Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΔΡΙΣΚΟΥ



 H κίνησις  των Γαριβαλδινών ήρχισε μαζί με την επιστράτευσιν. Εις την Ιταλίαν μία φλογερά προκήρυξις του στρατηγού Γαριβάλδη εξήγειρε παλαιούς και νέους οπαδούς, οι οποίοι έσπευδον να εγγραφούν εις τους καταλόγους. Η Ιταλική κυβέρνησίς επεμβάσα αποτόμως απηγόρευσε την στρατολογίαν εθελοντών, ημπόδισε δε και τους εγγραφέντας να αναχωρήσουν. Εν τούτοις ο στρατηγός Γαριβάλδης, μετά του υιού του Πιπίνου και της θυγατρός του, κατήλθεν εις την Ελλάδα ακολουθούμενος υπό μικράς αλλά γενναίας ομάδος ερυθροχιτώνων.
Εις τας Αθήνας όμως, πυκνή εγένετο εγγραφή ενθουσιωδών εθελοντών εις το Ελληνικόν σώμα των Γαριβαλδινών, υπό την αρχηγίαν του συνταγματάρχου των ερυθροχιτώνων και πολιτευτού Ζακύνθου Αλεξ. Ρώμα. Η άσκησις των ανδρών τούτων, ανελθόντων εις τρεις χιλιάδας, έγινε συστηματική και μετά ζηλευτής ταχύτητας, και το σώμα απεστάλη εις την Ήπειρον, όπου παρουσιάζετο μεγαλύτερη ανάγκη ανδρών ένεκα της μικράς δυνάμεως, την οποίαν αρχήθεν διέθετε ο στρατηγός Σαπουντζάκης.
Ηρωική υπήρξεν εν γένει η δράσις του σώματος των Ελλήνων Γαριβαλδινών, καθ' όλην την εκστρατείαν της Ηπείρου, μέχρι της ημέρας, καθ' ην εθεωρήθη  περιττή η ύπαρξίς του και απεφασίσθη η διάλυσίς του. Εκτός του Αλεξ. Ρώμα και άλλοι εκλεκτοί άνδρες προσεφέρθησαν να υπηρετήσουν, ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλλης, ο Ναθαναήλ Δομενεγίνης, ο Αριστοτέλης Τοπάλης, ο Αλέξανδρος Γέροντας, ο Αλέξιος Τάκης και άλλοι. Ηκολούθησε δε το σώμα και η Ασπασία I. Ράλλη, κόρη του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, ανεψιά του Ρώμα και σύζυγος του πολιτευτού Αττικής I. Ράλλη. Η ευγενής κυρία, όχι «μόνον προσέφερε πολυτίμους υπηρεσίας ως νοσοκόμος, αλλά και επολέμησεν η ίδια γενναιότητα εις την, μεγάλην και ένδοξον μάχην του Δρίσκου.
 Η μάχη του Δρίσκου υπήρξεν η σπουδαιοτέρα εν τη όλη πολεμική δράσει του  σώματος των Γαριβαλδινών. Ο Δρίσκος είναι βουνόν παρά τα Ιωάννινα, το οποίον ως πολεμική επιχείρησις περιελαβάνετο εις τον κύκλον των ενεργειών κατά της πρωτευούσης της Ηπείρου.
Εις το σημείον αυτό έφθασαν οι Γαριβαλδινοί την 26 Νοεμβρίου, ότε η πολιορκία του Μπιζανίου είχε στενεύση περισσότερον. Ολόκληρον το σώμα, με αρχηγόν τον Ρώμαν και επιτελάρχην του Μπαρδόπουλον, εβάδισε περί τα ξημερώματα της ημέρας εκείνης κατά του οχυρωμένου εχθρού και μετά δίωρον συμπλοκήν οι εξακόσιοι Τούρκοι του λόφου ετρέποντο εις φυγήν προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων αφήνοντες εις χειρας των νικητών σκηνάς, όπλα και αιχμαλώτους. Το υπόλοιπον της ημέρας επέρασεν αναίμακτον, προς το εσπέρας δε έφθασεν εις Δρίσκον ο στρατηγός Γαριβάλδης με τους Ιταλούς ερυθροχίτωνας και τινα ανταρτικά σώματα Κρητών.
Οι υποχωρήσαντες από τον Δρίσκον Τούρκοι είχον ενισχυθή εν τούτοις δια μεγάλης δυνάμεως και απεφάσιζον ν' ανακτήσουν τας απολεσθείσας θέσεις των. Απέναντι του Δρίσκου εις μεγάλα χαρακώματα, εν σπουδή ορυχθέντα την νύκτα, ετοποθέτησαν τηλεβόλα και εις τας εννέα το πρωί η μάχη ήρχισε  βιαιοτάτη. Από το χάνι της Λεύκας, άλλο Τουρκικόν σώμα ήρχετο κατά της παρατάξεως των Γαριβαλδινών. Από την Καστρίτσαν, απότομον και μεμονωμένον βουνόν, εβρέμετο το πυροβολικόν.
Περί την 3 μ.μ. κατέφθασαν εις τους μαχομένους Γαριβαλδινούς και επικουρίαι. Ήσαν τρία Ελληνικά  παλαιά πεδινά πυροβόλα μετ' αναλόγου στηρίγματος πεζικού. Η νέα δύναμις, παραταχθείσα πέραν των νώτων των Ελλήνων ερυθροχιτώνων, ήρχισε να βάλη  κατά του χανίου της Λεύκας, κατά της Γιάννιτσας καί της Καστρίτσας, η δε πρώτη βολή των Ελληνικών τηλεβόλων εχαιρετίσθη με ενθουσιώδεις ζητωκραυγάς υπό του μικρού στρατεύματος.
Εν τούτοις εις το μεταξύ το αίμα είχε ρεύση άφθονον. Ο αρχηγός του επιτελείου Μπαρδόπουλος είχε τραυματισθή, ο εκ Πειραιώς λοχαγός δικηγόρος Αλέξανδρος Βραχνός είχε φονευθή, όπως καί ο Κρης αρχηγός Μακρής. Ουκ ολίγοι, δε αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και άνδρες είχον τεθή εκτός μάχης.
 Η νυξ επέρασεν ήσυχος, αλλά η μάχη επανελήφθη αμέσως με τα ξημερώματα της επομένης. Νέα ενίσχυσις είχεν έλθη εν τω μεταξύ εις τους Τούρκους, οι οποίοι, γνωρίζοντες την στρατηγικήν σημασίαν του Δρίσκου εις την εξέλιξιν του συνόλου των στρατιωτικών επιχειρήσεων της κοιλάδος των Ιωαννίνων, ήθελον αντί πάσης θυσίας να τον κρατήσουν. Οκτώ χιλιάδες άνδρες είχον κατέλθη εκ Καστρίτσας προς το Δρίσκον. Πλην των ακινήτων τηλεβόλων της Καστρίτσας και άλλα είχον τοποθετηθή εις το χάνι της Λεύκας, κατά μήκος των προς την λίμνην χαρακωμάτων.
Τοιουτοτρόπως, σοβαρώς ενισχυθέντες οι Τούρκοι, δεν περιωρίζοντο πλέον εις το ν' απαντούν εις τα ελληνικά πυρά από τα χαρακώματα των, αλλ' έγιναν επιθετικοί. Οι Έλληνες ερυθροχίτωνες, απτόητοι προ της βροχής των σφαιρών και των οβίδων, έμειναν ακλόνητοι εις τας θέσεις των απα-ντώντες δια πυκνοτάτου πυρός. Δύο λόχοι Γαριβαλδινών, υπό τον στρατηγόν Γαριβάλδην, ενίσχυσαν παθητικώς μόνο το δεξιόν. Οι άλλοι όμως ετήρουν μόνον τας θέσεις των χωρίς να πυροβολούν, πράγμα το οποίον εξησθένισεν οπωσδήποτε την άμυναν εις εν σημείον της παρατάξεως.
Τέλος μετά τεσσάρων ωρών ηρωϊκήν αντίστασιν τα ανταρτικά σώματα, τα οποία είχον ταχθή εις το άκρον αριστερόν, τα οποία υφίσταντο και την πεισματωδεστέραν επίθεσιν των Τούρκων, ήρχισαν να κλονίζωνται. Και εις επίμετρον, τα πυρομαχικά των ερυθροχιτώνων, δεν ήσαν πλέον αρκετά, μετά τριήμερον μάχην. Εις μερικά σημεία μάλιστα είχον εξαντληθή εντελώς.
Εν τω μεταξύ το κέντρον ημύνετο κρατερώς και ο θάνατος εθέριζεν. Εις την πρώτην γραμμήν η Ασπασία I. Ράλλη, αφήσασα τα νοσοκομειακά της έργα, εμάχετο εις το πλευρόν του θείου της, ο οποίος άφοβος και απτόητος έτρεχεν από το εν σημείον της παρατάξεως εις το άλλο. Έπεσαν όμως ο ένας μετά τον άλλον οι γενναίοι. Ο επιτελάρχης Μπαρδόπουλος, τραυματίας από  την προηγουμένην ημέραν, αλλά με όλον του το τραύμα πολέμων γενναιότατα, εδέχετο και δεύτερο τραύμα σφαίρας. 

Ανάμεσα στους νεκρούς της μάχης ο ποιητής
Λορέντζος Μαβίλλης.
Ο ηρωικός ποιητής Λορέντζος Μαβίλλης, αποσυρόμενος πληγωμένος από το πεδίον της μάχης, εδέχετο και δευτέραν σφαίραν,  η οποία τον άφηνε  νεκρόν. Εφονεύετο επίσης ο λοχαγός Αλέξανδρος Βραχνός, ο Τοπάλης και ο Κρητικός Γερακάρης, παλαιός πολεμιστής της Κρήτης, ο οποίος είχε και τέσσαρας υιούς εις το πόλεμον. Τέλος ο ίδιος ο αρχηγός Αλέξ. Ρώμας εδέχετο μίαν σφαίραν, εις τον βραχίονα καθ'  ην στιγμήν με το ρεβόλβερ του υπεστήριξεν ένα ελληνικόν πυροβόλον, μετά μανίας προσβαλλόμενον από τους Τούρκους.
Τα ελληνικά τηλεβόλα, πολύ ολίγα δια μάχην τοιαύτης εκτάσεως και επιμονής, εδυσκολεύοντο πλέον ν' αντισταθούν εις τα πολλά και εύστοχα τουρκικά, τα οποία κατ'  αρχάς δέν έφερον καμμίαν βλάβην, έπειτα όμως εγένοντο από στιγμής εις στιγμήν περισσότερον επικίνδυνα. Αι εχθρικαί σφαίραι είχον διατρήση ήδη την λευκήν σημαίαν με τον ερυθρόν σταυρόν. Τον Ρώμαν, αναγκαζόμενον να καταφύγη εις το χειρουργείον, αντικαθίστα ο Πιπίνος Γαριβάλδης. Και ο συνταγματάρχης Ματθιόπουλος, βλέπων το επικίνδυνον της περαιτέρω αντιστάσεως, απέναντι τόσον καταπληκτικώς ανωτέρου υπό έποψιν αριθμητικήν εχθρού, εν συνεννοήσει με τους άλλους αρχηγούς διέτασσε την υποχώρησιν.
Ολίγον μετά μεσημβρίαν, οι Έλληνες ερυθροχίτωνες αποκομίζοντες τους τραυματίας των, κατήρχοντο βραδέως προς το χάνι Καμπέρ - Αγά, οπόθεν μετά της διλοχίας του τακτικού, ήτις εχρησίμευεν ως στήριγμα του πυροβολικού, κατήλθον εις το Λιάπι, όπου διενυκτέρευσαν, και την επομένην διηυθύνθησαν εις το Μέτσοβο.
 Η μάχη του Δρίσκου, καθ' ην 800 άνδρες, με τρία πυροβόλα και ολίγα πυρομαχικά, αντέστησαν κατά οκταπλασίων εχθρών μετά δέκα πυροβόλων και αφθόνων εφοδίων, αποτελεί μίαν των ωραιότερων σελίδων της ιστορίας των Γαριβαλδινών.

(Από το «Ημερολόγιον» του Σκόκου, του 1924)


Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

ΜΕΣΟΥΡΑΝΗΜΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΙΜΜΙΑ

(Από το ημερολόγιον του Λοχαγού Αεροπόρου Ν.Δ)

Ι
Είνε νύχτα. Τα λόγια του Ν. κι' η αναπνοές μας μονάχα ακούονται. Διηγείται :
—Μικρά Ασία !
—1921 !
—Ιούλιος ! Γενική προέλασις !
Ο στρατός μας φοβερός, ξαπολύει τους πλοκάμους του και αγκαλιάζει τη Κιουτάχεια, το Αφιόν Καρά Χισάρ, το Εσκί-Σεχίρ, πνίγοντας τον εχθρό που βρέθηκε εκεί !
Είναι η 5η πρωινή ώρα της 2ας Ιουλίου στο Αεροδρόμιον του Ούσάκ. Λαμβάνω διαταγή να πετάξω μαζύ με τον αείμνηστο υπολοχαγό Μάρακα για αναγνώρισι των Τουρκικών δυνάμεων που κρατούν άμυνα από τρεις μέρες τώρα νοτίως της Κιουτάχειας κ' εμποδίζουν τη προέλασι του στρατού μας, με εντολή να βομβαρδίσουμε κάθε συγκέντρωσι που θα βρίσκαμε.
Η ετοιμασίες μας γίνονται γρήγορα-γρήγορα !
Όλοι περίμεναν να μάθουν που σταμάτησαν  οι δικοί μας
και πόσοι είναι οι Τούρκοι. Από χθες δεν είχαμε νέα. Μπένουμε στο αεροπλάνο μας ! Δοκιμάζουμε τα πολυβόλα. Οι μπόμπες κουβαλιούνται μια-μια. Της βάζω κάτω από τα πόδια μου τέσσαρες μεγάλες και μια κάσσα από εξήντα μικρές. . .
Πετούμε τώρα δύο χιλιάδες μέτρα πάνω από τα απότομα βουνά της Κιουτάχιας. Όλα γυμνά, βράχοι, απαίσιοι ολόασπροι, φαράγγια αδιάβατα, μ' ένα δρόμο μεγάλο σαν φίδι  που περνά μέσα απ' αυτά οδηγώντας στη Κιουτάχεια, δρόμο που απ' όλες της μεριές μύρια χαρακώματα, κανόνια και πολυβόλα τουρκικά τον υπερασπίζουν στη διάβα των ιδικών μας ! Είναι η ώρα που ολόκληρο το Β'. Σώμα Στράτου ξεχύνεται απ' όλες της μεριές πάνω στα Τουρκικά χαρακώματα, μεσ' στα οποία γίνεται φοβερός αγών. Το πυροβολικό και από της δύο μεριές σκορπίζει φωτιά. Μέσα στη μαυρίλα των εκρήξεων, μέσα στης φλόγες, στη κόλασι αυτή, αδύνατο να ξεχωρίσουν οι δικοί μας από τους Τούρκους ! Τσολιάδες, φαντάροι, κανόνια, άλογα όλα μαζύ, πάνω στα αδιάβατα στενά του Ντερμπέν μια χάνονται μέσα στης εκρήξεις και μια φαίνονται ! Ένα τμήμα δικό μας πλάκωσε μια πυροβολαρχία Τουρκική και γίνεται ολόκληρη σφαγή ολόγυρα στα κανόνια. Από πάνω τρέχουν ενισχύσεις Τουρκικαί εις Φάλαγγας.
... Πετούμε πολύ χαμηλά τώρα. Δύο μπόμπες εκσφενδονίζοντες πάνω σε μία φάλαγγα ! Για μια στιγμή το παν είχε χαθή είχε σκεπαστή από σκόνη, πέτρες, φωτιά ! Σιγά- σιγά σηκώθηκε αυτός ο πέπλος και μια φρίκη ξεσκέπασε ! Σωρός άνθρωποι, άλογα, χίλια πράγματα σκορπιαμένα, κατεστραμένα ! Πουθενά πια φάλαγξ' σκόρπισαν, γεμάτοι τρόμο φεύγοντας απ' τη κόλασι αυτή ! . .
Ένα ύψωμα απότομο σαν μαχαίρι δίπλα στο δρόμο, βράχο που μόνο αετοί μπορούν να περνούν στης τρύπες του, γεμάτο από χαρακώματα αντιστέκεται σ' όλες της επιθέσεις των δικών μας με λύσσα·
Απ' της οβίδες που σκάζουν πάνω του μοιάζει με υφαίστειο που καίεται. Μια, γιγαντομαχία εκεί πάνω διεξάγεται. Οι τσολιάδες μας σε μια στιγμή το καβαλούν ! Οι Τούρκοι ξεχύνονται απ' τη πίσω πλαγιά να φύγουν ! Είναι αργά όμως ! Άλλο τμήμα δικό μας κατέλαβε το δρόμο και τα πολυβόλα του θερίζουν πια τη πλαγιά ! Ούτε ένας Τούρκος δεν έμεινε I Πειό πέρα γίνεται το ίδιο, οι Τούρκοι κλονίζονται και σε πολλά μέρη αρχίζουν να υποχωρούν ! . . . Τώρα πετούμε από 
πάνω από τον άλλο δρόμο  που από το Τζεντίς πηγαίνει στη Κιουτάχεια. Και εδώ οι Τούρκοι μέσα στα χαρακώματά τους προσπαθούν ν' αντισταθούν στη Μεραρχία μας που τους επιτίθεται .Σωροί , συγκεντρώσεις φαίνονται παντού! Μας μένουν ακόμη αρκετές βόμβες ! Η μια μετά την | άλλη σκορπίζονται πάνω από τα κεφάλια τους ! Ένας μαύρος καπνός, κι' ύστερα άνθρωποι και ζώα που τρέχουν γεμάτοι τρόμο εδώ κι' εκεί να κρυφθούν, αφίνοντας πίσω τους κορμιά κομματισμένα, φωτιά, συντρίμμια. Οι μπόμπες όμως τελειώνουν ! Μας μένει το πολυβόλο. Κατεβαίνουμε χαμηλότερα ακόμα κι' αρχίζει ο πολυβολισμός· Σε κάθε ριπή του πολυβόλου και τρεχάματα, τρόμος, διασκόρπισις !
Κανονιές όμως πυκνές αρχίζουν και σκάζουν ολόγυρα μας ! Στα φτερά του αεροπλάνου ακούονται αραιά οι σφαίρες που τα τρυπούν και μοιάζουν με χαλάζι ! Ένας κρότος δυνατός ξαφνικά ακούεται και βρίσκομαι σωριασμένος μέσα στο αεροπλάνο ! Το κάθισμα πάνω στο οποίο πατούσα για το πολυβολισμό των Τούρκων έχει θρυμματισθή από βλήμα ! Στα ρούχα μια σχισματιά στη πλάτη δείχνει το δρόμο του βλήματος ! Σηκώνουμε πάλι. Βρίσκομαι μέσα σε μια χαράδρα που κρίβει ένα σωρό Τούρκους που πυροβολούν. Με τι λύσσα ρίχνεται πάνω τους το πολυβόλο. Ζητεί εκδίκησι. Φωτιά βγαίνει από το στόμα του και σκορπίζει τη φρίκη, το τρόμο, το χάρο κάτω στη γη ! ...
. . . Μα· Θεέ μου ! Η μηχανή σταματά.. Το αεροπλάνο πέφτει. Η έλικα στρέφει λίγες στροφές ακόμη και σταματά σαν σταυρός, ακίνητος, απαίσιος, μαύρος, σαν να μας λέγη, εδώ θα σταυρωθήτε ! Ιδρώς τρέχει από το πρόσωπο μου. Η αναπνοή μου πιάνεται, μια γενική παραλυσία σ' όλο το σώμα ξεχύνεται και σαν σε όνειρο βλέπω τα μαρτύρια που θα υποστούμε από τους Τούρκους. Ένα ανατρίχιασμα, ένας τρόμος με διαπερνά στο όραμα των με καρφιά τρυπημένων ποδιών μου και ξαφνικά πετιούμαι γεμάτος θέλησι πια να μή πέσουμε στα χέρια των Τούρκων ζωντανοί. Μετά το νέκρωμα το ξαφνικό του μυαλού προς στον αναπέντεχο μαύρο κίνδυνο του σκοτωμού και  των μαρτυρίων, έρχεται τώρα η αντίδρασις' πως θα μπορέσουμε να πέσουμε κοντά στους δικούς μας.
Με μια ματιά διακρίνω κάτω στο βάθος τη γραμμή που κατέχουν οι δικοί μας. Λέγω στο σύντροφο μου που να στραφή και ποιο δρομολόγιο ν' ακολουθήση για να πέσουμε κοντά στους πρόποδας των βουνών που κατέχουν οι δικοί μας !
Το αεροπλάνο όλο και ζυγώνει στη γη! Και πόσο γρήγορα αλλοίμονο! Κυττάζω κάτω! Ένα κύμα τρόμου μου περνά όλο το κορμί ! Τούρκοι ιππείς τρέχουν προς το μέρος που πέφτουμε απ' όλες της μεριές για να μας πιάσουν !
Οι αναπνοές μας μονάχα ακούονται καθαρά μέσα σε κείνη την απέραντη ησυχία, σ' εκείνο το άψυχο χάος και μας τρομάζουν! Ρωτώ τον σύντροφο μου αν έχη πιστόλι. Όχι μ' απαντά. Του δίνω το δικό μου κι' εγώ κρατώ το πολυβόλο και το γεμίζω με τη τελευταία δεσμίδα. Σχίζω όλα τα συνθηματικά που είχα μαζύ μου σε μύρια κομματάκια και τα πετώ. Είμεθα πια έτοιμοι. Έχουμε την ελπίδα πως οι δικοί μας απ' τα υψώματα του Αϊστανάπ θα μας είδαν ότι πέφτουμε καθώς και τους Τούρκους που τρέχουν στη πεδιάδα κάτω μας και θα τρέξουν προς το μέρος που θα πέσουμε. Με λαχτάρα βλέπουμε να λιγοστεύη ολοένα η απόστασις απ' τους δικούς μας. Ο βορηάς μας λυπήθηκε κι' όλο και δυναμώνει και μας κυνηγά από πίσω·
Λίγο ακόμα μας μένει, θα φθάσουμε; θα μας προφθάσουν οι Τούρκοι ;  Να όμως η γραμμές  μας.Φαίνονται καθαρά .Θα σωθούμε.Μια φωνή διάτορη  τρυπά ξαφνικά  τα αυτιά μου. "Δέσου¨...

Ήταν αργά όμως ! Μονάχα ένα τρομερό κρότο σαν κεραυνό άκουσα , ένα τράνταγμα δυνατό και ύστερα σαν να γκρεμίζετο σπίτι που τόφαγαν οι φλόγες!
Σαν να ξυπνώ από όνειρο. Κυττάζω όλο γυρά μου για να καταλάβω που βρισκόμαστε. Δίπλα μου ένα σωρό φαντάροι δικοί μας. Θυμήθηκα όλα. Ο σύντροφος μου τρέχει και με φιλεί με δάκρυα' «έπαθες τίποτα ;» με ρωτά. Σηκώνουμε σιγά-σιγά! Δεν έχω τίποτα. Το κεφάλι μου μόνο είναι ματωμένο και το πόδι μου πονεί ! Μια χαρά με κατακλύζει που ξανάζησα, που βρίσκομαι μέσα στους δικούς μας, Βλέπω το αεροπλάνο. Έχει μπη μέσα σ' ένα βράχο κι' έχει γίνη συντρίμι όλο. Δεν έμεινε τίποτα !
Έπειτα από λίγο φύγαμε για το Ουσάκ, Στο χωριό Τσανβτίρ Χισσάρ σταματήσαμε το βράδυ-βράδυ για να ξενυχτήσουμε.
 
II
Το χωριό Τσαβντίρ Χισσάρ βρίσκεται δίπλα στο δημόσιο δρόμο Κιουταχείας-Ουσάκ. Σπίτια λιγοστά, όλα καμωμένα με τούβλα άψητα, χαμηλά, με μικρούς φεγγίτες φυλακής για παράθυρα. Όπως σ' όλα τα χωρία του εσωτερικού της Μ. Ασίας έτσι και σ' αυτό βασιλεύει η φτώχεια, η κακομοιριά και η πειό σιχαμερή ακαθαρσία.
Ένα ποτάμι το χωρίζει στη μέση με μια γέφυρα χονδρή. Είνε καμωμένη από χονδρότατα λευκά μάρμαρα αρχαία. Απ' εδώ και απ' εκεί της γέφυρας, στο ποτάμι μέσα και στης άκρες, πλήθος από γιγαντιαίες πλάκες μαρμάρινες με γράμματα αρχαία Ελληνικά. Πάνω σ' αυτά πλένουν οι Τουρκάλες. Στην άκρη του χωριού ένας δρόμος στενός με μάρμαρα και κολώνες οδηγούν σε μια άλλη Αθήνα. Για μια στιγμή δεν πίστευα τα μάτια μου. Η Αθήνα ήλθε εδώ ή το χωριουδάκι στην Αθήνα ; Και πως αυτός εδώ ο Παρθενών χτίστηκε ; Πότε και από ποιούς ; Ας τον ιδούμε όμως από κοντά.
Τα ερείπια που έχουμε μπρος μας είνε όμοια τελείως με τα του Παρθενώνος. Ο ίδιος ρυθμός, αι ίδιαι στήλαι. Στην ανατολική πλευρά σώζονται όρθιαι 10 στήλαι όμοιαι με τας του Ολυμπίου Διός. Η βορεία έχει μονάχα 5. Όλες η άλλες βρίσκονται γκρεμισμένες εδώ κι' εκεί. Εσωτερικώς σώζεται ολόκληρος ο Α και Β τοίχος του Ναού. Σε μια πλάκα του ναού βρίσκεται μια επιγραφή μισοσβυσμένη. Να, μερικά απ' όσα γράφει « Ο Άρχων των Πανελλήνων και ιερεύς του Θεού Αδριανού πανελληνί.... και αγωνοθέτης των μεγάλων πανελληνίων... Πανέλληνες τοις επί της Ασίας Έλλησι Χαίρειν. Ούλπιον Απολήϊον Εύρυκλέα τον Αιζανίτην... ..υπέρ αυτού και τη Πατρίδι . . .." Πανέλληνες ! Από χιλιάδες χρόνια γραμμένη!
Πόσο περήφανοι ήσαν εκείνοι .Εκεί που τα νομίζουμε βάθη της Μ. Ασίας δεν ήταν παρά ένας ναός των γενναίων Πανελλήνων.Πόσο μεγάλοι ήταν εκείνοι. Και χάσαμε τη πειό παληά μας πατρίδα.Ξαφνικά τα μάτια μας στρέφονται προς άλλο ένα θαύμα . Περί τα 300 μέτρα μακρυά και αντικρύ από το ναό αντικρύζουμε ένα θέατρο, το θέατρο του Ηρώδου του Αττικού των Αθηνών. Πηγαίνοντας προς την είσοδό του περνούμε από πλατύτερο δρόμο που απ' εδώ και απ' εκεί κλείεται από τείχη ψηλά με σβυσμένες επιγραφές σε διάστημα 100 μέτρων. Στο βάθος υψώνεται υπερύψηλος ο εμπρόσθιος τοίχος του θεάτρου, ο περισσότερον σε καλή κατάστασι, καμωμένος με ογκώδεις κοκκινωπές σκαλιστές πέτρες. Μοιάζει με φρούριο. Η είσοδος σώζεται ακόμα, απλή με κιονόκρανα διάφορα. Μόλις την περάσει κανείς βρίσκεται προ ενός θεάτρου κατεστραμμένου που μονάχα της δεξιάς πλευράς σώζεται μια κερκίς με 16 σειράς.

Μα χωρούσε περί τας 10.000 κόσμο. Παντού πεταγμένα κρημνισμένα μάρμαρα , στήλαι, κιονόκρανα. Πίσω από το θέατρο δύο αγάλματα πεταγμένα ολοκάθαρα , δυο θεότητες, δυο Αφροδίτες.
Γεμάτοι ευλάβεια μπρος στα λείψανα αυτά των προγόνων μας που εδώ έζησαν και πέθαναν, που αυτή τη στιγμή μας έβλεπαν ελευθερωτάς των ιερών των , των τάφων των , των οίκων των , γυρίσαμε πάλι προς το ναό. Κάτι μας τραβούσε προς τα εκεί , κάποιο μυστήριο.
Ο ήλιος έχει βασιλέψη πια. Μια σκιά αρχίζει να ξαπλώνεται παντού, ένας πέπλος σκεπάζει τα πάντα και ο ναός φαίνεται να ξαναβρίσκη τη λαμπρότητά του. Μπροστά στα πόδια μας και κάτω από το Ναό ένα ολόμαυρο σπήλαιο σαν τάφος ανοίγει το στόμα του. Το μάτι μας αδυνατεί να σχίση τα πυκνά σκότη που βασιλεύουν εκεί μέσα και που φαίνονται σαν να κρύβουν στα σπλάχνα των κάποιο φοβερό, τρομερό δράμα. Άθελα μας σηκωνόμεθα και τα βήματα μας ξεμακρύνουν ασυναίσθητα από κείνο το μέρος.
Δεν βγάζουμε μιλιά. Μονάχα κάποτε-κάποτε το σπήλαιο εκείνο σαν μαγνήτης τραβά τα μάτια μας , τα οποία όμως μόλις το αντικρύσουν κλείνουν από ένα ανεξήγητο τρόμο. Λίγα βήματα μας χωρίζουν από τα σπήτια.
Έξω απ' αυτά ένας γέρος με λίγα γένεια μας καλησπερίζει μόλις τον πλησιάσαμε. Αρχίζει και μας μιλεί ελληνικά με μια
βαθειά σιγαλή φωνή γεμάτη θρηνωδία, που προσπαθεί να την κάμη χαρωπή.
Ολόγυρα μας μεσ' στο σκοτάδι σηκώνονται τα σπίτια. Τα μισά είναι έρημα χαλάσματα, με αυλές χορταριασμένες. Μονάχα δεκοχτούρες και κουρούνες και μαυροπούλια έχουν εκεί μέσα της φωληές τους και αρχίζουν και βγάζουν τώρα με τη νύχτα κάτι στιγνές φωνές σαν θρηνωδία, σαν να φωνάζουν εκείνους που έφυγαν ή σαν να βρίσκωνται στη κηδεία τους.
Σ' αυτά κοντά ακολουθούν κι' οι κουκουβάγιες με το κλάμμα τους και μεταβάλοντα τώρα τα ολόμαυρα αυτά χαλάσματα σε κοιμητήριο με της μαύρες τρύπες, σαν στόματα σπαραγμένα που διηγούνται φοβερές φρικιαστικές ιστορίες.
Μέσα σ' αυτό το νεκροταφείο ο γέρος, μπάρμπ' Αντώνη τον λένε, με τη βαθειά σαν κλάμμα λυπητερή φωνή του, αρχίζει μια φρικτή ιστορία την Ιστορία του, τα βάσανα του.
«...Πέρασε πολύς καιρός από τότε...Ένας τρόμος μας κρατούσε όλους τους Έλληνας στο Τζεντίς. Από παντού ακούγαμε ότι γίνονται διωγμοί και σφαγαί εκ μέρους των Τούρκων. Το ένα χωριό καταστράφηκε από τα θεμέλια, το άλλο σφάγηκε όλο, κι' άλλο πως οι κάτοικοι του στέλλονται μέσα στα βάθη της Μ. Ασίας. Ποια τύχη να μας περιμένη και μας ; Μέρες και μέρες μέναμε κλεισμένοι μέσα στα αμπαρωμένα σπίτια μας. Και την αναπνοή μας ακόμη τη φοβόμαστε. Σαν να μην μας παραμόνευαν τα θηρία έξω από της πόρτες μας για να μας κατασπαράξουν στο πρώτο σημείο...Ή
ταν νύχτα ολόμαυρη, εκείνη τη βραδυά. Μια ησυχία παντού βασιλεύει. Μεγάλη Παρασκευή. Η γυναίκα μου γονατισμένη μπρος στο σταυρωμένον φαινόταν σαν ένας άγιος με τα βουρκωμένα μάτια γεμάτα αγωνία, τρόμο και παράκλησι πάνω στό Χριστό. Είμαι γονατισμένος δίπλα της. Χριστέ μου. Θα αναστηθής και για μας μια μέρα ;
Κάτι όμως σαν να ακούεται μακρυά μέσ' στη νύχτα. Σαν ένα μελίσσι που πλησιάζει σιγά-σιγά. Τί νάναι; Κάμουν λιτανεία οι Χριστιανοί που απέμειναν στο χωριό μου και μεις δεν το ξέρουμε; Βγάζουν το σταυρωμένο μας ; Θακούσουμε φέτος το «σήμερα κρεμάται επί ξύλου» για να ξεχάσουμε όλους μας τους πόνους, όλα μας τα βασανιστήρια στη σκλαβιά, όλα μας τα μαρτύρια, για να κλάψουμε βωβοί μπρος στο μαρτύριο του Χριστού μας ;
Μα όλο και πλησιάζει η βοή!
— Αντώνη τί νάναι; Ακούς είναι κλάμματα! Φοβούμαι !
—Όχι, όχι, δεν είναι τίποτε! Έτσι γελάστηκες.
— Μα να! Άκου Θεέ μου! Χριστέ μου! σώσε μας!
Προσπαθούσα να κρύψω το τρόμο που άρχισε και μου κυρίευε το σώμα, το νου μου όλο! Κλάμματα, ικεσίες, σπαρακτικές κραυγές , μια φρίκη ξαπλώθηκε γύρω μας. Χτυπήματα ξάφνου τρομακτικά αντηχούν στη πόρτα. Σε μια στιγμή ακούω να συντρίβεται σε χίλια κομμάτια ενώ ένας κατακλυσμός ξεχύνεται μέσα στο σπίτι. Ο Χασάν ! βγάζει μια σπαρακτική φωνή η γυναίκα μου και πέφτει λιπόθυμη αγκαλιάζοντας το σταυρωμένο.
Ο ολόμαυρος Χασάν, δαίμονας της κολάσεως σωστός, μ' αρπάζει από τα μαλλιά, σπάζει με μια κλοτσιά το παράθυρο και μέσα στην άφωνη φρίκη που μ' έπιασε, βρίσκομαι αναίσθητος σχεδόν μέσα στο κενό και γκρεμίζομαι πάνω στο πλήθος που περνά κάτω από το σπίτι μου. Ύστερα μ' είπαν πως ένα παιδάκι πέθανε από το χτύπημα. Το δυστυχισμένο δέχτηκε όλο μου το σώμα.
...Υπέφερα πολύ. Το ένα μου χέρι είχε τσακισθή. Το δεξί μου πόδι μόλις το έσερνα. Φρικτοί πόνοι σ' όλο μου το σώμα.
Έτρεχα, έτρεχα, κουτσά μέσα στο πλήθος για να μη μείνω πίσω. Τα θηρία που μας παρακολουθούσαν βασάνιζαν και σκότωναν όποιον έμενε λίγο πίσω. Ώρες μας γυρνούν μέσα στους δρόμους. Έχει ξημερώσει πια. Από όλα τα σπίτια μας ρίχνουν πέτρες, γλάστρες, ακαθαρισίες. Έναν-έναν μας ξεγυμνώνουν απ' ό,τι φορούμε και οι περισσότεροι μένουν μονάχα με το πουκάμισο τους. Όλοι στη συνοδεία είμαστε γέροι, γυναίκες και παιδιά. Γοερές κραυγές απ' όλων μας τα στόματα.Δεν ακούεται τίποτε άλλο από κλάμματα που μοιάζουν σαν ουρλιάσματα. Όλοι είμαστε σαν τρελλοί και τρέχουμε γρήγορα-γρήγορα, για να μη μας προφθαίνουν οι δήμιοι μας.
Έξω από το Τζεντίς στο δρόμο προς στη Κιουτάχια, προς τα βάθη της Ανατολής, προς το χάρο μας οδηγούν. Απ' τα κοντινά χωριά μαζεύονται χωριάτες στο δρόμο και μας χτυπούν με ξύλα, με μαχαίρια, με τσεκούρια. Ένας-ένας μένει στο δρόμο πληγωμένος ή σκοτωμένος και κει κομματιάζεται απ' τους χωριάτες ή απ' τους σκύλους. Είμαστε νηστικοί χωρίς νερό δυο μέρες, μέσα σε μια χαράδρα δίπλα στο δρόμο. Κάμαμε με τα χέρια τρύπες και κουλουριαζόμαστε μέσα τη νύχτα από το κρύο. Σάπια βαλανίδια που ήταν σκορπισμένα κάτω απ' της βαλανιδιές τα μαζέψαμε όλα και τα φάγαμε. Μας έφεραν όμως πολύ δίψα. Ένας τρελλάθηκε και σ΄ όλο το δρόμο ύστερα μας ακολουθούσε με ουρλιάσματα ολόγυμνος.
Τη νύχτα οι δήμιοι μας σκορπίζονταν μέσα στο κοπάδι μας και μέσα σε πνιγμένες φωνές, σε κλάμματα και ικεσίες άρπαζαν τα κορίτσια, μικρούλικα τόσα δα και της γυναίκες. Οι περισσότερες χανόταν για πάντα·
Τη δεύτερη μέρα μας βγάλανε στο δρόμο. Πολλά παιδάκια και γυναίκες μείνανε εκεί και με γοερές κραυγές μας παρακαλούσαν να τα σηκώσουμε και να τα πάρουμε μαζύ μας. Σε λίγο όταν ξεμακρύναμε έσβυσαν όλες αυτές οι φωνές. Δυο παιδάκια γυμνά σχεδόν, πιασμένα από το χέρι δεν ξεκολλούν από κοντά μου και με φωνάζουν «παππού» «παππού» χωρίς να λέγουν άλλο τίποτα. Σπάραζε η καρδιά μου μόλις τα αντίκρυζα ξεχνούσα όλους μου τους πόνους και τη κατάστασί μου και χονδρά δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου. Η γυναίκα μου τι νάγινε άρα γε ; Και το παιδί μου στο Ουσάκ ; Παιδί μου ! Κώστα μου !
Όταν βλέπαμε χωριό από μακρυά ένας τρόμος μας έπιανε. Τι βασανιστήρια είχαμε ακόμη να ιδούμε· Μα και μια επιθυμία όμως νοιώθαμε στη σκέψι, πως κάτι πεταμένο στο δρόμο θα βρίσκαμε για να φάμε. Μαλώναμε με τα σκυλιά για τα παληοκόκαλα και της ακαθαρσίες του δρόμου. Το πόδι μου είχε πρισθή και ακολουθούσα με τα χέρια και με τα πόδια. Μόλις έμενα λίγο πίσω έτρεχα σαν τρελλός κατόπιν κι' έπεφτα κοντά στη συνοδεία για να ξανασηκωθώ πάλι μόλις ξεμάκραινε. Δεν μπορούσα πια να τους ακολουθήσω. Η ιδέα μονάχα των βασανιστηρίων που θα τραβούσα μου έδινε λίγη δύναμι. Έτσι φτάσαμε κι' εδώ σ' αυτό το χωριό·
Με απαίσιες φωνές ένα πλήθος άγριο μας περίμενε έξω από το χωριό. Βρυσιές από μακρυά μας υποδέχονται κι' ύστερα ξύλα, σίδερα, πέτρες, γιαλιά. Το ένα από τα δυο τα παιδάκια ξεψυχά μπροστά μου με το κεφάλι του κομματιασμένο και το άλλο δεν κλαίει, μονάχα βλέπει το αδερφάκι του σαν να απορή κάτω από της πέτρες που δέχεται κι' αυτό.

Έναν γέρο που κρατιέται με τη γυναίκα μου τον αρπάζει ένας χωριάτης φωνάζοντας πως τον ξέρει, πως τον έχει κλέψη κάποτε και τον σέρνει μέσα στο χωρίο. Με σπαρακτικές φωνές τρία κοριτσάκια τρέχουν κοντά τους και φωνάζουν "πατέρα" "μητέρα" . Φρίκη φρίκη...
Έχω μείνη αναίσθητος σχεδόν ενώ το καραβάνι φεύγει προς το χάρο. Δεν μπορώ πια να βαδίσω. Καλύτερα να με σκοτώσουν , να πεθάνω γρήγορα. Με χτυπούν τα παιδιά του χωριού, μα δεν νοιώθω τίποτε, δεν καταλαβαίνω αν ζω. Σ΄αυτή τη κατάστασι με σήκωσε και με πήρε στο σπίτι του, σ' αυτό εδώ που καθώμαστε, ένας τσορπατζής του χωριού που ερχόταν τακτικά στο Τζεντις και έμενε στο σπήτι μου. Τον είχα γλυτώση σε ένα κυνήγι που κάναμε μαζύ πάνω στους Διδύμους από τους λύκους που τον είχαν ρίξη κάτω κομματιασμένο το χειμώνα του 98 ένα χρόνο ύστερα από το πόλεμο του 97.
Γρήγορα με συνέφερε με τις περιποιήσεις του, μ' έδωσε και έφαγα και μ' έβαλε σ' αυτό το δωμάτιο που έχουμε πάνω μας. Μέσα στην εξάντλησί μου έπεσα σαν αναίσθητος ξεχνώντας τους πόνους μου, όταν με τρόμο πήδησα πάνω, από φωνές και ουρλιάσματα φοβερά κάτω απ' το σπίτι. Θα ήρθαν να με πάρουν!..
Θεέ μου, θεέ μου, γιατί δεν πέθανα; Μαζεύθηκα στο φεγγίτη για μα ιδώ τις ύαινες αυτές , που δεν έχουν καρδιά, που δεν έχουν οίκτο. Έμεινα σαν αποσβολωμένος απ' τη φρίκη, απ' ό,τι είδα! Το αντρόγυνο που πήρε ο χωριάτης ,με τα δυο μονάχα τώρα κοριτσάκια , όλοι γυμνοί , με ξεσχισμένες σάρκες γεμάτοι αίμα , δέρονται και με σπρωξές, με γιουχαΐσματα, με φωνές οδηγούνται εκεί σ' εκείνο δα το σκοτεινό σπήλαιο και θάβονται ζωντανοί εκεί μέσα. Πέτρες χοντρές φέρονται και κλίνουν καλά την είσοδο· Κραυγές που θυμίζουν τη τρέλλα αντηχούν μέσα στο σπήλαιο, ενώ οι Τούρκοι γελώντας τραβιούνται μακρύτερα και κάθονται στα μεζάρια, ακούοντας μ' απόλαυσι την αγωνία των δυστυχισμένων.
Έρχεται η νύχτα και τα κλάμματα και οι σπαρακτικές φωνές ακούονται πειο καλά. «Νερό» «Νερό» και «μαμά» «μητερούλα». Βογγά ολόκληρο το μαύρο σπήλαιο. Προσπαθώ να μη ακούω, κλείνω τ' αυτιά μου αλλά μου έρχεται κάτι σαν τρέλλα και πάλι τα ξεσκεπάζω. Η ίδιες σπαρακτικές φωνές ξεσκίζουν τον αέρα· Η φωνές των παιδιών που ικετεύουν , που παρακαλούν , δεν μπορούν να συγκινήσουν τους δημίους αυτούς; Δεν είνε άνθρωποι ; Θηρία είνε ;
....Της πρωινές ώρες νέες πειό σπαρακτικές φωνές με συνεφέρουν απ' τη νέκρωση που μ' έχει καταλάβη. «Μητέρα, πατέρα, εδώ είμαι, είμαι εγώ, εγώ η Μαρία.» Είναι το μεγαλείτερο κορίτσι που είχε κρατήσει ο Τούρκος στο χαρέμι και που ξέφυγε απ' το δήμιο του !
Αρχίζει να γκρεμίζη της πέτρες απ' την είσοδο του σπηλαίου. Τρελλές φωνές ακούονται μέσα απ' αυτό που σπαράσσουν τη καρδιά. Δεν πέρασαν όμως λίγα λεπτά και σαν τίγρις φαίνεται ο Τούρκος που έκλεισε εκεί τους δυστυχισμένους κι' αρπάζει τη Μαρία και τη ξαπλώνει πάνω στης πέτρες. Μαζύ με δυο -τρεις άλλους τη δένει με σχοινί ολόρθη στο στύλο που είναι στην είσοδο του σπηλαίου.»
—Παγωμένοι απ' το τρόμο παρακολουθούμε το γέρο που με κομμένα λόγια εξακολουθεί μέσα σε κλάμματα και δάκρυα με
αγωνία και τρέμοντας...
«Τέσσαρες μικρές παραπονιάρικες φωνές γεμάτες κλάμμα, που μπορούσαν να τρελλάνουν και τον ποιο σκληρό άνθρωπο, αντηχούσαν στο σπήλαιο. Η Μαρία υστέρα από τη δεύτερη μέρα έπαυσε πια ν' απαντά στα κλάμματα των πατέρων της. «Μαρία μου» «κόρη μου» με σπαρακτική φωνή τη καλούσε η μητέρα της, «πού είσαι παιδί μου». Κι' ύστερα σαν να της ήρχετο τρέλλα έκλαιε, φώναζε, γελούσε. Φρίκη, φρίκη..
Τα μικρά πια δεν ακούονται. Δυστυχισμένα. Κακόμοιρα. Μονάχα αραιά βογγητά ,που δεν μοιάζουν με ανθρώπων, ακούονται σαν να κλαίη όλη η φύσις.
Και μια μέρα βγάλανε τέσσαρα κορμιά σκελετωμένα απ' το σπήλαιο οι Τούρκοι, έλυσαν και τη Μαρία απ' το στύλο μισοφαγωμένη απ' τα σκυλιά και όλα τα πέταξαν στο ποτάμι !
Πως δέν τρελλάθηκα Θεέ μου ! Πώς ζω ακόμα ;
—Όσο προχωρούσε η διήγησις τόσο και μας καταλάβαινε περισσότερος τρόμος. Με τα τελευταία λόγια του γέρου, που μόλις ξεχώριζαν μέσα στ' αναφυλλητά του, πεταχτήκαμε μακρυά από το μέρος εκείνο, γιατί μέσα στ' αυτιά μας ακούονταν τα βογγητά των πεθαμένων από τη πείνα. Μπροστά στη σπηλιά βλέπαμε τη Μαρία δεμένη με της σάρκες ξεσχισμένες απ' τα σκυλιά. Φρίκη. Φρίκη!
Κι' ένα «πλαφ», ακούμε υστέρα, όλα τα κορμιά μέσα στο ποτάμι. Κι' ένα γέλοιο απαίσιο, μαύρο γέλοιο, μας τρυπά τα αυτιά. Το γέλοιο των τούρκων πάνω απ' το ποτάμι.


III
Πάλι πέρασε καιρός από τότε. Καιρός μέσα στον οποίον αι σημαίαι μας περήφανες έφτασαν έξω απ' τη Κόκκινη Μηλιά.
Μια πρωινή του Σεπτεμβρίου του 1922.
Στη Μυτιλήνη!
Μέσα στη πρωινή παγωνιά ένα πλήθος γυμνών όντων που μοιάζουν ανθρώπους στιβαγμένους σ' όλη τη παραλιακή οδό της Μυτιλήνης !
Τουρτουρίζουν αυτοί οι σκελετοί. Χιλιάδες ! Γέροι, γυναίκες, κορίτσια !
Γλύτωσαν απ' τη καταστροφή. Οι πατεράδες, τ' αδέρφια, όλα σκοτωμένα απ' το Τούρκο! Δάκρυα γεμίζουν τα μάτια μου, αντικρύζοντας αυτό το αμίλητο κλάμμα, τον αμίλητο πόνο.
Ένα χέρι ξαφνικά με πιάνει. Στρέφω και βλέπω ένα γέρικο φάντασμα μπροστά μου ντυμένο με ράκη, με ματωμένα ξυπόλυτα πόδια. Μέσα στο βλέμμα του αναγνωρίζω τον μπάρμπ' Αντώνη, Πέφτουμε στην αγκαλιά ο ένας του άλλου.
—Πώς ήλθες εδώ; τον ρωτώ ύστερα από λίγο.
Άφωνος, με χονδρά δάκρυα στα μάτια ανοίγει το στόμα του.
Η γλώσσα του είνε κομμένη !
Του την έκοψαν οι Τούρκοι.
Και ξαναπέφτει στην αγκαλιά μου με αναφυλλητά.
Καταστροφή ! Φρίκη ! Σφαγή !
Δεν μας έμεινε τίποτε !...
Αλλά όχι. Μας μένει ένα. Ένα μονάχα !
Η εκδίκησις.
Η εκδίκησις για όλες της μυριάδες που αδίκως σφάγηκαν ή κάηκαν ζωντανοί.
Η εκδίκησις για της ατιμασμένες παρθένες ! Η εκδίκησις για τα καρφιά που μπήχτηκαν στα πόδια των αιχμαλώτων αδελφών μας !
Η εκδίκησις και μονάχα αυτή μας μένει·
(Τέλος)
 
 
 
 
 
 

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

ΟΙ ΓΑΛΛΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΕΝΑ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΨΕΜΑ

19 MARS 1962, repentance : les anciens combattants contre le mensonge historique
vendredi 26 octobre 2012 , par Garde Suisse
Le mercredi 17 octobre se tenait l’audition de représentants d’associations d’anciens combattants, dans le cadre du projet de loi de finances pour 2013. La plupart en ont profité pour protester contre le projet du Sénat de faire du 19 mars 1962 le jour commémoratif officiel de la fin de la guerre d’Algérie.

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ

ΤΟ ΠΟΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΑΓΓΛΟΥ ΚΡΟΦΟΡΝΤ ΠΡΆΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Η παράδοση των Τούρκων της Θεσσαλονίκης στον Κωνσταντίνο
Η παράδοση των Τούρκων της Θεσσαλονίκης στον Κωνσταντίνο

Το 1912 δεν ήταν… 2009. Τότε οι δημοσιογράφοι ήταν λίγο απ’ όλα. Πολύ περισσότερο όταν πήγαιναν σε καυτές περιοχές όπως τα Βαλκάνια τον Οκτώβριο του 1912. Στη δίνη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου ο Κρόφορντ Πράις, ο απεσταλμένος των “Times” του Λονδίνου ενημέρωνε τους αναγνώστες της εφημερίδας του, αλλά όπως φαίνεται ενημέρωνε και τους υπεύθυνους του Υπουργείου Εξωτερικών για τις εκελίξιες. Η έκθεσή του για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης δίνει τα γεγονότα από τη δική του σκοπιά. Η ματιά του ταυτίζεται με τη ματιά της αγγλικής πολιτικής εκείνη την εποχή. Από τις Βαλκανικές δυνάμεις στήριζε την Ελλάδα και μισούσε τη Βουλγαρία που ήταν δορυφόρος της Ρωσίας. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Πράις δεν πιάνει τη διαφωνία του Κωνσταντίνου με τον Βενιζέλο αν και έχει την πληροφορία. Έτσι κι αλλιώς η έκθεση είναι ένα σημαντικό ντοκουμέντο κι αξίζει τον κόπο να την διαβάσει κανείς…
Πόρισμα ερεύνης για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης
Υπό Κρόφορντ Πράις, ειδικού απεσταλμένου εφημερίδος «Times»
Το θέμα της Θεσσαλονίκης δημιούργησε ζωηρές αντιγνωμίες. Τα γεγονότα διαστράφηκαν με κακοβουλία και κακεντρέχεια. Θεώρησα καθήκον μου να επεκτείνω τις παρατηρήσεις μου με εξονυχιστική έρευνα. Κατά τη διάρκειά της κατάφερα να συγκεντρώσω πολλά έγγραφα. Πιστεύω ότι η αφήγησή μου είναι από κάθε άποψη αυθεντική.
Οι έξι μεραρχίες του ελληνικού στρατού πέρασαν τον ποταμό Αξιό την 25η Οκτωβρίου. Το αρχηγείο του εγκαταστάθηκε στο Τοψίν. Στις 4.30μμ ο διάδοχος Κωνσταντίνοςν ειδοποιήθηκε ότι ειδικό τρένο είχε φθάσει στο Τεκελί (όπου ήδη δύο τάγματα ευζώνων με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Κωνσταντινόπουλο, είχαν κάνει στάση). Το τρένο μετέφερε τους απεσταλμένους αντιπροσώπους με γράμμα του Ταχσίν Πασά, αρχιστρατήγου των τουρκικών στρατευμάτων τα οποία υπερασπίζονταν τη Θεσσαλονίκη.
Το γράμμα πληροφορούσε τον διάδοχο Κωνσταντίνο ότι οι πρόξενοι των Μεγάλων Δυνάμεων, μαζί με κάποιους Τούρκους αξιωματικούς, παρακαλούσαν τον επικεφαλής των ελληνικών στρατευμάτων να αναβάλλει την επίθεση στη Θεσσαλονίκη μέχρι την πραγματοποίηση αυτής της συνάντησης. Τον διάδοχο πίεσαν να δεχτεί την επιτροπή στο Τοψίν, οι πρόξενοι της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας και της Αυστρίας τους οποίους συνόδευε ο Τούρκος στρατηγός Σεφίκ Πασάς φρούραρχος της Θεσσαλονίκης.
Οι πρόξενοι δήλωσαν στην Α.Β υψηλότητα ότι ο Τούρκος αρχιστράτηγος ήταν διατεθειμένος να δεχθεί την αποφυγή κάθε στρατιωτικής επιχείρησης με τον όρο ότι θα του επιτραπεί να αποσυρθεί με τον στρατό του στο Καραμπουρνού, μέχρι να υπογραφεί η ειρήνη. Η αποδοχή αυτών των όρων θα έδινε στον ελληνικό στρατό το δικαίωμα να καταλάβει τη πόλη την επόμενη της 26ης Οκτωβρίου.
Ο διάδοχος Κωνσταντίνος απάντησε ότι καταλαβαίνει τον κίνδυνο τον οποίο διέτρεχε η πόλη της Θεσσαλονίκης και αυτή ήταν η επιθυμία του, αλλά πρώτος και κύριος στόχος του ήταν να νικήσει τον εχθρό και να επιμείνει στην παράδοση και αφοπλισμό του τουρκικού στρατού σε Θεσσαλονίκη και Καραμπουρνού.
Επιθυμία του ήταν να επιτρέψει στους Τούρκους αξιωματικούς να κρατήσουν τα ξίφη τους με την προϋπόθεση ότι θα του υποσχεθούν με το λόγο της στρατιωτικής τους τιμής ότι δεν θα συμμετάσχουν στο μέλλον σε επιχειρήσεις εναντίον των συμμαχικών στρατευμάτων.
Ο Τούρκος στρατηγός Σεφίκ Πασάς δήλωση ότι έπρεπε να συνεννοηθεί με τον αρχηγό του για την αποδοχή των όρων. Του δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 6 το πρωί της επόμενης μέρας, 26 Οκτωβρίου σε περίπτωση που δεν δινόταν ικανοποιητική απάντηση.
Στις 5 το πρωί της 26ης Οκτωβρίου ο Σεφίκ Πασάς επέστρεψε φέρνοντας την απάντηση του Ταχσίν Πασά, ο οποίος δεχόταν όλους τους όρους εκτός από την παράδοση του Καραμπουρνού και της διατήρησης υπό τα όπλα 5.000 ανδρών για τη προστασία των αόπλων αιχμαλώτων του.
Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε κάθε τροποποίηση των όρων. Οι Τούρκοι αντιπρόσωποι ζήτησαν νέα εξάωρη προθεσμία για να συνεννοηθούν και πάλι με τον Ταχσίν Πασά, αλλά δεν τους δόθηκε.
Ο Σεφίκ Πασάσς ειδοποιήθηκε ότι θα εκδοθεί αμέσως διαταγή άμεσης προέλασης για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης.
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 26 Οκτωβρίου 1912 ο συγκεντρωμένος έξω από τη Θεσσαλονίκη ελληνικός στρατός εγκατέλειψε τις θέσεις του και προχωρούσε προς τη πόλη. Η ταξιαρχία του ιππικού προχωρούσε προς τη Γιουβέσνα στο δρόμο προς τις Σέρρες με στόχο να ανακόψει τη τουρκική υποχώρηση. Η 2η μεραρχία με το στρατηγό Κολλάρη βάδιζε από το Βατελίκ σε Δρεμίγλάβα και Μπάλτζαν. Οι μεραρχίες 1η,3η και 7η περνούσαν τη γραμμή Αραπλή – Σαρτομιέρ-Μπουναρτζά και προχωρούσαν για να επιτεθούν στους Τούρκους στη γραμμή Λεμπέτ-Νταουτμπαλή-Γκραδμπίορ. Στις 2 το μεσημέρι ολόκληρος ο ελληνικός στρατός είχε αναπτυχθεί σε τάξη μάχης απέναντι στις εχθρικές θέσεις.
Στις 12.30 το μεσημέρι ο διάδοχος Κωνσταντίνος μαζί με το επιτελείο του ξεκίνησαν έφιπποι για να παρακολουθήσουν την προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων προς το Σιαμλί.
 

Ο στρατάρχης Ταχσίν Πασάς παραδίδει το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον Κωνσταντίνο
Ο στρατάρχης Ταχσίν Πασάς παραδίδει το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον Κωνσταντίνο

Στις 3 το μεσημέρι ενώ ο διάδοχος παρακολυθούσε τη προέλαση της 1ης και 7ης μεραρχίας έφθασε έφιππος ανθυπίλαρχος ο οποίος έφερε τη πληροφορία ότι στις 11 το πρωί η ελληνική ταξιαρχία ιππικού συνάντησε μικτό σύνταγμα ιππικού από βουλγάρους και Σέρβους σε απόσταση 32 χλμ ΒΔ της Θεσσαλονίκης. Την ακολουθούσε σε απόσταση τριών ωρών (12-15 χλμ) μικτή ταξιαρχία. Πίσω από αυτή σε απόσταση πάλι τριών ωρών ακολουθούσε μία μεραρχία ως οπισθοφυλακή.
Το μικτό σύνταγμα είπε ότι θα διανυκτερεύσει στο Γκολόμπασι. Αυτή ήταν η πρώτη είδηση που έφθανε στο ελληνικό αρχηγείο για την προσέγγιση βουλγαρικής στρατιωτικής δύναμης.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΑΡΑΦΗΣ:ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΜΕΝΗ ΡΩΣΣΙΑ



