Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

TISDAL C- BOZZOLA A : ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΑΣΙΣΜΟΣ, ΜΑΡΙΝΕΤΤΙ ΚΑΙ ΜΟΥΣΣΟΛΙΝΙ ΙΙ

(Προηγούμενο)

SOFFICI:Tipografia
Η ρομαντική εικόνα που είχε ο Μαρινέττι για το δικτάτορα είχε σχηματιστεί στην περίοδο 1915-9, όταν οι δυο τους βρέθηκαν πιο κοντά παρά ποτέ άλλοτε πριν ή μετά. Ο Μαρινέττι πήρε μέρος στο Fascio d' Azione Rivoluzionario του Μουσσολίνι. που ιδρύθηκε στα τέλη τού 1914, και εμφανίστηκε μαζί του το Μάρτιο του 1915, σε μια από τις επεμβασιστικές συγκεντρώσεις αυτής της οργάνωσης με το δυσοίωνο όνομα. Ο Πόλεμος εξασφάλισε και στους δύο άντρες τις προϋποθέσεις για να παίξουν τους αγαπημένους τους ρόλους: ο Μαρινέττι ως άνθρωπος της δράσης και ο Μουσσολίνι (που πολέμησε στο μέτωπο μόνο 38 μέρες) ως ρήτορας. Πριν ακόμα τελειώσει ο Πόλεμος, ο Μαρινέττι είχε ιδρύσει το Φουτουριστικό Πολιτικό Κόμμα, το μανιφέστο του οποίου δημοσιεύτηκε στο Italia Futurista το Φεβρουάριο του 1918. Το κείμενο αυτό επεξεργαζόταν θέσεις διατυπωμένες 10 χρόνια νωρίτερα στο Πρώτο Πολιτικό Μανιφέστο και στο Φουτουριστικό Πολιτικό Πρόγραμμα του 1913. Τα αιτήματα ήταν αναρχικά, σοσιαλιστικά και ουτοπικά: κατάργηση της μοναρχίας, έξωση του παπισμού μαζί με τις εικόνες και τα αγάλματα της Παναγίας, τα κεριά και τις καμπάνες, κοινωνικοποίηση της γης, της εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας, του ορυκτού πλούτου και του νερού. Θα καθιερωνόταν η βαριά φορολογία της κληρονομημένης περιουσίας, η 8ωρη εργασία, η μισθολογική εξίσωση των γυναικών με τους άντρες, η δωρεάν νομική βοήθεια, η προστασία του καταναλωτή, το εύκολο διαζύγιο και η βαθμιαία υποβάθμιση του γάμου, για να ανοίξει ο δρόμος για τον ελεύθερο έρωτα και τα κρατικά παιδιά. Το μανιφέστο ζητούσε την ελευθερία του Τύπου, μαζί με την κατάργηση των πολιτικών κομμάτων και την άρση της δικαιοδοσίας του κρατικού στρατού να επεμβαίνει σε πολιτικές ταραχές. Η πιο συγκεκριμένη πρόταση ήταν ότι σε περίπτωση που ακόμα και μια ανασχηματισμένη κοινοβουλευτική κυβέρνηση δεν θα κατόρθωνε να λειτουργήσει ομαλά, θα την αντικαθιστούσαν 20 «τεχνικοί» της διοίκησης, εκλεγμένοι με καθολική ψηφοφορία, και θα ακολουθούσε περιφερειακή αποκέντρωση. Το Φουτουριστικό Κόμμα θα καταπιανόταν με βραχυπρόθεσμα πρακτικά ζητήματα, σε αντιδιαστολή με το καλλιτεχνικό φουτουριστικό κίνημα, που θα συνέχιζε το μακροπρόθεσμο πρωτοποριακό έργο της ανανέωσης. Στο ταραγμένο κλίμα που επικρατούσε μετά το τέλος του Πολέμου, όταν ολοκληρώθηκε η αποστράτευση και η απογοήτευση άρχισε να διογκώνεται, το πρόγραμμα αυτό ήταν τόσο αόριστο ώστε να βρει τους πιο ετερόκλητους υποστηρικτές. Οι πιο ισχυροί και αδίσταχτοι απ' αυτούς ήταν άνθρωποι σαν τον Μπολτζόν και τον Μποττάι, που σύντομα θα αποκτούσαν δύναμη στο φασιστικό κίνημα, ή τον συγγραφέα Μάριο Κάρλι και τον γλύπτη Φερρούτσιο Βέκκι, που έφεραν στο Φουτουριστικό Κόμμα τους Arditi — τις περιβόητες εθελοντικές ομάδες κρούσης, που ορμούσαν στη μάχη γυμνωμένοι ως τη μέση, με μια χειροβομβίδα σε κάθε χέρι κι ένα στιλέτο ανάμεσα στα δόντια. Οι Arditi ("Παράτολμοι") έγιναν οι Fasci Futuristi, η επιθετική συμμορία που μεταπήδησε στο Φασιστικό Κόμμα του Μουσσολίνι, όταν αυτό ιδρύθηκε (στις 23 Μαρτίου 1919, στο Circolo Industriale e Commerziale, στην Πιάτσα Σαν Σεπόλκρο του Μιλάνου). Σίγουρα  αυτοί ήταν υπεύθυνοι για τη βία με την οποία επιβλήθηκε το ίδιο το κίνημα, τις επιθέσεις εναντίον των σοσιαλιστών και το κάψιμο,. τον Απρίλιο του 1919, της σοσιαλιστικής εφημερίδας L' Avanti, την οποία διηύθυνε άλλοτε ο Μουσσολίνι. Ο Μαρινέττι, που ήταν ακόμα ένας χρήσιμος σύμμαχος για τον Μουσσολίνι, εκλέχτηκε στην κεντρική επιτροπή του Φασιστικού Κόμματος, και η νέα επίσημη εφημερίδα του Μουσσολίνι Il Popolo d' Italia έδωσε μεγάλη δημοσιότητα σε μια μάλλον "κουρασμένη" φουτουριστική έκθεση που έγινε το Μάρτιο εκείνου του χρόνου. Τον Ιούλιο, ο Μουσσολίνι έγραφε: «Ο Φασισμός είναι ένα κίνημα χωρίς προηγούμενο. Δεν απαξίωσε να έρθει σε επαφή με ομάδες που είχαν αγνοηθεί ή καταδικαστεί από τη φιλισταϊκή ηλιθιότητα των bien-pensants. Οι μετριότητες ισχυρίζονταν πάντα ότι δεν παίρνουν σοβαρά τo Φουτουρισμό, και τώρα, σε πείσμα αυτών των ανθρώπων, η κεφαλή των φουτουριστών, ο Μαρινέττι, είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής των Fasci di Combattimento».
Όταν το Φασιστικό Κόμμα παρουσίασε τον πρώτο κατάλογο υποψηφίων του για το κοινοβούλιο, το Νοέμβριο του 1919, ο Μαρινέττι ήταν ένας απ αυτούς, και ο Μουσσολίνι έδωσε οδηγίες σ' έναν από τους δημοσιογράφους του να δώσει «ένα ρωμαλέο πορτραίτο του, για να αποδείξουμε σ' αυτούς τους ιταλούς παπαγάλους ότι ο Μαρινέττι είναι ένα από τα δυνατότερα πολιτικά μυαλά μας». Ο Μαρινέττι ήταν ακόμα χρήσιμος: η δική του ευφράδεια έπεισε τον μαέστρο Αρτούρο Τοσκανίνι να βάλει κι αυτός υποψηφιότητα. Απ' αυτούς τους αρχικούς 20, μόνον ο Μπολτζόν επρόκειτο ωστόσο να φτάσει ως τις πρώτες γραμμές του Φασισμού. Ο Τοσκανίνι αποχώρησε αργότερα από το Κόμμα, αρνήθηκε να συνθέσει το φασιστικό ύμνο, άσκησε ανοιχτή κριτική και ξυλοκοπήθηκε άγρια από φασίστες τραμπούκους. Χαρακτηριστικό πάντως
της πολιτικής σύγχυσης εκείνων των χρόνων είναι ότι ακόμα κι εκείνοι που είχαν σοβαρές αμφιβολίες για το κίνημα ήταν δυνατό να πρασυρθούν από τον πατριωτικό ενθουσιασμό, τουλάχιστον για ένα διάστημα. Στις εκλογές του 1919, οι Φασίστες κατατροπώθηκαν από τους Σοσιαλιστές, που συνέλαβαν τον Μουσσολίνι, τον Μαρινέττι, τον Μπολτζόν, τον Βέκκι και 15 Arditi καί τους έκλεισαν 
στη φυλακή του Σαν Βιττόρε για 21 μέρες, με την κατηγορία της απειλής κατά της ασφάλειας του κράτους και της σύστασης ενόπλων συμμοριών. Σ' αυτές τις 3 εβδομάδες, ο Μαρινέττι βρέθη­κε, κυριολεκτικά, πιο κοντά στον Μουσσολίνι παρά ποτέ άλλοτε, πριν ή μετά.
.......................................................
Ενώ ο Μουσσολίνι προετοίμαζε τους συμβιβασμούς που θα έκα­νε στη δεκαετία του 1920, ο Μαρινέττι διατύπωνε όλο και πιο ακραία αιτήματα. Ένα άρθρο του του 1919, με τίτλο «Φουτουριστι­κή Δημοκρατία», ήταν ακόμα πιο απροκάλυπτα εχθρικό απέναντι στην τριάδα του μονάρχη, του Πάπα και της γραφειοκρατίας από κάθε προηγούμενο κείμενο του. Στη φουτουριστική δημοκρατία, η παραδοσιακή ηθική θα παραχωρούσε τη θέση της στην «ηθική του κινδύνου: ελαστική ελευθερία χωρίς φυλακές και καραμπινιέρους. Οι φυλακές είναι επονείδιστες παγίδες, που προϋποθέτουν ότι ένα τσούρμο θηριώδεις γάτες μεταχειρίζεται τις πιο γοητευτικές και άδολες ιδιοσυγκρασίες σαν ποντίκια... Ε, λοιπόν, είναι καιρός να καταστραφούν, να κατεδαφιστούν οι φυλακές και τα σωφρονιστικά ιδρύματα, αυτά τα λείψανα του Μεσαίωνα». Φυσικά, λιγότερο από 10 χρόνια αργότερα, οι «γάτες» και η φυλάκιση είχαν γίνει το μέ­σο με το οποίο ο Μουσσολίνι έπνιγε κάθε αντιπολίτευση. Αυτά για την «ελαστική ελευθερία» του Μαρινέττι.
Ένα χρόνο αργότερα, ο Μαρινέττι δημοσίευσε το «Πέρα από τον Κομμουνισμό», ένα άρθρο αφιερωμένο «Στους Γάλλους, Άγ­γλους, Ισπανούς, Ρώσους, Ρουμάνους, Ούγγρους και Γιαπωνέζους φουτουριστές». Το κείμενο αυτό χαιρέτιζε την Μπολσεβίκικη Επανάσταση και το ρόλο που έπαιζαν σ' αυτήν οι «ρώσοι φουτουριστές» καλλιτέχνες (όπως είπαμε και στην αρχή του βιβλίου). Παράλληλα όμως, έκανε αντιδιαστολή ανάμεσα στην επανάσταση εκείνη, που βασιζόταν στην ταξική πάλη, και την επανάσταση που οραματιζόταν ο Μαρινέττι για την Ιταλία. Για μια ακόμα φορά, έχουμε μπροστά μας ένα απίθανο μίγμα από ιδέες που, εκ των υστέρων, μπορούμε να τις ονομάσουμε εξίσου εύκολα «προοδευτικές» ή «αντιδραστικές», «αριστερές» ή «δεξιές». Λίγοι άνθρωποι θα έβρισκαν αδικαιολόγητη την αποστροφή του Μαρινέττι για τη γραφειοκρατία και τους στρατώνες, για «τη συντηρητική παραδοσιοκρατία, τον υλικό εγωισμό, το μισογυνισμό, την ευθυνοφοβία και τον πιθηκίστικο επαρχιωτισμό». Μερικοί θα συμφωνούσαν μαζί του ότι μια επανάσταση βασισμένη στην ταξική πάλη και την εξουσία του προλεταριάτου δεν είναι γενική, ολοκληρωτική επανάσταση, γιατί διατηρεί ακόμα την ιδέα της τάξης. Αλλά ο Μαρινέττι, όπως και σε άλλα κείμενα του, αποδεικνύεται ασυνεπής στην ιδέα της παγκόσμιας επανάστασης που ευαγγελιζόταν. Ο εθνικισμός τον κάνει να απορρίψει ως «πιθηκίστικο επαρχιωτισμό» την προθυμία των ιταλών κομμουνιστών να ακολουθήσουν το παράδειγμα «του ρώσου Λένιν, μαθητή του γερμανού Μαρξ». Η απομονωτιστική ερμηνεία της αρχής «σε κάθε λαό η δική του επανάσταση» από μέρους του αποτελεί μια θλιβερή αντιστροφή του παλιότερου πολιτιστικού διεθνισμού του.
Από την άλλη μεριά, ο Μαρινέττι ήταν αρκετά διορατικός πολιτικά ώστε να αντιληφθεί ότι η Μπολσεβίκικη Επανάσταση κινδύνευε ήδη να κατακλυστεί από κάτι που ο ίδιος ονόμαζε «γραφειοκρατικό καρκίνωμα — μια γερμανική αρρώστεια». Χωρίς να αποκηρύξει ούτε για μια στιγμή τον αναρχικό ατομικισμό του, εξίσωνε αυτή την «αρρώστεια» με «τη σταθερή, ασάλευτη ομοιομορφία που επαγγέλλεται ο κομμουνισμός». Και ακολουθούσε, ένα τυπικά μαρινεττικό κείμενο, ένα μίγμα από εμπνευσμένες και παράλογες απόψεις, όπου, για τελευταία ίσως φορά, φαίνεται καθαρά η δύναμη και η αδυναμία του Μαρινέττι: 

