Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

TISDAL C- BOZZOLA A : ΦΟΥΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΑΣΙΣΜΟΣ, ΜΑΡΙΝΕΤΤΙ ΚΑΙ ΜΟΥΣΣΟΛΙΝΙ


 
Συνέβη το εξης ανήκουστο, αποτρό­παιο, απίστευτο πράγμα, η αποκάλυψη του οποίου απειλεί να σβήσει όλο το κύρος και την αξιοπιστία της Κομμου­νιστικής Διεθνούς: στη Μόσχα, στο λό­γο του προς την ιταλική αντιπροσωπία — ένα λόγο που, μην ξεχνάτε, έγινε σε άψογα ιταλικά, οπότε μπορούμε να απο­κλείσουμε εκ των προτέρων κάθε πιθα­νότητα παρερμηνείας — ο σύντροφος Λουνατσάρσκυ (Υπουργός Πολιτι­σμού) δήλωσε ότι στην Ιταλία υπάρχει μόνον ένας διανοούμενος επαναστάτης, κι αυτός είναι ο Φίλιππο Τομμάζο Μα­ρινέττι. Οι Φιλισταίοι του εργατικού κι­νήματος έχουν σκανδαλιστεί για τα κα­λά, και είναι φανερό ότι στον κατάλογο των παλιών βρισιών: «μπερξονικός, βολονταριστής, πραγματιστής, πνευματοκράτης», θα προστεθεί μια νέα και χει­ρότερη.: Φουτουριστής! Μαρινεττιστής!


Άρθρο του Γκράμσι στην Οrdine Nuovo. (5 Ιανουάριου 1921)



Η σχέση ανάμεσα στο Φουτουρισμό και το Φασισμό έφερε σε αμηχανία γενιές ολόκληρες ιστορικών. Για τους φορμαλιστές ιστορικούς της τέχνης, ήταν μια πρόφαση για να αντιπαρέλθουν την πολιτική πλευρά και να συγκεντρώσουν την προσοχή τους στο Φουτουρισμό ως απλό καλλιτεχνικό κίνημα, ένα φτωχό, επαρχιώ­τη δευτεροξάδερφο του Κυβισμού, μιλώντας συχνά στο τέλος για έναν πρόωρα ξεμωραμένο Μαρινέττι, που ξαφνικά εγκατέλειψε την παλιά αντι-ακαδημαϊκή στάση του για να δεχτεί μια θέση στη μουσσολινική Ακαδημία της Ιταλίας. Άλλοι πάλι κριτικοί, παίρ­νοντας παράδειγμα από τον Βάλτερ Μπένγιαμιν (βλ. Κεφ. 2), έχουν δώσει μια εξίσου παραμορφωτική περιγραφή, αφήνοντας κε­νές τις γκρίζες ζώνες και προβάλλοντας μια μαυρόασπρη, χαρα­κτηριστική για το κλίμα της δεκαετίας του 1930, εικόνα, που πα­ρουσιάζει την «κακή» φασιστική τέχνη να αισθητικοποιεί την πο­λιτική και την «καλή» κομμουνιστική τέχνη να πολιτικοποιεί την τέχνη. Το αποτέλεσμα είναι να μην εξετάζεται το γενικό πλαίσιο ή ο πολύπλοκος χαρακτήρας μιας εποχής στην οποία, τόσο στον πο­λιτιστικό όσο και στον πολιτικό χώρο, τα όρια ανάμεσα στο «κα­λό» και το «κακό», το αριστερό και το δεξιό, το προοδευτικό και το αντιδραστικό, το επαναστατικό και το καταπιεστικό, δεν ήταν τόσο ευδιάκριτα. Επαναπαυμένοι στη βολική γνώση ότι ο Φουτουρισμός είχε τουλάχιστο τρία κοινά χαρακτηριστικά με το Φα­σισμό — τη ρομαντική και αστόχαστη εξύμνηση της μηχανής (τε­χνολογίας), τη χρήση της φυσικής βίας εναντίον των αντιπάλων και την τυφλή λατρεία για τα νιάτα — γενιές ολόκληρες συγγρα­φέων, που θα έπρεπε οπωσδήποτε να είναι καλύτερα πληροφορη­μένοι, δεν προσπάθησαν καθόλου να εμβαθύνουν περισσότερο. Οι ευνοϊκές για το Φουτουρισμό δηλώσεις ανθρώπων της Αριστεράς όπως ο Γκράμσι, που δείχνουν ότι η αλήθεια ήταν πιό περίπλοκη, αγνοήθηκαν για τον ίδιο λόγο που δεν συγκρίθηκαν με τη φουτου­ριστική φιλοσοφία και μερικές δηλώσεις κομμουνιστών όπως το γνωστό σύνθημα του Λένιν «Ηλεκτρισμός+Σοβιέτ=Σοσιαλισμός» ή η διακήρυξη των ρώσων UNOVIS «Είμαστε νέοι — σ' εμάς βρίσκεται η απάντηση στην αιώνια νεότητα του κόσμου». Σήμερα πιά, οι επιπόλαιες υπεραπλουστεύσεις φτάνουν συχνά να γίνουν ανεύθυνες αναλήθειες. Σε πρόσφατα άρθρα, διαβάζουμε τις φράσεις όπως «ο Μαρινέττι έγινε αργότερα Υπουργός Πολιτι­σμού του Μουσσολίνι» και «ο Φουτουρισμός ήταν η επίσημη τέ­χνη του Φασισμού», που και οι δύο απέχουν πολύ από την αλή­θεια. Το ίδιο συμβαίνει και στο πεδίο της ιστορίας. Σε μια τηλεο­πτική διάλεξη που δόθηκε στο διάστημα που ολοκληρωνόταν το χειρόγραφο αυτού του βιβλίου, ο διαπρεπής άγγλος ιστορικός Α.Τζ.Π. Ταίηλορ μίλησε μισή ώρα για τον Μουσσολίνι, αναφέ­ροντας τον πάντοτε ως «γιο του σιδερά» και αποφεύγοντας συστη­ματικά να πει ότι είχε δύο διπλώματα, μιλούσε τρεις γλώσσες, διηύθυνε τη σοσιαλιστική εφημερίδα L' Avanti και κατέληξε στο φασισμό αφού ξεκίνησε από τον αναρχοσυνδικαλισμό και πέρασε από το σοσιαλισμό. Η πορεία του Φουτουρισμού είχε σίγουρα πολλές ομοιότητες με τη σταδιοδρομία του Μουσσολίνι. Όταν ωστόσο αποφεύγουμε το πρόβλημα και αποσιωπούμε τα γεγονότα επειδή δεν μας βολεύουν, διαιωνίζουμε τελικά την αντίληψη ότι ο Φασισμός ήταν μια λέσχη χοντροκέφαλων παλιάτσων, και δεν κα­ταφέρνουμε να εντοπίσουμε τις ρίζες και τα συμπτώματα του ολο­κληρωτισμού στην πολιτική ή στον πνευματικό χώρο, τότε και τώ­ρα.
Ο Γκράμσι έγραψε το άρθρο που αναφέρεται στην αρχή του κε­φαλαίου 3 χρόνια μετά την ίδρυση του Φασιστικού Κόμματος από τον Μουσσολίνι, 2 χρόνια αφότου ο Μαρινέττι έβαλε υποψηφιό­τητα με το κόμμα αυτό στις βουλευτικές εκλογές (χωρίς επιτυχία) και μόλις 1 χρόνο μετά τη δημοσίευση του άρθρου του Μαρινέττι «Πέρα από τον Κομμουνισμό», όπου η μαρξιστική αντίληψη για την ταξική πάλη κατηγορήθηκε ως ξεπερασμένη. Αυτό κάνει ακό­μα πιό αξιοσημείωτη τη στάση του Γκράμσι, αν και κατά κάποιον τρόπο ήταν καλυμμένος από την «αποτρόπαιη» δήλωση του Λουνατσάρσκυ. Ο τίτλος του άρθρου ήταν «Μαρινέττι ο Επαναστά­της;», και σίγουρα ήταν ο μεγαλύτερος φόρος τιμής που δέχτηκε ποτέ ο ιδρυτής του Φουτουρισμού.
Ο Γκράμσι μπορούσε να θεωρεί τον Μαρινέττι επαναστάτη επειδή, περισσότερο από κάθε άλλον, είχε προσπαθήσει να κατα­στρέψει την αστική κουλτούρα, που ο μεγάλος ιταλός μαρξιστής εξίσωνε με τον αστικό πολιτισμό. Για τον Γκράμσι, αυτή η κατα­στροφή ήταν το πρώτο στάδιο της επανάστασης, γιατί μόνο τότε μπορούσε να ξεδιπλωθεί η αληθινή δημιουργικότητα του προλετα­ριάτου: «Τί άλλο πρέπει να κάνουμε; Τίποτα λιγότερο από το να καταστρέψουμε τη σημερινή μορφή πολιτισμού. Σ' αυτό το πεδίο, το "καταστρέφω" δεν έχει το ίδιο νόημα όπως στο πεδίο της οικο­νομίας: καταστρέφω δεν σημαίνει ότι στερώ από την ανθρωπότητα τα υλικά αγαθά που είναι απαραίτητα για την επιβίωση και την ανάπτυξη της· σημαίνει την κατάλυση των πνευματικών ιεραρ­χιών, προκαταλήψεων, ειδώλων, παραδόσεων που έχουν αποστεωθεί. Σημαίνει να μη φοβόμαστε ό,τι είναι νέο και τολμηρό, να μη μας τρομάζουν τα τέρατα, να μην πιστεύουμε ότι ο κόσμος θα χα­θεί αν ένας εργάτης κάνει ένα γραμματικό λάθος, αν ένα ποίημα χωλαίνει, αν ένας πίνακας μοιάζει με λάβαρο, αν η νεολαία σου­φρώνει τη μύτη της μπροστά στον ακαδημαϊκό γεροντισμό. Οι φουτουριστές... κατέστρεφαν, κατέστρεφαν, κατέστρεφαν, χωρίς να νοιάζονται αν τα καινούργια δημιουργήματα τους ήταν ανώτερα από εκείνα που κατέστρεφαν... είχαν μια ακριβή και ξεκάθαρη αν­τίληψη που η εποχή μας, η εποχή της μεγάλης βιομηχανίας, των μεγάλων εργατικών πόλεων , της έντονης και πολυτάραχης ζωής, πρέπει να έχει καινούργια τέχνη, φιλοσοφία , ήθη, γλώσσα ' αυτή ήταν η σαφώς επαναστατική τους αντίληψη, αντίληψη απόλυτα μαρξιστική, τη στιγμή που οι Σοσιαλιστές δεν ασχολούνταν ούτε καν ακροθιγώς με τέτοια ζητήματα, τη στιγμή που οι Σοσιαλιστές σίγουρα δεν είχαν μια τόσο ακριβή αντίληψη για την πολιτική ή την οικονομία, τη στιγμή που οι Σοσιαλιστές θα φοβόντουσαν (και εξακολουθούν να φοβούνται) τη σκέψη ότι ο αστικός εξουσιαστι­κός μηχανισμός πρέπει να συντριβεί στο κράτος και στα εργοστά­σια. Οι φουτουριστές στον τομέα τους, τον τομέα της κουλτούρας, είναι επαναστάτες" σ' αυτόν τον τομέα, από την άποψη της δη­μιουργικότητας, είναι απίθανο βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα η εργατική τάξη να καταφέρει περισσότερα από τους φουτουριστές. Οι ομάδες εργατών που υποστήριζαν τους φουτουριστές διαδήλω­ναν ότι δεν φοβόντουσαν την καταστροφή, ότι, σίγουροι για τη δύ­ναμη τους, αυτοί οι εργάτες θα δημιουργούσαν ποίηση, τέχνη και δράμα όπως οι φουτουριστές: αυτοί οι εργάτες επιβεβαίωναν την ιστορική δυνατότητα ναά υπάρξει μια προλεταριακή κουλτούρα δη­μιουργημένη από τους ίδιους τους εργάτες».
Ο θαυμασμός που εκφράζει ο Γκράμσι ήταν αμοιβαίος. Στο κρητικό άρθρο του «Πέρα από τον Κομμουνισμό», που είχε γράψει 1 χρόνο νωρίτερα, ο Μαρινέττι, "παίζοντας" βέβαια το δικό του "βιολί", είχε εγκωμιάσει την κουλτούρα της Μπολσεβίκικης Επανάστασης: «Με μεγάλη μου χαρά μαθαίνω ότι οι ρώσοι φουτουριστές είναι όλοι μπολσεβίκοι και ότι για ένα διάστημα ο Φουτουρισμός ήταν η επίσημη ρωσική τέχνη... Όλοι οι φουτουρισμοί του κόσμου είναι παιδιά του ιταλικού φουτουρισμού, που δημιουρ­γήθηκε στο Μιλάνο από μας πριν από 12 χρόνια. Όλα τα φουτου­ριστικά κινήματα είναι ωστόσο αυτόνομα».


Ο ηγέτης του Φασισμού και ο ηγέτης του Φουτουρισμού δεν έμοιαζαν καθόλου στην κοινωνική προέλευση· έμοιαζαν όμως πο­λύ στο χαρακτήρα. Και οι δυό τους πίστευαν στη νιτσεϊκή ιδέα του Ανθρώπου του Πεπρωμένου, και ήταν τόσο πραγματιστές όσο χρειαζόταν για να ξέρουν να επεμβαίνουν στα γεγονότα έτσι ώστε να φτάσουν σ' αυτό το πεπρωμένο. Και οι δύο "έριξαν νερό στο κρασί" των επαναστατικών ιδανικών τους: ο Μουσσολίνι επειδή είχε την εξουσία, ο Μαρινέττι επειδή δεν την είχε. Ο Μαρινέττι, προνομιούχος και πλούσιος, ξεκίνησε από μια αριστοκρατικά αναρχική θέση. Τα πρώτα πολιτικά μαθήματα του ο Μουσσολίνι τα πήρε μέσα από τον αναρχοσυνδικαλισμό του πατέρα του, του σιδερά. Στα πρώτα χρόνια του αιώνα, τα εύκολα αποκτημένα δι­πλώματα του Μαρινέττι είχαν ήδη "ισοφαριστεί" από τα πτυχία του Μουσσολίνι, το ίδιο και η γλωσσομάθεια του. Και οι δύο εί­χαν αναδιφήσει την ιστορία του Αναρχισμού: ο Μαρινέττι μέσα από τον παριζιάνικο αναρχοσυνδικαλισμό, ο Μουσσολίνι μετα­φράζοντας τον Σορέλ και τον Κροπότκιν στα ιταλικά. Το 1910 — ένα χρόνο αφότου ο Μαρινέττι είχε κηρύξει το καταλυτικό μήνυμα του Φουτουρισμού που εκθείαζε «το δυνατό μπράτσο του αναρχι­κού» — ο Μουσσολίνι έγραψε ένα άρθρο για μια συμπλοκή αναρχικών και αστυνομικών στο Λονδίνο, την πολιορκία της Σίντνεϋ Στρητ, όπου περιέγραφε τους πρωταγωνιστές ως «αναρχικούς με την κλασική έννοια της λέξης. Μισούσαν την εργασία και εί­χαν το θάρρος να το διακηρύξουν, γιατί η φυσική εργασία αποκτηνώνει και εξευτελίζει τον άνθρωπο, μισούσαν την ιδιοκτησία που επισφραγίζει τη διαφορά ανάμεσα στο ένα άτομο και το άλλο... αλ­λά, πάνω απ' όλα, μισούσαν, αρνιόντουσαν, κατέστρεφαν την κοι­νωνία» Τo 1912, όταν τo Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα διασπάστηκε σε επαναστάτες και ρεφορμιστές, ο Μουσσολίνι, που έγινε διευθυντής της επαναστατικής σοσιαλιστικής εφημερίδας L' Avanti, θεω­ρούσε ακόμα το άτομο ως τη μόνη «ανθρώπινη πραγματικότητα»: «Θα υποστηρίζουμε όλα όσα του δίνουν περισσότερη ελευθερία, περισσότερη ευεξία, περισσότερη απλοχωριά στη ζωή. Θα πολε­μάμε όλα όσα καταπιέζουν και εξευτελίζουν το άτομο». Όταν τελι­κά προσχώρησε στο επεμβασιστικό στρατόπεδο — αυτό το παρδα­λό συνονθύλευμα «δεξιών, εθνικιστών, φουτουριστών, ρεπουμπλι­κάνων, ματσινικών, δημοκρατών και μασόνων», που ο αγώνας τους για την επέμβαση υπέρ της «μοντέρνας» Γαλλίας και Αγγλίας είχε ενισχυθεί με την προπαγάνδα του Μαρινέττι — φρόντισε να δια­χωρίσει τη θέση του από «εκείνους που βλέπουν στον πόλεμο τη μόνη υγιεινή του κόσμου». Σ' ένα γράμμα του 1913, ο Μουσσολίνι ανταπέδιδε με χαιρεκακία τις επιθέσεις του Μαρινέττι εναντίον του «δειλού σοσιαλισμού»: «Διάβασες το τελευταίο φύλλο του La Voce ; Ο Φουτουρισμός πάει, ξόφλησε. Τον σκότωσε ο Μαρινέττι. Το φεγγαρόφωτο επιστρέφει».Όταν όμως η επεμβασιστική εκστρατεία φούντωσε για τα καλά και άρχισε να κερδίζει τη λαϊκή υποστήριξη, οι επιφυλάξεις του Μουσσολίνι διαλύθηκαν και οι δύο άνδρες άρχισαν να μιλούν στις ίδιες συγκεντρώσεις. Τώρα ο Μουσσολίνι συναγωνιζόταν τον αρειμάνιο πατριωτισμό του Μαρινέττι: «Είναι καιρός να σταματή­σουν πια οι διπλωμάτες τις μηχανορραφίες και ν' αφήσουν να μι­λήσουν οι ξιφολόγχες, με τις οποίες θα επιβεβαιώσουμε τα ιδανικά μας, τα ιδανικά του πατριωτισμού και του ανθρωπισμού». Η ρητο­ρική του Μουσσολίνι χρωστάει πολλά στο Φουτουρισμό και, ανά­μεσα στις αντιφατικές δηλώσεις του για τον Μαρινέττι, ο Μουσ­σολίνι ομολογούσε το χρέος του προς τον «καινοτόμο ποιητή που μ' έκανε να αγαπήσω τον ωκεανό και τη μηχανή». Η γλώσσα του Μαρινέττι διακρίνεται εξάλλου καθαρά και πίσω από τη λυρική δήλωση του Μουσσολίνι, μετά την πρώτη πτήση του το 1918: «Νιώθω στις φλέβες μου την αληθινά διονυσιακή μέθη από την κατάκτηση των αιθέρων».
Τα γράμματα του Μουσσολίνι και τα φουτουριστικά κείμενα που παραθέτει σ1 αυτά δείχνουν με πόση επιμέλεια είχε μελετήσει το Φουτουρισμό. Η σχέση του πάντως με τον Μαρινέττι ήταν πάντα ένα μίγμα αγάπης και μίσους, με μια δόση ζήλειας ίσως και οπωσδήποτε καιροσκοπισμού. Όσο χρειαζόταν τον οίστρο του Μαρινέττι και την ικανότητα του να διεγείρει τα πλήθη, τον χρη­σιμοποιούσε. Όταν ο ριζοσπαστισμός του Μαρινέττι έγινε απρό­σφορος και ενοχλητικός, τον έκανε πέρα. Αλλά και ο Μαρινέττι ερωτευόταν και ξε-ερωτευόταν τον Μουσσολίνι, πάντα με αφορμή την αντιπαράθεση ανάμεσα στον πραγματισμό, τη συμβιβαστικότητα και τη στρατηγικότητα του πολιτικού από τη μια και το μαξιμαλισμό του ποιητή από την άλλη. Ο Μουσσολίνι που αγαπούσε ο Μαρινέττι ήταν ταυτισμένος στο μυαλό του με το δικό του απαί­σιο δημιούργημα, τον Μαφάρκα: «Ο Μουσσολίνι έχει μια οργια­στική, πληθωρική νευρώδη ιδιοσυγκρασία... Τετράγωνα, δυνατά σαγόνια' σαρκώδη, περιφρονητικά χείλια που φτύνουν αγέρωχα ό,τι είναι νωθρό, σχολαστικό καί τιποτένιο... Ογκώδες κεφάλι σάν βράχο, αλλά μάτια που κινούνται υπερδυναμικά, που τρέχουν γρή­γορα σαν αυτοκίνητα στην πεδιάδα της Λομβαρδίας ή ιταλικά υδροπλάνα που σχίζουν τους αιθέρες πάνω από τον ωκεανό, με τ' ασπράδια τους να αστράφτουν σαν τ' ασπράδια των ματιών ενός λύκου... Ορμητικός Αλλά και σίγουρος, γιατί οι άγρυπνες και καλοακονισμένες αισθήσεις του μετρούν με ακρίβεια την απόσταση. Όχι πωρωμένος, γιατί η σπαρταριστή δροσερή, λυρική, παιδιάστικη ευαισθησία του γελάει. Θυμάμαι πως χαμογέλασε σαν ευτυ­χισμένο μωρό όταν με το τεράστιο πιστόλι του πυροβόλησε 20 φο­ρές το αστυνομικό φυλάκιο στη Βία Πάολο ντα Κανόμπια... Λυρι­κό παιδί με υπέροχη διαίσθηση... μια φουτουριστική ιδιοσυγκρα­σία...».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου