπροστά του θα χιμούσαν και θα τον σκότωναν. Κι εκείνος δεν ήθελε να πεθάνη. Αλλά πώς να γλιτώση ; Δεν ήταν άλλος τρόπος : έπρεπε να σκοτώση τους Τούρκους, πριν προφτάσουν να τον σκοτώσουν. Αυτό ήταν ! Έβγαλαν αυτοί τα χατζάρια ; Τράβηξε κι αυτός το γιαταγάνι' και με άγρια φωνή χίμηξε απάνω τους κι άρχισε να τους χτυπάη, να χτυπάη, να χτυπάη. Τους σκότωσε και τους τέσσερεις. Τον πρώτο τον ξε­κοίλιασε' του δεύτερου του 'κοψε το χέρι' έχωσε το γιατα­γάνι στην κοιλιά του αλόγου του τρίτου, και πέφτοντας το ζώο στο γκρεμό παράσυρε και τον καβαλάρη. Ο τέ­ταρτος έκανε να φύγη, μα ο Μπλιούρας πρόφτασε και τον πυροβόλησε με την πιστόλα.
Κι ύστερα γίνηκε μια ανακατοσούρα. Από το Ντερβένι πρόβαλαν κι άλλοι Τούρκοι, πολλοί Τούρκοι, όλοι με τα χατζάρια στο χέρι, όλοι με μοναδική πρόθεση να σκο­τώσουν τον Ποτούλη Μπλιούρα. Αλλά δεν τα κατάφερναν, γιατί πρόφταινε και τους έσφαζε ο Μπλιούρας. Η αλήθεια είναι πως έτρεξε να τον βοηθήση κι ο Γεωργικόπουλος στη σφαγή, κι ο Ασημάκης Προβατάς, κι οι άλλοι. Για μια στιγμή τους είδε που έσφαζαν Τούρκους. Από κει τους έχασε' δεν έβρισκε καιρό να παρακολουθήση. Είχε τη δική του δουλειά να κοιτάξη' είχε τη ζωή του να γλιτώση. Κι έ­σφαζε Τούρκους.
Από κει, το πράμα άρχισε να τον διασκεδάζη. Ξέ­χασε πώς πολεμούσε για το τομάρι του. Είχε το συναίσθημα πως η ζωή του δεν κινδύνευε πια. Μα και να κινδύνευε, καρφί δεν του καιγόταν ! Αυτό το συναίσθημα ν' ανοίγης κοιλιές, να τσακίζης παΐδια, να πελεκίζης καύκαλα .". . Κι υστέρα ήταν το αίμα. Είχε μια παράξενη οσμή, κι ήταν δροσερό μεσ' στη χλιάδα του . . . Όλο το κορμί του είχε βουτηχτή στο αίμα, στα χυμένα μυαλά. Ένα άντερο είχε τυλιχτή στον καρπό του δεξιού του χεριού, μα δεν τον ενο­χλούσε. Εκείνο που τον ενοχλούσε, ήταν το μαύρο πανί που σκέπαζε το μισό του πρόσωπο. Με χειρονομία γοργή το πέταξε μακριά, και γυάλιζε στο φως το ζερβί του μάτι. Τώρα είχε δυο μάτια, κι έβλεπε πολύ καλύτερα να σκοτώνη. Και σκότωνε. Κάτω η γης είχε πήξει στους σκοτωμένους Τούρκους. Μα δεν τον εμπόδιζε αυτό, πατούσε πάνω στα κουφάρια με σιγουράδα κι άνεση. Κάτι το λαστιχένιο, *το ευχάριστο. Εξάλλου, ο ήλιος είχε γείρει, και δρόσισε ο αέρας. Τώρα μπορεί να δουλεύη κανείς ξεκούραστα. Α ! Να κι οι αραπάδες ! Ας τους σφάξωμε κι αυτούς ! Και τους έσφαξε ...
Πόση ώρα βάστηξε αυτό ; Δεν μπορεί να θυμηθή' Είχε μεθύσει. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει ένα συναί­σθημα τόσο ευφορικό, τόσο δυναμικό. Κάθε συνείδηση κι ασυνειδησία έφυγαν, και παράτησαν γυμνό το είναι του στη μεγάλη ηδονή του θανάτου. Ανάσαινε το χλιό αέρα του βραδυού' κοιτούσε τους δειλινούς μενεξέδες, που πέφταν στις πλαγιές των ολόγυρα βουνών μούγκριζε κάτι σαν τραγούδι πρωτόγονης κι υπέρτατης χαράς' και σκότωνε. Η παλάμη του είχε γίνει ένα με τη λαβή του γιαταγανιού' τα μούσκουλα του δεξιού μπράτσου του πονούσαν από το αδιάκοπο χτύ­πημα, που γινόταν με παλμό ασυνείδητο, μηχανικό. Και διψούσε, και πεινούσε' μα δεν είχε καιρό. Αργότερα, θα δούμε. Τώρα σκότωνε.
Κι άξαφνα σταμάτησε να σκοτώνη. Στην αρχή, κι αυτός δεν κατάλαβε γιατί σταμάτησε. Μα το πράμα ήταν φως - φανάρι : δεν υπήρχαν πια Τούρκοι! Τους είχε σκοτώσει, όλους. Ίσως κι ο Γεωργικόπουλος, ίσως κι ο Ασημάκης να σκότωσαν καναδυό. Μα τους άλλους τους σκότωσε αυτός — ήταν απόλυτα σίγουρος. Χαμογέλασ' ευχαριστημέ­νος. Πάει κι αυτό ! Τώρα μπορεί να κοιμηθή ήσυχος . . .
Και με μιας το μεθύσι ξεδιάλυνε. Η συνείδηση όλων-των πάντων του 'ρθε σε κύματα βίαια, απανωτά, που τον κλόνισαν, τον λιγοψύχησαν.
— Ποιος είμαι ; Πού βρίσκομαι ! Τί έκανα ; Τί θα κάνω ;
Με νεύρο τετανικό έκανε στροφή απότομη. Το παλιό συναίσθημα ξύπνησε κυρίαρχο με το πέρασμα της νάρκης. Να φύγη ! Να φύγη !
Αλλά δεν έφυγε. Καθώς έστριψε, είδε απέναντί του τον Κολοκοτρώνη, ψηλό, άγριο, τρομερό, με την κόκκινη, περικεφαλαία στα ψαρά μαλλιά. Δίπλα του στεκόταν ο Γεωργικόπουλος. Κι ο Γεωργικόπουλος έδειχνε με το δάχτυλο αυτόν, τον Ποτούλη Μπλιούρα, στον Κολοκοτρώνη κι έλεγε :
— Αυτός είναι !
Τότε όλα έσπασαν μέσα του. Βαρέθηκε ! Ναι, βαρέ­θηκε ! Ό,τι είναι να γίνη, ας γίνη. Να πεθάνη ! Να ησυχάση ! Να γλιτώση ! Πέταξε το γιαταγάνι κατά γης, κι είπε με φωνή σκληρή σαν ατσάλι :
— Ναι ! Εγώ είμαι ! Ο Μίχαλος ο Ρούσης, ο εξω­μότης, ο προδότης ! Σκοτώστε με, να ησυχάσω και γω και σεις !
Ο Κολοκοτρώνης προχώρησε κατά πάνω του' μα δεν τον σκότωσε. Μόνο τον αγκάλιασε, τον φίλησε στα δυο μάγουλα και του είπε :
— Το σφάλμα σου το ξαγόρασες σήμερα, Μίχαλε Ρούση. Δεν είσαι ούτε προδότης, ουτ' εξωμότης. Είσαι Έλληνας ! Είσαι ήρωας !


Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

 Έλληνας δραματικός συγγραφέας ,ποιητής μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος.
Γεννήθηκε στη Κυπαρισσία στα 1864 Μετά την ολοκλήρωση των εγκυκλίων σπουδών του κατετάγη στο στρατό με προοπτική να ακολουθήσει τη στρατιωτική καριέρα, σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα του. Στα 1892 όταν υπηρετούσε στη φρουρά του Ναυπλίου σαν λοχίας, έγραψε τη πρώτη του κωμωδία . 
Aυτό το έργο δεν παρουσιάστηκε ποτέ μπροστά στο κοινό γιατί στη διάρκεια  των δοκιμών , ένα ατύχημα προκάλεσε πυρκαγιά της θεατρικής  σκηνής , με αποτέλεσμα να καούν τα  χειρόγραφα κείμενα. Το ατύχημα αυτό φαίνεται ότι λειτούργησε διαφημιστικά στη μικρή κοινωνία του Ναυπλίου και το όνομα του άτυχου νεαρού συγγραφέα έγινε διάσημο. Ερμηνεύοντας τη κακοτυχία σαν εύνοια της  τύχης και ενθαρρυμένος από τους φίλους του ο  Δημητρακόπουλος αποφασίζει να ξεκόψει από το παρελθόν, να έλθει σε ρήξη   με τη πατρική επιθυμία και να υποβάλει τη παραίτησή του από τις τάξεις του  στρατού (1892)  με σκοπό να αφιερωθεί στη τέχνη του .

'Εγραψε περισσότερα από 100 έργα όλων των ειδών.
Το πρώτο του σοβαρό έργο ήταν «η Μαρκέλλα», δράμα σε 4 πράξεις που παρουσιάστηκε στο θέατρο Αθήναιον (19 Ιουλίου 1895) από το θίασο Δ. Κοτοπούλη . Η παράσταση σημείωσε μεγάλη επιτυχία και ο Δημητρακόπουλος καθιερώθηκε σαν θεατρικός συγγραφέας.

Από τα έργα του αναφέρονται: 

Τραγωδίες
«Μαρκέλλα»  (Τραγωδία σε τέσσερις πράξεις )
«Ο Βελισσάριος».
«Ο γελωτοποιός του βασιλέως»,
«Η Διδώ»,
«Ειρήνη η Αθηναία»
« Ο θεός κελεύει»
 Δράματα:
«Η μυλόπετρες»
«Το ψωμί»
«Η Μέλισσα»
«Το Μαυσωλειον» (σε συνεργασία με το Ν Λάσκαρη)
«Η Βουλγάρα»,
«Η αιω­νία γυναίκα»,
«Η έξωσις του Όθωνος» (δράμα σε τέσσερις πράξεις με τη συνεργασία του Αριστείδη Κυριακού)
«Ο Ίκαρος»
«Ο Ιωάν­νης Κωλέττης»,
«Ο Κουρσάρος»,
Πεζογραφία
Επτανησιακή Φιλολογία Έμμετρα διηγήματα του Κόντε-Κουρούπη.
«Η Γαλάτεια»  (Ερωτική μυθιστορία σε δύο τόμους.)
«Η ζωή του θανάτου»,  (Μυθιστόρημα πνευματικό.)
«Η Θεοφανώ»  (Βυζαντινή μυθιστορία του Ι΄ αιώνα.)
«Ηρωδιάς»  (Εβραϊκό μυθιστόρημα του Α΄ μ.Χ. αιώνα.)
«Ο εραστής της βασιλίσσης» (Αθηναϊκό μυθιστόρημα του 1840.)
«Τζέννυ Θεοτόκη»  (Αθηναϊκή μυθιστορία του 1845. )
«Το βιβλίον της αγάπης· Η Αρετούσα»,  (Ερωτικές ιστορίες του ελληνικού Μεσαίωνας Τόμοι 1-2.)
«Το μυστικόν του Βοσπόρου», (μεταφράσθηκε στα γαλλικά  έκανε 20 εκδόσεις και τον καθιέρωσε με το ψευδώνυμο  Paul Arcas
«Ο γελωτοποιός του Βασιλέως.» (Βυζαντινό μυθιστόρημα του Θ΄ αιώνα)
«Μάγδα η Εβραία.»
«Η χρυσωμένη λάσπη»,
«Η Ραλλού» (Αθηναϊκή μυθιστορία 1840-1843 σε 2 τόμους)
«Η Δούκισσα της Πλακεντίας»
«Ο αυτόχειρ»
Τα άνθη της λεμονιάς.»
Κωμωδίες:
«Αντίο Γλαρέντζα»
«Από τη γη στον ουρανό» (Κωμωδία εις πράξεις τρεις.)
«Η ανάστασις του Λαζάρου»
«Ενοι­κιάζεται» (σε συνεργασία με το Ν· Λάσκαρη,
«Η ζωντοχήρες»,
«Τα κουλουβάχατα»( σε συνεργασία με το Γ. Πωπ)
«Ο λουλουδόκοσμος»,
Οπερέττες :
«Η Κρητικοπούλα»  
«Η πριγκήπισσα της Σασσών» (σε συνεργασία με το Ν Λάσκαρη και μουσική Σαμάρα),
Επιθεωρήσεις:
«Τα Παναθήναια»,(επιθεώρηση με τη συνεργασία των Μπ. Άννινου και Γ.Β.Τσοκόπουλου) ,
«Εδώ κ' εκεί» (επιθεώρηση με τη συνεργασία του Γ. Β. Τσοκόπουλου),
Έξω φρενών» (επιθεώρηση με τη συνεργασία του Κ. Μακρίδη),

«Το καμπαρέ»
«Ο κινηματογράφος»,
«Η Ρωμιοπούλα»
«Η μαντάμ Μαρή» (επιθεώρηση με τη συνεργασία του Μ. Γ. Λιδωρίκη)
«Η αναμπαμπούλα»
Μελέτες-Αρθρα-Κείμενα
«Αι δύο Διαθήκαι» (κοινωνικές  μελέτες)
«Η Σιδηρά διαθήκη» (Κοινωνική φυσιολογία.)
«Ο δεκάλογος του στρατιώτου» Ηθικοί ορισμοί για το στρατό ξηράς και θαλάσσης)
«Ο υπερκόσμιος Παρνασσός» (πνευματιστικαί μελέται),
«Πνευματισμός· Ζωή και Επίζησις»
«Το μυστικόν της ζωής»(Ψυχοφυσιολογική μελέτη)
Μεταφράσεις
Λυσιστράτη του Αριστοφάνη 
Νεφέλαι του Αριστοφάνη ,
Οι όρνιθες του Αριστοφάνη 

Στα  1902 εξέδωσε το εβδομαδιαίο περιοδικό Πρωτεύουσα. Υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της Εταιρείας των Ελλήνων θεατρικών συγγραφέων και για δύο περιόδους υπήρξε αντιπρόεδρός της, Το 1916-1917 εξέδωσε την απογευματινή εφημερίδα Θρίαμβος-Θάρρος η οποία δεν είχε επιτυχία και λίγο αργότερα υποχρεώθηκε να κλείσει. . Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες της Αθήνας, γράφοντας κυρίως χρονογραφήματα και ευθυμογραφήματα και υπέγραφε είτε με το πραγματικό του όνομα, είτε με τα ψευδώνυμα Γελωτοποιός, Ζλάπ, Κόντε Κουρούπης, Σχάι-Κόγκ, Paul Arcas.Μετέφρασε έμμετρα όλες τις κωμωδίες του Αριστοφάνη και τον «Αετιδέα» του Ροστάν.
Τον Απρίλιο του 1922 τελείωσε το τελευταίο από τα θεατρικά έργα του με τίτλο  το Κριτήριον.Το έργο του ανέβηκε στο Δημοτικό θέατρο την ώρα που ο ίδιος  πάλευε  με το θάνατο.
  Πέθανε στην Αθήνα την 28 Ιουλίου 1922.



 

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

JOSEPH GOEBBELS : O HΓΕΤΗΣ

Ένας ηγέτης πρέπει να έχει χαρακτήρα, θέληση, ικανότητα και τύχη.Εάν αυτά τα τέσσερα χαρακτηριστικά διαμορφώνουν μια αρμονική ενότητα σε ένα λαμπρό πρόσωπο, έχουμε έναν άνθρωπο εκλεγμένο από την ίδια την ιστορία.
Ο χαρακτήρας είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας. Η γνώση, η θεωρία, η εμπειρία και η πρακτική είναι περισσότερο επιβλαβή παρά επικερδή, εάν δεν βασίζονται σε έναν δυνατό χαρακτήρα. Ο χαρακτήρας τα εκφράζει σωστά. Απαιτεί θάρρος, αντοχή,ενέργεια και συνέπεια. Το θάρρος δίνει σε κάποιον, όχι μόνο την ικανότητα να αναγνωρίζει το σωστό, αλλά επίσης να το υπερασπίζεται και να το εφαρμόζει. Η αντοχή του δίνει την ικανότητα να κυνηγάει τον επιλεγμένο του σκοπό, ακόμη κι αν προκύψουν αδύνατα εμπόδια, και να τον αναγορεύει, ακόμη κι αν είναι αντιδημοτικός, ακόμη κι αν κάνει τον ίδιο αντιδημοτικό. Η ενέργεια κινητοποιεί τη δύναμη να διακυβεύει τα πάντα για την επίτευξη του σκοπού και την επιμονή να συνεχίσει. Η συνέπεια δίνει στην οπτική και τη σκέψη του την δριμύτητα της γνώσης και της λογικής στη σκέψη και στη δράση που δίνουν στους πραγματικά μεγάλους ανθρώπους την ικανότητα να φθάνουν ως τις αιωνίως διστάζουσες μάζες. Αυτές οι ανδροπρεπείς αρετές μαζί αποτελούν αυτό το οποίο αποκαλούμε χαρακτήρα. Ο χαρακτήρας, εν ολίγοις,είναι το στυλ και η συμπεριφορά ανωτάτου επιπέδου.
Η θέληση αναγάγει τον χαρακτήρα από ατομικιστικό σε καθολικό. Η θέληση μετατρέπει τον άνδρα με χαρακτήρα σε πολιτικό πρόσωπο. Κάθε σπουδαίος άνδρας θέλει κάτι, και πράγματι είναι πρόθυμος να χρησιμοποιήσει κάθε μέσον προκειμένου να φθάσει στο τέλος του. Η θέληση διακρίνει τον άνδρα ο οποίος πράττει από τον άνδρα ο οποίος απλώς διαλογίζεται. Είναι ο μεσολαβητής μεταξύ της γνώσης και της πράξης. Για εμάς είναι πολύ σημαντικότερο να θέλουμε αυτό το οποίο είναι σωστό,παρά να γνωρίζουμε απλώς τι είναι σωστό.Αυτό είναι ιδιαιτέρως αληθινό στην πολιτική. Τι μου προσφέρει να γνωρίζω τον εχθρό, εάν δεν έχω τη θέληση να τον καταστρέψω! Πολλοί γνωρίζουν για ποιον λόγο έχει καταρρεύσει η Γερμανία, μα λίγοι έχουν τη θέληση να δώσουν ένα τέλος στις συμφορές της. Αυτό που διακρίνει αυτόν ο οποίος έχει καλεστεί στην ηγεσία από όλους τους υπόλοιπους είναι το εξής: Δεν έχει μόνο τη θέληση να επιθυμεί, αλλά και την επιθυμία να θέλει. (Διαβάστε περισσότερα)

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΑΝΙΑΤΗΣ: Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ 6

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
Η ΜΥΣΤΗΡΙΏΔΗΣ ΕΞΑΦΆΝΙΣΗ
Στις 19 Ιουνίου ένα ακόμη επεισόδιο παρόμοιο μ΄ εκείνο των πιλότων στο Μέλχερεν –συρ-Μεζ [1] υπονομεύει ακόμα περισσότερο την επιτυχία της "Κυανής επιχείρησης" και προσφέρει στον Στάλιν μια επιπλέον επιβεβαίωση των γερμανικών προθέσεων.
Στις 2 το μεσημέρι, ο αρχηγός του τομέα επιχειρήσεων της 23ης  Mεραρχίας Aρμάτων  ,ταγματάρχης Reichel, συνοδευόμενος από το λοχαγό Dechant  επιβιβάζονται  σε ένα  "πελαργό" [2] .Από τη θέση του πιλότου, ο Dechant απογειώνει το μικρό αεροσκάφος με κατεύθυνση  την έδρα της  Τακτικής Διοίκησης του XVII Σώματος Αρμάτων. Πρόκειται για μια  αποστολή ρουτίνας δίχως ιδιαίτερους κινδύνους. Σκοπός του ταγματάρχη Reichel είναι να επιχειρήσει μια από αέρα ανίχνευση του εδάφους που οι Μεραρχίες των δύο Σωμάτων Στρατού θα κληθούν να διατρέξουν στη  διάρκεια της πρώτης φάσης της επιχειρήσεως. [3] Ενάντια στις αυστηρές διαταγές που απαγορεύουν στους αξιωματικούς να μεταφέρουν μαζί τους οποιοδήποτε έγγραφο που μπορεί  να φανεί χρήσιμο στον εχθρό, ο ταγματάρχης κουβαλά μαζί του ένα δερμάτινο χαρτοφύλακα με σημαντικά απόρρητα έγγραφα ανάμεσα στα οποία, το μνημόνιο [4] που προβλέπει την σύμπραξη των δύο Σωμάτων Στρατού, στο πρώτο στάδιο της επιχείρησης,  και  ένα χάρτη σε κλίμακα 1:100.000 της περιοχής με σημειωμένες μάλιστα τις θέσεις των γερμανικών μονάδων .
Αυτή η πτήση ρουτίνας εξελίσσεται σε ένα τρομερό εφιάλτη  με  ανυπολόγιστες μάλιστα συνέπειες. 

Πίσω στη βάση οι ώρες της αναμονής μετατρέπονται σταδιακά σε ώρες αγωνίας. Η εξαφάνιση  του αεροπλάνου με τους δύο αξιωματικούς είναι από μόνη της  ένα μεγάλο πρόβλημα που γίνεται μεγαλύτερο όταν μοιραία συνδυάζεται με την εξαφάνιση του χαρτοφύλακα και των απόρρητων εγγράφων που περιέχει.
Ο Μέραρχος von Boineburg-Lengsfeld για την ώρα αγνοεί τα όσα τραγικά συμβαίνουν στην Μεραρχία του. Προσκεκλημένος με άλλους ανώτερους αξιωματικούς στην έδρα της Διοίκησης του 40ου Σώματος Αρμάτων, μια διώροφη έπαυλη με κήπο, λίγα χιλιόμετρα από το Χάρκοβο, απολαμβάνει αυτό που ο Σωματάρχης Stumme διαφημίζει  χαριτολογώντας  " γεύμα αντάξιο για μελλοθάνατους". Το  πιάτο της ημέρας είναι προσφορά του  αντισυνταγματάρχη  Franz . Επιστρέφοντας από μια επιθεώρηση σε προωθημένη μονάδα του Μετώπου κάποιες ώρες πίσω , έτυχε να συναντήσει στο δρόμο του ένα αμέριμνο ζαρκάδι  και φυσικά ο αντισυνταγματάρχης   δεν άφησε την ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη. Ο γλυκός αφρώδης οίνος , το χαβιάρι της Κριμαίας και διάφορα άλλα αγαθά,   συμπληρώνουν ένα πλούσιο δείπνο.

Η  καταστροφική είδηση της εξαφάνισης των δύο αξιωματικών καθώς και των απόρρητων εγγράφων φτάνει στην έδρα της Διοίκησης του 40ου Σώματος Αρμάτων ,με μεγάλη καθυστέρηση , στις 10 το βράδυ , κάτι που σημαίνει ότι όλες οι  προηγούμενες προσπάθειες  να διευθετηθεί το θέμα σε επίπεδο Μεραρχίας, είχαν αποτύχει. Από τη μια στιγμή στην άλλη η γιορταστική ατμόσφαιρα  διαλύεται και οι αξιωματικοί επιστρέφουν βιαστικά στις μονάδες τους για συντονίσουν τις έρευνες.
Λακωνικές  διαταγές ταξιδεύουν μέσα από τα καλώδια και τα ραδιοφωνικά κύματα . Αγωνιώδη ερωτηματικά κατακλύζουν τις προωθημένες μονάδες του μετώπου.Κάθε πληροφορία που μπορεί να φωτίσει με οποιοδήποτε τρόπο την υπόθεση, οφείλει να μεταδοθεί δίχως καθυστέρηση .
Σε αναμονή των πρώτων συγκεκριμένων πληροφοριών μια σειρά από υποθέσεις εργασίας  επιχειρούν να ερμηνεύσουν τη λογική των γεγονότων που πιθανόν να έλαβαν χώρα από τη πιθανολογούμενη κατάρριψη του αεροσκάφους και μετά . Όλοι φαίνεται να συμφωνούν ότι το αεροπλάνο είτε καταρρίφθηκε είτε αναγκάστηκε να προσγειωθεί, πιθανότατα, πέρα από τις γερμανικές γραμμές.   Το ότι οι δύο αξιωματικοί νεκροί ή ζωντανοί βρίσκονται ακόμα πίσω από τις γραμμές του εχθρού μοιάζει λογική και  αυταπόδεικτη πραγματικότητα . Και τα έγγραφα; Είχαν το χρόνο οι δύο αξιωματικοί να τα καταστρέψουν πριν εντοπισθούν από τον εχθρό; Και αν δεν πρόλαβαν ; Και αν έπεσαν ζωντανοί στα χέρια του εχθρού; Στη περίπτωση αυτή  ο εχθρός είχε τη δυνατότητα  να πληροφορηθεί πολλά περισσότερα από τη  προβλεπόμενη σύμπραξη των δύο σωμάτων στρατού που αποκάλυπταν τα έγγραφα.
Η συντονισμένη κινητοποίηση μέσα στη νύχτα φέρνει τα πρώτα αποτελέσματα. 
Σαράντα πέντε λεπτά αργότερα μια  πρώτη πληροφορία φτάνει στην έδρα διοίκησης του Stumme. Προέρχεται από την διοίκηση της 336ης Μεραρχίας .Σύμφωνα με τη μαρτυρία παρατηρητή  του πυροβολικού , που κρίνεται αξιόπιστη , ένα  αεροπλάνο του ίδιου τύπου είχε εμφανιστεί  στη περιοχή νωρίς το απόγευμα. Πετούσε ανάμεσα  σε κουρέλια ομίχλης , ο τρόπος που πετούσε ήταν προβληματικός, έχανε συνεχώς ύψος  και παρασυρόταν προς τις εχθρικές θέσεις. 
-Στείλετε επί τόπου έναν λόχο επιθέσεως διατάζει ο Stumme.
Πρόκειται για μια επικίνδυνη  αποστολή πίσω από τις γραμμές του εχθρού .
 Οι εθελοντές που αναλαμβάνουν να φέρουν σε πέρας την επιχείρηση το ίδιο κιόλας βράδυ έχουν σαφέστατες οδηγίες.
Αν δεν βρεθούν οι δύο αγνοούμενοι ζωντανοί ή νεκροί,   πρέπει να βρεθούν οπωσδήποτε τα έγγραφα. Αν κατά την έρευνά τους αυτή διαπιστωθεί ότι "έφθασαν δεύτεροι" πρέπει να αναζητηθούν  αποδείξεις ή ενδείξεις  που θα βεβαιώνουν ότι τα έγγραφα έχουν καταστραφεί.


 Δίχως να περιμένει τα αποτελέσματα γύρω στις μια τη νύχτα ξημερώνοντας η 20η Ιουνίου, ο Franz αναλαμβάνει την άχαρη αποστολή να ενημερώσει για το συμβάν τον Επιτελάρχη της 6ης Στρατιάς Συνταγματάρχη Arthur Schmidt . Ο Schmidt με τη σειρά του ενημερώνει τον Paulus. Ο   Paulus χωρίς να χάσει χρόνο αναφέρει, μέσα από την διοίκηση της Ομάδας Στρατιών , στο Rastenburg, στο Γενικό Επιτελείο του Φύρερ. Ο Φύρερ όμως βρίσκεται στο Berchtesgaden  και ο Στρατάρχης Κeitel αναλαμβάνει έστω και προσωρινά, τη διαχείριση της κρίσης.
Στο μεταξύ οι άνδρες του λόχου επιθέσεως καταφέρνουν να εντοπίσουν το αεροπλάνο στη θέση που έχει επιδειχθεί κοντά στη τοποθεσία που οι χάρτες καταγράφουν σαν  Nezhegol.Το αεροπλάνο είναι άδειο ή για την ακρίβεια λεηλατημένο. Κανένα ίχνος από τους δύο αξιωματικούς , κανένα ίχνος από τα έγγραφα ή από τις στάχτες τους , καμία ένδειξη από στοιχεία που μπορεί να φανερώνουν παρουσία του εχθρού, σύγκρουση ή πάλη. Μια τρύπα μόνο στο ρεζερβουάρ του αεροπλάνου φανερώνει ξεκάθαρα την αιτία που υποχρέωσε το πιλότο να επιχειρήσει   αναγκαστική προσγείωση.
Ο επικεφαλής λοχαγός επιμένει. Σε μικρές ομάδες οι Γερμανοί ακροβολίζονται και με φακούς κατοπτεύουν το χώρο . Σχεδόν τριάντα μέτρα παρακάτω ανακαλύπτονται δύο φρεσκοκλεισμένοι τάφοι...
Η ομάδα επιστρέφει στη βάση της και  αναφέρει.

Ο Στρατηγός  Stumme κούνησε σκεπτικός το κεφάλι μόλις του ανέφεραν για τους δύο τάφους.
-Από πότε οι Ρώσοι μπαίνουν στο κόπο να θάβουν τους νεκρούς; Και μάλιστα δίπλα στο αεροπλάνο!
-Και εγώ δεν το καταλαβαίνω απάντησε σαν ηχώ ο αντισυνταγματάρχης Franz.
-Θα ήθελα πολύ να γνωρίζω πως ακριβώς έχουν τα πράγματα ,ίσως και να πρόκειται για κάποιο διαβολικό τέχνασμα των Ρώσων , συμπέρανε ο Stumme [5 ]

Τα ευρήματά  δεν κρίνονται αρκετά για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Το μυστήριο που μπορεί να κρύβουν  οι πιθανολογούμενοι τάφοι, οδηγεί στη σκέψη ότι είναι απαραίτητη μια  παραπέρα διερεύνηση. Είναι ανάγκη να  επιβεβαιωθεί η τύχη του Reichel.Με κάθε θυσία.
Έχει αρχίσει να χαράζει όταν οι άνδρες του αποσπάσματος περνούν και πάλι μέσα στο εχθρικό έδαφος στο χώρο του εγκαταλελειμμένου αεροπλάνου για να συνεχίσουν την έρευνα . Τους συνοδεύει και ένας στενός συνεργάτης του του αγνοούμενου ταγματάρχη που έχει τον άχαρο ρόλο να αναγνωρίσει το πτώμα του προϊσταμένου του.
Όλα γίνονται γρήγορα και μεθοδικά. Οι φρεσκοκλεισμένοι τάφοι ανοίγονται . Δυο γυμνά ανδρικά σώματα αποκαλύπτονται .Το θέαμα είναι  μακάβριο ,αποκρουστικό, εξαιτίας των κακώσεων που τα δύο σώματα έχουν υποστεί από πυροβόλα όπλα. Ο συνεργάτης του Reichel δηλώνει αδυναμία να βεβαιώσει ότι το ένα από αυτά ανήκει στον προϊστάμενό του. Το μυστήριο αντί να διαλύεται φαίνεται να πυκνώνει.[6]


Η πρώτη αξιολόγηση των εγγράφων από το χαρτοφύλακα του Reichel έγινε στο Στρατηγείο του του Νοτιοδυτικού Μετώπου.[7]  
Στις 20 Ιουνίου ο Στρατάρχης Timoshenko τηλεφωνεί στο Στάλιν και αναφέρει όλα τα σχετικά για την υπόθεση.Το εχθρικό αεροπλάνο  εξαιτίας μηχανικής βλάβης επιχείρησε αναγκαστική προσγείωση πίσω από τις ρωσικές γραμμές, έγινε αντιληπτό από μια σοβιετική περίπολο που έσπευσε αμέσως προς το μέρος του. Ένας Γερμανός αξιωματικός , δίπλα στο αεροπλάνο αρνήθηκε να παραδοθεί και προέβαλε μάταιη αντίσταση .Τα έγγραφα που βρέθηκαν πάνω του αφορούν την αναμενόμενη επίθεση του εχθρού και μοιάζουν αυθεντικά. Ο ίδιος έχει μεριμνήσει να φτάσουν αεροπορικά στη Μόσχα.
Σχεδόν ταυτόχρονα οι ίδιες πληροφορίες διαβιβάζονται κωδικοποιημένες στο στρατηγείο του Μετώπου του Μπριάνσκ .
O Στάλιν καχύποπτος από τη φύση του, δείχνει να αντιμετωπίζει τα χαρτιά του νεκρού Γερμανού ταγματάρχη , μάλλον αδιάφορα. Από τους Στρατηγούς του δεν κρύβει τις υποψίες του ότι πρόκειται για μια καλοστημένη παγίδα του εχθρού που έχει σα σκοπό να τους αποπροσανατολίσει. Ο Στρατηγός Φίλιππος Golikov , αντίθετα δεν εφησυχάζει . Έχει κάθε λόγο να πιστεύει ότι όσα καταγράφονται στα χαρτιά του Reichel βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με όσα βλέπουν τα μάτια του στο τομέα του Μετώπου που διοικεί.
Στις 22 Ιουνίου ο Στρατηγός ενημερώνει τη Σταβκα μέσω ασυρμάτου ότι επίγειες και εναέριες παρατηρήσεις αναφέρουν έντονη κινητικότητα του εχθρού. Μόνο στη περιοχή του Κουρσκ έχουν ήδη επισημανθεί 6-7 τεθωρακισμένο και μηχανοκίνητοι σχηματισμοί την ώρα που τα τραίνα μεταφέρουν στη περιοχή συνεχώς και περισσότερες δυνάμεις.
Ο Στάλιν τον επαναφέρει στη τάξη. Το μόνο που επιδιώκει ο εχθρός είναι να καλύψει τις προθέσεις του . Η κατάσταση αργά η γρήγορα θα ξεκαθαρίσει και μέχρι τότε οφείλει να διατηρήσει τη ψυχραιμία του και να κοιτά μπροστά του τον εχθρό.
Στην άλλη πλευρά του μετώπου η τραγική ιστορία που ξεκίνησε στις 19 Ιουνίου με την εξαφάνιση του Reichel φτάνει στη μοιραία κατάληξή της το μεσημέρι της 25 Ιουνίου . Ο Φύρερ, αμέσως μετά την επιστροφή του ενημερώνεται για το συμβάν , και όπως είναι φυσικό, ζητά διευκρινήσεις από τη Στρατιωτική ηγεσία. Κύριο μέλημά του είναι να αναδειχθεί το μέγεθος του κινδύνου που απειλεί το στρατό του. Οι εξηγήσεις και οι δικαιολογίες που προβάλλονται τον εξοργίζουν. Πολλά πράγματα έπαψαν να γίνονται όπως παλιά και μια απαράδεκτη χαλάρωση παρατηρείται στις ηγεσίες αρκετών μεγάλων μονάδων του μετώπου. Κάποιοι διοικητές , αψηφούν και αδιαφορούν ακόμα και για τους στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας. Διαβαθμισμένες διαταγές που έπρεπε να κοινοποιηθούν μόλις τη τελευταία στιγμή και μάλιστα προφορικά, όχι μόνο κυκλοφορούν γραπτά με τη μορφή μνημονίων και σημειωμάτων , αλλά περιφέρονται ανεξέλεγκτα από μονάδα σε μονάδα.
Η πρωτοβουλία του Stumme να μοιράσει ένα περιληπτικό μνημόνια των κινήσεων των τεθωρακισμένων μονάδων στους Μεράρχους, παρά τα όποια ελαφρυντικά , καταδικάζεται απερίφραστα. Όπως μπορεί να υποθέσει κανείς η τιμωρία προς παραδειγματισμό, είναι αναπόφευκτη.Το θέμα είναι πόσο βαριά θα πληρώσουν το "παράπτωμα" ο Σωματάρχης Stumme ο Επιτελάρχης του Franz και ο Μέραρχος von Boineburg-Lengsfeld πάνω στους οποίους επικεντρώνονται οι ευθύνες.
Ο Φύρερ δεν κρύβει τις προθέσεις του. Δηλώνει την απόφασή του να αναβάλει ή ακόμα και να ακυρώσει την επιχείρηση αν οι Στρατηγοί του το προτείνουν. Το ερώτημα που υποβάλλει στους Weichs και Paulus είναι αμείλικτο. Η θέση των δύο στρατιωτικών γίνεται τραγική . Αν παραδεχθούν ότι τα χαρτιά του Reichel επηρεάζουν την επιτυχή έκβαση τη επιχείρησης καταδικάζουν αυτόματα τους τρεις συναδέλφους σε θάνατο [9]. Αν υποστηρίξουν την άποψη ότι δεν την επηρεάζουν θα χρεωθούν οι ίδιοι οποιες μελλοντικές συνέπειες από τη πράξη αυτή. Weichs και Paulus διαλέγουν την ενδιάμεση λύση. Σαφώς επηρεάζουν αλλά ο χρόνος που οι Ρώσοι έχουν στη διάθεσή τους για να κάνουν τις όποιες διορθωτικές κινήσεις στη διάταξή τους είναι υπερβολικά περιορισμένος. Αρα η επίθεση θα εκδηλωθεί στην ώρα της.



Υποσημειώσεις:

[1]
[2]
[3]
[4]
[5]Το αίνιγμα έχει μια μόνο λογική λύση.Ο Ράιχελ και ο πιλότος του συνελήφθησαν από μία ομάδα Ρώσων ανιχνευτών και εκτελέστηκαν.Όταν ο διοικητής της ομάδας έφερε το χαρτοφύλακα με τα ντοκουμέντα και το τοπογραφικό χάρτη στον αξιωματικό του , αυτός συνειδητοποίησε αμέσως ότι επρόκειτο για ανώτερο αξιωματικό του γερμανικού γενικού . Έτσι για να αποφύγει ¨μπελάδες" και για να αποφύγει πιθανές εγκλίσεις ή σε ερωτήματα για το τι έκανε με τα πτώματα , ο σοβιετικός αξιωματικός , έστειλε πίσω τους ανιχνευτές στο σημείο για να θάψουν τους δύο νεκρούς αξιωματικούς. (Καρέλ Α 578)
[6]
[7]
[8]
[9]

( Συνέχεια 6ου Κεφαλαίου)

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

THEODOR PLEVIER :ΒΕΡΟΛΙΝΟ

Ενώ ο Μέερκατς κι η ομάδα του ξεφόρτωναν ράγιες από τα βαγόνια στο σταθμό του Μπρέστ, ο συνταγματάρχης Ζέκε στεκόταν απέναντι στο Ρώσο ταγματάρχη με το στρυφνό πρόσωπο μέσα στο Γραφείο του 4ου Κλάδου. Ένα χοντρό ντοσσιέ βρισκόταν πάνω στο γραφείο του ταγματάρχη - ο φάκελος του Ζέκε! Εκείνος σχεδόν δε σήκωνε τα μάτια του:
-Σαντίτιε! Καθίστε!
Η δακτυλογράφος έξυνε μολύβια.
Η ανάκριση άρχισε με τα ίδια ερωτήματα που του είχαν κάνει εκατοντάδες φορές πριν, και που εκατό φορές πριν εί­χαν γραφτεί. Κοινωνική προέλευση, σπουδές, φοίτηση στη στρατιωτική σχολή, υπηρεσία κατά τον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, πότε μπήκε στο Ράιχσβερ, Ραπάλλο και μυστική Γερμανο-Ρωσική Συνθήκη, συνεργασία του Ράιχσβερ με τον Κόκκινο Στρατό.
Η ανάκριση σταμάτησε στο Ραπάλλο.
Ραπάλλο και Τάουρογκεν. Η σχέση της συνθήκης του Ραπάλλο το 1925 με την ανακωχή του Τάουρογκεν μεταξύ του στρατηγού Γιόρκ φον Βάρτενμπουργκ [1] και του Ρώσου στρα­τηγού φον Ντίμπιτς [2] στις 30 Δεκεμβρίου 1812, ήταν σημαντική για τον Ταγματάρχη, και ήθελε ν' αναγνωρίσει κι ο Ζέκε τον παραλληλισμό.
— Οι ιστορικές συνθήκες είναι σχεδόν κάθε φορά αλλιώτι­κες και μοναδικές· είναι δύσκολο να κάνεις παραλληλισμούς, είπε ο Ζέκε.
—Ωστόσο, αναγνωρίζετε καθόλου ομοιότητες ανάμεσα σε τούτες τις δύο συνθήκες, Χερ Ζέκε;
—Ωραία, είπε ο ταγματάρχης - κι ακούστηκε σαν επί­πληξη.- Ο στρατηγός Γιόρκ φον Βάρτενμπουργκ, που για την Πρωσο-γερμανική ιστορία είναι ήρωας κι ελευθερωτής, υπήρξε πρότυπο για τον Βίσμαρκ καθώς και για τους Γερμανούς πολιτικούς που υπέγραψαν τη συνθήκη του Ραπάλλο · και το ίδιο πνεύμα εξακολουθούσε να ζει κατά την εποχή τής συνθήκης μεταξύ Χίτλερ και Στάλιν, αλλά αργότερα ό Χίτλερ απομακρύνθηκε απ' αυτό [3].
— Αυτό μοιάζει λίγο παρατραβηγμένο για να το δεχτεί κα­νείς, κύριε Ταγματάρχα.
Ο ταγματάρχης φαινόταν θυμωμένος.
-Άκου να δεις: Χωρίς τον Γιόρκ φον Βάρτενμπουργκ και τη συνθήκη με το Ρώσο στρατηγό Ντίμπιτς, δεν θα μπορούσε η αναγέννηση της Πρωσίας να...
Μόλις μέχρι εκεί τόχε τραβήξει όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας Ρώσος συνταγματάρχης. Ο ταγματάρχης κι η δακτυλογράφος σηκώθηκαν, ο Ζέκε σηκώθηκε κι εκείνος. Ο συνταγματάρχης σταμάτησε μπροστά στον Ζέκε, έκανε μια ελαφριά ένδειξη υπόκλισης και είπε:
— Γιεγκόρωφ.
Ο Ζέκε δεν κατάλαβε αμέσως· έπειτα διαπίστωσε πως ο συνταγματάρχης του είχε συστηθεί: πράγμα ιδιαίτερα ασυνήθιστο.
Αμέσως υποκλίθηκε κι εκείνος:
— Ζέκε, είπε.
Κάθησαν όλοι.Η ανάκριση συνεχίστηκε.
—  Χωρίς Τάουρογκεν, ούτε Πρωσογερμανικό Ράιχ θα υπήρχε, ούτε Βίσμαρκ ούτε Γερμανική Αυτοκρατορία, είπε ο ταγματάρχης και συνέχισε: Χωρίς ένα καινούργιο Τάουρογκεν και χωρίς ειλικρινή και στενή συνεργασία μεταξύ Γερμανίας
και Σοβιετικής Ένωσης, είναι αδύνατη η αναγέννηση της Γερμανίας.




Ο συνταγματάρχης Γιεγκόρωφ τον διέκοψε.
Τα μάτια του ήταν παγερά γκρίζα, τα μαλλιά του ξανθά και το πρόσωπο του έδειχνε έξυπνο άνθρωπο. Μίλαγε γερμανικά με ελαφριά σλαβονική προφορά.
—Εκείνη την εποχή, ο Ναπολέων είχε συντρίψει την Πρωσία. Δεν είστε της γνώμης, κύριε συνταγματάρχα Ζέκε, ότι οι συζητήσεις του Ρώσου στρατηγού Ντίμπιτς και του Πρώσου Γιόρκ φον Βάρντενμπουργκ έδειξαν το σημείο στροφής για την Πρωσία μετά το Ναπολεόντειο πόλεμο; Επιπλέον, δεν είστε της γνώμης ότι η κατάσταση της Πρωσίας, ταπεινωμένης και τσακισμένης όπως ήταν μετά την ανακωχή του Τιλζίτ [4], μοιάζει απελπιστικά με την κατάσταση της Γερμανίας μετά το 1945; Και δεν είναι φανερό ότι μια Γερμανο-Σοβιετική συνεργασία θα δώσει πλεονεκτήματα και στη σημερινή περίπτωση της Γερμανίας;
— Μιλάτε σ' έναν αιχμάλωτο πολέμου, συνταγματάρχα Γιεγκόρωφ;
— Μιλάω αποκλειστικά σε σας, συνταγματάρχα Ζέκε. Μιλάω σαν στρατιώτης σε στρατιώτη, σαν αξιωματικός σε αξιωματικό, σαν άνθρωπος σε άνθρωπο, και θα επιθυμούσα ν' ακούσω την προσωπική σας γνώμη.
— Σαν συνταγματάρχης Ζέκε, σαν στρατιώτης, αξιωματικός και άνθρωπος, η απάντηση μου θα πρέπει νάναι: Ο Ρώσος στρατηγός Φον Ντίμπιτς διαπραγματεύθηκε με τον Πρώσο στρατηγό Γιόρκ φον Βάρτενμπουργκ σαν δύναμη προς δύναμη. Ο στρατός του Γιόρκ μπορούσε ν' ανατρέψει την ισορροπία μεταξύ ρωσικών και ναπολεόντειων στρατιών σε μια ιστορική στιγμή. Για την Πρωσία η κατάσταση εκείνη την εποχή ήταν θεμελιωδώς διαφορετική από εκείνην της σημερινής Γερμανίας.
— Και σε τι, συνταγματάρχα Ζέκε, συνίσταται εκείνη η θεμελιώδης διαφορά;
— Εάν, συνταγματάρχα Γιεγκόρωφ, μου μιλάτε σαν σε στρατιώτη και άνθρωπο, και όχι σαν κατακτητής στον κατακτημένο, θα μπορούσα να πω πως δεν χρειάζεται να περιγράψω εγώ την κατάσταση της χώρας μου κάτω από την κατοχή του ρωσικού στρατού. Κι ούτε να περιγράψω το θλιβερό ρόλο που θ' αναμενόταν σήμερα από έναν στρατηγό Γιόρκ. 
Απέχω πολύ από του να θέσω τον Ναπολέοντα και τον Στάλιν στο ίδιο πολιτικό και ηθικό επίπεδο. Κι ούτε τον Ναπολέοντα και τον Χίτλερ θάβαζα στο ίδιο επίπεδο. Τρέφω πολύ μεγάλο σεβασμό για τον Ναπολέοντα. Ωστόσο μοιάζει να υπάρχει κάποιος παραλληλισμός. Η κατάσταση του Ναπολέοντα ύστερα από την ανακωχή του Τιλζίτ είναι τουλάχιστον συγκρίσιμη μ' εκείνην του Στάλιν - μόνο που ο Ναπολέων δεν εξεκένωσε τον πληθυσμό τεράστιων περιοχών κάτω από την κάλυψη της νύχτας. Και, λαμβάνοντας υπόψη τη Γραμμή Όντερ-Νάισσε, είναι δύσκολο να μιλάμε για ένα νέο Τάουρογκεν και για Γερμανο-Σοβιετική συνεργασία. Εσείς, συνταγματάρχα Γιεγκόρωφ, είστε στρατιώτης μιας μεγάλης δύναμης που στηρίχτηκε στη στρατιωτική της ισχύ για να προσαρτήσει το ένα τρίτο της πατρίδας μου και να εκτοπίσει και ξεριζώσει τους πληθυσμούς των προσαρτημένων περιοχών. Τί θα σκεφτόσασταν στη θέση μου, συνταγματάρχα Γιεγκόρωφ, για έναν στρατιώτη που έστω και θα σκεφτόταν μόνον ένα καινούργιο "Τάουρογκεν";
Ο ταγματάρχης δεν έκρυβε το θυμό του. Αλλά ο συνταγματάρχης Γιεγκόρωφ δεν φαινόταν να προσέχει. Παρέμεινε ήρεμος και απάντησε με εγκαρδιότητα:
— Άλλοι Γερμανοί αξιωματικοί, δικοί σας συνάδελφοι, όχι μόνο σκέφτονται ένα καινούργιο Τάουρογκεν αλλά και κινιόνται προς τα κει. Θα αρνιόσασταν τον πατριωτισμό του στρατάρχη Πάουλους και την υπευθυνότητα του απέναντι στο λαό του;
— Ο στρατάρχης Πάουλους θα πρέπει πρώτα να συμβιβαστεί με την ίδια του τη συνείδηση. Κατά τη γνώμη μου, μόνον ένας ανόητος ή ένας απατεώνας θα συνέκρινε τις συνθήκες της ανακωχής μεταξύ Γιόρκ και Ντίμπιτς με τη σημερινή κατάσταση της Γερμανίας.
— Και σε ποιά από τις δύο κατηγορίες κατατάσσετε τον Χέρ Πάουλους [5] ή τον Χερ Πηκ [6];
— Την απάντηση θ' αφήσω να τη δώσετε μόνο σας, συνταγματάρχα Γιεγκόρωφ.
Ο ταγματάρχης με δυσκολία συγκρατιόταν. Δυσφορούσε σαν αλυσοδεμένο μπουλντόγκ.
—Ομολογώ, συνέχισε ο συνταγματάρχης Γιεγκόρωφ με την ίδια ήρεμη φωνή, ότι ορισμένες καταστάσεις δεν μοιάζει να μιλάνε ακριβώς για Σοβιετο-Γερμανική συνεργασία αν 
και πρέπει κανείς να λαμβάνει υπόψη του και το παγκόσμιο πολιτικό πλαίσιο. Μόνο το ένα τρίτο της Γερμανίας είναι ρωσικό, και τα δύο τρίτα κατέχονται από δυτικές δυνάμεις. Ένας αριθμός συνθηκών ευνοούν μια Γερμανο-Σοβιετική συνεργασία. Από τη γερμανική πλευρά, ποιά γεγονότα σας φαίνονται πως δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά;
— Είναι φανερό πως η Γερμανία πρέπει να επανορθώσει τις καταστροφές που κάτω από τον Χίτλερ έκανε στη χώρα σας. Από την άλλη πλευρά όμως, εγώ θα πρότεινα να πάψει η ισχύς της συνοριακής Γραμμής Όντερ-Νάισσε, να αποδοθούν οι προσαρτηθείσες περιοχές και να δοθεί βοήθεια στο θέμα της επιστροφής των εκκενωμένων πληθυσμών...
Ο ταγματάρχης είχε φτάσει στα έσχατα της υπομονής του. Βρόντησε τη γροθιά πάνω στο τραπέζι και ούρλιαξε:
Ιντί κ τσορτίου, άει στο διάβολο, γιούμπ τβόι...
Ετούτη η απροσδόκητη έκρηξη ήταν και το τέλος της συζήτησης.
Ο συνταγματάρχης Γιεγκόρωφ σηκώθηκε και υποκλίθηκε.
— Σας ευχαριστώ συνταγματάρχα Ζέκε. Α ναι, η διάσκεψη του Λονδίνου [7]θα γίνει πολύ σύντομα, θα φροντίσω να λάβετε τις εφημερίδες που θα την περιγράφουν.
Τον Ζέκε δεν τον χρειαζόντουσαν άλλο · ήτανε ξανά έξω, και δεν ήξερε τι συμπέρασμα να βγάλει απ' όλ' αυτά. Κ τσορτίου ... αυτό ήταν ειλικρινές· αλλά τι σήμαιναν όλα τ' άλλα; Δεν ήξερε τι συμπέρασμα να βγάλει από τον υπερευγενικό Γιεγκόρωφ.
Οι μέρες περνούσαν. Δεν τον φώναξαν γι' άλλες ανακρίσεις. Είδε ένα Γερμανό ανθυπολοχαγό να μπαίνει στο στρατόπεδο επικεφαλής σαράντα ανδρών. Σε κανονικές τετράδες, με ίδιο βήμα και στολές από τα λάφυρα του πρώην σώματος καταναγκαστικής εργασίας. Είχαν ακόμα και σημαία, και τραγουδούσαν: "Πιο ψηλά και πιo ψηλά... παρά το μίσος και την περιφρόνηση... κάθε προπέλα τραγουδάει καθώς γυρίζει... προστατεύουμε τη Σοβιετική Ένωση..."
Μ' εκείνους τους σαράντα άντρες, που είχαν εκπαιδευτεί στη Σοβιετική Ένωση για τη Λαϊκή Αστυνομία, ο κατάλογος των επαναπατριζόμενων είχε συμπληρωθεί. Ο Ζέκε δεν είχε ακόμα σβηστεί. Τ' όνομα του εξακολουθούσε να είναι μαζί με το πλήθος των επαναπατριζόμενων όταν πήραν το δρόμο για το σταθμό του Μπρεστ. Του είχαν δοθεί όλες οι εφημερίδες που έγραφαν για τη Διάσκεψη του Λονδίνου, η οποία και είχε διακοπεί χωρίς κανένα αποτέλεσμα - όχι μόνο οι Ανατολικογερμανικές εφημερίδες αλλά επίσης κι εκείνες από τη Δυτική Γερμανία που είχαν σχόλια από τη Γαλλία και την Αγγλία. 

Έστεκαν στο σταθμό. Όλοι τους... ο Ζέκε, ο Κόπμαν, ο Μέερκατς, ο επιλοχίας Βούστμαν, καθώς κι ο επιλοχίας Λόοζε, που πάνω του είχε περάσει η καταιγίδα για να καταγραφεί στο κουτί από ξύλο σημύδας. Περίμεναν. Τα άδεια φορτηγά βαγόνια που είχαν φτάσει από την Ανατολή με τ' ανθρώπινα ναυάγια τους, είχαν γυριστεί ήδη στις γραμμές αναχωρήσεων. Δύο επιβατικά βαγόνια δένονταν στο πίσω μέρος του τραίνου για τους πολιτικούς Ενεργούς από το στρατόπεδο των επαναπατριζόμενων. Επί τέλους τους επέτρεψαν να επιβιβαστούν. Από το κάθισμα του ο Ζέκε είδε τις άθλιες φιγούρες να βγαίνουν από το τραίνο με τις φαρδιές γραμμές και να παίρνουν θέσεις σ' ένα βαγόνι με γερμανικά μέτρα γραμμών. Μερικοί απ' αυτούς μπορούσαν να περπατάνε μόνο με τη βοήθεια άλλων. Μερικοί μπορούσαν να στέκουν όρθιοι, αλλά τους ήταν αδύνατο να περπατήσουν χωρίς υποστήριξη · άλλους χρειάστηκε να τους κουβαλήσουν σηκωτούς. Όλοι τους ήταν άρρωστοι, και ορισμένοι επικίνδυνα, ενώ άλλοι βρισκόντουσαν στο χείλος του τάφου. Εκείνο που τους έδινε τη δύναμη να βαστήξουν, ήτανε μόνον η σκέψη να ταφούν στην πατρίδα τους και όχι στο Μπρεστ. Το τραίνο έμεινε ακίνητο για πολλή ώρα. Η αλλαγή δεν είχε χρησιμέψει σ' εκείνα τα κακομοιριασμένα ναυάγια. Έπρεπε να ξανακατέβουν και να σταθούν ανάμεσα στις γραμμές. Το να τους αφήσουν πίσω, εδώ στον τελευταίο ρωσικό σταθμό, σαν "ανίκανους για ταξίδι" ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να τους τύχει, και έτσι, ακόμα κι εκείνοι που μετά βίας μπορούσαν να σταθούν όρθιοι, σύρθηκαν έξω από τα βαγόνια κι έλαβαν θέση στη γραμμή. Αλλά είχαν κάνει λάθος, δεν επρόκειτο για τελευταία επιθεώρηση. Το Μπρεστ δεν είχε αρκετούς εργάτες για ν' αντικαθιστά εκείνους που πέθαιναν. Ανάμεσα σ' εκείνους που είχαν ελευθερωθεί από τα στρατόπεδα της Ανατολής σαν ανήμποροι για εργασία, μπορεί να υπήρχαν και μερικοί που είχαν συνέλθει έπειτα από μια δύο βδομάδες ξεκούραση. Νάτους τώρα με τεντωμένα γόνατα, με προτεταμένα στήθη, να προσπαθούν να κάνουν καλή εντύπωση.

Ο γιατρός του στρατοπέδου είχε συζητήσει ήδη το ζήτημα με τον Επικεφαλής Μεταφοράς πάνω από ένα ποτήρι βότκα, και τώρα κι οι δύο περπατούσαν κατά μήκος της αράδας. Δεν χρειαζόταν οι άντρες να βγάλουν τα κουρελιασμένα ρούχα όπως έκαναν στις περιοδικές εξετάσεις στο στρατόπεδο. Εδώ δεν υπήρχε θέμα για τις συνηθισμένες κατατάξεις - ικανός για εργασία, Ι,//, ///, ή ανίκανος /,//, ///.
Αν κάποιο ζευγάρι μάτια δέν ήταν ακόμα τελείως χωμένο στις κόγχες ή κάποιο κρανίο δέν ήταν τόσο αδυνατισμένο ώστε να φαίνονται κάτω από το δέρμα οι ραφές των οστών, ο γιατρός θα γύμνωνε το στήθος και θα τσίμπαγε το δέρμα πάνω στο ξιφοειδές κόκαλο του στέρνου. Αν υπήρχε έστω και ίχνος λιπαρού ιστού κάτω από το δέρμα, τότε ένας αντικαταστάτης εργάτης είχε βρεθεί. Λίγες μέρες στο νοσοκομείο και μερικές έξτρα μερίδες Κάσα[7] κι ο άρρωστος θα ήταν έτοιμος για τις ομάδες εργασίας.




Αφού ξεδιαλέχτηκε μ' αυτό τον τρόπο ένας αριθμός άντρων, στους υπόλοιπους επέτρεψαν νά επιβιβαστούν στο τραίνο.Τελικά τέλειωσε κι αυτό — εκείνοι που ξεδιαλέχτηκαν στέκονταν άθλια ανάμεσα στις γραμμές φρουρούμενοι από πολιτικούς Δραστικούς που τους οδήγησαν στα βαγόνια τους. Ο άνθρωπος με το κόκκινο πηλήκιο: Το σινιάλο για αναχώρηση. Οι τροχοί γύρισαν, το τραίνο γλιστρούσε βγαίνοντας από το σταθμό του Μπρέστ-Λιτόφσκ. Κύλησε σε μια γραμμή με γερμανικά μέτρα, και τράβηξε προς τη Δύση.
Απίστευτο... ούτε οι φθισικοί που ήταν τεντωμένοι πάνω στα γυμνά σανίδια των φορτηγών βαγονιών, ούτε οι Δραστικοί στα επιβατικά βαγόνια δεν μπορούσαν να το πιστέψουν, και λιγότερο απ' όλους ο Ζέκε. Υπάρχουν χωριά Ποτέμκιν -γιατί λοιπόν να μην υπάρχουν και ταξίδια Ποτέμκιν - πάνω σε ράγιες με Δυτικά μέτρα; Αλλά το ποτάμι που ζευόταν από μια πρόχειρη γέφυρα που την πέρασαν την ίδια νύχτα, έλεγαν πως ήταν ο Βιστούλας, κι η εφιαλτική πόλη των ερειπίων που γλιστρούσε πίσω τους μες στο σκοτάδι, ήταν χωρίς αμφιβολία η Βαρσοβία. Το ταξίδι τους τους οδήγησε μες από γυμνή γη, δίπλα σε αποδεκατισμένες πολιτείες, σε σταθμούς που τα ονόματα τους ήταν ακόμα γραμμένα στα γερμανικά. Και τίποτα δεν έγινε· καμιά διαταγή δεν τους πρόλαβε στο δρόμο· τίποτα δεν τους εξανάγκασε να γυρίσουν πίσω.Ένα γκρίζο πρωινό · μουσκεμένοι δρόμοι πνιγμένοι στή λάσπη.
Οι ρόδες κυλούσαν αργά. Δίπλα στο τραίνο έτρεχαν γυναίκες. Ήταν Γερμανίδες και φώναζαν: Έχετε λίγο ψωμί;" Σίγουρα έπρεπε να το βλέπουν - σαράντα βαγόνια με επαναπατριζόμενους αιχμαλώτους πολέμου, πεινασμένους, πετσί καί κόκαλο, έτοιμους για το μνήμα. Το έβλεπαν και το ήξεραν, αλλά παρ' όλ' αυτά ζητιάνευαν, και έπεφταν χάμω και πάλευαν μ ένα μπουλούκι από ραχιτικά παιδιά για ένα ξεροκόμματο που κάποιος Πλένα είχε πετάξει έξω. Τούτο ήταν απρόσμενο · και για κείνους που κοίταζαν - τον Ζέκε και τον Μέερκατς και τον Βούστμαν και τους άλλους Πλένα μπροστά στις ανοιχτές πόρτες των βαγονιών για ζώα - τούτο τους φαινόταν χειρότερο από κάθε τι άλλο που είχαν γνωρίσει στην αιχμαλωσία.

 Υποσημειώσεις:
[7] Χυλός άπό κεχρί.


 







 

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

62. ΤΑ ΥΨΗ ΚΑΙ ΤΑ ΒΑΘΗ
Δεν είχε τελειώση τον λόγον του, ότε ήκουσα υψηλά, ε­πάνω από το κεφάλι μου, ένα μούγκρισμα τρομερόν. Επερνούσεν ένα θηρίον του αέρος, ένα όρνεον, που ωμοίαζε με τα μεγάλα πτηνά, και όμως είχε κάτι διαφορετικόν.
Ο Δαίμων παρετήρησε την έκπληξίν μου, και επρόλαβε την ερώτησιν :
— Δεν είνε όρνεαν αυτό που βλέπεις' άνθρωπος είνε εκεί μέσα. Είνε μία μηχανή, που την ενέπνευσεν η πονηρία η ιδι­κή μου, μεταμορφωθείσα εις μεγαλοφυϊαν ίδικήν του. Έτσι, εμιμήθη την ιδιότητα του ορνέου, δια να ανεβή υψηλότερα από τους άλλους ανθρώπους, και να τους βλάψη ανάνδρως απ' επάνω.
»Πρέπει να γνωρίζης, ότι τα πτερά του σώματος έχουν αντίστροφον ηθικήν από τα πτερά της ψυχής: όσον μεγαλύτερα είνε τα πτερά του σώματος, τόσον και περισσότερον βλά­πτουν την Ζωήν και όσον μεγαλύτερα είνε τα πτερά της ψυ­χής, τόσον και περισσότερον την ωφελούν. Παρατήρησε τα πτερωτά ζώα : αυτά, που ανεβαίνουν εις μεγαλύτερα ύψη, είνε και τα θηριωδέστερα. Αυτά εμιμήθη ο άνθρωπος : αφή­ρεσε πτερά από την ιδίαν ψυχήν του. Έτσι έγινε και θηρίον του αέρος. Τώρα δεν μένει άλλο, παρά να εύρη μέσον δια ν' ανεβή υψηλότερα, να ταράξη και την προαιώνιον γαλήνην του αιθέρος και να ενσπείρη μεταξύ των Άστρων τον «ιμπεριαλισμόν», την απληστίαν και την μεγαλομανίαν, ώστε κα­θένα και από αυτά να επαναστατήση κατά του αιωνίου νόμου των «αλληλεπιδράσεων» και να διεκδική από Ήλίους την κυριαρχίαν επί του Απείρου!
— Και πώς κατωρθώθη αυτό τό τρομερόν θαύμα;
— Συνειργάσθησαν προς τούτο δύο μεγάλοι δόλιοι Χρεωκόποι : η Ιδεολογία και η Επιστήμη.
— Τί είνε «Ιδεολογία»;
— Φαντάσου ένα ωραίον λευκόν χειρόκτιον, που εφευρέθη δια να κρύπτη τα νύχια, καθώς και κάθε κηλίδα που ημ­πορεί να έχη το ανθρώπινο χέρι. Όλοι θαμβώνονται από την λευκότητα του χειροκτίου αυτού, και πιστεύουν σοβαρώς, ότι είνε ένα με το δέρμα, μολονότι γνωρίζουν πάλιν οι ίδιοι, ότι το χειρόκτιον είνε ευτελές σκυλλοτόμαρον, που έλευκάνθη μέσα εις βρωμερά βυρσοδεψεία. Αυτή είναι η Ιδεολογία. 
»Αλλά μη νομίσης ότι αυτό είναι εκδήλωσις της ανθρωπίνης πονηρίας μόνον είνε γενική πονηρία όλης της φύσεως, που μεταχειρίζεται τα υπό απείρους μορφάς εκφραζόμενον ωραίον ως παγίδα, δια να φθείρη και ν' ανανεώνη κατά τρόπον απλούστερον και ολιγώτερον πολυσύνθετον.
»Θά ημπορούσα να σου δείξω αναριθμήτους εικόνας εις κάθε βήμα σου' και ιδού αμέσως μία απ' αυτάς.
Μου έδειξεν ένα δένδρον εις την κορυφήν του ετραγουδούσεν αμέριμνα ένα ωραίον πουλί, καθισμένον κοντά εις ένα ωραίον Άνθος'  εις την βάσιν του δένδρου ήτο κουλουριασμένον ένα ογκώδες Φείδι, που είχε στρέψη το βλέμμα του προς το πουλί, και το επαρατηρούσεν ατενώς. Γύρω από το Πουλί επετούσεν ένα ωραίον Έντομον και διηυθύνετο προς το Άνθος, δια να ροφήση τό μέλι του.
Ερωτά ο Δαίμων :
— Δεν είνε ωραίον αυτό το Άνθος, που είνε κοντά εις το πουλί;
— Πολύ ωραίον.
— Δεν είνε ωραίον το Έντομον με τα πτερά του, που λάμπουν εις τον ήλιον;
— Αλήθεια, ωραιότατον.
— Δεν λαλεί το Πουλί αρμονικά;
— Πάρα πολύ.
— Δεν είνε αξιοθαύμαστος η γοητεία, που ακτινοβολούν τα μάτια του Φειδίου αυτού;
— Ω , ναι' πολύ θαυμαστή· την αισθάνομαι και εγώ ακόμη.— Λοιπόν, κύτταξε αυτά τα ωραία πράγματα πόσον αρνητικώς συναρτώνται μεταξύ των.
Εκίνησε το παντοδύναμον χέρι του ο Δαίμων εις στιγμήν, που το Έντομον εκάθιζεν επάνω εις το Άνθος καΙ ήρχιζε να απομυζά το μέλι του' το Πουλί, που εκάθητο πλησίον, εσταμάτησε το άσμά του και έχαψε το Έντομον και το μέλι που είχε ροφήση' ευθύς αισθάνεται ζάλην από την γοητείαν του Φειδίου, κλονίζεται, χάνει την ισορροπίαν και πίπτει, ακριβώς μέσα εις το ανοικτόν στόμα του Φειδίου, που το είχε γοητεύση με το βλέμμα του. Τώρα το Φείδι έτρωγε ταυτοχρόνως το Πουλί, το Έντομον και το μέλι του Άνθους!...
Εγέλασε το Φάσμα και μου είπεν :
— Είδες; από την κορυφήν του δένδρου έως την ρίζαν του εμεαολάβησαν, ένα γενικόν θύμα, το Άνθος, και τριών ειδών φαγάδες «ιδεολόγοι»: Το Έντομον, που επήγαινε να γλυκανθή με το μέλι του Άνθους και να του ελαττώση την ζωϊκότητα· μία ιδεολογία ' το Πουλί, που ετραγουδούσε τόσον ωραία, αλλά δεν παρέλειψε να διακόψη το άσμά του, δια να οφετερισθή την ξένη ν ζωήν : άλλη ιδεολογία' και το Φείδι, που άκτινοβουλουσαν τά μάτια του γηοτείαν, δια να ικανοποιή ευκολώτερα τον προορισμόν των δοντιών του : άλλη ιδεολογία.
»Όλα αυτά μαζύ αποτελούν μίαν ωραίαν αλληλουχίαν από καταστροφάς' αδιάφορον αν τας επιβάλλη η οικονομία της φύσεως. Εδώ έχει γίνη πρόωρος αβαρία, διότι το Άνθος και το Έντομον και το Πουλί είxov ακόμη υποχρεωτικόν στάδιον βίου, το οποίον διέκοψε η ορμή της αμοιβαίας αντιδράσεως.
»Λοιπόν αυτή είνε και η ουσία της Ιδεολογίας : μέλι δια την γεύσιν, άσμα δια την ακοήν, γοητεία δια την δράσιν δηλαδή ένα διαρκές δόλωμα των αισθήσεων του άλλου, δια να συλλαμβάνεται ευκολώτερα εις μίαν παγίδα, να έρχεται δε κατόπιν ο τελευταίος και να επωφεληται από όλας ομού τας προηγουμένας φθοράς. Εννοείται όμως ότι είνε φαινομενικώς «τελευταίος», διότι ευρίσκεται καϊ αυτός μέσα εις τον κύκλον της αλληλοεξοντώσεως.
»Ούτως όμως ή άλλως, δι' όλα αυτά απαιτείται μία γοητεία, η οποία δια μεν τον βίον των Ζώων ονομάζεται ειλικρινώς «Αλληλοφάγωμα», δια δε τον βίον των Ανθρώπων ονομάζεται υπούλως «Ιδεολογία».
»Ταυτοχρόνως όμως με αυτήν συνεργεί και άλλος εγκληματίας, αθωότερος αυτός και όμως περισσότερον ένοχος : η Επιστήμη.
»Είδες τον Άνθρωπον — Όρνεον τώρα έλα να ιδής και τον Άνθρωπον — Κήτος.
Τότε με ετύλιξεν εις το σκιερόν σώμα του, και ακαριαίως με κατέβασεν εις τον βυθόν της θαλάσσης.
— Κύτταξε και εδώ, είπε' βλέπεις; άνθρωπος είνε μέσα εις αυτό το κήτος, που εκρύφθη εδώ κάτω δια να βλάψη τους άλλους ανθρώπους, ανάνδρως και απ' εδώ. Εν ονόματι της Επιστήμης επολιόρκησε την Ζωήν μεταξύ μιας ανανδρίας απ' Επάνω και μιας ανανδρίας από Κάτω. Εκεί επάνω εξευτελίζει το Ύψος· εδώ κάτω εξευτελίζει το Βάθος. Ο Αετός και ο Καρχαρίας δεν έχουν πλέον θέσιν εις τας κατοικίας των. Τώρα δεν μένει άλλο δι' αυτά τα θηρία, παρά να καταφύγουν εις τας πόλεις, να κατακερματίσουν τους Διανοουμένους και να καθαρίσουν τας Ακαδημίας, αι οποίαι ηθικώς και πνευματικώς εχρεωκόπησαν δια παντός.
— Μολαταύτα, διέκοψα, εγώ ήκουσα να λέγουν ότι ο Άνθρωπος είνε το ευγενέστερον από όλα τα ζώα.
— Ήκουσες και ζώα να το λέγουν αυτό;
— Όχι, ανθρώπους ήκουσα.
Ο Άνθρωπος, κατακτήσας τον προφορικόν και τον γραπτόν λόγον, κατορθώνει να πείση τον εαυτόν του, ότι εις το βασίλειον των ζώων κατέχει την ευγενεστέραν βαθμίδα. Εαν όμως αι Τίγρεις και Κροκόδειλοι εγνώριζον ανάγνωσιν και γραφήν, η ταξινόμησις των ζώων κατά βαθμόν ευγενείας θα ήτο πολύ διαφορετική!...

(Επιστροφή)




 










 

Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

ΗΛΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: TI EINAI ΈΘΝΟΣ;


Η λέξις «Έθνος» εινε πολύ παλαιά, εχρησιμοποίουν δε αυτήν επί­σης καί οι αρχαίοι Έλληνες, αλλ' υπό διάφορον έννοιαν εκείνης με την οποίαν γίνεται χρήσις αυτής σήμερον εις την επιστήμην. Δια τούτο είναι αναγκαίον εν πρώτοις να λεχθούν ολίγα τινά δια να γίνη γνωστόν τι  εσήμαινεν η λέξις αύτη εις την αρχαιότητα, και κατόπιν να εξηγηθή η σημερινή της έννοια.
Εις την αρχαιότητα η λέξις Έθνος εσήμαινεν απλώς είτε ομάδα ζώων ή ανθρώπων, είτε τους ασκούντας κοινήν τέχνην ή το αυτό επι­τήδευμα, είτε εδήλου τας διαφόρους κατ' ιδίαν Έλληνικάς φυλάς. Ούτω πως ωμίλουν οι αρχαίοι δια «έθνεα ορνίθων», «έθνη εταίρων», «έθνεα νεκρών», ή έλεγον έθνος ραψωδών, ληστών, καί επομένως κατά την μαρτυρίαν του Πολυδεύκους, έθνος ευπατριδών, δημιουργών, γεωμόρων (ό­πως απεκλήθησαν αι τρεις τάξεις εις τας οποίας διήρεσεν ο Θησεύς τους κατοίκους της Αττικής), ή απεκάλουν τους Δωριείς «Δωρικόν έ­θνος», τους Πελασγούς «Πελασγικόν έθνος» κλπ. Ο Ηρόδοτος, μάλι­στα, κάμνει χρήσιν καί του όρου «Ελληνικόν έθνος», αλλά δι' αυτού δεν εννοεί το σύνολον των Ελλήνων, τους οποίους ο Όμηρος ονομάζει «Α­χαιούς», ο δε Αριστοτέλης «Πανέλληνας», αλλά μέρος μόνον του Ελληνικού λαού, και μάλιστα τους κατ' εξοχήν από παλαιοτάτης εποχής φέ­ροντας τό όνομα τούτο Δωριείς, κατ' αντίθεσιν προς τους Ίωνας, τους οποίους καλεί «Πελασγικόν έθνος».
Η αιτία ένεκα της οποίας εις την αρχαίαν εποχήν η σημασία της λέξεως έθνος ήτο τόσον περιορισμένη, οφείλεται εις το ότι οι αρχαίοι Έλληνες ουδέποτε απετέλεσαν καθ' όλον τον μακρόν αυτών ιστορικόν βίον μίαν ολότητα, εν σύνολον ως κράτος. Είνε όμως χαρακτηριστικόν οι μεταξύ των διαφόρων λαών της αρχαίας Ελλάδος επιστεύετο εν τούτοι ότι υπάρχει μεταξύ των φυλετικός δεσμός, τον οποίον ενίσχυον ή ομογλωσσία, η λατρεία των αυτών θεών και η ύπαρξις κοινών ηθών και εθίμων δηλαδή στοιχεία εθνικού χαρακτήρος όπως θεωρούνται συνήθως ταύτα. Από την αντίληψιν αυτήν, η οποία επεκράτει μεταξύ των αρχαίων Ελλήνων , εξηγείται αρκετά σαφώς και ο λόγος δια τον οποίον οι μεταξύ των πόλεμοι εθεωρούντο «εμφύλιοι» πόλεμοι.
Μετά τας ανωτέρω παρατηρήσεις καιρός είνε ν' αναπτυχθή κατωτέρω τί εννοούμεν σήμερον λέγοντες Έθνος. Ο πρώτος, ο οποίος επέτυχε να καθορίση επιτυχέστερον την έννοιαν του όρου αυτού, ώστε γενικώς σήμερον να διδάσκεται η γνώμη του, είνε ο Ιταλός Μαντσίνι, πολιτικός και καθηγητής διαφόρων ιταλικών Πανεπιστημίων κατά τον παρελθόντα αιώνα.. Κατά τον Μαντσίνι, λοιπόν, Έθνος είνε μία φυσική, κοινωνία ανθρώπων, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ των δια της κοινής καταγωγής, της χώρας, την οποίαν κατοικούν, της γλώσσης την οποίαν ομιλούν, της θρησκείας την οποίαν πρεσβεύουν, των ηθών και των εθίμων, των κοινών ιστορικών αναμνήσεων και του κοινού παρελθόντος των, και οι οποίοι, επί πλέον, αισθάνονται ότι αποτελούν μίαν κοινωνικήν οντότητα και έχουν ακόμη  την πεποίθησιν ότι ανήκουν εις αυτήν.

Αλλ' αν ήθελε κάνείς να ζυγίση επακριβώς εν έκαστον των γνωριστικών στοιχείων της εννοίας του έθνους, όπως ώρισεν αυτό ο Μαντσίνι, δεν θα εδυσκολεύετο να διαπιστώση ότι σχεδόν όλα, εκτός ενός μόνον, του τε­λευταίου, είνε σχετικής αξίας, και δια τούτο δεν ημπορεί κανέν απ' αυτά να θεωρηθή ως ακριβές γνώρισμα. Δια ν' αποδείξω την άλήθειαν του ισχυρισμού τούτου είνε ανάγκη να εξετάσω εν έκαστον χωριστά τα σημεία αυτά που συναποτελούν, όπως είδαμεν, την έννοιαν του έθνους κατά τον Μαντσίνι.
Η κοινή καταγωγή, είτε κατά το παρελθόν, είτε κατά την σύγχρονον εποχήν, των περισσοτέρων λαών της Ευρώπης δεν είνε δυνατόν ν' αποδειχθή, η δε επιστήμη βεβαιώνει ότι ιδίως τα νεώτερα έθνη είνε κράμα διαφόρων φυλών, ο αριθμός των οποίων είνε πολλάκις επί τοσούτον μεγαλείτερος όσον ανώτερος είνε ο πολιτισμός τούτου ή εκείνου του έθνους. Αρκεί να σημειωθή παραδειγματικώς, ότι το σύγχρονον ιταλικόν έθνος κατάγεται από τους Ετρούσκους, τους Ρωμαίους, τους Έλληνας, τους αρχαίους Γερμανούς κτλ. Επίσης το σύγχρονον γαλλικόν έθνος απέρρευσεν από τους Ρωμαίους, τους Βρεττανούς, τους αρχαίους Γερμανούς και από άλλας ακόμη φυλάς. Το ρωσσικόν έθνος εσχηματίσθη από διαφόρους σλαυϊκάς και μη σλαυϊκάς φυλάς. Το αμερικανικόν έθνος διεπλάσθη από όλας σχεδόν τας γνωστάς φυλάς. Το αγγλικόν έθνος οφείλει την ύπαρξίν του εις  τους Αγγλοσάξωνας, τους Κέλτας, τους Δανούς, τους Νορμαν­δούς, το δε ισπανικόν έθνος εις τους Γότθους, τους Ιβήρους και εις άλλας ρομανικάς φυλάς.
Απ' αυτά τα παραδείγματα συνάγει κανείς το συμπέρασμα ότι είνε αδύνατον σήμερον να υποστηριχθή ότι γνωριστικόν στοιχείον του έθνους απο­τελεί  η κοινή καταγωγή, δια τούτο δε δικαιολογείται ο ισχυρισμός πολ­λών ότι ουδαμού σήμερον υφίσταται έθνος καταγόμενον από μίαν μόνον φυλήν, δηλαδή «καθαρόαιμον». Μάλιστα, υπάρχουν πολλοί οίτινες υποστηρί­ζουν, και δικαίως, ότι και ότε ακόμη ωρισμένον έθνος διετήρησε επί μα­κρόν χρόνον αμιγή την καταγωγήν του (όπως το ελληνικόν έθνος), πάλιν δεν είνε η κοινή καταγωγή η οποία το διατηρεί, αλλ' η πίστις των απο­τελούντων αυτό εις την ίδέαν της εθνικής ενότητος.
Όσον αφορά την γλώσσαν, η οποία ομιλείται από τούτο ή εκείνο το έθνος, πάλιν είνε αδύνατον να υποστηριχθή ότι αποτελεί ιδιάζον στοιχείον της εννοίας του έθνους, και το πολύ μόνον ως δευτερευούσης φύσεως γνώ­ρισμα ημπορεί να γίνη παραδεκτόν. Είνε χαρακτηριστικόν ότι την αγγλικήν γλώσσαν, επί παραδείγματι, ομιλούν ήμισυ δισεκατομμύριον αν­θρώπων, Αμερικανοί, Αυστραλοί, Αφρικανοί κλπ., oι οποίοι ουδόλως α­νήκουν εις το αγγλικόν έθνος. Και αν θα έπρεπε ν' αναφέρω εν αντίθετον παράδειγμα, υπενθυμίζω ότι οι κάτοικοι της Βρεττάνης και των Βοσγίων, αν και πιστεύουν ότι ανήκουν εις το γαλλικόν έθνος, εν τούτοις δεν ομιλούσι την γαλλικήν γλώσσαν παρά ως ξένην μόνον.
Με το ζήτημα της ομιλούμενης γλώσσης δέν εινε άσχετον και το γεγονός ότι μεταξύ των αποτελούντων εν έθνος ομιλούνται, παρά την ομοιόμορφον «επίσημον» γραπτήν γλώσσαν, και διάφορα γλωσσικά ιδιώματα, ό­πως τοιαύτα, ως γνωστόν, έχει και η ελληνική γλώσσα.
Δια την θρησκείαν ημπορεί να επαναληφθή περίπου ό,τι ελέχθη και δια την γλώσσαν. Όσον και αν είνε ιστορικώς βέβαιον ότι η θρησκεία εχώρισε και έφερε μάλιστα εις εμπόλεμον ρήξιν τους Βραχμάνας και τους Βουδιστάς, επίσης δε ότι διετήρησε το Ιουδαϊκόν έθνος και μετά την διάλυσιν του ιουδαϊκού Κράτους και την διασποράν των ομοθρήσκων του εις όλην σχεδόν την υφήλιον, είνε όμως επίσης αληθές ότι δεν ημπορεί ν' αποτελέση στοιχείον ασφαλές της εννοίας του έθνους, διότι πολλάκις εν και το αυτό έθνος έχει να επιδείξη οπαδούς διαφόρων θρησκευμάτων. Μό­νον εις τά έθνη, τά οποία ευρίσκονται εις πολύ χαμηλόν έπίπεδον πολιτι­σμού, οι αποτελούντες αυτό πρεσβεύουν μίαν και την αυτήν θρησκείαν.
Μολαταύτα όμως είνε δυνατόν ενίοτε η θρησκεία από κοινού μετά της γλώσσης να θεωρηθή ως στοιχείον του έθνους, αλλά μεμονωμένως, δηλαδή μόνη της η θρησκεία, ουδέποτε. Και δια να σημειώσω εν παράδειγμα ανα­φέρω ότι οι Κροάται και οι Σέρβοι ομιλούν την αυτήν γλώσσαν, αλλ' εκεί­νοι μέν είνε καθολικοί το θρήσκευμα, αυτοί δε ορθόδοξοι, και δια τούτο και οι μεν και οι δε πιστεύουν οτι αποτελούν ιδιαίτερα έθνη και όχι εν. Αντίθετον παράδειγμα, το οποίον, εξ άλλου, συνηγορεί υπέρ της γνώμης ότι η γλώσσα ημπορεί ενίοτε ν' αποτελέση στοιχείον του έθνους, παρέχουν οι Γερμανοί, οι οποίοι έχουν την πεποίθησιν ότι αποτελούν ίδιον έθνος, χωρίς να υπολογίζουν αν είνε καθολικοί ή διαμαρτυρόμενοι κλπ., επειδή  ομιλούν την αυτήν γλώσσαν. Άλλο παράδειγμα, το οποίον δεν συμφωνεί ούτε προς το πρώτον ούτε προς το δεύτερον των ανωτέρω μνημονευθέντων, μας δί­δουν οι Ελβετοί, οίτινες πιστεύουν ότι αποτελούν Ιδιον έθνος, αν και δεν έχουν την αυτήν κοινήν καταγωγήν, ούτε ομιλούν την αυτήν γλώσσαν, ούτε πρεσβεύουν την αυτήν θρησκείαν.
Αλλά και το άλλο στοιχείον, δηλαδή η χώρα δεν ημπορεί να ληφθή ως σοβαρόν γνωριστικόν στοιχείον του έθνους, επειδή ποτέ οι αποτελούντες εν έθνος δεν ζώσι και δεν διαμένουσιν εντός της αυτής χώρας, αλλ'  είνε διεσπαρμένοι καθ' όλην την γην. Εάν συνέβαινεν όμως όλοι οι αποτελούντες εν ωρισμένον έθνος, να ευρίσκωνται εντός της αυτής χώρας, εν τοιαύτη περιπτώσει θ' απετέλουν, κατά πάσαν πιθανότητα, και ιδιαίτερον   Κράτος, το οποίον τότε θα ήτο και «εθνικόν Κράτος». Το εθνικόν Κράτος  θα εσήμαινεν ότι τα χωρικά όρια μιας πολιτικώς ωργανωμένης κοινωνίας  ανθρώπων συμπίπτουν απολύτως προς τα όρια ενός έθνους, ότι επομένως  εν έθνος θα ήτο ταυτοχρόνως Κράτος, και αντιστρόφως εν Κράτος θ' απετέλει ταυτοχρόνως και έθνος. Εν τούτοις, εθνικά Κράτη δεν υφίστανται  σήμερον και είνε κοινώς γνωστόν ότι πολλά Κράτη σύγκεινται εκ διαφόρων εθνικών στοιχείων και υπάρχουν, εξ άλλου, πολλά έθνη τα οποία δεν  αποτελούν Κράτη.   
Σπουδαίον παράδειγμα Κράτους αποτελουμένου από διάφορα έθνη είχομεν μέχρι του τέλους του παγκοσμίου πολέμου την Αυστροουγγαρίαν, αλ­λά και σήμερον υπάρχουν τοιαύτα Κράτη, όπως λ. χ. η Πολωνία και η Τσεχοσλοβακία.
Εξ άλλου, η ταυτότης των ηθών και των εθίμων ως στοιχείον προσδιοριστικόν της εννοίας του έθνους δεν ημπορεί επίσης να γίνη δεκτόν, διότι είνε δυσαπόδεικτος, ιδίως προκειμένου περί μεγάλων εθνών. Εξ άλ­λου οι κατοικούντες εις τα βόρεια κλίματα ή εις τας μεσημβρινάς χώ­ρας διακρίνονται μεταξύ των από απόψεως ηθών καί εθίμων, αν και ανή­κουν εις το αυτό έθνος, εις την διαφοροποίησιν δε αυτήν επέδρασαν σοβαρώς καί επιδρούν έξακολουθητικώς οι ιδιάζοντες κλιματολογικοί όροι και αι ιδιαίτεραι τοπικαί συνθήκαι. Και αυτοί ακόμη οι όροι του βίου, ο τρό­πος της διαίτης και της κατοικίας δεν δύνανται σήμερον τουλάχιστον, να αποτελέσουν σοβαρόν έρεισμα μιας τοιαύτης γνώμης.
Κατόπιν των όσων εξέθεσα ανωτέρω, από τα οποία καταδεικνύεται ότι είνε τολμηρόν να ζητώμεν να στηρίζωμεν την έννοιαν του έθνους εις στοιχεία των οποίων η αξία είνε αμφίβολος, και τα οποία εις την πραγ
ματικότητα διαψεύδουν κάθε αντίθετον ελπίδα, έπεται ότι δεν μένει άλλο τίποτε να δεχθώμεν, ως άληθινόν γνώρισμα ενός έθνους παρά το ότι συναπαρτίζοντες αυτό πρέπει να αισθάνωνται ότι πράγματι αποτελούν εν κοινωνικόν σύνολον και να έχουν την πεποίθησιν ότι ανήκουν αναποσπάστως εις αυτό. Μόνον το στοιχείον αυτό ημπορεί να στηρίξη πραγματικά την έννοιαν του έθνους, και το στοιχείον αυτό είνε το αίσθημα και μόνον, από το οποίον κατέχονται οι αποτελούντες αυτό, αίσθημα το οποίον δεν σχετί­ζεται με τα ήθη και έθιμα εκείνων οίτινες πάλλονται απ' αυτό, την θρη­σκείαν ή την γλώσσαν την οποίαν έχουν οι ίδιοι, την χώραν την οποίαν κα­τοικούν ή την καταγωγήν των η οποία ημπορεί να είνε και να μη είνε κοινή, αίσθημα, τέλος, το οποίον παρήχθη από το κοινόν ιστορικόν παρελ­θόν των και από την κοινήν, καλήν ή κακήν, τύχην ήτις τους συνέδεσεν εις περασμένους καιρούς και ήτις τους κρατεί και σήμερον ηνωμένους δι' εν επίσης κοινόν μέλλον.
Υπό την εννοιαν αυτήν αντιλαμβάνεται και ο πολύς Ρενάν το έθνος, το οποίον, λέγει, ότι είνε μία μεγάλη ανθρώπινος κοινωνία, ήτις βασίζε­ται εις το συναίσθημα των αποτελούντων αυτήν περί των γενομένων μετά προθυμίας δια το σύνολον πράξεων, και εις συμφωνίαν αυτών όπως και εις τό μέλλον διαβιώσουν ηνωμένοι. «Εν έθνος αποτελεί μιαν ψυχήν», έλεγεν ο Ρενάν, παραθέτων τα εξής χαρακτηριστικά : «Πλήθος ανθρώπων υγιούς πνεύματος και παλλομένης καρδίας δημιουργεί ηθικόν συναίσθημα, το οποίον καλείται έθνος».
Δια τούτο ημπορεί να λεχθή ότι το έθνος είνε φαινόμενον της θελήσεως, ότι εν έθνος ζη διότι υπάρχει η θέλησις εις τους αποτελούντας αυτό δια να ζήση.
 

ΑΔΟΛΦΟΣ ΧΙΤΛΕΡ: Ο ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ


(Το κείμενο του Αρχηγού των Γερμανών Εθνικοσοσιαλιστών  Αδόλφου Χίτλερ γράφτηκε πριν άπό την άνοδό του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στην Εξουσία και δημοσιεύτηκε  στην ελληνική εφημερίδα "Βραδυνή΄' της 20 Ιανουαρίου 1933)

Η σημασία του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος ως και η ισχυρά ανάπτυξίς του εις σπουδαίον πολιτικόν παράγοντα εν Γερμανία δεν έγινεν αν­τιληπτή ταχέως εις το εξωτερικόν. Τούτο οφείλεται κυρίως εις το γεγο­νός ότι ο γερμανικός τύπος κατά το    πλείστον αυτού μέρος πρόσκειται εις το σημερινόν κυβερνητικόν σύστημα το κρα­τούν εν Γερμανία και δια της τακτικής της σιω­πής, η οποία επί έτη εφηρμόσθη εκ συστήματος ενόμιζεν ότι θα ηδύνατο επ' άπειρον να αποκρύψη την  σημασίαν της εσωτερι­κής εξεγέρσεως του γερμανικού έθνους και της πνευματικής του επαναστάσεως, που εξεδηλώθη δια του κινήματος, του οποίου προΐσταμαι. Ούτω, ο κόσμος, που μέ­χρι τότε ηγνόει την ύπαρξιν του   εθνικοσοσια­λιστικού κινήματος, μό­λις μετά τας   εκλογάς της 14ης Σεπτεμβρίου, επληροφορήθη τα κατ αυτό και ήρχισε να   τη παρακολουθή μετ' ενδια­φέροντος διαρκώς αυξανομένου. Αλλά και σή­μερον ακόμη δεν υπάρ­χει ακριβής    αντίληψις περί της δυνάμεως του κινήματος και περί των σκοπών τους οποίους τού­το επιδιώκει.    Η αυτή, περίπτωσις ισχύει και διά την Ελλάδα. Και δια της εφημερίδος  αυτής, θα προσπαθήσω όπως εν βραχυλογία χαράξω τας  γενικάς γραμμάς του κινήματός μου , το οποίον  προώρισται, να παίξη σημαντικόν ρόλον  εις την μελλοντικήν εξέλιξιν της Γερμανίας και της Ευρώπης.
Το έθνικοσοσιαλιστικόν κίνημα βασίζεται επί τής αρχής ότι ένας άνθρωπος αλλά σωματικώς υγιής και κάτοχος καλού και σταθερού χαρακτήρος, επίσης δε αποφασιστικός και με ισχυράν θέλησιν, είνε περισσότερον χρήσιμος εις την ολότητα άπό ένα πνευ­ματώδη αλλά καχεκτικόν άνθρωπον.
Μόνον τοιούτοι άνθρωποι είνε εις θέσιν να αντεπεξέλθουν κατά των αντιξόων περιστάσεων ! «Η τρομοκρατία δεν καταπολεμείται δια του πνεύματος και τής λογικής, αλλά δια της τρομοκρατίας». Η επι­τυχία έδικαίωσε την μέθοδον. Ο εθνικοσοσιαλισμός ήλθε να πληρώση α­νάγκας πνευματικάς μεγάλων στρωμάτων του γερμανικού λαου, που ευρι­σκόμενα υπό την επίδρασιν των σφαλερών κηρύκων του ρασιοναλισμού ο ο­ποίος επεκράτει κατά τα μεταπολεμικά έτη, ανεζήτουν ενστίκτως την στι-βαράν χείρα ενός ηγέτου. Και γρήγορα ανεγνώρισαν εις τον εθνικοσοσιαλισμόν την εμφάνισιν της ιδέας, η οποία αντεπεκρίνετο εις το ιδικόν των ι­δεώδες. Ούτω η ραγδαία διείσδυσις του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος εις τας μάζας απεκάλυψε το γεγονός ότι η ηρωϊκή σκέψις, παρά την απώλειαν  του πολέμου και την επανάστασιν δεν απέλειπε τον γερμανικόν λαον και ότι εις εθνικός ηγέτης, ο οποίος θα επετύγχανε να αποκτήση συγχρόνως την κοινωνικήν εμπιστοσύνην της μάζης, θα ήτο επίσης εις θέσιν να την επαναφέρη και πάλιν εις την οδόν της εθνικής ιδέας. Διότι η ιδέα του εθνικοσοσιαλισμού βασίζεται επί της άδιαλύτου ενότητος της μεγάλης ιδέας  της εθνικής ελευθερίας μετά της μεγάλης ιδέας του γερμανικού σοσιαλισμού που δεν έχει καμμίαν σχέσιν με τον ολέθριον και αποσυνθετικόν «σοσιαλισμόν», τον κηρυττόμενον εν Γερμανία υπό των λεγομένων σοσιαλιστι­κών κομμάτων (ως το μαρξιστικόν), αλλά που είνε η πραγματοποίησις της οικονομικής και ηθικής τάξεως που αντιστοιχεί εις την γερμανικήν ανάγκην.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Το γερμανικόν εθνικοσοσιαλιστικόν οικονομικόν πρόγραμμα αναχωρεί εκ του συνθήματος «γενική ωφέλεια εκ της ατομικής ωφελείας» και κατα­λήγει εις το συμπέρασμα ότι η έννοια κάθε οικονομικής πολιτικής δέον να αποβλέπη εις τον μοναδικόν σκοπόν της καλύψεως των αναγκών του έθνους. Το πρόγραμμα τούτο με τα 25 κύρια άρθρα του, το οποίον συνετάχθη ήδη από του έτους 1920, βασίζεται επί της αρχής της ιδιωτικής ιδιο­κτησίας και της ατομικής πρωτοβουλίας, εις την οποίαν όμως πρέπει να τεθούν όρια σωματειακά, εκεί όπου το απαιτεί το συμφέρον της ολότητος. Εν τω πλαισίω των ορίων τούτων, τα οποία απαιτεί το συμφέρον του έθνους, πρέπει να ημπορή να αναπτυχθή ελευθέρως η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία, συμφώνως με την αρχήν της ανωτέρας δυνατής αποδόσεως και να μη επιτρέπεται να αναχαιτίζεται ο ελεύθερος συναγωνισμός δια παντοειδών δεσμών, ως γίνεται σήμερον δια των καρτέλ και των τραστ επί ζημία των μεγάλων μαζών του λαού. Η εθνικοσοσιαλιστική ιδέα απο­τελεί μίαν θεμελιώδη ενότητα. Δεν είνε λοιπόν δυνατόν να γίνεται λόγος «περί σοσιαλιστών» και «μη σοσιαλιστών» εις το κόμμα, εις το οποίον δεν υπάρχουν ούτε «εθνικόφρονες σοσιαλισταί», αλλά μόνον περί «εθνικοσοσια­λιστών».


Η ΛΑΪΚΗ ΘΕΛΗΣΙΣ
Η αριστοκρατική ηγέτις ιδέα του εθνικοσοσιαλισμού απορρέει εκ του γεγονότος ότι η αξία και η ικανότης ενός λαου καθορίζεται εκ της ελευθέρας αναπτύξεως της προσωπικότητος. Και αυτή η υγιής και φυσική  αρχή παρίσταται σφαλερώς υπό των αντιπάλων του εθνικοσοσιαλιστικού γερμανικού κινήματος, εις το εξωτερικόν. «Ζητείτε δικτατορίαν επί των δικαιωμάτων του λαού» κραυγάζουν οι αντίπαλοι του κινήματος μας. Ο ισχυρισμός αυτός είνε άδικος. Εκείνο που διακηρύσσομεν από ετών είνε ότι δεν ζητούμεν δικτατορίαν υπό την έννοιαν ενός δεσποτισμού που να επιβάλωμεν εις τον γερμανικον λαόν. Το εναντίον συμβαίνει. Ο εθνικοσοσιαλισμός τείνει εν τη πραγματικότητι προς μίαν πολιτικήν μορφήν, η οποία θα προέλθη συγχρόνως εκ των έσω από μίαν νεογέννητον εθνικήν θέλησιν, θα αυξηθή οργανικώς και θα ριζωθή εις αυτήν. Ο ανώτερος άρχων του έθνους θα είνε απλώς και μόνον ο εκτελεστής της λαϊκής θελήσεως, ουχί όμως ο εκπρόσωπος μιας διαρκώς μεταβαλλομένης κοινοβουλευτικής θε­λήσεως αριθμού τίνος προσώπων, αλλά της ανωτέρας εκείνης θελήσεως, που ενυπάρχει εις τον λαόν,και ζητεί μόνιμον έκφρασιν. Εις όλους σχεδόν τους λαούς η ενιαία αυτή εθνική έκφρασις της θελήσεως εν τη πολιτική ζωή είνε ανέκαθεν κάτι το φυσικόν και μόνον εν Γερμανία η χαρακτηριστι­κή «μιζέρια» των κομμάτων των ταξικών αγώνων, ημπόδισε μέχρι σήμερον την τοιαύτην διαμόρφωσιν της εθνικής θελήσεως. Επειδή όμως ο γερμανικός λαός ανεγνώρισεν ότι ο εθνικοσοσιαλισμός κατέστησε σκοπόν του την έκφρασιν της ενδιαθέτου αυτής θελήσεως, δια τούτο εστράφη με εμπιστοσύνην προς το κίνημα μας. Εις την νίκην του κινήματος αυτού διαβλέ­πει την νίκην της ιδίας αυτού θελήσεως. Και εις την νίκην αυτήν αντιτίθεται ο σημερινός εν Γερμανία επικρατών δεσποτισμός, με συστήματα δι­κτατορικά.
Πάντως, το εθνικοσοσιαλιστικόν κίνημα έχει επιθέσει την σφραγίδα του επί του γερμανικού λαού πολύ βαθύτερα ή όσον πιστεύεται εις το εξω­τερικόν. Είνε αδύνατον να κατανοηθή η σημερινή Γερμανία και να εκτιμηθή ορθώς, εν αγνοία των εν τω γίγνεσθαι μεταβολών που θα αποτελέ­σουν την αυριανήν Γερμανίαν. Ο γερμανικός λαός ευρίσκεται όντως εις μιαν στροφήν της ιστορίας του, εις την οποίαν αι παλαιαί επιδράσεις πα­λαίουν προς τας νέας, αλλ' από την διαμάχην ταύτην αρχίζει να διαγρά­φεται καθαρά η μελλοντική μορφή μιας νέας Γερμανίας. Ο εθνικοσοσιαλισμός δημιουργεί ήδη, επί των ερειπίων της καταρρεούσης
αστικής καί προλεταριακής ιδεολογίας, την ιδέαν μιας νέας πολιτείας, εις την οποίαν η μονάς αξίας δεν θα είνε το «άτομον» ή η «ανθρωπότης», αλλά ο λαός ως μοναδική πραγματική και οργανική ολότης.  Από της κοσμοθεωρητι­κής αυτής απόψεως αναχωρών ο εθνικοσοσιαλισμός αρνείται να κυριαρχή­ση επί ξένων λαών και να τους καταστήση αντικείμενον εκμεταλλεύσεως, αλλά δεν θα επιτρέψη εις κανένα όπως διαμφισβητήση το δικαίωμα του γερμανικού έθνους να ζήση την ελευθέραν και ειρηνικήν ζωήν ενός μεγάλου καί ελευθέρου λαού.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΦΥΛΗ
Μία από τας βάσεις του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος είνε να δια­τηρήση τον λαόν ως την πρώτην ύλην του έθνους,  σωματικώς και πνευματικώς υγιά. Ανεγνωρίσαμεν ότι περαιτέρω επιμιξία με ανθρώπους ξένων φυλών, ουχί ίσης αξίας προς την γερμανικήν, είνε επιζημία. Το κίνημα απαιτεί την θέσπισιν νόμων ρυθμιζόντων τα της εισόδου ξένων εις την Γερ­μανίαν, ομοίων προς τους ισχύοντας εν Ηνωμέναις Πολιτείαις μετανα­στευτικούς νόμους, που προστατεύουν την υγείαν της αμερικανικής φυλής. Ιδίως εν Γερμανία πρέπει να ισχύσουν οι νόμοι ούτοι όσον αφορά την από ανατολών εισροήν ξένων στοιχείων, ως εκείνα τα οποία μετά τον πόλεμον «εισήλθον εις Γερμανίαν εις μέγαν αριθμόν και συνετέλεσαν εις την μπολσεβικοποίησιν μερίδων του γερμανικού λαου. Η επιρροή τοιούτων στοι­χείων επί της οικονομικής ζωής της χώρας έγινεν αισθητή με σειράν σκαν­δάλων.
Η νίκη του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος εν Γερμανία δεν θα είναι νίκη της προπολεμικής Γερμανίας, η οποία ανήκει εις την ιστορίαν. Mε την επικράτησιν του εθνικοσοσιαλισμού δεν πρόκειται να επανέλθη η πα­λαιά Γερμανία. Ένα νέον γερμανικόν γένος παλαίει δια την κατάκτησιν του δικαιώματος του εις την ζωήν επί της γης. Η νέα αυτή Γερμανία, ελευθέρα πάσης ευθύνης δια τον πόλεμον και που δεν υπέγραψε το δήθεν πολεμικόν χρέος της Γερμανίας, παρά την θέλησιν της και το δίκαιον, έχει εμπιστευθή τας τύχας της εις το εθνικοσοσιαλιστικόν κόμμα δια να  απελευθερωθή από το φοβερόν βάρος των πολεμικών χρεών, που αποστε­ρούν τα παιδιά της και τα παιδιά των παιδιών της από την ελπίδα μιας καλυτέρας ζωής. Η νέα αυτή Γερμανία, που είνε αποφασισμένη, όπως μαζί με την λύσιν του ζητήματος των χρεών, διακανονίση και την νέαν τάξιν των γερμανικών πραγμάτων εν τω εσωτερικώ, επιδιδομένη εις το έργον της ειρηνικής ανοικοδομήσεως  θα πολεμήση με στιβαρόν βραχίονα την επικράτησιν των ολεθρίων εκείνων μαρξιστικών στοιχείων, που ωδήγησαν την Γερμανίαν οικονομικώς καί ηθικώς εις το χείλος της αβύσσου. Θα θέση τέρμα εις το μίασμα του λαοφθόρου μαρξισμού και του ασιατικού μπολσεβικισμού που απειλεί τον ευρωπαϊκόν πολιτισμόν και θα τονώση τας ηθικάς εκείνας δυνάμεις και ιδιότητας εις τας οποίας το γερμανικόν έθνος οφείλει την περίοπτον θέσιν του μεταξύ των λαών της γης.
Δια να εκπληρώση την μεγάλην αυτήν αποστολήν, αλλά και δια την διατήρησιν της εντιμότητας του, δεν θα αναλάβη την ευθύνην όπως υποσχεθή οίκονομικάς υποχρεώσεις, τας οποίας ο οικονομικώς αφαιμαχθείς γερμανικός λαός δεν θα ημπορέση να εκτελέση και που η εκπλήρωσίς των θα αποκλείη κάθε δυνατότητα οικονομικής ανορθώσεως της Γερμα­νίας, προς βλάβην και των λοιπών κρατών. Το εθνικοσοσιαλιστικόν κόμμα έχει την στερράν θέλησιν, όπως εκπληρώση εντίμως τας ιδιωτικάς υπο­χρεώσεις, τας οποίας η Γερμανία έχει αναλάβει. Ο εθνικοσοσιαλισμός επιθυμεί να φέρη τούτο εις γνώσιν του κόσμου, διαψεύδων πάσας τας κακοή­θεις φήμας. Οι ιδιώται δανεισταί θα πεισθούν ότι η εφαρμογή των εθνικοσοσιαλιστικών οικονομικών αρχών εν Γερμανία θα αποτελέση ασφαλεστέραν και καλυτέραν εγγύησιν δια τας οικονομικάς απαιτήσεις των, από την εσφαλμένην οικονομικήν πολιτικής την οποίαν εφαρμόζει το σήμερον εν Γερμανία κρατούν καθεστώς. Η νίκη της εθνικοσοσιαλιστικής κρατι­κής ιδέας εν Γερμανία σημαίνει γαλήνην και τάξιν εν Ευρώπη, ενώ η εξακολούθησις του σημερινού συστήματος θα οδηγήση τελικώς εις το χάος, με συνέπειαν την απώλειαν όλων των υπαρχουσών εν Γερμανία αξιών.
Το εθνικοσοσιαλιστικόν κίνημα δεν έχει πολεμικούς σκοπούς και επι­θυμεί ειλικρινώς την ειρήνην, ίνα δυνηθή να αφιερωθή εν ησυχία εις την ανόρθωσιν της χώρας. Πάντως ειδοποιεί πάντα ενδιαφερόμενον ότι η ει­ρήνη δεν ημπορεί να βασισθή επί της οικονομικής καταπιέσεως των επα­νορθώσεων και της εξαθλιώσεως ενός ολοκλήρου λαού που θέλει να ζήση, εις την καρδίαν της Ευρώπης. Ο επιθυμών αληθώς την ειρήνην εν τω κόσμω, οφείλει προ παντός άλλου, να φροντίση όπως οι λαοί διαβιώσιν ειρηνικώς μετ' αλλήλων και όχι να υπόκεινται εις αιφνιδιαστικάς εκρή­ξεις των δυνάμεων των. Το εθνικοσοσιαλιστικόν κόμμα έχει την πεποίθη­ση ότι μόνον η νέα Γερμανία, της οποίας το βλέμμα είνε προσηλωμένον εις το σύνθημα «Πτωχή και έντιμος» και εις το μέλλον, θα δυνηθή να ανακτήση την εμπιστοσύνην των άλλων λαών προς τον γερμανικόν και ότι  ουδέν έθνος, έν γνώσει του γεγονότος ότι η ειρήνη της Ευρώπης μόνον δια της υπάρξεως ζωτικών, ελευθέρων καί ευημερούντων κρατών, εννοείται, θα αρκεσθή εις αυτήν την εκτίμησιν και την εμπιστοσύνην, την οποίαν ζητεί.