«Θέλουν μια ζωή χωρίς εκπλήξεις, μια γη λεία σαν μπάλα του μπιλιάρδου.
Αλλά οι πιέσεις του διαστήματος δεν έχουν ισοπεδώσει ακόμα τα βουνά της γης, και η ζωή που είναι Τέχνη αποτελείται (όπως κάθε έργο τέχνης) από αιχμές και αντιθέσεις...
Η ζωή των εντόμων δείχνει ότι όλα ανάγονται στην αναπαραγωγή με κάθε θυσία και στην άσκοπη καταστροφή.
Η ανθρωπότητα μάταια ονειρεύεται να ξεφύγει απ' αυτούς τους δύο νόμους που την αναζωογονούν και την εξαντλούν εναλλάξ. Η ανθρωπότητα ονειρεύεται να σταθεροποιήσει την ειρήνη χάρη σ' ένα και μόνο τύπο παγκόσμιου ανθρώπου, που αμέσως κατόπιν θα έπρεπε να ευνουχιστεί, μήπως και ο επιθετικός ανδρισμός του κηρύξει καινούργιους πολέμους.
Ένας μόνο τύπος ανθρώπου θα έπρεπε να ζει πάνω σε μια εντελώς λεία γη. Το κάθε βουνό αψηφά τον κάθε Ναπολέοντα και Λένιν. Κάθε φύλλο καταριέται την πολεμόχαρη θέληση του ανέμου...
Ό κομμουνισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί στα νεκροταφεία. Αλλά, αν πάρουμε υπόψη μας ότι πολλοί άνθρωποι θάβονται ζωντανοί, ότι κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί τον ολοσχερή θάνατο ενός ανθρώπου, ότι οι ευαισθησίες επιβιώνουν για να πεθάνουν αργότερα, τα νεκροταφεία κρύβουν αναμφισβήτητα... συνάξεις μανιασμένων πλασμάτων, φυλακισμένους στασιαστές, φιλοδοξίες που θέλουν να βγουν στην επιφάνεια. Θα γίνουν πολλές προσπάθειες για να εγκαθιδρυθεί ο κομμουνισμός, αντεπαναστάσεις που εξαπολύουν πόλεμο και επαναστάσεις που υπερασπίζονται τον εαυτό τους με πόλεμο.
Η σχετική ειρήνη δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά η εξάντληση του τελικού πολέμου ή της τελικής επανάστασης. Αν ήμουν κομμουνιστής, θα ασχολιόμουν με τον επόμενο πόλεμο ανάμεσα στους ομοφυλόφιλους και τις λεσβίες, που θα ενωθούν κατόπιν εναντίον των φυσιολογικών ανθρώπων».
Στο «Πέρα από τον Κομμουνισμό» βλέπουμε τον Μαρινέττι να θυμάται τα παλιά επινοήματα του, τους ήρωες του Ο Βασιλιάς Φαγοπότι, που τώρα μοιάζουν σχεδόν με αυτοπαρωδία: «ο καλλιτεχνικός νεωτεριστικός δυναμισμός του Ηλίθιου Ποιητή, του διαπομπευμένου από τον όχλο, σμίγει και γίνεται ένα με τον επαναστατικό δυναμισμό του ελευθερόφρονα Φαμόνε (=Λιμού), για να προτείνει στην ανθρωπότητα τη μόνη λύση του παγκόσμιου προβλήματος: Όλη η εξουσία στην Τέχνη και τους Καλλιτέχνες. Ναί! Η εξουσία στους Καλλιτέχνες! Το τεράστιο προλεταριάτο των προικισμένων ανθρώπων θα κυβερνήσει». Για να υποβοηθηθεί η αύξηση αυτού του «προλεταριάτου των προικισμένων ανθρώπων», θα υπήρχε σε κάθε πόλη ένα Πολιτιστικό Μέγαρο του Λαού, μια μόνιμη «ελεύθερη έκθεση των δημιουργικών ταλέντων», ανοιχτή σε όλους τους πολίτες, στην οποία θα παρουσιάζονταν έργα τέχνης απ' όλους τους τομείς, θα διαβάζονταν ποιήματα και επιστημονικά κείμενα, ακόμα κι εκείνα που συνήθως χαρακτηρίζονταν «παράλογα, ανόητα, παλαβά και ανήθικα». «Χάρη σ' εμάς», κατέληγε ο Μαρινέττι, «θα έρθει η εποχή που η ζωή δεν θα σημαίνει απλώς ψωμί και μόχθος, αλλά ούτε και θα είναι μια αργόσχολη ζωή· θά είναι ένα εργο τέχνης».




Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

ΒΡΕΙΤΕ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΝΑ ΓΙΝΕΤΕ ΤΡΕΛΟΙ (Παπίνι) II

(Προηγούμενο)
Στις αρχές του 1913 η Φουτουριστική ομάδα διευρύνεται με τη συνεργασία των Φλωρεντινών διανοούμενων της
Lacerba (Η Lacerba  γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1913 και  εξέφραζε τις απόψεις του Papini και του Soffici   παλαιών στελεχών της La Voce).
Μέσα από ένα έντυπο που είχε τιράζ 20.000 φύλλα και που κατά το μεγαλύτερο μέρος του αγοραζόταν από εργάτες, οι Φουτουριστές δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους.
Δυστυχώς όμως αυτή η τόσο γόνιμη συνεργασία δεν πρόκειται να διαρκέσει πολύ. Στις 11 Φεβρουαρίου 1914 ο Papini βάζει τέλος σε μια κρυφή διαμάχη ανάμεσα στα δύο επίσημα διαμορφωμένα ρεύματα του Φουτουρισμού και του Μαρινεττισμού με ένα άρθρο στη Lacerba που έχει τον συμβολικό τίτλο:" Ο κύκλο κλείνει."Μέσα από το άρθρο αυτό κατηγορεί τους φουτουριστές καλλιτέχνες ότι ολισθαίνουν προς τον ακαδημαϊσμό, εκείνον ακριβώς τον ακαδημαϊσμό που είχαν απορρίψει.
«Βρισκόμαστε και πάλι μπροστά από την πρώτη ύλη. Ο κύκλος κλείνει . Η τέχνη γίνεται πραγματικότητα ' η σκέψη εγκαταλείπει και πάλι τη πράξη»(9).
Με την κήρυξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και ενώ η Lacerba μετατρέπεται σ' ένα καθαρά πολιτικό όργανο με στόχο την έξοδο της χώρας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, οι φουτουριστές, μεταφέρουν δυναμικά την ιδέα του «παρεμβατισμού» στα γνώριμα πεδία μάχης, τους δρόμους, τις πλατείες και τα θέατρα.
Στις 15 Σεπτεμβρίου 1914 ο Marinetti  και άλλοι φουτουριστές διακόπτουν μια βραδιά Πουτσίνι στο Teatro Dal  Verme του Μιλάνου για να κάψουν τελετουργικά μια αυστριακή σημαία. Λίγες μέρες αργότερα επαναλαμβάνουν την πράξη τους στην πλατεία Duomo. O Marinetti συλλαμβάνεται και φυλακίζεται.
Οι φουτουριστές δεν είναι οι μόνοι που πρωτοστατούν δυναμικά υπέρ της εξόδου της χώρας στον πόλεμο. Γύρω τους συγκεντρώνονται ο διαγραμμένος από το Σοσιαλιστικό Κόμμα Β. Mussolini και η εφημερίδα του Popolo d' Italia (Λαός της Ιταλίας), διανοούμενοι όπως o D' Annunzio, o Prezzolini , o  Salvemini, συνδικαλιστές όπως οι De Ambris και ο  Cοrridoni, νεαροί πολιτικοί όπως o Farinacci, o Caldera, o Νeni  και πολλοί άλλοι.
Τον Φεβρουάριο του 1915 ξεσπούν ενορχηστρωμένες διαδηλώσεις υπέρ του πολέμου. Για μια ακόμη φορά ο Marinetti συλλαμβάνεται.
Τον Μάρτιο οι αναταραχές μεταφέρονται στο Μιλάνο και ο Mussolini μαζί με τον Marinetti επιχειρούν να οργανώσουν μαζικές διαδηλώσεις.
Τον Απρίλιο καινούριες ταραχές στη Ρώμη. Αυτή τη φορά η αστυνομία δεν συλλαμβάνει μόνο τον Marinetti. Μαζί του συλλαμβάνονται ομαδικά ο Mussolini, ο Settimelli , o Corra και άλλοι φουτουριστές.
Στις 24 Μαΐου 1915, η Ιταλία, κάτω από την πίεση των γεγονότων κηρύσσει τον πόλεμο ενάντια στην Γερμανία και την Αυστροουγγαρία.
Οι φουτουριστές δίνουν μαζικά το παρών τους καταταγόμενοι σαν εθελοντές. Η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει.
Ο Marinetti φυσικά ήταν από τους πρώτους. Προνοητικά έχει φροντίσει από πριν ν' απαλλαγεί από τις οδυνηρές επιπτώσεις που θα μπορούσε να δημιουργήσει στην εθελοντική του στράτευση, η κήλη από την οποία υπέφερε και έτσι, δίχως προβλήματα κατατάσσεται μαζί με πολλούς φουτουριστές σε ένα επίλεκτο σώμα ποδηλατιστών.
Από τους φουτουριστές που έλαβαν μέρος στον πόλεμο 13 δεν επέστρεψαν ποτέ. Από αυτούς που επέστρεψαν, 41 έφεραν πάνω στο κορμί τους τα σημάδια της φρίκης και του πολέμου. Ανάμεσα σ' αυτούς τους τελευταίους ήταν και ο Marinetti .
Αν και τα πολεμικά γεγονότα επισκίασαν σε πολύ μεγάλο βαθμό την καλλιτεχνική φουτουριστική δραστηριότητα, οι φουτουριστές εξακολουθούν να δημιουργούν. Το ενδιαφέρον όμως του Marinetti αρχίζει να στρέφεται περισσότερο σε κοινωνικά και πολιτικά ενδιαφέροντα και λιγότερο σε καλλιτεχνικά. Αυτή η πολιτική στροφή που θα αποκορυφωθεί με την προσχώρηση του στο Φασιστικό Κόμμα, θα τον απομακρύνει από τους παλιούς του συντρόφους και θα οριοθετήσει και το τέλος της λεγόμενης ηρωικής εποχής του κινήματος (10).
Πριν ακόμα τελειώσει ο πόλεμος ο Marinetti μπαίνει ενεργά στο στίβο της ταραγμένης πολιτικής ζωής του τόπου με τη δημοσίευση της πολιτικής Διακήρυξης του Φουτουριστικού Κόμματος.
Πρόκειται για ένα πρόγραμμα επαναστατικά ριζοσπαστικό πού αντλεί τις κύριες ιδέες του από το Πολιτικό Φουτουριστικό πρόγραμμα του 1913. Οι κύριες θέσεις του αν και είναι βαθύτατα προοδευτικές και στο μεγαλύτερο μέρος τους εφαρμόσιμες, διαθέτουν εντονότατα εκείνο το ανορθόδοξο στοιχείο της πολεμολογίας που το κάνει εχθρικό απέναντι στις πλατιές μάζες.
«Το φουτουριστικό πολιτικό κόμμα... θέλει μια ελεύθερη και δυνατή Ιταλία μη εξαρτώμενη πλέον από το μεγάλο παρελθόν της, τον υπερβολικά αγαπημένο ξένο (εννοεί τον Βασιλέα), τους υπερβολικά ανεκτικούς παπάδες...
Πατριωτική εκπαίδευση του προλεταριάτου. Αγώνας ενάντια στον αναλφαβητισμό... Κατάργηση πολλών άχρηστων Πανεπιστημίων... Μετασχηματισμό του Κοινοβουλίου μέσα από μια δίκαιη συμμετοχή, βιομηχάνων, αγροτών, μηχανικών και εμπόρων στην διακυβέρνηση της χώρας. Κατώτατο όριο ηλικίας για την υποψηφιότητα τα 22 χρόνια... Κατάργηση της Γερουσίας... Ίση συμμετοχή όλων των Ιταλών πολιτών στην κυβέρνηση...
Αντικατάσταση της αντικληρικής ρητορείας με ένα βίαιο, δραστήριο αντικληρικισμό για να απαλλάξουμε την Ιταλία από το θεοκρατικό της Μεσαίωνα... Μοναδική θρησκεία μας η Ιταλία του αύριο... Κατάργηση της συζυγικής εξουσίας... Εύκολο διαζύγιο. Σταδιακό υποβιβασμό του γάμου για τη σταδιακή καθιέρωση του ελεύθερου έρωτα και του παιδιού του Κράτους... Δικαίωμα απεργίας... Κατάργηση της πολιτικής αστυνομίας... Παραχώρηση αγροτικής γης στους πολεμιστές... Βιομηχανοποίηση και εκσυγχρονισμό των νεκρών πόλεων που εξακολουθούν να ζουν μέσα στο παρελθόν τους... Υπεράσπιση των καταναλωτών» (11).

Τον Σεπτέμβριο του 1918 ο Marinetti
ο Settimelli και ο Carli ιδρύουν την "Roma Futurista" επίσημο όργανο του φουτουριστικού κόμματος. Τον Δεκέμβριο οργανώνονται τα πρώτα Fasci Politici Futuristi, στην Φερράρα, στην Φλωρεντία, στην Ρώμη και στον Τάραντα.
Στα 1919 η «ακρωτηριασμένη νίκη» και η συμπεριφορά των μεγάλων δυνάμεων απέναντι στην Ιταλία δημιουργούν στην χώρα μια εκρηκτική κατάσταση. Στις 23 Μαΐου μια άλλη μιλανέζικη ομάδα κάνει την εμφάνιση της διεκδικώντας ανοικτά τη διαδοχή στην εξουσία. Αρχηγός της είναι ο Β. Mussolini ο οποίος και δηλώνει απερίφραστα:
«Διεκδικούμε την εξουσία γιατί ρίξαμε την χώρα στον πόλεμο και την οδηγήσαμε στη νίκη».
Γύρω από το Mussolini σ' αυτό το πρώτο μιλανέζικο Fascio συγκεντρώνονται μια μικρή ομάδα συνδικαλιστών και Arditi. Ανάμεσα τους και ο ίδιος ο Marinetti
Το πολιτικό πρόγραμμα του καινούριου αυτού κινήματος υιοθετεί ανεπιφύλακτα όλες τις κοινωνικές θέσεις του φουτουριστικού προγράμματος του περασμένου χρόνου, αφήνει όμως έξω από κάθε πολεμική την εκκλησία. Είναι ένα πρόγ ραμμα γενικό, εύχρηστο, κατάλληλο για τη στιγμή.
Στις εκλογές του 1919 ο
Marinetti παρουσιάζεται υποψήφιος στην λίστα του φασιστικού κόμματος και παρακολουθεί από κοντά το ηρωικό εγχείρημα του D' Αnnunzio  στo Φιούμε και επιχειρεί να εμφυσήσει στο καινούργιο κόμμα τη φουτουριστική του φιλοσοφία.
Σύντομα όμως ο ιδεαλισμός του Marinetti συγκρούεται με τον πολιτικό ρεαλισμό του Mussolini. Ο πρώτος δεν παύει να διατυπώνει συνεχώς και περισσότερα ακραία αιτήματα, ο δεύτερος μηχανεύεται ακούραστα καινούριους τρόπους εξευρέσεως ψήφων .Ο πρώτος οδηγείται προς την αδιαλλαξία ο δεύτερος έχει ήδη αρχίσει να συμβιβάζεται.
Το συμφιλιωτικό μήνυμα που ξεπήδησε από το 2ο Πανεθνικό Φασιστικό συνέδριο (Μιλάνο, Μάιος 1920) με παραλήπτες τους Μοναρχικούς και την εκκλησία στάθηκε για τον Marinetti ένα γερό κτύπημα. Αποχωρεί αηδιασμένος από το κόμμα, ξαναγυρίζει στο κίνημα του — που είχε περάσει στη φάση της αεροζωγραφικής - παρακολουθεί σαν απλός θεατής την πορεία προς τη Ρώμη και την κατάληψη της εξουσίας από τους φασίστες και στα 1924 κάνει μια ακόμη προσπάθεια να επαναφέρει τον Mussolini σ' εκείνη την πορεία που αυτός θεωρούσε σωστή.
«Απαλλάξου από τον κοινοβουλευτισμό... δώσε ξανά στον Φασισμό και στην Ιταλία το υπέροχο εκείνο πνεύμα του 19... μιμήσου τον μεγάλο Μουσσολίνι του 1919».
Το καθεστώς όμως πανίσχυρο, και σίγουρο για τον εαυτό του, έχει ήδη χαράξει τον δικό του δρόμο.
Με τη σειρά του ο Μαρινέττι υποχρεώνεται να συμβιβαστεί.
Αναθεωρεί τις απόψεις του περί γάμου και παντρεύεται την ζωγράφο και λογοτέχνιδα
Benedetta Cappa.
Αναθεωρεί την αντιακαδημαϊκή του συμπεριφορά και γίνεται μέλος της Ακαδημίας της Ιταλίας και γραμματέας της Ένωσης Φασιστών Συγγραφέων.
Αναθεωρεί την δυναμική θέση του αντιπολιτευόμενου και τάσσεται με το σώμα και την ψυχή στην φασιστική υπόθεση.
Με εξαίρεση τον
Balla οι άλλοι φουτουριστές τoν έχουν εγκαταλείψει. Γράφει «αεροποίηση» και προωθεί την αεροζωγραφική της δεύτερης γενιάς των Φουτουριστών.
Στα 60 του χρόνια συμμετέχει σαν εθελοντής στην Ιταλική εκστρατεία εναντίον της Αιθιοπίας και στα 66 του παρακολουθεί από κοντά, πάντα σαν εθελοντής, το δράμα του Ιταλικού εκστρατευτικού σώματος στις στέππες του Ντον. Ακολουθεί τον Mussolini στην περιπέτεια του Σαλό αλλά είναι αρκετά τυχερός για να μη δει την κατάρρευση του καθεστώτος.
Πέθανε στις 2 Δεκεμβρίου 1944, από καρδιακή κρίση στο Μπελλάτζιο, τελευταίο καταφύγιο τής Φασιστικής ηγεσίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1 α) Caroline Tisdall - Angelo Bozzalo : Φουτουρισμός, σελ. 10.
(1)
Σήμερα χάρη στις μελέτες του Par Bergman, του Gaetano Mariani και άλλων, μπορούμε να διερευνήσουμε εύκολα το υπόβαθρο της κουλτούρας του Marinetti.
Πέρα από τα ήδη αποδεκτά από τον αρχηγό του Φουτουρισμού ονόματα
(Zola, Whitman, Rosny  Αine, Paul Adam, Gustave Kahn, Verhaeren), πέρα από τα ήδη βαρύγδουπα ονόματα των οποίων οι ιδέες είναι εμφανέστατες στο Μαρινεττιανό έργο (Nietzsche, Bergson, Sorel, D' Annunzio, Pascoli) μπορούν να προστεθούν οι Γάλλοι συμβολιστές, o Saint-Georges  De Bouhelier  ιδρυτής του Νατουρισμού, ο Jules Romains, προστάτης του ουμανισμού, ο Mario  Morasso και o Gian Pietro Lugini.
(2)
 F.T. Marinetti: "La Divina Commedia" e un verminaio di Glossatori
(3) Caroline Tisdall - Angelo Bozzalo : Φουτουρισμός, σελ. 18.
(4) La Pittura Futurista: Manifesto Tecnico 11.4.1910 (Boccioni, Carra, Russolo, Balla, Severini).
(5) F.T. Marinetti: Il Teatro de Varieta (Daily Mail  21.11. 13).
(6) F.T. Marinetti: Il Teatro de Varieta (Daily Mail   21.11. 13).
(7) Caroline Tisdall - Angelo Bozzalo : Φουτουρισμός, σελ. 162.
(8) L. Russolo: L' arte dei Rumori. 11.3.1913.


Κείμενα σχετικά με το Φουτουριστικό κίνημα:
ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΑΣΙΣΜΟΣ, ΜΑΡΙΝΕΤΤΙ ΚΑΙ ΜΟΥΣΣΟΛΙΝΙ (TISDAL C- BOZZOLA A )
ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΜΟΣ.(PREZZOLINI GIUSEPPE)
PROGRAMMA POLITICO FUTURISTA (MILANO, 11 ottobre 1913 )

MANIFESTO DEL PARTITO FUTURISTA ITALIANO (MARINETTI F.T)
MANIFESTO TECNICO DELLA LETTERATURA FUTURISTA  (MARINETTI F.T)
AL DI LA DEL COMUNISMO (MARINETTI F.T)
1915 IN QUEST' ANNO FUTURISTA (MARINETTI F.T)
MARINETTI E IL FUTURISMO (Un antologoa a cura di Luciano De  Maria)


Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

ΒΡΕΙΤΕ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΝΑ ΓΙΝΕΤΕ ΤΡΕΛΟΙ (Παπίνι)

(Προηγούμενο)
Filippo Tommaso Marinetti, c. 1915.
Credit: Hulton Archive/Getty Images
Ψυχή του φουτουριστικού κινή­ματος και αδιαφιλονίκητος αρχηγός του μέχρι του τέλους, υπήρξε ο Filippo Tomaso Marinetti (1876-1944), ο «Ιταλογάλλος» ποιητής.
Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου από Ιταλούς γονείς, αναθρεμμένος στα στήθη μιας Σουδανέζας παραμάνας, έρχεται από πο­λύ μικρός σε επαφή με την ανήσυχη γλώσσα των Γάλλων συμβολιστών και αφιερώνεται ολόψυχα στην λο­γοτεχνία (1). Παράλληλα, με τις πανεπιστημιακές του σπουδές — στον κλάδο της Νομικής — συνεργάζεται με πολλά έγκυρα περιοδικά όπως La Vogue , La Plume, La Revue Blanche  και γίνεται φανατικός απόστολος της μεγάλης ρομαντικής και συμβολιστικής γαλλικής ποίη­σης μέσα στην Ιταλία.
Απαγγέλει και μεταφράζει στί­χους του Ηugo, του Βaudelaire , του Mallarme, του Rimaud , του Verharen ,  του Moreas , του Claudel, του Verlaine  και δημιουργεί στενές σχέσεις με τους  Ιταλούς λογοτέχνες όπως ο Βutti, ο Νotari, ο Capuana, ο Βotta κ.λπ.
Στα 1905 εκδίδει το διεθνές περιο­δικό "Ρoesia" με τη συνεργασία του Sem Benelli και του Vitalino Ponti . Μέσα από τις σελίδες του παρελαύνουν
ονόματα όπως Cavacchioli, Buzzi, Folgore, Govoni, Palazzeschi, Boccioni, Russolo, Carra ,Severini , Mazza, Sant'Elia, Jannelli καi άλλων καλλιτεχνών που λίγα χρόνια αργότερα θα δώσουν ζωή στο Φουτουριστικό κίνημα.
Η δημοσίευση της Φουτουριστι­κής διακήρυξης σε μια έγκυρη εφη­μερίδα όπως η "Le Figaro" κάνει διάσημη σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μια καλλιτεχνική κίνηση που δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Ο θόρυβος που προκαλείται γύρω από τις προκλητι­κές τοποθετήσεις των φουτουριστών προσφέρει στον Marinetti μια ανε­πανάληπτη ευκαιρία να καθιερώσει το κίνημα του μέσα από ένα καθε­στώς μονίμων προκλήσεων.
Ταραξίας σαν τον Αλφρέ  Ζαρρύ και οργανωτής θεαμάτων σαν τον Γκιγιώμ Απολλιναίρ έχει ανα­καλύψει 50 χρόνια πριν από το Μάρσαλ  ΜΑΚ Λούαν πως «στον ευρύτερο κόσμο των επικοινωνιών του 20ου αιώνα, το μέσο είναι το μή­νυμα· ό,τι και αν θέλεις να πεις, ο τρόπος που το λες είναι εξίσου ση­μαντικός, όσο και αυτό που λες» (1α).
 Από την πρώτη στιγμή οι φουτουριστές επιχειρούν να περάσουν τα μηνύματα τους στον κόσμο με μια μεθοδολογία που θυμίζει προεκλογι­κή εκστρατεία. Για τον Marinetti και τους
φουτουριστές συντρόφους του εκείνο που μετρά περισσότερο δεν είναι η αποδοχή της ιδεολογίας τους από τις μάζες, αλλά η ίδια η συμμετοχή των μαζών. Χωρίς να κρύβουν την περιφρόνηση τους γι' αυ­τές, είναι οι πρώτοι που τις πλησιά­ζουν, που τις αντιμετωπίζουν πρό­σωπο με πρόσωπο, που επιχειρούν τέλος με κάθε είδους προκλήσεις να αποσπάσουν την ενεργό συμμετοχή τους.
 O Filippo Tommaso Marinetti (κέντρο), ο ιδρυτής του Φουτουριστικού
 κινήματος, και οι καλλιτέχνες  (αριστερά προς δεξιά) Luigi Russolo,
 Carlo Carrà, Umberto Boccioni, και Gino Severini.
Credit: Hulton Archive/Getty Images
Σε μια χώρα όπου η πρόκληση και τα οξυμένα από τα πολιτικά πάθη πνεύματα σημαδεύουν τη δημόσια ζωή, σε μια χώρα όπου είναι ακόμα αισθητός ο απόηχος της κραυγής του Παπίνι «βρήτε τη δύναμη να γίνετε τρελοί», οι φουτουριστές αντιπρο­σωπεύουν τους γνησιότερους εκφρα­στές της εποχής τους.
 Ο Marinetti ομολογεί απερίφρα­στα:
«Ο Φουτουρισμός δεν παραδέχε­ται ούτε νόμους, ούτε κώδικες, ούτε δικαστές, ούτε αστυνομικούς, ούτε μαστρωπούς, ούτε ευνούχους ηθικο­λόγους.
Ο Φουτουρισμός είναι το μαστί­γιο που θα κάνει ροδοκόκκινα σε κα­θημερινή βάση τα μάγουλα των δει­λών της Ιταλίας. Ο Φουτουρισμός είναι δυναμίτης κάτω από τα ερείπια του παρελθόντος» (2).
Τα θέατρα, οι δρόμοι, οι πλατείες και αυτές ακόμα οι αίθουσες των δι­καστηρίων μετατρέπονται σε άμβω­νες του Φουτουριστικού Ευαγγελίου. Όπου και αν βρεθούν οι Φουτουριστές, προκαλούν, βρίζουν, συμπλέ­κονται με το κοινό τους, κάνουν συνέ­χεια τον Τύπο ν' ασχολείται μαζί τους.
Στα 1909, πριν ο κόσμος προλάβει να συνέλθει από την έκπληξη της ιδρυτικής διακήρυξης του Φουτουρισμού, ο Marinetti προκαλεί και πά­λι το συντηρητικό ιταλικό κοινό με το υπερφυσικό πέος - κάπου 11 μέ­τρα — του εξωτικού ήρωα Μafarka, πρωταγωνιστή του ομώνυμου μυθιστορήματος του. O Marinetti δεν κάνει οικονομία στις λέξεις, ούτε χαλιναγωγεί την περιγραφική του διάθεση για τη ρεαλιστική απεικό­νιση των φανερών και κρυφών χα­ρισμάτων του  Αφρικανού ήρωα του. 

Λίγο πριν από τις γενικές εκλογές του ίδιου χρόνου, οι φουτουριστές δημιουργούν καινούργια αναταραχή με τη δημοσίευση των πολιτικών τους θέσεων που στρέφονται ανοικτά ενάντια στην εκκλησία, στους φιλειρηνιστές και στις παλαιοκομματικές μούμιες.
«Φουτουριστές εκλογείς!
Εμείς οι φουτουριστές που σαν μοναδικό μας πολιτικό πρόγραμμα έχουμε την υπερηφάνεια, τον δυνα­μισμό και την εθνική επέκταση, κα­ταγγέλλουμε στη χώρα, την πιθανό­τητα μιας πιθανής νίκης του κλή­ρου...  Εμείς οι φουτουριστές κάνουμε έκκληση σ' όλους τους νέους της  Ιταλίας για ένα μέχρις εσχάτων αγώνα ενάντια στους υποψήφιους που συμμάχησαν με τους γέρους και τους παπάδες».
Στα 1910 οι φουτουριστικές προ­κλήσεις περνούν σε μια φάση περισ­σότερο οργανωμένη και αποτελεσματική από την προηγούμενη. Αρ­χίζουν οι λεγόμενες φουτουριστικές βραδιές που θεωρητικά είχαν σαν αν­τικειμενικό σκοπό να παρουσιάσουν στο κοινό τη φουτουριστική τέχνη. Στην πράξη, μηδεμιάς εξαιρουμένης, ήσαν όλες προσεκτικά οργανωμένες πηγές προκλήσεων.
«Η βραδιά άρχιζε πάντα με τον Μαρινέττι και τους φίλους του (προ­στατευόμενους από τυχόν επιθέσεις χάρη στον επιβλητικό όγκο του ποι­ητή Αρμάντο Μάτσα) να βρίζουν έξαλλοι την πόλη που τους φιλοξε­νούσε και τις διασημότητες της. Η αστυνομία σπάνια κουνιόταν για να προστατέψει τους φουτουριστές από το κοινό τους. Μάλιστα μια φορά στην Μπολόνια, φαίνεται ότι οι αστυνομικοί ενώθηκαν με τους 3.000 πολίτες που όρμησαν πάνω στους 11 φουτουριστές.
Στο βαθμό που η βραδιά συνεχιζό­ταν έπειτα από τέτοια επεισόδια, μπορεί να περιλάμβανε επίδειξη φου­τουριστικών πινάκων, ανάγνωση μα­νιφέστων, τα μουγκρητά και τα ξυσίματα των θορυβομελοποιών του Russolo, δείγματα φουτουριστικού βαριετέ και καινούργιες αμοιβαίες βρι­σιές... (3).

Η συμπεριφορά του κοινού απέ­ναντι στις Φουτουριστικές βραδιές υπήρξε ιδιόμορφη. Παρά το γεγο­νός ότι η συντριπτική πλειοψηφία του ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη με τις φουτουριστικές υπερβολές, τα θέατρα γέμιζαν ασφυκτικά. Ο κό­σμος που έκανε τα αδύνατα δυνατά για να προμηθευτεί ένα εισιτήριο ήταν ο ίδιος κόσμος που λίγη ώρα πριν είχε αδειάσει τα καλάθια των πλανόδιων μικροπωλητών από τα λαχανικά και τα φρούτα, για να τα χρησιμοποιήσει σαν αυτοσχέδια βλήματα κατά των Φουτουριστών καλλιτεχνών. Στην τόνωση αυτής της πολεμικής ατμόσφαιρας συνέ­βαλλαν αποφασιστικά τα έφιππα και πεζοπόρα τμήματα της αστυνο­μίας που είχαν σαν αποστολή την παρεμπόδιση μιας γενίκευσης των τα­ραχών στην πόλη, μια που οι τα­ραχές στο θέατρο ήταν ήδη κάτι δεδομένο.
 Το δόγμα του Marinetti: «Πό­λεμος, μοναδική υγιεινή του κό­σμου», εύρισκε στις φουτουριστι­κές βραδιές την υπέρτατη πρακτική του εφαρμογή.
Ο Marinetti όχι μόνο δεν έχασε το θάρρος του μπροστά στις βρισιές, τα αδιάκοπα σφυρίγματα και την καταιγίδα των φρούτων και των λαχανικών που έπεφταν πάνω στη σκηνή, αλλά ένοιωθε βαθειά αγαλλίαση. Μια φορά και ενώ ο καταιγισμός με τα ιδιόμορφα βλή­ματα συνεχιζόταν με αμείωτη έντα­ση ο Marinetti, επικίνδυνα ήρεμος φώναξε στο κοινό του:
«—Αισθάνομαι σαν ένα ένδοξο ιταλικό θωρηκτό στα Δαρδανέλλια, αλλά οι κραταιοί Τούρκοι σημαδεύ­ουν άσχημα».
Οι Φουτουριστές δεν κάνουν οι­κονομία στις προκλήσεις. Στο Τeatro Lirico  του Μιλάνου η αντιαυστριακή ωδή του Βuzzi δημι­ουργεί διπλωματικό επεισόδιο και πριν η αστυνομία προλάβει να συλλάβει τον Marinetti επί σκηνής, ο τελευταίος βρίσκει την ευκαιρία να φωνάξει: «Ζήτω ο πό­λεμος μοναδική υγιεινή του κό­σμου. Κάτω η Αυστρία».
Στη Βενετία στο La Fenice , o Marinetti απευθυνόμενος προς το κοινό, του θέτει το ερώτημα:
«Βενετοί! Βενετοί! Γιατί θέλετε να είσαστε ακόμη οι πιστοί σκλά­βοι του παρελθόντος, οι ρυπαροί φύλακες του μεγαλύτερου πορνείου της ιστορίας...;
Στο Ρoliteama Chiarella του Τορίνο η πρόκληση γεννιέται από την ανάγνωση της Τεχνικής Διακήρυξης τών Φουτουριστών ζω­γράφων.
«Η καινούργια μας συνείδηση δεν θεωρεί πλέον τον άνθρωπο στο κέντρο της ζωής του σύμπαντος. Ο πόνος ενός ανθρώπου έχει για μας τόσο ενδιαφέρον όσο μια ηλε­κτρική λάμπα, που υποφέρει μέσα σε σπασμούς και ουρλιάζει με τις πιο σπαραχτικές εκφράσεις πόνου». (4)
Στα 1911 με το ξέσπασμα του πολέμου στη Λιβύη, οι Φουτουριστές δίνουν περισσότερο έντονα το πολιτικό τους στίγμα:
« Εμείς οι φουτουριστές που εδώ και δύο χρόνια εξυμνούμε ανάμεσα στις αποδοκιμασίες των ποδαγρικών και των παραλυτικών, την αγά­πη για τον κίνδυνο και τη βία, τον πατριωτισμό και τον πόλεμο, μονα­δική υγιεινή του κόσμου, είμαστε ευτυχισμένοι που επιτέλους ζούμε αυτή τη μεγάλη φουτουριστική ώρα της Ιταλίας...
Φουτουριστές ζωγράφοι, ποιητές, γλύπτες, μουσικοί της Ιταλίας. Όσο διαρκεί ο πόλεμος ας αφή­σουμε κατά μέρος τους στίχους, τα πινέλα, τις σμίλες και τις ορχή­στρες! Άρχισαν οι ρόδινες διακο­πές της ιδιοφυίας».
Μαγνητισμένος από τη βοή του πολέμου ο Marinetti φεύγει για τη Λιβύη με την ιδιότητα του πο­λεμικού ανταποκριτή.
Στα χρόνια που ακολουθούν μέ­χρι την έκρηξη του Α. Παγκοσμίου πολέμου μια σειρά από εμπνευσμέ­να Μανιφέστα που φέρνουν την σφραγίδα της ιδιοφυΐας του Αρχηγού του Φουτουρισμού, απελευ­θερώνουν οριστικά τη φουτουρι­στική λογοτεχνία και το Φουτου­ριστικό Θέατρο από τη συμβολιστική κληρονομιά του.
Στην ποίηση ο ελεύθερος στίχος εγκαταλείπεται και αντικαθίσταται από τις «ελεύθερες λέξεις» (parole in Liberta). Στην πεζογρα­φία αναγγέλλεται η κατάργηση του συντακτικού και η υιοθέτηση της ελεύθερης και εκφραστικής ορθο­γραφίας. Στο χώρο του σύγχρονου θεάτρου που «παραπαίει ηλίθια ανά­μεσα στην ιστορική αναπαράσταση και τη φωτογραφική αναπαραγωγή της καθημερινής ζωής μας» (5) το­ποθετείται το βαριετέ και οι ανυ­πολόγιστες δυνατότητες έκφρασης που μπορεί να προσφέρει.
«Το βαριετέ είναι το μόνο που κά­νει χρήση της συνεργασίας' του κοινού. Αυτό δεν παραμένει στατι­κό σαν ανόητος Voyeur, αλλά συμμετέχει θορυβωδώς στα δρώμε­να, τραγουδώντας, συνοδεύοντας την ορχήστρα... Το βαριετέ χρησι­μοποιεί τον καπνό των τσιγάρων και των πούρων για να συγχωνεύ­σουν την ατμόσφαιρα του κοινού με εκείνη του παλκοσένικου». (6)
Στο χώρο της μουσικής μια ακό­μα σπουδαία καινοτομία. Την τέ­χνη των θορύβων (L' Arte dei rumori). Εμπνευστής της στά­θηκε o φουτουριστής ζωγράφος Russolo που θέλησε «να διευρύ­νει τον αποδεκτό ορισμό της μου­σικής, με τον ίδιο τρόπο που ο Marinetti, με τις ελεύθερες λέξεις και την αποσύνθεση του συντακτι­κού, είχε αμφισβητήσει τα παραδοσιακά όρια της λογοτεχνίας.(7)».
Για να πειστούμε για την εκπλη­κτική ποικιλία των θορύβων, αρκεί να σκεφτούμε το μουγκρητό του κεραυνού, το σφύριγμα του ανέμου, το βουητό ενός καταρράκτη, το κελάρισμα ενός ρυακιού, το θρόισμα των φύλλων...
Χαιρόμαστε να κάνουμε νοητές ενορχηστρώσεις του κρότου που κά­νουν τα ρολά των καταστημάτων όταν κατεβαίνουν, του πάταγου πού κάνουν οι πόρτες όταν κλείνουν, της αντάρας και του σουρσίματος των ποδιών του πλήθους» (8).
 Εκείνη την εποχή ο Marinetti ταξιδεύει αδιάκοπα. Από το Λονδίνο στο Παρίσι και από τη Μόσχα στην Πετρούπολη δεν κά­νει άλλο από το να δίνει συνεντεύ­ξεις, να κάνει εκθέσεις και να προ­παγανδίζει την καινούργια του θρησκεία. Παράλληλα πειραματί­ζεται με τις «ελεύθερες λέξεις».
Οι «ελεύθερες λέξεις» — πρα­γματική καινοτομία του Φουτουρι­σμού — γεννιούνται μέσα από το αισθητικό θέαμα του πολέμου. Το «ΜΑΧΗ + ΒΑΡΟΣ + ΜΥΡΩΔΙΑ» (1912), προαναγγέλει το καταπλη­κτικό ΖΑΝG ΤUMB  ΤUΜΒ, μια ρεαλιστική περιγραφή της πολιορ­κίας της  Αδριανούπολης από τους Τούρκους.










Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΙΤΑΛΙΚΟ ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΜΟ

Εκείνο που κάνει το Φουτουρι­σμό (μελλοντισμό) να ξεχωρίζει από τα άλλα πρωτοποριακά καλλι­τεχνικά κινήματα της εποχής του, είναι κατά κύριο λόγο, ο σφαιρικός ιδεολογικός χαρακτήρας του.
Σε αντίθεση με τον κυβισμό των Μπρακ και Πικάσσο, ή το σουπρεματισμό (υπερορθόδοξη μορφή του κυβισμού) του Μάλεβιτς, ο Φουτου­ρισμός κινείται δυναμικά και δίχως συγκεκριμένα όρια, σ' όλους τους χώρους της ανθρώπινης εμπειρίας, από τη λογοτεχνία στην πολιτική, από την ηθική στην γλυπτική, από τη ζωγραφική στο θέατρο και σ' αυτήν ακόμα τη... μαγειρική.
«Ο Φουτουρισμός — ομολογού­σε ο F. Τ. Μarinetti, αρχηγός του πρωτότυπου αυτού κινήματος — είναι στο προγραμματικό του σύ­νολο, μια ατμόσφαιρα πρωτοπορί­ας: είναι το σύνθημα όλων των δια­νοουμένων ανανεωτών και ελεύθε­ρων σκοπευτών του κόσμου: είναι η αγάπη για το καινούργιο' η πα­θητική τέχνη της ταχύτητας· η συ­στηματική δυσφήμιση του αρχαίου, του παλιού, του αργοκίνητου, της πολυμάθειας...· είναι ένας καινούριος τρόπος αντιμετώπισης του κό­σμου..· μια ενθουσιώδης εξύμνηση των επιστημονικών ανακαλύψεων και των σύγχρονων μηχανών...· ένα ανεξάντλητο μυδραλιοβόλο στραμμένο ενάντια στην στρατιά των νεκρών, των ποδαγρικών και των οππορτουνιστών... ένα φυσίγγιο δυναμίτη για όλα τα λατρεμένα ερείπια» (1).
Με τον όρο «φουτουρισμός» — έγραφε την ίδια εποχή ο φουτουριστής G. Ρapini — εννοούμε ένα πνευματικό κίνημα, που έχει σαν κύριο σκοπό την δημιουργία και την διάδοση ουσιαστικών και πρα­γματικά πρωτότυπων αξιών, αξιών των οποίων η επαλήθευση χρειάζε­ται να τοποθετηθεί στο μέλλον.
Οι θεωρητικές του βάσεις καθο­ρίζονται από μια εμβάθυνση στα πλέον ριψοκίνδυνα φιλοσοφικά, αισθητικά, ψυχολογικά, ηθικά προβλήματα, με την βοήθεια μιας ευαισθησίας όχι μόνο σημερινής αλλά προληπτικής, όχι μόνο παρά­ξενης αλλά σουβλερής μέχρι τό σπασμό» (2).Σαν κίνημα ή καλύτερα σάν Βund (3) o φουτουρισμός έκανε επίσημα την εμφάνιση του στις 20 Φεβρουαρίου 1909 με την δημοσί­ευση μιας προκλητικής για τα ήθη της εποχής ιδεολογικής διακήρυ­ξης στην πρώτη σελίδα της γαλλι­κής εφημερίδας «Le Figaro».Μέσα από την διακήρυξη αυτή, οι φουτουριστές καλλιτέχνες ομο­λογούν απερίφραστα την αγάπη τους για τον κίνδυνο και την τόλ­μη, εξυμνούν το επιθετικό κίνημα, την πυρετώδη αϋπνία, το χαστούκι και τη γροθιά, την ομορφιά της ταχύτητας, διαδηλώνουν την αμετάπιστη απόφαση τους να αποδε­σμευτούν από το παρελθόν, κηρύσ­σουν έναν ακατάπαυστο πόλεμο ενάντια στο μοραλισμό, στό φεμι­νισμό και στον οππορτουνισμό, θε­οποιούν τη βία με το σύνθημα: «Πό­λεμος, μοναδική υγιεινή του κό­σμου», διαβεβαιώνουν τέλος ότι ένα βρυχώμενο αυτοκίνητο ξεπερνά σε ομορφιά και αυτή ακόμη τη Νί­κη της Σαμοθράκης.



«Θέλουμε — διακηρύττει ο F. Τ. Μarinetti— να απελευθερώσουμε τη χώρα αυτή από τη δυσώδη γάγγραινα των καθηγητών, των αρχαιολόγων, των ξεναγών και των πωλητών παλαιών αντικειμένων... Ας έλθουν λοιπόν οι εύθυμοι πυρ­πολητές με τα καρβουνιασμένα δά­κτυλα. Νάτοι! Νάτοι!... Εμπρός! Βάλτε φωτιά στα ράφια των βιβλι­οθηκών. Αλλάξτε την πορεία των καναλιών για να πλημμυρίσετε τα μουσεία... Αρπάξτε τις αξίνες, τα πελέκια και τα σφυριά και κατεδαφίστε δίχως οίκτο τις λατρεμένες πόλεις... Εμείς οι νέοι καί δυνατοί φουτουριστές, αδιαφορούμε για το παρελθόν...» (4).
Αρχή κάνοντας από την πρώτη αυτή ιδεολογική διακήρυξη, όλες οι μορφές της φουτουριστικής έκ­φρασης — ετσι όπως θα κωδικο­ποιηθούν μέσα στα δεκάδες Μανιφέ­στα — είναι βαθύτατα αντιπαρελθοντολογικές, μια που για τους φουτουριστές το παρελθόν συμβο­λίζει την τροχοπέδη για οτιδήποτε το δημιουργικό, το πρωτότυπο, το ιδιοφυές. Γι' αυτούς το παρελθόν δεν είναι τίποτα άλλο παρά το τέ­λειο άλλοθι των δειλών και ατά­λαντων. Η ίδια η Ιταλία, βουτηγμένη μέσα στο ένδοξο παρελθόν της, φάνταζε στα μάτια τους σαν «γη νεκρών, μια απέραντη Πομπηία κατάλευκη από τις τόσες ταφόπε­τρες» (5).

Στη θέση του ένδοξου παρελθόν­τος, οι φουτουριστές τοποθετούν τις προσδοκίες ενός ενδοξότερου μέλλοντος που θα ξεπηδήσει μέσα από τις ανυπολόγιστες δυνατότητες του σύγχρονου πολιτισμού.
Στη δειλία, στην ηττοπάθεια, στην διαφθορά και στον πιθηκισμό που χαρακτηρίζει το παρελθόν, αν­τιπαραθέτουν το προμηθεϊκό δράμα του κόσμου που γεννιέται.
Πρόκειται για ένα κόσμο και­νούργιο μέσα στον οποίον ο ηρωι­σμός θα καταλάβει την πρώτη θέση «γιατί ο κόσμος έχει ανάγκη μόνον από ηρωϊσμό» (6).
«Διδάσκουμε — υπερηφανεύεται ο F. Τ. Μarinetti— τον μεθοδικό καί καθημερινό ηρωϊσμό, τη γεύση της απελπισίας... διδάσκουμε τη βουτιά μέσα στην άβυσσο του θανά­του, κάτω από το λευκό και απλα­νές βλέμμα του ιδανικού... Εμείς οι ίδιοι θα δώσουμε το παράδειγμα, παραδινόμενοι στη μανιασμένη ρά­φτρα των μαχών, που αφού πρώτα μας ράψει μια όμορφη βαθυκόκκι­νη στολή... θα βάψει με φωτιά τα χτενισμένα από τα βλήματα μαλλιά μας» (7).
Κάτω από τα δύο αυτά μακρο­σκοπικά χαρακτηριστικά του φουτουρισμού όπως η μοντερνολατρεία και ο ανορθόλογος εξτρεμισμός δεν είναι δύσκολο να ανακαλύψουμε τη 
βαθύτερη αγωνία του φουτουριστή καλλιτέχνη στην προσπάθεια του «ν' αλλάξει τη ζωή» σύμφωνα με την προτροπή του Rimbaud, «να βάλει βίαια τη ζωή μέσα στην τέ­χνη», ν' απαλλάξει τέλος την τέ­χνη από τη διαφθορά «της μίμη­σης, της σύνεσης και του χρήμα­τος».
Αυτή η ανάγκη για αλλαγή δεν περιορίζεται — σε αντίθεση με τους τόσους και τόσους «-ισμούς» — αποκλειστικά μέσα στο χώρο της τέχνης.
Η φουτουριστική ανανέωση επεκτείνεται το ίδιο αποφασιστικά τόσο μέσα στον κοινωνικό όσο και μέσα στον πολιτικό χώρο.
Δίχως ν' ασχοληθούμε για την ώρα με την πολιτική φυσιογνωμία του φουτουριστικού κόμματος, με το πολιτικό του πρόγραμμα και τις ιδεολογικές του διακηρύξεις, σημειώνουμε απλά ότι αυτή η ανάγκη για αλλαγή και για ανανέωση δεν γεννιέται αποκλειστικά μέσα από τα πρόσφατα γεγονότα που σημα­δεύουν την επιταχυνόμενη κατάρ­ρευση της ευρωπαϊκής παντοδυνα­μίας αλλά έχει τις ρίζες της σε μια από τις βαθύτερες τάσεις της ρο­μαντικής κουλτούρας.
Πρόκειται για εκείνη ακριβώς την κουλτούρα που ο Μichel Carrouge ονόμασε «μυστικισμό του υπερανθρώπου», μήτρα ενός εί­δους προμηθεΐκής ποίησης που στοχεύει «στην ολική κατάκτηση γης και ουρανού, ενάντια στο Θεό» (8).
Παιδί αυτής της προμηθεϊκής ποίησης είναι αναμφισβήτητα ο φουτουριστικός υπεράνθρωπος, ο άνθρωπος της νέας εποχής που έρ­χεται.
Το φουτουριστικό αυτό δημιούρ­γημα δεν έχει την παραμικρή σχέ­ση με τον γνωστό υπεράνθρωπο του Νίτσε «γιατί ο δικός του υπε­ράνθρωπος είναι ένα προϊόν της ελληνικής φαντασίας που δημιουρ­γήθηκε από τα τρία πτώματα του Απόλλωνα, του Άρη και του Βάκχου» (9). Ο φουτουριστικός υπεράνθρωπος — διαβεβαιώνει ο Μarinetti — δέν γεννιέται μέσα στη σκόνη των βιβλιοθηκών «είναι εχθρός του βιβλίου και φίλος της προσωπικής εμπειρίας, μαθητής της μηχανής, ακούραστος καλλιερ­γητής της θέλησης του... με πρωτό­γονο ένστικτο, με διαίσθηση, με εξυπνάδα και τόλμη».
Ο φουτουριστικός υπεράνθρω­πος θα γεννηθεί από τη διασταύ­ρωση ανθρώπου και μηχανής και «θα είναι απαλλαγμένος από τον ηθικό πόνο, την καλοσύνη, την στοργή και την αγάπη, τα μοναδι­κά διαβρωτικά δηλητήρια της αστείρευτης ζωτικής ενέργειας...» (10).  Ο Μελλοντικός άνθρωπος θα περιορίσει την καρδιά του στην πραγματική της αποστολή: να διο­χετεύει απλά το αίμα. «Η καρδιά θα γίνει κατά κάποιο τρόπο ένα εί­δος στομάχου του εγκεφάλου που θα γεμίσει μεθοδικά για τη δρα­στηριοποίηση του πνεύματος» (11).

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  (1) F. Τ. Μarinetti: 1915 In quest' anno futurista.
  (2) G. Ρapini : Futurismo e Marinettismo.
  (3) Σύνδεσμος.
  (4) F. Τ. Μarinetti:Fondazione e manifesto del futurismo.
  (5) Manifesto dei pittori futuristi
  (6) F. Τ. Μarinetti:Contro i Professori.
  (7) F. Τ. Μarinetti:UUccidiamo il chiaro di luna
  (8) Μichel Carrouge:La mystique du Surhomme
  (9) F. Τ. Μarinetti:Contro i Professori
(10) F. Τ. Μarinetti:L' uomo moltiplicato e il regno della macchina
(11) F. Τ. Μarinetti:L' uomo moltiplicato e il regno  della macchina

Το κείμενο αυτό που υπογράφει ο Πενθέας δημοσιεύτηκε  στο περιοδικό  ΝΕΑ ΤΑΣΗ  Τεύχος 3.(1987)

F.T. MARINETTI: MANIFESTO DEL PARTITO FUTURISTA ITALIANO

Carrà: Prigionieri di guerra
(Αιχμάλωτοι πολέμου)
1. Il partito politico futurista che noi fondiamo oggi vuole un'Italia libera forte, non più sottomessa al suo grande Passato, al forestiero troppo amato e ai preti troppo tollerati: una Italia fuori tutela, assolutamente padrona di tutte le sue energie e tesa verso il suo grande avvenire.

2. L'Italia, unico sovrano. Nazionalismo rivoluzionario per la libertà, il benessere, il miglioramento fisico e in­tellettuale, la forza, il progresso, la grandezza e l'orgoglio i tutto il popolo italiano.

3.Educazione patriottica del proletariato. Lotta contro l' analfabetismo. Viabilità. Costruzione di nuove strade e ferrovie. Scuole laiche elementari obbligatorie con sanzioni penali. Abolizione di molte Università inutili e dell' insegnamento classico. Insegnamento tecnico obbligatorio nelle officine. Ginnastica obbligatoria con sanzioni penali. Educazione all'aria aperta, sportiva e militare, scuole di coraggio e d'Italianità.

4.Trasformazione del Parlamento mediante un'equa partecipazione di industriali, di agricoltori, di ingegneri e di Commercianti al Governo del Paese. Il limite minimo di età per la deputazione sarà ridotto a 22 anni. Un minimo di deputati avvocati (sempre opportunisti) e un minimo di deputati professori (sempre retrogradi). Un parlamento sgombro di rammolliti e di canaglie. Abolizione del Se­nato.
Se questo Parlamento razionale e pratico non dà buoni risultati, lo aboliremo per giungere ad un Governo tecnico senza parlamento, un Governo composto di 20 tecnici eletti mediante suffragio universale.
Rimpiazzeremo il Senato con una Assemblea di con­trolo composta di 20 giovani non ancora trentenni eletti mediante suffragio universale. Invece di un Parlamento di oratori incompetenti e di dotti invalidi, moderato da un Senato di moribondi, avremo un governo di 20 tecnici eccitato da una assemblea di giovani non ancora trentenni.
Partecipazione eguale di tutti i cittadini italiani al Governo. Suffragio universale uguale e diretto a tutti i cit­tadini uomini e donne. Scrutinio di lista a larga base, Rappresentanza proporzionale.

5.Sostituire all'attuale anticlericalismo rettorico e quie­tista, un anticlericalismo d'azione, violento e reciso, per sgombrare l'Italia e Roma dal suo medioevo teocratico che potrà scegliere una terra adatta ove morire lenta­mente.
Il nostro anticlericalismo intransigentissimo e integrale, costituisce la base del nostro programma politico, non ammette mezzi termini né transazioni, esige nettamente l'espulsione.
Il nostro anticlericalismo vuole liberare l'Italia dalle chiese, dai preti, dai frati, dalle monache, dalle madonne, dai ceri e dalle campane.

(Censura)

Unica religione, l'Italia di domani. Per lei noi ci battia­mo e forse morremo senza curarci delle forme di governo destinate necessariamente a seguire il medioevo teocrati­co e religioso nella sua fatale caduta.

6. Abolizione dell'autorizzazione maritale. Divorzio faci­le. Svalutazione graduale del matrimonio per l'avvento graduale del libero amore e del figlio di Stato.

7. Mantenere l'esercito e la marina in efficienza fino allo smembramento dell'impero austro-ungarico. Poi, diminui­re gli effettivi al minimo, preparando invece numerosis­simi quadri di ufficiali con rapide istruzioni. Esempio: due­centomila uomini con sessantamila ufficiali, la cui istru­zione può essere suddivisa in quattro corsi trimestrali ogni anno. Educazione militare e sportiva nelle scuole. Prepa­razione di una completa mobilitazione industriale (armi e munizioni) da realizzarsi in caso di guerra contemporanea­mente alla mobilitazione militare. Tutti pronti, con la mi­nore spesa, per una eventuale guerra o una eventuale ri­voluzione.
Bisogna portare la nostra guerra alla sua vittoria totale, cioè allo smembramento dell'impero austro-ungarico, e alla sicurezza dei nostri naturali confini di terra e di mare, senza di che non potremmo avere le mani libere per sgom­brare, pulire, rinnovare e ingigantire l'Italia.
Abolire il patriottismo commemorativo, la monumento­mania e ogni ingerenza passatista dello Stato nell'arte.

8. Preparazione della futura socializzazione delle terre con un vasto demanio mediante la proprietà delle Opere Pie, degli Enti Pubblici e con la espropriazione di tutte le terre incolte e mal coltivate. Energica tassazione dei beni ere­ditari e limitazione di gradi successori.
Sistema tributario fondato sulla imposta diretta e pro­gressiva con accertamento integrale. Libertà di sciopero, di riunione, di organizzazione, di stampa. Trasformazione id epurazione della Polizia. Abolizione della Polizia poli­tica. Abolizione dell'intervento dell'esercito per ristabilire l'ordine.
Giustizia gratuita e giudice elettivo. I minimi salari ele­vati in rapporto alle necessità della esistenza. Massimo legale di 8 ore di lavoro. Parificazione ad eguale lavoro delle mercedi femminili con le mercedi maschili. Leggi eque nel contratto di lavoro individuale e collettivo. Tra­sformazione della Beneficenza in assistenza e previdenza sociale. Pensioni operaie.
Sequestro dei due terzi di tutte le sostanze guadagnate con forniture di guerra.

9. Costituzione di un patrimonio agrario dei combattenti. Occorre acquistare una determinata quantità della pro­prietà terriera d'Italia, pagandola a prezzi da fissarsi con criteri speciali, e darla, con le debite cautele e riserve ai combattenti, o, in caso di loro soccombenza, alle famiglie superstiti.
Al pagamento delle terre così acquistate deve provve­dere la nazione intera, senza distinzione di classe, ma con distinzione progressiva di posizione finanziaria, con elargizioni volontarie e con imposte.
Il pagamento delle terre occorrenti potrebbe estinguersi entro cinquant'anni dallo spossessamene, in modo che il contributo della Nazione, sotto forma di elargizioni o di imposta, sarebbe minimo. Rientrino, se ve ne sono, nel patrimonio agrario dei combattenti, le terre espropriate per debito d'imposta.
Tutti i lavoratori manuali che avranno prestato servizio militare nelle zone delle operazioni dovranno essere in­scritti per cura dello Stato nella « Cassa Nazionale di pre­videnza per la invalidità e la vecchiaia degli operai » a far data dal primo giorno del loro effettivo servizio. Lo Stato dovrà pagare i contributi annuali per tutta la durata della guerra. L'iscrizione dei militari combattenti alla « Cassa Nazionale» avverrà d'ufficio, sarà posta a carico dello Stato per tutto il periodo corrispondente al servizio mili­tare, e produrrà un onere continuativo a carico degli in­teressati per tutto il resto della loro vita.
L'assegno congiunto alla concessione di medaglie al valor militare sarà triplicato. - Il limite di età stabilito nei corsi sarà prolungato per i reduci della zona delle ope­razioni di un tempo equivalente alla durata della guerra. - Ai reduci della zona delle operazioni, quando ottengano un pubblico impiego, saranno computati il servizio mili­tare e le campagne agli effetti dell'anzianità e della pen­sione, provvedendo lo Stato, quando ne sia il caso, ai ver­samenti alla Cassa Pensioni per il tempo passato dal mili­tare sotto le armi. - Per dieci anni dopo la guerra le am­ministrazioni dovranno alternare concorsi liberi con con­corsi esclusivamente riservati ai reduci della zona delle operazioni ed ai mutilati di guerra fisicamente suscettibili del servizio richiesto.

10. Industrializzazione e modernizzazione delle città morte che vivono tuttora del loro passato. Svalutazione della pericolosa e aleatoria industria del forestiero.
Sviluppo della marina mercantile e della navigazione flu­viale. Canalizzazione delle acque e bonifiche delle terre malariche. Mettere in valore tutte le forze e le ricchezze del paese. Frenare l'emigrazione. Nazionalizzare e utilizza­re tutte le acque e tutte le miniere. Concederne lo sfrut­tamento a enti pubblici locali. Agevolazioni all'industria e all'agricoltura cooperative. Difesa dei consumatori.

11. Riforma radicale della Burocrazia divenuta oggi fine a sé stessa e Stato nello Stato. Sviluppare per questo le autonomie regionali e comunali. Decentramento regionale delle attribuzioni amministrative e relativi controlli. Per fare di ogni amministrazione uno strumento agile e pra tico, diminuire di due terzi gli impiegati raddoppiando gli stipendi dei Capi-servizio e rendendo difficili ma non teorici i concorsi. Dare ai Capi-servizio la responsabilità diretta e il conseguente obbligo di alleggerire e semplifi care tutto. Abolire l'immonda anzianità, in tutte le amministrazioni, nella carriera diplomatica e in tutti i rami della vita nazionale. Premiazione diretta dell'ingegno pratico e semplificatore negli impieghi. Svalutazione dei di­plomi accademici e incoraggiamento con premi della ini­ziativa commerciale e industriale. Principio elettivo nelle cariche maggiori. Organizzazione semplificata a tipo indu­striale nei rami esecutivi.
Il partito politico futurista che noi fondiamo oggi, e che organizzeremo dopo la guerra, sarà nettamente di­stinto dal movimento artistico futurista. Questo continue­rà nella sua opera di svecchiamento e rafforzamento del genio creatore italiano. Il movimento artistico futurista, avanguardia della sensibilità artistica italiana, è necessa­riamente sempre in anticipo sulla lenta sensibilità del po­polo. Rimane perciò una avanguardia spesso incompresa e spesso osteggiata dalla maggioranza che non può inten­dere le sue scoperte stupefacenti, la brutalità delle sue espressioni polemiche e gli slanci temerari delle sue in­tuizioni.
Il partito politico futurista invece intuisce i bisogni pre­senti e interpreta esattamente la coscienza di tutta la razza nel suo igienico slancio rivoluzionario. Potranno aderire al partito politico futurista tutti gli italiani, uomini e don­ne d'ogni classe e d'ogni età, anche se negati a qualsiasi concetto artistico e letterario.
Questo programma politico segna la nascita del partito politico futurista invocato da tutti gli italiani che si bat­tono oggi per una più giovane Italia liberata dal peso del passato e dallo straniero.
Sosterremo questo programma politico con la violenza e il coraggio futurista che hanno caratterizzato sin qui il nostro movimento nei teatri e nelle piazze. Tutti sanno in Italia e all'estero ciò che noi intendiamo per violenza e coraggio.

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

TISDAL C- BOZZOLA A : ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΑΣΙΣΜΟΣ, ΜΑΡΙΝΕΤΤΙ ΚΑΙ ΜΟΥΣΣΟΛΙΝΙ


 
Συνέβη το εξης ανήκουστο, αποτρό­παιο, απίστευτο πράγμα, η αποκάλυψη του οποίου απειλεί να σβήσει όλο το κύρος και την αξιοπιστία της Κομμου­νιστικής Διεθνούς: στη Μόσχα, στο λό­γο του προς την ιταλική αντιπροσωπία — ένα λόγο που, μην ξεχνάτε, έγινε σε άψογα ιταλικά, οπότε μπορούμε να απο­κλείσουμε εκ των προτέρων κάθε πιθα­νότητα παρερμηνείας — ο σύντροφος Λουνατσάρσκυ (Υπουργός Πολιτι­σμού) δήλωσε ότι στην Ιταλία υπάρχει μόνον ένας διανοούμενος επαναστάτης, κι αυτός είναι ο Φίλιππο Τομμάζο Μα­ρινέττι. Οι Φιλισταίοι του εργατικού κι­νήματος έχουν σκανδαλιστεί για τα κα­λά, και είναι φανερό ότι στον κατάλογο των παλιών βρισιών: «μπερξονικός, βολονταριστής, πραγματιστής, πνευματοκράτης», θα προστεθεί μια νέα και χει­ρότερη.: Φουτουριστής! Μαρινεττιστής!


Άρθρο του Γκράμσι στην Οrdine Nuovo. (5 Ιανουάριου 1921)



Η σχέση ανάμεσα στο Φουτουρισμό και το Φασισμό έφερε σε αμηχανία γενιές ολόκληρες ιστορικών. Για τους φορμαλιστές ιστορικούς της τέχνης, ήταν μια πρόφαση για να αντιπαρέλθουν την πολιτική πλευρά και να συγκεντρώσουν την προσοχή τους στο Φουτουρισμό ως απλό καλλιτεχνικό κίνημα, ένα φτωχό, επαρχιώ­τη δευτεροξάδερφο του Κυβισμού, μιλώντας συχνά στο τέλος για έναν πρόωρα ξεμωραμένο Μαρινέττι, που ξαφνικά εγκατέλειψε την παλιά αντι-ακαδημαϊκή στάση του για να δεχτεί μια θέση στη μουσσολινική Ακαδημία της Ιταλίας. Άλλοι πάλι κριτικοί, παίρ­νοντας παράδειγμα από τον Βάλτερ Μπένγιαμιν (βλ. Κεφ. 2), έχουν δώσει μια εξίσου παραμορφωτική περιγραφή, αφήνοντας κε­νές τις γκρίζες ζώνες και προβάλλοντας μια μαυρόασπρη, χαρα­κτηριστική για το κλίμα της δεκαετίας του 1930, εικόνα, που πα­ρουσιάζει την «κακή» φασιστική τέχνη να αισθητικοποιεί την πο­λιτική και την «καλή» κομμουνιστική τέχνη να πολιτικοποιεί την τέχνη. Το αποτέλεσμα είναι να μην εξετάζεται το γενικό πλαίσιο ή ο πολύπλοκος χαρακτήρας μιας εποχής στην οποία, τόσο στον πο­λιτιστικό όσο και στον πολιτικό χώρο, τα όρια ανάμεσα στο «κα­λό» και το «κακό», το αριστερό και το δεξιό, το προοδευτικό και το αντιδραστικό, το επαναστατικό και το καταπιεστικό, δεν ήταν τόσο ευδιάκριτα. Επαναπαυμένοι στη βολική γνώση ότι ο Φουτουρισμός είχε τουλάχιστο τρία κοινά χαρακτηριστικά με το Φα­σισμό — τη ρομαντική και αστόχαστη εξύμνηση της μηχανής (τε­χνολογίας), τη χρήση της φυσικής βίας εναντίον των αντιπάλων και την τυφλή λατρεία για τα νιάτα — γενιές ολόκληρες συγγρα­φέων, που θα έπρεπε οπωσδήποτε να είναι καλύτερα πληροφορη­μένοι, δεν προσπάθησαν καθόλου να εμβαθύνουν περισσότερο. Οι ευνοϊκές για το Φουτουρισμό δηλώσεις ανθρώπων της Αριστεράς όπως ο Γκράμσι, που δείχνουν ότι η αλήθεια ήταν πιό περίπλοκη, αγνοήθηκαν για τον ίδιο λόγο που δεν συγκρίθηκαν με τη φουτου­ριστική φιλοσοφία και μερικές δηλώσεις κομμουνιστών όπως το γνωστό σύνθημα του Λένιν «Ηλεκτρισμός+Σοβιέτ=Σοσιαλισμός» ή η διακήρυξη των ρώσων UNOVIS «Είμαστε νέοι — σ' εμάς βρίσκεται η απάντηση στην αιώνια νεότητα του κόσμου». Σήμερα πιά, οι επιπόλαιες υπεραπλουστεύσεις φτάνουν συχνά να γίνουν ανεύθυνες αναλήθειες. Σε πρόσφατα άρθρα, διαβάζουμε τις φράσεις όπως «ο Μαρινέττι έγινε αργότερα Υπουργός Πολιτι­σμού του Μουσσολίνι» και «ο Φουτουρισμός ήταν η επίσημη τέ­χνη του Φασισμού», που και οι δύο απέχουν πολύ από την αλή­θεια. Το ίδιο συμβαίνει και στο πεδίο της ιστορίας. Σε μια τηλεο­πτική διάλεξη που δόθηκε στο διάστημα που ολοκληρωνόταν το χειρόγραφο αυτού του βιβλίου, ο διαπρεπής άγγλος ιστορικός Α.Τζ.Π. Ταίηλορ μίλησε μισή ώρα για τον Μουσσολίνι, αναφέ­ροντας τον πάντοτε ως «γιο του σιδερά» και αποφεύγοντας συστη­ματικά να πει ότι είχε δύο διπλώματα, μιλούσε τρεις γλώσσες, διηύθυνε τη σοσιαλιστική εφημερίδα L' Avanti και κατέληξε στο φασισμό αφού ξεκίνησε από τον αναρχοσυνδικαλισμό και πέρασε από το σοσιαλισμό. Η πορεία του Φουτουρισμού είχε σίγουρα πολλές ομοιότητες με τη σταδιοδρομία του Μουσσολίνι. Όταν ωστόσο αποφεύγουμε το πρόβλημα και αποσιωπούμε τα γεγονότα επειδή δεν μας βολεύουν, διαιωνίζουμε τελικά την αντίληψη ότι ο Φασισμός ήταν μια λέσχη χοντροκέφαλων παλιάτσων, και δεν κα­ταφέρνουμε να εντοπίσουμε τις ρίζες και τα συμπτώματα του ολο­κληρωτισμού στην πολιτική ή στον πνευματικό χώρο, τότε και τώ­ρα.
Ο Γκράμσι έγραψε το άρθρο που αναφέρεται στην αρχή του κε­φαλαίου 3 χρόνια μετά την ίδρυση του Φασιστικού Κόμματος από τον Μουσσολίνι, 2 χρόνια αφότου ο Μαρινέττι έβαλε υποψηφιό­τητα με το κόμμα αυτό στις βουλευτικές εκλογές (χωρίς επιτυχία) και μόλις 1 χρόνο μετά τη δημοσίευση του άρθρου του Μαρινέττι «Πέρα από τον Κομμουνισμό», όπου η μαρξιστική αντίληψη για την ταξική πάλη κατηγορήθηκε ως ξεπερασμένη. Αυτό κάνει ακό­μα πιό αξιοσημείωτη τη στάση του Γκράμσι, αν και κατά κάποιον τρόπο ήταν καλυμμένος από την «αποτρόπαιη» δήλωση του Λουνατσάρσκυ. Ο τίτλος του άρθρου ήταν «Μαρινέττι ο Επαναστά­της;», και σίγουρα ήταν ο μεγαλύτερος φόρος τιμής που δέχτηκε ποτέ ο ιδρυτής του Φουτουρισμού.
Ο Γκράμσι μπορούσε να θεωρεί τον Μαρινέττι επαναστάτη επειδή, περισσότερο από κάθε άλλον, είχε προσπαθήσει να κατα­στρέψει την αστική κουλτούρα, που ο μεγάλος ιταλός μαρξιστής εξίσωνε με τον αστικό πολιτισμό. Για τον Γκράμσι, αυτή η κατα­στροφή ήταν το πρώτο στάδιο της επανάστασης, γιατί μόνο τότε μπορούσε να ξεδιπλωθεί η αληθινή δημιουργικότητα του προλετα­ριάτου: «Τί άλλο πρέπει να κάνουμε; Τίποτα λιγότερο από το να καταστρέψουμε τη σημερινή μορφή πολιτισμού. Σ' αυτό το πεδίο, το "καταστρέφω" δεν έχει το ίδιο νόημα όπως στο πεδίο της οικο­νομίας: καταστρέφω δεν σημαίνει ότι στερώ από την ανθρωπότητα τα υλικά αγαθά που είναι απαραίτητα για την επιβίωση και την ανάπτυξη της· σημαίνει την κατάλυση των πνευματικών ιεραρ­χιών, προκαταλήψεων, ειδώλων, παραδόσεων που έχουν αποστεωθεί. Σημαίνει να μη φοβόμαστε ό,τι είναι νέο και τολμηρό, να μη μας τρομάζουν τα τέρατα, να μην πιστεύουμε ότι ο κόσμος θα χα­θεί αν ένας εργάτης κάνει ένα γραμματικό λάθος, αν ένα ποίημα χωλαίνει, αν ένας πίνακας μοιάζει με λάβαρο, αν η νεολαία σου­φρώνει τη μύτη της μπροστά στον ακαδημαϊκό γεροντισμό. Οι φουτουριστές... κατέστρεφαν, κατέστρεφαν, κατέστρεφαν, χωρίς να νοιάζονται αν τα καινούργια δημιουργήματα τους ήταν ανώτερα από εκείνα που κατέστρεφαν... είχαν μια ακριβή και ξεκάθαρη αν­τίληψη που η εποχή μας, η εποχή της μεγάλης βιομηχανίας, των μεγάλων εργατικών πόλεων , της έντονης και πολυτάραχης ζωής, πρέπει να έχει καινούργια τέχνη, φιλοσοφία , ήθη, γλώσσα ' αυτή ήταν η σαφώς επαναστατική τους αντίληψη, αντίληψη απόλυτα μαρξιστική, τη στιγμή που οι Σοσιαλιστές δεν ασχολούνταν ούτε καν ακροθιγώς με τέτοια ζητήματα, τη στιγμή που οι Σοσιαλιστές σίγουρα δεν είχαν μια τόσο ακριβή αντίληψη για την πολιτική ή την οικονομία, τη στιγμή που οι Σοσιαλιστές θα φοβόντουσαν (και εξακολουθούν να φοβούνται) τη σκέψη ότι ο αστικός εξουσιαστι­κός μηχανισμός πρέπει να συντριβεί στο κράτος και στα εργοστά­σια. Οι φουτουριστές στον τομέα τους, τον τομέα της κουλτούρας, είναι επαναστάτες" σ' αυτόν τον τομέα, από την άποψη της δη­μιουργικότητας, είναι απίθανο βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα η εργατική τάξη να καταφέρει περισσότερα από τους φουτουριστές. Οι ομάδες εργατών που υποστήριζαν τους φουτουριστές διαδήλω­ναν ότι δεν φοβόντουσαν την καταστροφή, ότι, σίγουροι για τη δύ­ναμη τους, αυτοί οι εργάτες θα δημιουργούσαν ποίηση, τέχνη και δράμα όπως οι φουτουριστές: αυτοί οι εργάτες επιβεβαίωναν την ιστορική δυνατότητα ναά υπάρξει μια προλεταριακή κουλτούρα δη­μιουργημένη από τους ίδιους τους εργάτες».
Ο θαυμασμός που εκφράζει ο Γκράμσι ήταν αμοιβαίος. Στο κρητικό άρθρο του «Πέρα από τον Κομμουνισμό», που είχε γράψει 1 χρόνο νωρίτερα, ο Μαρινέττι, "παίζοντας" βέβαια το δικό του "βιολί", είχε εγκωμιάσει την κουλτούρα της Μπολσεβίκικης Επανάστασης: «Με μεγάλη μου χαρά μαθαίνω ότι οι ρώσοι φουτουριστές είναι όλοι μπολσεβίκοι και ότι για ένα διάστημα ο Φουτουρισμός ήταν η επίσημη ρωσική τέχνη... Όλοι οι φουτουρισμοί του κόσμου είναι παιδιά του ιταλικού φουτουρισμού, που δημιουρ­γήθηκε στο Μιλάνο από μας πριν από 12 χρόνια. Όλα τα φουτου­ριστικά κινήματα είναι ωστόσο αυτόνομα».


Ο ηγέτης του Φασισμού και ο ηγέτης του Φουτουρισμού δεν έμοιαζαν καθόλου στην κοινωνική προέλευση· έμοιαζαν όμως πο­λύ στο χαρακτήρα. Και οι δυό τους πίστευαν στη νιτσεϊκή ιδέα του Ανθρώπου του Πεπρωμένου, και ήταν τόσο πραγματιστές όσο χρειαζόταν για να ξέρουν να επεμβαίνουν στα γεγονότα έτσι ώστε να φτάσουν σ' αυτό το πεπρωμένο. Και οι δύο "έριξαν νερό στο κρασί" των επαναστατικών ιδανικών τους: ο Μουσσολίνι επειδή είχε την εξουσία, ο Μαρινέττι επειδή δεν την είχε. Ο Μαρινέττι, προνομιούχος και πλούσιος, ξεκίνησε από μια αριστοκρατικά αναρχική θέση. Τα πρώτα πολιτικά μαθήματα του ο Μουσσολίνι τα πήρε μέσα από τον αναρχοσυνδικαλισμό του πατέρα του, του σιδερά. Στα πρώτα χρόνια του αιώνα, τα εύκολα αποκτημένα δι­πλώματα του Μαρινέττι είχαν ήδη "ισοφαριστεί" από τα πτυχία του Μουσσολίνι, το ίδιο και η γλωσσομάθεια του. Και οι δύο εί­χαν αναδιφήσει την ιστορία του Αναρχισμού: ο Μαρινέττι μέσα από τον παριζιάνικο αναρχοσυνδικαλισμό, ο Μουσσολίνι μετα­φράζοντας τον Σορέλ και τον Κροπότκιν στα ιταλικά. Το 1910 — ένα χρόνο αφότου ο Μαρινέττι είχε κηρύξει το καταλυτικό μήνυμα του Φουτουρισμού που εκθείαζε «το δυνατό μπράτσο του αναρχι­κού» — ο Μουσσολίνι έγραψε ένα άρθρο για μια συμπλοκή αναρχικών και αστυνομικών στο Λονδίνο, την πολιορκία της Σίντνεϋ Στρητ, όπου περιέγραφε τους πρωταγωνιστές ως «αναρχικούς με την κλασική έννοια της λέξης. Μισούσαν την εργασία και εί­χαν το θάρρος να το διακηρύξουν, γιατί η φυσική εργασία αποκτηνώνει και εξευτελίζει τον άνθρωπο, μισούσαν την ιδιοκτησία που επισφραγίζει τη διαφορά ανάμεσα στο ένα άτομο και το άλλο... αλ­λά, πάνω απ' όλα, μισούσαν, αρνιόντουσαν, κατέστρεφαν την κοι­νωνία» Τo 1912, όταν τo Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα διασπάστηκε σε επαναστάτες και ρεφορμιστές, ο Μουσσολίνι, που έγινε διευθυντής της επαναστατικής σοσιαλιστικής εφημερίδας L' Avanti, θεω­ρούσε ακόμα το άτομο ως τη μόνη «ανθρώπινη πραγματικότητα»: «Θα υποστηρίζουμε όλα όσα του δίνουν περισσότερη ελευθερία, περισσότερη ευεξία, περισσότερη απλοχωριά στη ζωή. Θα πολε­μάμε όλα όσα καταπιέζουν και εξευτελίζουν το άτομο». Όταν τελι­κά προσχώρησε στο επεμβασιστικό στρατόπεδο — αυτό το παρδα­λό συνονθύλευμα «δεξιών, εθνικιστών, φουτουριστών, ρεπουμπλι­κάνων, ματσινικών, δημοκρατών και μασόνων», που ο αγώνας τους για την επέμβαση υπέρ της «μοντέρνας» Γαλλίας και Αγγλίας είχε ενισχυθεί με την προπαγάνδα του Μαρινέττι — φρόντισε να δια­χωρίσει τη θέση του από «εκείνους που βλέπουν στον πόλεμο τη μόνη υγιεινή του κόσμου». Σ' ένα γράμμα του 1913, ο Μουσσολίνι ανταπέδιδε με χαιρεκακία τις επιθέσεις του Μαρινέττι εναντίον του «δειλού σοσιαλισμού»: «Διάβασες το τελευταίο φύλλο του La Voce ; Ο Φουτουρισμός πάει, ξόφλησε. Τον σκότωσε ο Μαρινέττι. Το φεγγαρόφωτο επιστρέφει».Όταν όμως η επεμβασιστική εκστρατεία φούντωσε για τα καλά και άρχισε να κερδίζει τη λαϊκή υποστήριξη, οι επιφυλάξεις του Μουσσολίνι διαλύθηκαν και οι δύο άνδρες άρχισαν να μιλούν στις ίδιες συγκεντρώσεις. Τώρα ο Μουσσολίνι συναγωνιζόταν τον αρειμάνιο πατριωτισμό του Μαρινέττι: «Είναι καιρός να σταματή­σουν πια οι διπλωμάτες τις μηχανορραφίες και ν' αφήσουν να μι­λήσουν οι ξιφολόγχες, με τις οποίες θα επιβεβαιώσουμε τα ιδανικά μας, τα ιδανικά του πατριωτισμού και του ανθρωπισμού». Η ρητο­ρική του Μουσσολίνι χρωστάει πολλά στο Φουτουρισμό και, ανά­μεσα στις αντιφατικές δηλώσεις του για τον Μαρινέττι, ο Μουσ­σολίνι ομολογούσε το χρέος του προς τον «καινοτόμο ποιητή που μ' έκανε να αγαπήσω τον ωκεανό και τη μηχανή». Η γλώσσα του Μαρινέττι διακρίνεται εξάλλου καθαρά και πίσω από τη λυρική δήλωση του Μουσσολίνι, μετά την πρώτη πτήση του το 1918: «Νιώθω στις φλέβες μου την αληθινά διονυσιακή μέθη από την κατάκτηση των αιθέρων».
Τα γράμματα του Μουσσολίνι και τα φουτουριστικά κείμενα που παραθέτει σ1 αυτά δείχνουν με πόση επιμέλεια είχε μελετήσει το Φουτουρισμό. Η σχέση του πάντως με τον Μαρινέττι ήταν πάντα ένα μίγμα αγάπης και μίσους, με μια δόση ζήλειας ίσως και οπωσδήποτε καιροσκοπισμού. Όσο χρειαζόταν τον οίστρο του Μαρινέττι και την ικανότητα του να διεγείρει τα πλήθη, τον χρη­σιμοποιούσε. Όταν ο ριζοσπαστισμός του Μαρινέττι έγινε απρό­σφορος και ενοχλητικός, τον έκανε πέρα. Αλλά και ο Μαρινέττι ερωτευόταν και ξε-ερωτευόταν τον Μουσσολίνι, πάντα με αφορμή την αντιπαράθεση ανάμεσα στον πραγματισμό, τη συμβιβαστικότητα και τη στρατηγικότητα του πολιτικού από τη μια και το μαξιμαλισμό του ποιητή από την άλλη. Ο Μουσσολίνι που αγαπούσε ο Μαρινέττι ήταν ταυτισμένος στο μυαλό του με το δικό του απαί­σιο δημιούργημα, τον Μαφάρκα: «Ο Μουσσολίνι έχει μια οργια­στική, πληθωρική νευρώδη ιδιοσυγκρασία... Τετράγωνα, δυνατά σαγόνια' σαρκώδη, περιφρονητικά χείλια που φτύνουν αγέρωχα ό,τι είναι νωθρό, σχολαστικό καί τιποτένιο... Ογκώδες κεφάλι σάν βράχο, αλλά μάτια που κινούνται υπερδυναμικά, που τρέχουν γρή­γορα σαν αυτοκίνητα στην πεδιάδα της Λομβαρδίας ή ιταλικά υδροπλάνα που σχίζουν τους αιθέρες πάνω από τον ωκεανό, με τ' ασπράδια τους να αστράφτουν σαν τ' ασπράδια των ματιών ενός λύκου... Ορμητικός Αλλά και σίγουρος, γιατί οι άγρυπνες και καλοακονισμένες αισθήσεις του μετρούν με ακρίβεια την απόσταση. Όχι πωρωμένος, γιατί η σπαρταριστή δροσερή, λυρική, παιδιάστικη ευαισθησία του γελάει. Θυμάμαι πως χαμογέλασε σαν ευτυ­χισμένο μωρό όταν με το τεράστιο πιστόλι του πυροβόλησε 20 φο­ρές το αστυνομικό φυλάκιο στη Βία Πάολο ντα Κανόμπια... Λυρι­κό παιδί με υπέροχη διαίσθηση... μια φουτουριστική ιδιοσυγκρα­σία...».