Στις πρώτες συνεδριάσεις των συμμάχων στο Παρίσι για την κατάρτιση και υπογραφή των συνθηκών με τα νικημένα κράτη, αποφασίστηκε η εκστρατεία στη Ρωσσία, για την ανατροπή της μπολσεβίκικης επανάστασης και κανονίστηκε η αποστολή μιας στρατιάς 600.000 ανδρών στην οποία θα περιλαμβάνονταν και ενα ελληνικό Σώμα στρατού. Ορίστηκε σαν τέτοιο το Α' Σώμα στρατού με τις Μεραρχίες του, I, II και XIII. Το Σώμα στρατού υστέρα από την ανάληψη της αρχιστρατηγίας απ' το στρατηγό Παρασκευόπουλο, ανέλαβε ο στρατηγός Νίδερ Κωνστ. Ο προσωπάρχης συνταγματάρχης Οθωναίος Αλ. τοποθετήθηκε επιτελάρχης του Α' Σώματος στρατού και αντικαταστάθηκε από τον συνταγματάρχη πυροβολικού Μανέτα Θ. Ο πόλεμος είχε τελειώσει και αισθανόμουνα πως δεν είχα λάβει μέρος σ΄ αυτόν όσο έπρεπε σαν αξιωματικός, και αποφάσισα να ζητήσω να σταλώ στο 5ο σύνταγμα πεζικού Τρικάλων, της I Μεραρχίας, για να πάρω μέρος στην υπερπόντια εκστρατεία. Δεν σκέφθηκα καθόλου ότι θα πήγαινα σε μια εκστρατεία εναντίον ενός λαού που επανεστάτησε εναντίον  του καθυστερημένου σκληρού τσαρικού καθεστώτος, για να αποκτήσει τις ελευθερίες του, εγώ που είχα επαναστατήσει εναντίον του βασιληά Κωνσταντίνου, απλώς γιατί καταπάτησε το Σύνταγμα. Παρουσιάστηκα στον καινούργιο προσωπάρχη, και ζήτησα να τοποθετηθώ στο 5ο σύνταγμα. 'Εφερε αντιρρήσεις, γιατί ήμουν προσανατολισμένος στη δουλειά αυτή. Εξήγησα οτι ήθελα να πάω στην εκστρατεία αυτή, γιατί δεν έκανα αρκετή υπηρεσία μετώπου και στο τέλος δέχτηκε. Παράδωσα την υπηρεσία μου στο λοχαγό πυροβολικού Μπακιρτζή Ευριπίδη και στις. αρχές Δεκέμβρη έφυγα για την Καβάλα, όπου ήταν το στρατηγείο του Σώματος στρατού. Εκεί, παρά την επιμονή μου να πάω στο 5ο σύνταγμα πεζικού, ο στρατηγός Νίδερ με κράτησε στο επιτελείο του και μου ανέθεσε το ΙV γραφείο. Δεν είχα ιδέα απ' αυτή τη δουλειά, ούτε είχα κάνει άλλη φορά δουλειά επιτελείου. Έπρεπε να κανονίζω τις μεταφορές του στρατού, τόσο για τις άμεσες ανάγκες του, όσο και για την επιβίβαση των τμημάτων που έφευγαν για τη Ρωσσία από το λιμάνι «Ελευθερές». Είχα στη διάθεση μου μια διμοιρία αυτοκινήτων Τylor  3 τόννων, 15 περίπου, μια διμοιρία FIAT , 1 1/2  τόννων, 20 περίπου, μια διμοιρία υγειον. αυτοκινήτων, και μια εφοδιοπομπή από 400—500 κάρρα δίτροχα. Ανάλογα με τον καιρό έρχονταν τρόφιμα και άλλα πράγματα στη Καβάλα με τη θάλασσα και στη Δράμα με το τραίνο. Οι μονάδες που έπρεπε να εφοδιάζονταν ήταν: 1) Μεραρχία Αρχιπελάγους στην περιοχή Δράμας. 2) Μεραρχία IV στην περιοχή Σαρή Σαμπαν 3) I Μεραρχία στην περιοχή Δοξάτου
4) XIII Μεραρχία στην περιοχή    Πράβι.
Οι δυο τελευταίες Μεραρχίες θα έφευγαν για τη Ρωσσία. Οι δρόμοι ήταν σε κακή κατάσταση και τα αυτοκίνητα διαρκώς χαλούσαν και κολλούσαν στη λάσπη. Ακόμα και το αυτοκίνητο του στρατηγού Νίδερ κόλλησε μια μέρα κοντά στους Φιλίππους και κατέβηκε και ο ίδιος να σπρώξει να το ξεκολλήσουν.

Το συνεργείο επισκευών ήταν σχεδόν σε πρωτόγονη κατάσταση. Έτσι, δεν ήταν δυνατόν να έχεις κανονισμένο τρόπο μεταφορών, αλλά έπρεπε κάθε μέρα, παίρνοντας υπ' όψει τις μεταφορές που έπρεπε να γίνουν, ιδιαίτερα από Καβάλα στη Δράμα και αντίθετα, να βρίσκονται τα αναγκαία μεταφορικά μέσα.........................







H XIII Μεραρχία άρχισε να φεύγει. Το 2ο σύνταγμα με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Nεόκοσμο Γρηγοριάδη, το 3ο σύνταγμα με τον αντισυνταγματάρχη Γ. Κονδύλη, και το 5/42 ευζώνων, με τον αντισυνταγματάρχη Ν. Πλαστήρα. Αφού έφυγαν τα συντάγματα, κατά το Μάρτη έφυγε και το 1ο κλιμάκιο του στρατηγείου με το στρατηγό Νίδερ, επιτελάρχη συνταγματάρχη Οθωναίο, ταγματάρχη Μελισσινό Παράσχο, Γιώτη Ξαβέριο, Βλυσμά Βασίλη, γενικό αρχίατρο Κουρτάκη, για την Οδησσό. Στη διοίκηση του Σ. στρατού αναπλήρωνε προσωρινά το Νίδερ ο διοικητής της I Μεραρχίας, συνταγματάρχης πυροβολικού, Ζαφειρίου Νικ. Σε λίγες μέρες φύγαμε και μεις απ' την Καβάλα και πήγαμε στο Πράβι, όπου εγκατασταθήκαμε προσωρινά. Επίσης όλες οι μονάδες που προορίζονταν για τη Ρωσσία, συγκεντρώθηκαν στην περιοχή Πράβι Ελευθερές. Στην περιοχή Δράμα Καβάλα έμειναν οι άλλες δυο Μεραρχίες που είχαν και την προκάλυψη. Οι αποστολές για τη Ρωσσία εξακολουθούσαν.
Μια μέρα παίζαμε μπριτζ στο σπίτι του ταγματάρχη Γ. Τσολάκογλου και ακούσαμε φωνές της σπιτονοικοκυράς του σπιτιού γιατί είχε πέσει η κόρη της στο πηγάδι. Τρέξαμε εκεί και ετοιμαζόμουν να κατεβώ στο πηγάδι όταν η νοικοκυρά φώναξε και μου λέει: «Μη, γιατί είναι βαθύ. Στάσου να σε δέσουμε». Δέθηκα απ' τις μασκάλες και κατέβηκα. Αυτή ήταν στην επιφάνεια και στήριζε τα πόδια και τα χέρια της στα τοιχώματα του πηγαδιού. Τέλος, την τράβηξα σιγά - σιγά και την έβγαλα. 'Ηταν 18 — 20 χρόνων και έπεσε στο πηγάδι για να γλυτώσει από τις γκρίνιες της μάνας της. Οι Βούλγαροι είχαν σκοτώσει τον πατέρα και τον αδελφό της και η μάνα τους από τη στενοχώρια γκρίνιαζε με τα κορίτσια. Δεν ξαναπήγα στο σπίτι αυτό γιατί ντρεπόμουνα.Το 1923 υπηρετούσα στην Καβάλα, στο επιτελείο του Β' Σ. στρατού, όταν ετοιμάζονταν ο στρατός του Έβρου, και μια μέρα πηγαίνοντας στον κινηματογράφο, κάθισα δίπλα σ έναν αξιωματικό πού ήταν εκεί με τη γυναίκα του και μιάν άλλη κυρία. Μου συνέστησαν την κυρία και αυτή γελούσε. «Δε με γνωρίζετε;» «Όχι». «Τόσο γρήγορα ξεχνάτε; Με βγάλατε από το πηγάδι στο Πράβι»., Είχε παντρευτεί πιά και ήταν ξαδέλφη του αξιωματικού. Τώρα ήταν ευχαριστημένη. Ύστερα απ' το Πάσχα αφήσαμε το Πράβι και κατεβήκαμε στις Ελευθερές. Δεν έμειναν πλέον για αποστολή παρά οι σχηματισμοί της XIII Μεραρχίας και η I Μεραρχία.

Έ
να πρωί, κατά τα τέλη Απρίλη, όπως κοιμόμουν στο αντίσκηνο μου, στην παραλία των «Ελευθερών» ακούω κάποιον που φώναξε: «Αξιωματικοί! αξιωματικοί!» Μέσα απ' το αντίσκηνο μου φώναξα τι θέλει. «Είμαι πλοίαρχος του «Αδριατικού». Έρχονται και άλλα καράβια. Πήραμε εντολή με τον ασύρματο να ξεφορτώσουμε στο πλησιέστερο λιμάνι και να πλεύσουμε εδώ να παραλάβουμε την I Μεραρχία». Σηκώθηκα, ντύθηκα, και είδα ένα - ένα να μπαίνουν στο λιμάνι τα καράβια καθώς και ο ελληνικός στόλος. Πήρα και τηλεγραφική διαταγή του Γενικού Στρατηγείου να επιβιβαστεί η I Μεραρχία. Δεν έλεγαν όμως που θα πάει. Ειδοποίησα την I Μεραρχία να κατέβει στο λιμάνι.
Έ
φτασαν στο λιμάνι ο συνταγματάρχης πυροβολικού Ζαφειρίου Ν.., διοικητής της Μεραρχίας, ο συνταγματάρχης πεζικού, Τσερούλης Χαρ., διοικητής μεραρχιακού
πεζικού
και ο ταγματάρχης πεζικού
Σπανόπουλος Ανδρ. που ήρθε το πρωί από τη Θεσσαλονίκη με εντολή του Γενικού Στρατηγείου να παραλάβει επιτελάρχης της Μεραρχίας, και με ένα φάκελλο σφραγισμένο που θ΄ ανοίγονταν ύστερα απ το ξεκίνημα. Αμέσως το μυαλό μας πήγε πως η Μεραρχία δεν προορίζονταν για τη Ρωσσία, μα για κάπου αλλού, για τη Θράκη, την Τραπεζούντα ή την
Σμύρνη.
Κατέβηκα στο λιμάνι
για να κανονίσω την επιβίβαση. Στην προβλήτα μπορούσαν να φορτώσουν τρία βαπόρια μαζί. Ένα στο κεφαλάρι και ένα σε κάθε πλευρά. Είχα και δυο βοηθητικά τροχοφόρα με τα οποία φόρτωσα άλλο ένα βαπόρι. Μέσα σε 24 ώρες τέλειωσε η επιβίβαση όλης της Μεραρχίας μαζί με τα ζώα και το υλικό τους. Τα στρατηγείο επιβιβάστηκε στη «Συρία», ένα πολύ καλό βαπόρι, Το μεθεπόμενο πρωί 29 ή 30 Απρίλη τα καράβια έβγαιναν απ' το λιμάνι συνοδευόμενα απ' το στόλο. Τρέξαμε στους γύρω λόφους και παρακολουθούσαμε πως σχηματίζονταν η νηοπομπή. Κατά το μεσημέρι τα καράβια ξαναγύρισαν στο Λιμάνι. Ο μέραρχος είχε πάρει διαταγή ν' αναβάλει την αναχώρηση του για 24 ώρες. Το άλλο πρωί 30 Απρίλη ή 1 Μάη 1919, τα καράβια έβγαιναν πάλι και σχημάτισαν τη νηοπομπή. Όπως μάθαμε ύστερα, ο αγγλικός στόλος, που είχε έλθει έξω από το λιμάνι για να πάρει μέρος στη συνοδεία, τους είπε να γυρίσουν πίσω γιατί ακόμα δεν είχαν διαταγή και δεν μπορούσαν να λάβουν μέρος στή συνοδεία. Οι δικοί μας συνεννοήθηκαν με το γενικό στρατηγείο και ύστερα απάντησαν πως αυτοί πήραν τη διαταγή και θα τραβούσαν στη δουλειά τους, έστω και χωρίς τη συνοδεία τους. Οι  Άγγλοι ακολούθησαν σαν θεατές και στο δρόμο πήραν διαταγή να συνοδεύσουν και υποστηρίξουν την απόβαση στη Σμύρνη. Είχαμε μάθει πια πως η Μεραρχία προορίζονταν για τη Σμύρνη. Η χαρά όλων μας ήταν εξαιρετική μα σε μας έμενε η πίκρα πως δεν παίρναμε μέρος σ' αυτή την αποστολή, αλλά πηγαίναμε πολύ μακριά σε άλλο προορισμό, ξένο από μας.

Την 1 Μάη έφτασε στο λιμάνι το βαπόρι «Μέγας Πέτρος», 5.000 τόννων περίπου, και επιβιβάστηκε όλο το στρατηγείο του Σ. στρατού, με προορισμό την Οδησσό της Ρωσσίας. Ύστερα από 24 ώρες περίπου, φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη, όπου μείναμε 2—3 μέρες. Η συγκίνηση μα και η χαρά μας ήταν απερίγραπτη. Επισκεφθήκαμε την Αγιά Σοφιά και τα άλλα μέρη της Πόλης και γλεντήσαμε αρκετά, σε σημείο που όταν κινήσαμε να φύγουμε είμασταν απένταροι. Εκεί πήραμε διαταγή να πάμε στο Γαλάτσι της Ρουμανίας γιατί η εκστρατεία της Ουκρανίας, είχε εγκαταλειφθεί. Τις τρεις μέρες που μείναμε στήν Πόλη, διαρκώς στην παραλία που ήταν το καράβι, ήταν πολλοί Έλληνες, που δέν χόρταιναν να μας κυττάζουν και νά μας περιποιούνται, παρακολουθούσαν δε και τη μουσική του Σ. στρατού, που στο κατάστρωμα του καραβιού έπαιζε ελληνικά κομμάτια.Τη μέρα που κινήσαμε για τη «Μαύρη θάλασσα» ο κόσμος μας αποχαιρετούσε με τον τρόπο του ο καθένας. Η μουσική έπαιζε το εμβατήριο «Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά», ο κόσμος απ' την παραλία ζητωκραύγαζε, εκείνοι που ήταν στα βαποράκια συγκοινωνίας του Βοσπόρου κουνούσαν τα μαντήλια τους, από τα σπίτια, και από τις δυο μεριές του Βοσπόρου, κουνούσαν σημαίες ελληνικές και σεντόνια ακόμα. Το βαπόρι ακολουθούσαν και τα δελφίνια που συναγωνίζονταν μαζί του. Ήταν ένα εξαιρετικό θέαμα. Κυριολεκτικά τάχαμε χαμένα. Κατά το μεσημέρι όπως τρώγαμε στην τραπεζαρία του βαποριού ακούσαμε κάποιον πούπαιζε πιάνο, άλλά πολύ καλά. Ανεβήκαμε μα δεν βρήκαμε κανένα. Ο καπετάνιος ήταν Γάλλος, μα το πλήρωμα, σχεδόν στο σύνολο του ρωσσικό. Όπως μάθαμε, πιάνο έπαιζε ένας θερμαστής που πρωτύτερα ήταν αξιωματικός του τσαρικού στρατού. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, τρώγαμε πάντα νωρίς το μεσημέρι και το βράδυ. Ζητήσαμε ιδιαίτερα το βράδυ, να μας σερβίρουν λίγο αργότερα, αλλά πήραμε την απάντηση πως ήταν αδύνατο, γιατί το πλήρωμα τέλειωνε τη δουλειά του και δεν σερβίριζε αργότερα. Ένα πρωί ξημερώσαμε στο λιμάνι της Κωνστάντζας, όπου μείναμε 2 μέρες. Βγήκαμε έξω, γυρίσαμε την πόλη, είδαμε τα κέντρα της, το άγαλμα του Ρωμαίου ποιητή Οβίδιου που πέθανε εκεί εξόριστος και βρήκαμε κει και το 2ο σύνταγμα πεζικού που είχε μεταφερθεί από την Κριμαία, στη Σεβαστούπολη. Συνάντησα τον αντισυνταγματάρχη Γρηγοριάδη, λοχαγούς Φλούλη, Φιωτάκη και άλλους γνωστούς και έμαθα μερικά απ' τη ζωή τους και τις μάχες τους, ιδιαίτερα απ' το Φλούλη. Είχαν μερικές συγκρούσεις με τους μπολσεβίκους έξω από τη Σεβαστούπολη, αλλά όχι πολλά πράγματα. Ο πληθυσμός ήταν κατά μέγα μέρος εχθρικός. Ένα βράδυ, ήταν καλεσμένοι στο μέγαρο του ρώσσου ναυάρχου της περιοχής. Η πολυτέλεια σ' αυτό το μέγαρο, ήταν αφάνταστη. Η επίπλωση πολυτελέστατη, σαλόνια χορού, μουσικής, ζωγραφικής κλπ. Το σερβίρισμα πλουσιώτατο. Ο Φλούλης, όταν μπήκε στο σαλόνι χαιρέτησε την οικοδέσποινα απλά, μα του υπέδειξαν να φιλήσει το χέρι της. «Το χέρι της μάλιστα, αλλά όχι το γάντι!» απάντησε με ευστροφία γιατί αυτή φορούσε γάντια. Την άλλη μέρα όπως παρακολουθούσε ένα μαγαζί με χρυσαφικά που είχε διαρπαγεί και με πρόσκληση του στον κόσμο επιστρέφονταν τα διάφορα πράγματα, τον πλησιάζει μια ρωσίδα και του λέει: — Ξέρεις ρούσσικα; — Όχι. —- Ξέρεις γερμανικά; — Μάλιστα. —Έλα μαζί μου. Πήρε ένα δεκανέα μαζί του και την ακολούθησε. Όταν πέρασαν αρκετούς δρόμους σταμάτησαν μπροστά α ένα υπόγειο και κατέβηκαν. Κει μέσα ήταν ένα χαλασμένο τραπέζι, με δυο - τρεις παληές καρέκλες, ένα κομμάτι από σπασμένο καθρέφτη και σε μια γωνιά ένας μπόγος από ρούχα. — Βλέπεις, του λέει, τα χάλια μας. Εδώ μέσα κάθουμαι με τον άντρα μου και τα τρία παιδιά μου. Εδώ δεν υπάρχουν μέσες τάξεις, παρά μονάχα οι αρχοντάδες και μεις οι φτωχοί. Τί ήλθατε να κάνετε σεις εδώ και δεν μας αφήνετε νά κάνουμε τή δουλειά μας; Ο Φλούλης, που το προηγούμενο βράδυ είχε δει την πολυτέλεια και το πλούσιο τραπέζι του ναυάρχου, απάντησε. -— Έχετε δίκηο. Δεν έχουμε δουλειά εμεις εδώ. Θα φύγουμε και θα σας αφήσουμε μόνους στον τόπο σας. Στη Σεβαστούπολη, είχαν στασιάσει τα πληρώματα του γαλλικού στόλου, βγήκαν στην πόλη με κόκκινες σημαίες και ενώθηκαν με το ρωσικό λαό. Διατάχτηκαν να γυρίσουν στα πλοία, μα δεν υπάκουαν. Ο Γάλλος Φρούραρχος έδωκε εντολή στο Γρηγοριάδη να χτυπήσουν τα πληρώματα και να τα εξαναγκάσουν να μπουν στα πλοία. «Μάλιστα, απάντησε ο Γρηγοριάδης, αλλά θέλω γραπτή διαταγή για να μη μου λέτε ύστερα πως έκανα άσχημα κλπ.» Πήρε γραπτή διαταγή και εξανάγκασε τα πληρώματα να γυρίσουν στα πλοία. Το επεισόδιο αυτό,δημιούργησε κάποια ψυχρότητα ανάμεσα στους Γάλλους και στους δικούς μας, και όταν το σύνταγμα επιβιβάστηκε σε πλοίο με Γάλλο καπετάνιο να μεταφερθεί στην Κωνστάντζα, ο Γάλλος φέρθηκε άσχημα στο Γρηγοριάδη, σε σημείο που κείνος. θύμωσε, βρήκε Γαλαξειδιώτες και άλλους ναυτικούς ν΄ αναλάβουν τη διεύθυνση του καραβιού κι' έδωσε του καπετάνιου να καταλάβει πως θα τούπαιρνε την κυβέρνηση του καραβιού, κι΄ έτσι ησύχασαν και έφτασαν δίχως επεισόδιο στην Κωνστάντζα.Εκεί ήταν ένα γαλλικό σύνταγμα, και μια μέρα που οι Γάλλοι τσακώθηκαν με τους Ρουμάνους στρατιώτες, οι δικοί μας πήραν το μέρος των Ρουμάνων και ανάγκασαν τους Γάλλους ν' αποσυρθούν, γιατί δεν το χώνευαν μέσα στον τόπο τους οι άλλοι να κάνουν στους Ρουμάνους τον παληκαρά. Η διαγωγή του στρατού μας ήταν άμεμπτη. Τρίβαμε τα μάτια μας όταν βλέπαμε τις περιπολίες μας να περνούν με σοβαρότητα και με τάξη. Νομίζαμε πως άνηκαν σε κανένα άλλο στρατό. Αυτό δεν ήταν μονάχα στο 2ο σύνταγμα αλλά και στις άλλες μονάδες που είδαμε αργότερα στο Γαλάτσι και Βραϊλα. Δεν βλέπαμε τους στρατιώτες μας να γυρίζουν ξεκούμπωτοι και αφελείς και άτακτοι όπως μέσα στην Ελλάδα. Κάθε στρατιώτης καταλάβαινε πως ήταν σε ξένο τόπο και ήθελε ν' αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις για την πατρίδα του.Το απόγευμα της μέρας που φτάσαμε στην Κωνστάντζα, βγήκε η μουσική του Σ. στρατού στην πλατεία και έπαιξε διάφορα κομμάτια. Καθόμουνα στο ζαχαροπλαστείο της πλατείας με το συνταγματάρχη Διγενή, που διοικούσε το κλιμάκιο του στρατηγείου, και ήρθε ο Ρουμάνος φρούραρχος, ταγματάρχης Κοστίνι, και ζήτησε από το Διγενή αν ήταν δυνατόν η μουσική να παίξει κανένα ελληνικό κομμάτι. Στην πόλη υπήρχαν πολλοί Έλληνες και η γυναίκα του ακόμα ήταν Ελληνίδα και θα της έκανε μεγάλη χαρά. Ο Διγενής υποσχέθηκε την άλλη μέρα πως η μουσική θάπαιζε ελληνικά κομμάτια. Πραγματικά, το απόγευμα της επομένης, η μουσική, από την παραλία, ξεκίνησε για την πλατεία με το εμβατήριο «Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά». Όταν έφτασε στην πλατεία, οι μουσικοί τοποθέτησαν τ΄ αναλόγια τους και άρχισαν να παίζουν ελληνικά κομμάτια. Οι Έλληνες έκλεισαν τα μαγαζιά τους μόλις πήραν χαμπάρι, κατέβηκαν στην πλατεία και έστησαν το χορό αρχίζοντας με το τραγούδι «Κάτου στου Βάλτου τα χωριά».
-Πού βρέθηκαν εκείνοι οι Έλληνες; Μαζεύτηκαν χιλιάδες. Πολλοί ήταν έφεδροι του ελληνικού στρατού και μόλις απολύθηκαν γύρισαν στις οικογένειες τους. Όταν η μουσική τέλειωσε και κίνησε να φύγει πάλι με το ίδιο εμβατήριο, σχηματίστηκε μια φάλαγγα απ' τους εφέδρους και συνώδευσε τη μουσική τραγουδώντας το ίδιο εμβατήριο. Για μας, πρώτη - φορά βλέπαμε αυτό το πράγμα και δεν φανταζόμασταν πως ήταν στην Κωνστάντζα τόσοι Έλληνες και με τέτοιο ηθικό, ήταν μια ευχάριστη αποκάλυψη. Μα και οί Γάλλοι, που παρακολούθησαν όλοι τη σκηνή αυτή, τάχαν χαμένα. «Μα Ρουμανία είναι δω, έλεγαν, ή Ελλάδα!» Ύστερα από δυο μέρες ξαναπήραμε το βαπόρι και φύγαμε για το Γαλάτσι. Όταν μπήκαμε στο Δούναβη και περνούσαμε το Σουλινά σταματήσαμε λιγάκι για να πάρουμε τον πιλότο. Όλος ο κόσμος μαζεύτηκε και μας χαιρέταγε με κάθε τρόπο. Ακόμα και οι εργάτες που φόρτωναν τα καράβια σταμάτησαν τη δουλειά τους. Η πόλη αυτή είχε αρκετούς Έλληνες. Οι πιλότοι όλοι σχεδόν ήταν Έλληνες. Ανεβαίναμε το Δούναβη μέρα και παρακολουθούσαμε από το κατάστρωμα τη γύρω περιοχή. Το ποτάμι πήγαινε ευθεία γραμμή. Αυτό το κανάλι ήταν ο κύριος, κλάδος του Δούναβη. Δεν βλέπαμε πουθενά βουνά. Ο κάμπος σε μερικές μεριές, ήταν πλημμυρισμένος. Στο Γαλάτσι που φτάσαμε, βρήκαμε τη βάση Οδησσού, όπου βρήκα τον ταγματάρχη Τερτίκα, λοχαγό Παλλαντζά, ανθυπολοχαγό Σιάχο. Σε λίγες μέρες ήρθε από την περιοχή Βεσσαραβίας όπου έμεινε προσωρινά το 1ο κλιμάκιο του στρατηγείου του Σ. στρατού, κι' έτσι άρχισε πάλι η κανονική λειτουργία του σώματος. Στο Γαλάτσι μείναμε περίπου 25 μέρες. Είχε ένα ωραίο κήπο στο τέλος του δρόμου «στρατα ντομνιάσκα» καθώς και θέατρο. Σαν πόλη δεν ήταν άσχημη. Και κει βρήκαμε πολλούς Έλληνες.

 


Στη διάρκεια εορταστικής εκδήλωσης
στο Γαλάτσι.Από αριστερά :
Οι Στρατηγοί Nίδερ, D' Esperey ,
Stratilesco καιGraziani

 Κατά τα μέσα Μάη με το ποταμόπλοιο πήγαμε στη Βραϊλα μαζί με το στρατηγό Νίδερ και πολλούς αξιωματικούς. Στην εκκλησία της Βραϊλας, που είναι μια από τις μεγαλύτερες και ωραιότερες εκκλησίες της Ρουμανίας, γίνονταν δοξολογία για την κατάληψη της Σμύρνης. Ύστερα από τη δοξολογία, πήγαμε στο Ελλ. προξενείο, όπου έγινε δεξίωση. Σε μια αίθουσα ήταν αρκετός κόσμος, αξιωματικοί και πολίτες. Πρόσφερα τσιγάρα σε κείνους που ήταν γύρω μου. Μια Ελληνίδα κυρία, μου λέει. «Κύριε ταγματάρχα, γιατί δεν προσφέρετε και σε μένα τσιγάρο;» Ζήτησα συγγνώμη και της πρόσφερα αμέσως. Δέν φανταζόμουνα ότι κάπνιζε. Στην Ελλάδα κείνη την εποχή σπάνια κάπνιζαν γυναίκες.
Κάποια με ρώτησε αν είχαμε κουτσόβλαχους στή Θεσσαλία και  τι πράγμα ήταν. Της παρουσίασα το στρατιωτικό φαρμακοποιό Τελειώνη Στέλιο πούταν δίπλα μου και κατάγονταν απ' την περιοχή Ασπροποτάμου Θεσσαλίας. Μίλησε μαζί του και ύστερα μούπε «μα αυτοί δεν είναι ρουμανίζοντες, αλλά πραγματικοί Έλληνες». Τη βεβαίωσα πως τα λεπτά της ρουμανικής προπαγάνδας πήγαιναν χαμένα, γιατί, οι κουτσόβλαχοι είχαν ελληνική συνείδηση και στα λίγα ρουμανικά σχολεία στείλαν μερικοί τα παιδιά τους από συμφέρον, για τα οικονομικά πλεονεκτήματα που τους πρόσφεραν.


To βράδυ έμεινα σ' ένα πλούσιο ελληνικό σπίτι. Φαίνονταν ακόμα τα σημάδια της γερμανικής κατοχής. Ήταν λεηλατημένο. Πόμολο και κάθε είδους σιδερικό δεν υπήρχε στις πόρτες. Όλα τα χάλκινα και σιδερένια πράγματα είχαν αφαιρεθεί. Στη Ρουμανία είχαν μεταφερθεί όλες οι ελληνικές δυνάμεις που βρίσκονταν πρωτύτερα στην Ουκρανία. Οι δύο Μεραρχίες κρατούσαν το ρουμανικό μέτωπο της Βεσσαραβίας στον ποταμό Δνείστερο. Ρουμανικός στρατός είχε αρχίσει ν' ανασυγκροτείται μετά την αναχώρηση των Γερμανών αλλά δέν είχε τον απαιτούμενο εφοδιασμό για να συγκροτηθεί σε Μεραρχίες και αναλάβει το μέτωπο του Δνειστέρου. Οι υπηρεσίες του ήταν χάλια. Πολλές φορές Ρουμάνοι στρατιώτες έρχονταν και έπαιρναν συσσίτιο από τα δικά μας καζάνια. Η κλεψιά που γίνονταν σ' όλους τους κλάδους, και στο στρατό ακόμα, ήταν αφάνταστη. Τίποτα δεν γίνονταν χωρίς να πληρωθεί ο αρμόδιος υπάλληλος. Μια μέρα έφτασε κει κάποιος Έλληνας με μεγάλη ποσότητα κονιάκ. Η εισαγωγή απαγορεύονταν. Όπως μας έλεγε ο ίδιος, πήγε στο Βουκουρέστι, πλήρωσε ένα σεβαστό ποσό στον αρμόδιο ανώτατο υπάλληλο και τον υπουργό ακόμα και γύρισε με τη σχετική άδεια.

Οι Έλληνες της Ρουμανίας πήραν πολύ ηθικό και απέκτησαν υπερηφάνεια από την εμφάνιση του στρατού μας. Πρωτύτερα οι Ρουμάνοι τους κορόιδευαν σαν φτωχούς και γιδαρέους και τώρα έτριβαν τα μάτια τους. Τέτοια δε, εμπιστοσύνη είχαν αποκτήσει στο στρατό μας, ώστε οι κάτοικοι της Βεσσαραβίας, που δεν αγαπούσαν τους Ρουμάνους, έστειλαν υπόμνημα στη διάσκεψη της Ειρήνης και ζητούσαν ν' ανατεθεί η διοίκηση της Βεσσαραβίας στην Ελλάδα. Μου διηγήθηκαν, όταν παρέλαβα το II τάγμα του 5/42 συντάγματος ευζώνων, ο λοχαγός Γεωργούλιας Αλ. και άλλοι αξιωματικοί τα εξής δύο χαρακτηριστικά επεισόδια: Το στρατό που άφηνε την Ουκρανία και πέρασε στη Βεσσαραβία ακολουθούσαν πολλές οικογένειες πλουσίων και ευγενών Ρώσσων, κατά το πλείστον γυναίκες και παιδιά. 



Αναμνηστική φωτογραφία των ανδρών του Επιτελείου του Α Σ.Στρατού πάνω στην "Αμφιτρίτη" . Προορισμός του πλοίου η Σμύρνη.
Στο ρουμανικό έδαφος που έφτασαν έμειναν χωρίς τροφή και κρύωναν γιατί δεν είχαν ρούχα, κανένας δε από τους αρμοδίους Γάλλους ή Ρουμάνους δεν έδειξε ενδιαφέρον γι' αυτές. Τότε οι εύζωνοι ενός λόχου αυθόρμητα, χωρίς καμμιά υπόδειξη πρόσφεραν τις κουβέρτες τους και έμειναν με τους μανδύες τους. Επίσης πρόσφεραν μέρος από την τροφή τους.Όταν ο ρουμανικός στρατός άρχισε να παίρνει τον τομέα του Δνειστέρου, ένας λόχος επρόκειτο ν' αντικαταστήσει το λόχο του Γεωργούλια.
Πρώτα πήγε μια διμοιρία σκορπισμένη και κατ' αραιά διαστήματα. Ύστερα από κάμποση ώρα και σε αρκετό διάστημα η μία από την άλλη οι υπόλοιπες διμοιρίες. Ο οπλισμός και εξάρτηση ήταν σε χάλια, αφού οι Γερμανοί τους τάχαν πάρει όλα. Στο τέλος και με αμάξι έφτασε ο λοχαγός ντυμένος σα να πήγαινε σε χορό. Το μέρος που στάθηκε το αμάξι έως την πόρτα του σπιτιού που χρησίμευε για γραφείο του λόχου, είχε λάσπες, και για να μη λερώσει τις μπότες.του ο λοχαγός, τέσσαρες Ρουμάνοι στρατιώτες τον πήραν στά χέρια και τον μετέφεραν απ' το αμάξι στην πόρτα του γραφείου. Το θέαμα αυτό έκανε τη χειρότερη εντύπωση στους τσολιάδες, που σχολίαζαν το γεγονός περίπου με τα λόγια. «Να σου πετύχει λοχαγός! Εμάς οι αξιωματικοί μας προσέχουν και μας περιποιούνται και δε μας χρησιμοποιούν σα ζώα και πάλι δεν είμαστε ευχαριστημένοι». Η αλήθεια ήταν, πως οι Ρουμάνοι αξιωματικοί φέρονταν προς τους στρατιώτες σαν προς κατώτερα όντα και όχι όπως εμείς. Το ίδιο περίπου έγινε και στο 1ο πεζικό σύνταγμα, αλλά με ταγματάρχη Ρουμάνο. Πάντως, ο ελληνικός στρατός δε θάμενε για πολύ στη Ρουμανία, αλλά θα μεταφέρονταν στη Μ. Ασία γιατί οι Τούρκοι εκεί κήρυξαν επανάσταση υπό την αρχηγία του Μουσταφά Κεμάλ Πασά εναντίον των όρων της ανακωχής και των αποφάσεων των συμμάχων και άρχισαν ανταρτοπόλεμο κατά του ελληνικού στρατού στην περιοχή Σμύρνης.
Το στρατ. Σ. στρατού διατάχτηκε να φύγει για τη Σμύρνη και τη διοίκηση των δύο Μεραρχιών ως την αναχώρηση τους από τη Ρουμανία ν' αναλάβει ο αρχαιότερος μέραρχος.
Κατά τα τέλη Μάη επιβιβάστηκε όλο το στρατηγείο στο βαπόρι «Αμφιτρίτη» και έμειναν μόνο 2—3 αξιωματικοί του επιτελείου Σώμ. στρατού για να βοηθούν τη XIII Μεραρχία που ανέλαβε τη διοίκηση. Το βαπόρι αυτό ήταν άλλοτε βασιλική θαλαμηγός και ύστερα μεταβλήθηκε σε πλωτό νοσοκομείο.
Αφήσαμε τo Γαλάτσι, μπορεί κανείς να πει, με χαρά, γιατί πηγαίναμε στη Σμύρνη. Το ταξίδι δεν ήταν και τόσο καλό. Είχε μεγάλη τρικυμία μα και ομίχλη και ο καπετάν Γιάννης Σκούρτης που κυβερνούσε το καράβι παρ' ολίγο να μας πάει στην Τραπεζούντα. Αφού υποφέραμε αρκετά, μπήκαμε στο Βόσπορο και φτάσαμε στην Κων) πολη. Μείναμε λίγες ώρες και εξακολουθήσαμε το ταξίδι για τη Σμύρνη.