Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

O ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙ ΝΑ ΑΝΑΔΕΙΞΕΙ ΤΟ ΦΥΛΕΤΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΩΝ ΑΙΜΑΤΗΡΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΚΠΟΡΘΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ "ΟΠΛΟΦΟΡΟ ΛΑΟ "


Εις την πόλιν εξηκολούθησεν η σφαγή μέχρι της νυκτός. Αλλ' η μανία της εκδικήσεως των νικητών και η αγριότης των δεν έξέσπασαν παρά κατά του πολλού πληθυσμού. Οι επίσημοι έμειναν άθικτοι. Ευθύς μετά την έξοδον των Αλβανών είχαν εισέλθη εις την πόλιν ο Πετρόμπεης, ο Αναγνώστης Δηληγιάννης, ο Π. Κρεββατάς και πολλοί γερουσιασταί και κατηυθύνθησαν εις το σεράγι δια να προστατεύσουν τα χαρέμια των πασσάδων, χρήσιμα προς ανταλλαγήν αιχμαλώτων, και να φροντίσουν να φρουρηθή το κτίριον, όπου ευρίσκοντο οι θησαυροί.
Εκεί έτυχε να είνε συγκεντρωμένοι όλοι σχεδόν οι επίσημοι Τούρκοι, λόγω της συσκέψεως που εγίνετο κατά την ώραν που ενηργήθη η έφοδος και άλλοι που είχαν προστρέξει κατά την τελευταίαν στιγμήν με την ελπίδα ότι εκεί θα ήσαν ασφαλέστεροι. Αλλά κατά την νύκτα εξερράγη πυρκαϊά εις το σεράγι, κατ' άλλους οφειλομένη εις Έλληνας στρατιώτας είτε προς καταστροφήν του κέντρου εκείνου της τυραννίας, είτε προς ευκαιρίαν διαρπαγής, και κατ' άλλους γενομένη από Τούρκους δια να μη πέσουν εις τα χέρια των Ελλήνων οι ευρισκόμενοι εντός αυτού εις χρήμα και εις πολύτιμα αντικείμενα θησαυροί. Τίποτε δεν διεσώθη από όσα ευρίσκοντο εκεί. Τα χαρέμια μετεφέρθησαν αμέσως εις το μόλις κτισθέν μεγάλο σπίτι του Μουσταφά μπέη, το ευρισκόμενον πλησίον της πύλης του Ναυπλίου και όπου κατά πρώτον υψώθη κατά την έφοδον η ελληνική σημαία. Το σπίτι εφυλάσσετο από Μανιάτας και ο Πετρόμπεης ανέλαβε υπ' ευθύνην του την ασφάλειαν των χαρεμιών των επισήμων.


Δεν επήλθε κάποια ησυχία παρά αργά μετά το μεσονύκτιον. Η πόλις είχε κοιμηθή, αλλά τον ύπνον του θανάτου. Μέγα μέρος του πληθυσμού είχε σφαγή και μαζί με τους Τούρκους κατέκειντο νεκροί και τριακόσιοι Έλληνες στρατιώται, θύματα της πρώτης κατά την έφοδον αμύνης των Τούρκων.
Η μανία της επιθέσεως εναντίον των ανθισταμένων ακόμη, ή ακριβέστερα εναντίον των Τούρκων που είχαν απομείνει ζωντανοί, επανήλθε με την ανατολήν της επομένης και εξηκολούθησεν επί δύο ημέρας. Και κατά πρώτον οι νικηταί ερρίφθησαν εναντίον των ολίγων σπιτιών, όπου απέμεναν ακόμη κλεισμένοι Τούρκοι στρατιώται. Δύο σπίτια, όπου ευρίσκοντο οθωμανοί από το Τράστα και το Λάστα της Γορτυνίας προερχόμενοι από εξισλαμισθείσας ελληνικάς οικογενείας,παρεδόθησαν εις τους αδελφούς Δηληγιανναίους. Το σπίτι όπου είχε κλεισθή ο διαβόητος Αλή Τσεκούρας, με αρκετούς στρατιώτας και με πολλά γυναικόπαιδα, επυρπολήθη. Κανείς δεν εσώθη από αυτούς.. Εις άλλο σπίτι είχαν κλεισθή αρκετοί δερβίσαι και εκείθεν επυροβολούσαν τους Έλληνας τους κυκλοφορούντας εις τους δρόμους. Παρεδόθη και αυτό εις τας φλόγας και όσοι επεχείρησαν να εξέλθουν, κατεκόπησαν από τα σπαθιά των νικητών. Τραγική υπήρξε και η τύχη πλήθους γυναικών και παιδιών που επρόφθασαν κατά τας πρώτας ώρας της εφόδου να κατευθυνθούν προς τας πύλας, με την ελπίδα ότι θα διεσώζοντο. Προήρχοντο εξ εκείνων που είχαν έλθει από άλλα μέρη κατά τα πρώτα γεγονότα της επαναστάσεως και ετράπησαν προς τας πύλας που ωδηγούσαν προς τους δρόμους των επαρχιών των. Προς τον Άγιον Βλάσην επήγαν γυναικόπαιδα του Φαναρίου και της Καρυταίνης, και προς την πύλην του Μιστρά τα γυναικόπαιδα των Μπαρδουνιωτών και γενικώς της Λακεδαίμονος. Αλλά μόλις έφθασαν εις τας πύλας εσταμάτησαν. Είδαν ότι ήτο αδύνατον να προχωρήσουν.Εκεί διενυκτέρευσαν και εζητούσαν με θρηνώδη φωνήν ψωμί και ενδύματα, διότι εκρύωναν κατά την ψυχράν φθινοπωρινήν νύκτα. Είχαν φύγει από τα σπίτια των όπως ευρέθησαν και ήσαν μισόγυμνοι, ή είχαν γυμνωθή εις τον δρόμον από τα ακολουθούντα τους Έλληνας στρατιώτας μαινόμενα πλήθη.
Αι κραυγαί και οι θρήνοί των εξηκολούθησαν και κατά την επομένην και επροκάλεσαν την συγκέντρωσιν πολλών περιέργων. Αι δυστυχισμέναι γυναίκες εφώναζαν ή να τους δώσουν ψωμί ή να τας σκοτώσουν. Μερικαί είχαν τύχην. Τας παρέλαβαν Έλληνες και τας έστειλαν εις τα χωριά των δια να ζήσουν την ζωήν των σκλάβων. Αλλά το πολύ πλήθος έμεινεν εκεί υποφέρον από το ψύχος και την πείναν. Αι εκλήσεις των όμως προς τα φιλάνθρωπα αισθήματα εκείνων που είχαν συγκεντρωθή γύρω των δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Και όσοι συνεκινούντο και ήθελαν να τας βοηθήσουν δεν ημπορούσαν να κάμουν τίποτε Αι επισιτιστικαί υπηρεσίαι είχαν χαλαρωθή λόγω της απορροφήσεως όλων από την άλωσιν και δεν ήτο δυνατόν να ληφθή φροντίς δια χιλιάδας οθωμανίδων, που δια τους περισσοτέρους αποτελούσαν όντα προγεγραμμένα. Άλλοι επρότειναν να τας μεταφέρουν εις τα χωριά , αλλ' οι περισσότεροι απέρριψαν αυτήν την πρότασιν και λόγω του κινδύνου της μεταδόσεως των επιδημικών νόσων που εθέριζαν έως τότε τον πληθυσμόν της Τριπολιτσάς και προς αποφυγήν μοιραίων επιμιξιών, που θα επροκαλούντο μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανίδων— όλαι ήσαν νέαι και ωραίαι— και εκ του φυλετικού μίσους. Αφέθησαν λοιπόν εκεί εις την τύχην των επί πολλάς ώρας ακόμη. Απηλλάγησαν αργότερα από τα βάσανα των, αλλά κατά τρόπον τραγικόν. Μεταξύ του ενόπλου πλήθους, που ευρίσκετο περί τας γυναίκας εις τον ΄Αγιον Βλάσην, ηκούσθη έξαφνα αγρία κραυγή : — Μεριάστε. Τί τις φυλάτε ; Ξεμπερδεύτε τες.

Ήτο Έλλην στρατιώτης, που είχε προ ολίγου ιδή νεκρόν κάποιον συγγενή του, ίσως άδελφόν του, και ενώ επερνούσε από εκεί εξεμάνη μόλις τας αντίκρυσε, και ώρμησεν εναντίον των διψών εκδίκησιν.Ο στρατιώτης  αυτός επυροβόλησεν επί του αθώου εκείνου γυναικείου πλήθους αμέσως επηκολούθησαν αθρόοι πυροβολισμοί. Εντός ολίγων στιγμών όλαι αι γυναίκες κατέκειντο νεκραί ή θανασίμως τραυματισμέναι. Και αφού έγινεν η αρχή, έτρεξαν όλοι εκείνοι οι ένοπλοι και προς την πύλην του Μιστρά και προς την πύλην του Ναυπλίου, όπου επανελήφθη η αγρία τραγωδία του Αγίου Βλάση. Αυτή η ομαδική αιματοχυσία εξηγρίωσε περισσότερον τους δράστας της. 'Ορμησαν πλέον όλοι προς όλας τας  διευθύνσεις τουφεκίζοντες και σφάζοντες και ανερευνώντες εκ νέου εις τα  σπίτια προς ανεύρεσιν κρυμμένων Τούρκων. Και ταυτοχρόνως επετίθεντο κατά των Εβραίων της πόλεως με την ιδίαν μανίαν. Είχαν ενθυμηθή την εναντίον των Ελλήνων δράσιν των Εβραίων της Κωνσταντινουπόλεως, της Σμύρνης και του Αϊβαλί. Εκεί επληρώνοντο τα εγκλήματα γενεών παρελθουσών, αιώνων και του τραγικού παρόντος και εξωφλούντο οι λογαριασμοί φυλών. Αλλά με πόσην αγριότητα. Κάθε ανθρώπινον αίσθημα είχε κοιμηθή εις τα στήθη των νικητών. Καμμία κραυγή προς οίκτον δεν εύρισκεν ακοήν. Όλοι έτρεχαν σαν δαιμονισμένοι ζητούντες ολοένα και νέα θύματα. Τα αναρίθμητα αδέσποτα σκυλιά της πόλεως, εξαγριωμένα και αυτά από την πείναν τόσων ημερών και από την αναστάτωσιν, ακολουθούσαν τους μαινομένους στρατιώτας και ερρίπτοντο εναντίον εκείνων, που έπεφταν από τους πυροβολισμούς των, και τους κατεξέσχιζαν και τους απέκαναν.


Παντού ηκούοντο αναφωνήσεις του αγρίου θριάμβου και της εκδικήσεως των νικητών, εκκλήσεις μάταιαι προς οίκτον των γυναικοπαίδων που ευρίσκοντο ακόμη εις την ζωήν, αι σπαρακτικαί κραυγαί των κτυπωμένων και οι ρόγχοι των εκπνεόντων. Οι δρόμοι, αι πλατείαι, αι αυλαί των σπιτιών είχαν καλυφθή από πτώματα, των οποίων το αίμα αποστραγγιζόμενον έρρεεν εις τα ρείθρα τα προωρισμένα δια το νερό.
Δια να σταματήση η αιματοχυσία, οι αρχηγοί εξέδωσαν προκήρυξιν, δια της οποίας εδίδετο αμνηστεία εις όλους τους Τούρκους και εθεωρείτο σεβαστή η ζωή των. Αλλ' ήτο αμνηστεία προς νεκρούς, ή προς επιθανάτους. Η πόλις είχε μεταβληθή πλέον εις απέραντον σφαγείον. Και η φοβερά εικών εγίνετο ζοφερωτέρα υπό τους μαύρους καπνούς και τας θολάς φλόγας των σπιτιών που είχαν πυρποληθή. Η φρενίτις εκείνη της φυλετικής εκδικήσεως δεν εγνώρισεν όρια. Έφθασε μέχρι των τάφων. Το τουρκικόν κοιμητήριον ανεσκάφη, και οστά και νεκροί ταφέντες προ ολίγου καιρού ερρίφθησαν εις τους δρόμους.
Επί τέλους την 26ην Σεπτεμβρίου, κατά την οποίαν εσίγησε και παρεδόθη η μεγάλη Τάπια, κήρυκες εξήλθαν εις τους δρόμους και διελάλησαν την διαταγήν των αρχηγών να σταματήσουν αι σφαγαί. Αλλ' ούτε αυτό είχεν αποτέλεσμα. Εσχηματίσθησαν τότε ισχυραί περίπολοι από καπετάνιους, προς τους οποίους υπήρχεν εμπιστοσύνη, και ήρχισαν να περιτρέχουν την πόλιν προς απομάκρυνσιν των περιφερομένων ακόμη στρατιωτών και προς διάσωσιν του υπολειφθέντος πληθυσμού.
(Eλληνική Επαναστασις ,Τόμος Γ ,σελ 286-288, Αθήναι 1932)





 

 





 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου