Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ: ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ 1919

Όλα αυτά επέρναγαν κινηματογραφικώς από (6) το νου μου, ήταν ένα παρελθόν περιπετειώδες και ιστορικόν, που το άφηνα τώρα πίσω μου. Και έφθανα εις το παρόν και προχωρούσε η σκέψι μου στο μέλλον, στη νέα περιπέτεια.
Εσκεπτόμην πως άφηνα ένα σύνταγμα εμπειροπόλεμο, που ήταν έργον των χειρών μου και επήγαινα να τεθώ επί κεφαλής ενός νέου συντάγματος για το οποίον αι πρώται εντυπώσεις μου εκ της γνωριμίας που έκαμα με αυτό προ δύο μηνών στο Σαρί-Σαμπάν (Χρυσούπολη) κάθε άλλο παρά ευχάριστες ήσαν. Ήταν σύνταγμα σχεδόν απόλεμο. Ήταν μεν για κάμποσο καιρό στον τομέα του Στρυμόνος, αλλ' ο τομεύς αυτός δεν παρουσίαζε δράσιν τινα, αφού καθ' όλον το διάστημα της υπηρεσίας του μετώπου είχε μόνον ένα τραυματία. Έπειτα ήταν σύνταγμα απ' άκρου εις άκρον φρονημάτων φανατικώς βασιλικών. Είχε ποτισθή με το δηλητήριον του μίσους κατά του καθεστώτος της Θεσσαλονίκης της Εθνικής Αμύνης. Αφού ένα μήνα προ της ανατροπής του Μακεδονικού Μετώπου και κατ' Αύγουστον 1918 είχαν προετοιμασθή όλα, ώστε να αυτομολήση ολόκληρος η μεραρχία (ΧΙΙΙ) προς τους Βουλγάρους και προς τον σκοπόν αυτόν απέστειλαν προς συνεννόησιν ως αυτόμολον τον έφεδρον υπολοχαγόν του συντάγματος Καρύδην[9]. Ένα τυχαίον γεγονός απέτρεψε την αυτομολίαν της XIII Μεραρχίας, πράξιν αποτροπαίαν και συγχρόνως καταστρεπτικήν διά τα εθνικά συμφέροντα, αφού μάλιστα θα εγίνετο εις τας παραμονάς του τέλους του Μεγάλου Πολέμου.
Εξ άλλου είχα πλείστα δεδομένα διά την πειθαρχίαν του συντάγματος αυτού η οποία ευρίσκετο εις οικτρόν σημείον. Το εξής γεγονός και μόνον είνε ικανόν να διαπίστωση περί τούτου.
Όταν τον Δεκέμβριον [10] έφθασα εις Σαρί-Σαμπάν με το 6ον Αρχιπελάγους διά να αντικαταστήσω το 5/42 Ευζώνων, εκλήθην το βράδυ εις γεύμα παρά του διοικητού του 5/42 εις το κατάλυμα του, οικίαν ευρισκομένην εις το κέντρον της πόλεως. Μετά το γεύμα και περί την 11ην νυκτερινήν ώραν ηκούσθησαν πολλοί πυροβολισμοί και φωνές έξωθεν της οικίας και εις τον κεντρικόν δρόμον της πόλεως. Έτρεξα αμέσως εις τον εξώστην και έρριξα δυνατές και απειλητικές φωνές εναντίον μιας ομάδος συμπλεκομένων ευζώνων και χωροφυλάκων τους οποίους μόλις κατώρθωνα να διακρίνω εις το πυκνόν σκότος της νυκτός. Με τες φωνές μου ετράπησαν εις φυγήν οι εύζωνοι και έμειναν επί τόπου οι χωροφύλακες εκφραζόμενοι δριμύτατα διά την επικρατούσαν απειθαρχίαν εις το σύνταγμα των ευζώνων. Έσπευσα αμέσως και κατέβηκα εις τον δρόμον. Είδα τους χωροφύλακας καταλασπωμένους ύστερα από την πάλην με τους ευζώνους και διασκορπισμένα ευζωνικά φάρια εις τη λάσπη και σφαγμένα αρνιά. Οι χωροφύλακες καταγανακτισμένοι μου διηγήθησαν πως ομάς ευζώνων είχε κόψει από ένα ποίμνιον περί τα 300 πρόβατα τα οποία από της προηγουμένης νυκτός είχαν οδηγήσει εις δασώδες μέρος. Οι ιδιοκτήται του ποιμνίου κατήγγειλαν το πράγμα εις την αστυνομίαν, η οποία έλαβε ανάλογα μέτρα διά την ανακάλυψιν των κλοπιμαίων. Ανεκάλυψεν ότι εύζωνοι είχαν προτείνει εις κάποιον κρεοπώλην τής πόλεως να του πωλήσουν τό βράδυ εκείνο περί τα τριάκοντα πρόβατα. Ο κρεοπώλης υποψιασθείς κλοπήν ανέφερε τό γεγονός εις την αστυνομίαν. Η αστυνομία είπε εις τον κρεοπώλην να δεχθή την πρότασιν των ευζώνων, ο οποίος κατόπιν τούτου συνεφώνησε περί την 11ην ώραν της νυκτός, όπως του τα φέρουν εις το κατάστημα του. Πράγματι η ομάς των ευζώνων μετέφερε επί των ώμων εσφαγμένα μερικά πρόβατα. Και την στιγμήν που έμπαιναν εις τό κατάστημα παρουσιάσθηκαν οι ενεδρεύοντες κάπου εκεί πλησίον χωροφύλακες. Οι εύζωνοι με τους χωροφύλακας ήλθαν στα χέρια και εκυλίοντο στες λάσπες παλαίοντες οι μεν να συλλάβουν τους δε, οι δε να αποδράσουν, εξ ου και ο θόρυβος και οι πυροβολισμοί που ηκούσαμεν από το μόλις 100 μέτρων απέχον κατάλυμα του συνταγματάρχου.
Μετά δε την αναχώρησιν του συντάγματος γενομένην ύστερα από 2-3 ημέρας, διέταξα ανακρίσεις αι οποίαι έφεραν εις φως πλήθος κλοπών και εκβιασμών εις βάρος του τουρκικού ιδίως πληθυσμού.
Το σύνταγμα λοιπόν αυτό επρόκειτο να παραλάβω και να το οδηγήσω εντός δύο ημερών εις την Ουκρανίαν!
Και από τας θλιβεράς αυτάς σκέψεις κατεχόμενος έφθασα εις τήν παραλίαν εις το μέσον του δρόμου μεταξύ Σαρί-Σαμπάν καί Καβάλλας.
Εις το αντίκρυσμα της θάλασσας τα μαύρα αυτά σύννεφα εξαφανίσθηκαν από τη σκέψι μου και ο νους μου με τα φτερά της φαντασίας επέταξε πέρα μακριά σε θαλασσινό ταξείδι, στο πέρασμα του Ελλησπόντου, στη Θάλασσα του Μαρμαρά, στη ξακουσμένη Πόλη, στα περίφημα στενά του Βοσπόρου, στη Μαύρη Θάλασσα, στην Οδησσό, στην Ουκρανία, στες απέραντες ρωσσικές στέπες με ένα στρατό ελληνικό και μπροστά να κυματίζη δοξασμένη η γαλανόλευκη σημαία τής πατρίδας.
Και ύστερα σαν όνειρο επέρασε μπροστά από τα μάτια μου όλη η ελληνική ιστορία με τες εικόνες των μεγάλων ιστορικών γεγονότων τριάντα αιώνων. Και επερνούσαν στη φαντασία μου, η Αργοναυτική Εκστρατεία, ο πόλεμος της Τροίας, αι μυριάδες των Περσών φεύγουσαι καταισχυμέναι μετά τον Μαραθώνα καί την Σαλαμίνα, η αδάμαστη Μακεδονική Φάλαγξ με τον ημίθεον Αλέξανδρον διαβαίνουσα τα Δαρδανελλια διά να κατακτήση την Ασίαν, ολόκληρη έπειτα η χορεία των μεγάλων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, οι επιδρομείς ύστερα Άβαροι, Σλάβοι, Σταυροφόροι, Τούρκοι και τέλος η πτώσις της Πόλης με τον ηρωικό θάνατο του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου.
Έτσι εβάδιζα καβάλα στο άλογο μου πλέοντας μέσα σε μια φανταστική ευτυχία περασμένων μεγαλείων, τα οποία μου εφαίνοντο τώρα, μετά διακοπήν 5 αιώνων, πως συνεχίζονται και πάλιν.
Αλλά από τα ονειροπολήματα αυτά μου απέσπασε ο θόρυβος του πλήθους. Είχα φθάσει πλέον εις την Καβάλλα.
Κατευθύνθηκα αμέσως στο Σώμα Στρατού. Παρουσιάσθηκα στον επιτελάρχη - ήταν ο συνταγματάρχης Οθωναίος. Τον ευχαρίστησα διότι συνετέλεσε να εγκριθή από το υπουργείο η αίτησις μου για την τοποθέτησί μου σε μονάδα που θα λάβη μέρος στην εκστρατεία της Ουκρανίας. Συζητήσαμε κατόπιν με εγκαρδιότητα - εγνωριζόμαστε από το 12 και 13 που υπηρετούσαμε μαζί στο ίδιο σύνταγμα, το 5ο Πεζικό Τρικάλων, - για τους δρόμους που ανοίγονται πλέον, για το ευρύ μέλλον της Ελλάδος. Ωραματιζόμεθα και οι δυο μίαν μεγάλην και ευτυχή Πατρίδα, η οποία σύντομα θα αντικαταστήση τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Εστηρίζαμεν όλα αυτά αφ' ενός μεν εις την πλήρη αποσύνθεσιν και διάλυσιν του τουρκικού κράτους, αφ' ετέρου δε εις την υποστήριξιν των συμμάχων, προς τους οποίους η συμμετοχή μας εις την εκστρατείαν της Ουκρανίας θα δημιουργήση υποχρεώσεις δια την Θράκην και την Μικράν Ασίαν. Ήταν η εποχή που επιστεύαμε ότι όσα συνελάμβανε η φαντασία μας ήταν δυνατόν και να πραγματοποιηθούν. Εζούσαμε σε μια ατμόσφαιρα απερίγραπτου αισιοδοξίας και η ψυχή μας ήταν πλημμυρισμένη από άφθαστη ευτυχία δια το μέλλον της πατρίδος. Και συγκεκινημένοι μέχρι δακρύων ειδικεύσαμε τη συζήτησι δια την εκστρατείαν της Ουκρανίας και τα ευτυχή αποτελέσματα που θα έχη δια την Ελλάδα.
Του εζήτησα κατόπιν να με συνδράμη εις τον πληρέστερον εφοδιασμόν του συντάγματος, την διοίκησιν του οποίου επρόκειτο να αναλάβω την επομένην. Μου υπεσχέθη απόλυτον την συνδρομήν.
Έπιασα το τηλέφωνο και εζήτησα τα γραφεία του συντάγματος στο Πράβι. Παρουσιάσθηκε ο υπασπιστής του συντάγματος υπολοχαγός Παπαθανασόπουλος, άγνωστος εις εμένα. Του εζήτησα να μου πη αμέσως τι ελλείψεις έχει το σύνταγμα και του έδωκα την πληροφορίαν ότι αύριον φθάνω διά να αναλάβω την διοίκησιν και ότι την άλλην ημέραν πρόκειται το σύνταγμα να αναχώρηση διά τας Ελευθεράς όπου θα επιβιβασθή διά την Οδησσόν. Μου απήντησεν ότι είνε αδύνατον να αναχωρήση τόσον σύντομα το σύνταγμα διότι στερείται και ιματισμού και υποδήσεως και κλινοσκεπασμάτων. Ότι ο αξιωματικός του εφοδιασμού ευρίσκεται από ημερών εις Καβάλλαν χωρίς να κατορθώση να εφοδιασθή με τα ζητηθέντα είδη. Εκάλεσα αμέσως τον αξιωματικόν του εφοδιασμού πλησίον μου, ενώ συγχρόνως διετάσσετο παρά του επιτελάρχου ο αρχηγός της επιμελητείας να παραδώση εντός της ημέρας , όλα τα είδη τα ζητηθέντα παρά του ευζωνικού συντάγματος, οπερ και εγένετο.
Καί ενώ παρελαμβάνοντο τα είδη, διετάσσετο συγχρόνως και επίταξις των των αναλόγων αραμπάδων διά την εντός της ημέρας μεταφοράν εις Πράβι.
Το απόγευμα εξεκίνησα διά το Πράβι αφού εβεβαιώθην ότι και η εφοδιοπομπή εξεκίνησε. Έφθασα ολίγον προ της δύσεως του ηλίου εις τα γραφεία του συντάγματος όπου ήσαν συγκεντρωμένοι οι αξιωματικοί.΄Ολοι πλην 3-4 μου ήσαν άγνωστοι. Ως εκ των φρονημάτων των δέν διέκειντο ευμενώς προς έναν αντισυνταγματάρχην της Αμύνης και διέκρινα εις τας φυσιογνωμίας των την δυσφορίαν των. Ούτε ήσαν καλώς διατεθειμένοι διά την εκστρατείαν της Ουκρανίας την οποίαν εθεώρουν τυχοδιωκτικήν επιχείρησιν.
Τους ωμίλησα με λίγα λόγια. Τους είπα πως έρχομαι να συνταυτίσω την τύχη μαζί τους σε μιαν υπερπόντιον εκστρατείαν, ότι θα προσπαθήσω να εκτελέσω το καθήκον μου πληρέστερον, όπως αξιώ και από αυτούς να εκτελέση έκαστος το καθήκον του. Ότι δια την Ελλάδα ανοίγονται δρόμοι ευρείς προς δράσιν και θα εξαρτηθή από την εθελοθυσίαν και την επιμονήν των στελεχών όπως η απόδοσις είνε όσον το δυνατόν μεγαλύτερα. Ότι η τύχη και το μέλλον της φυλής είνε στα χέρια μας. Ότι περιστάσεις ωσάν τας παρούσας σπανίως παρουσιάζονται εις τα έθνη, τας οποίας πρέπει να εκμεταλλευθώμεν κατά τον επωφελέστερον τρόπον. Τους είπα πως εννοώ να διοικήσω το σύνταγμα, ότι δεν λαμβάνω υπ' όψιν τα φρονήματα αλλά την ικανότητα και την αξίαν εκάστου• ότι τίποτε δεν θα μεταβάλω από την σύνθεσιν του συντάγματος και ότι έχω απόλυτον εμπιστοσύνην εις τον πατριωτισμόν των αξιωματικών, από τους οποίους εξαρτάται και η ανύψωσις του φρονήματος των οπλιτών. Τους έδωκα εν τέλει οδηγίας όπως εντός της νυκτός διανείμουν τα καταφθάνοντα την στιγμήν εκείνην είδη εις τους άνδρας και να είνε έτοιμοι διά την αύριον προς μεταστάθμευσιν εις τας Ελευθεράς.
Δεν ξέρω ποία υπήρξεν η εντύπωσις των αξιωματικών εκ της πρώτης μου αυτής εμφανίσεως. Καθ' όσον δε ηδυνάμην να μαντεύσω από τας φυσιογνωμίας των μάλλον έδειξαν αδιαφορίαν και εδέχθησαν ψυχρώς τα λεχθέντα [11].



Υποσημειώσεις:
 [9]Καρύδης και Παπαρρηγόπουλος προδότες.(Πρβ.Γ  . Βεντήρη, ο.π σ. 372-376 και 382-384)
[10] 1918
[11] Βασιλικοί αξιωματικοί μαθημένοι να παραδίδονται αμαχητί.














PAUL CARELL: ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΟΤΙ ΟΙ ΡΩΣΟΙ ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΤΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ;

Από τη Μόσχα μέχρι το Μινσκ η απόσταση είναι ακριβώς 680 χιλ. Και μέχρι το Mogilev, όπου ο Στρατηγός Pavlov, ο επικεφαλής Διοικητής του τομέα Bialistok, είχε την έδρα της τακτικής του διοίκησης είναι άλλα 490 χιλ. Μέχρι την ημέρα που ο Jeremenko δημοσίευσε τα απομνημονεύματά του, όλοι πίστευαν ότι ο Pavlov είχε αυτοκτονήσει με το όπλο του αφού πρώτα καθαιρέθηκε με διαταγή του Στάλιν από τον Στρατάρχη l Kulik. Ανέφεραν επίσης ότι ο ίδιος ο Kulik του είχε βάλει το όπλο πάνω στο γραφείο.

File:DmitryPavlov.jpg
Την άλλη μέρα, (1 Ιουλίου)
 ο Στρατηγός Δ. Γ. Παβλοφ
έφτασε στη Μόσχα.
Είχε αλλάξει τόσο στις 8
 μέρες του πολέμου, ώστε
με δυσκολία τον γνώρισα.
Την ίδια μέρα καθαιρέθηκε
από τη διοίκηση του μετώπου 
 και σε λίγο προσήχθη στο
στρατοδικείο. Μαζί του, με
πρόταση του Πολεμικού
Συμβουλίου του Δυτικού
Μετώπου, δικάστηκαν
ο αρχηγός του επιτελείου, 
στρατηγός Κλιμοφσκίχ , ο
αρχηγός της  υπηρεσίας
διαβιβάσεων, στρατηγός 
 Γκριγκόριεφ,  ο αρχηγός
του πυροβολικού  
στρατηγός Κλιτς και άλλοι
 στρατηγοί  του επιτελείου
του μετώπου.
(Γ.Κ. Ζούκωφ: Αναμνήσεις
 και στοχασμοί)

Ο Jeremenko δίνει μια διαφορετική εκδοχή της ιστορίας του Pavlov. Εξιστορεί πως έφτασε στο Γενικό Στρατηγείο του Pavlov στις 29 Ιουνίου, νωρίς το πρωί, την ώρα ακριβώς που ο Στρατηγός προγευμάτιζε στη σκηνή του . Ο . Pavlov εξεπλάγη από την επίσκεψη του Jeremenko, και τον υποδέχθηκε με ένα ύφος μάλλον καταθλιπτικό.«Πώς έγινε και ήρθες να μας βρεις σ΄αυτό το παλιότοπο;» Στη συνέχεια πρόσθεσε , δείχνοντας το στρωμένο τραπέζι  : « Ελάτε, να φάτε μια μπουκιά και να μου τα πείτε »..
Αλλά σταμάτησε τη φράση του στη μέση. Ένιωθε την ψύχρα που ξεπήδησε από τον Jeremenko. Αυτός δεν άνοιξε το στόμα του. Αντί να του απαντήσει ,έτεινε προς το Pavlov το μπλε φάκελο. Ο Pavlov διάβασε γρήγορα. Στη συνέχεια το πρόσωπό του πήρε μια σταχτιά απόχρωση.
«Κι εγώ, που πάω; » ρώτησε.
«Ο Λαϊκός Κομισάριος διέταξε να μεταβείτε στη Μόσχα. »
Ο Pavlov έγνεψε καταφατικά. Παρ όλα αυτά θέλησε να είναι ευγενής.
«Στ΄αλήθεια δεν θέλετε ένα φλιτζάνι τσάι; »
Ο Jeremenko κούνησε το κεφάλι του.
«Για μένα είναι πιο σημαντικό να ενημερωθώ σχετικά με τη κατάσταση του Μετώπου.»
 Ο Pavlov συνειδητοποίησε αμέσως την επίπληξη, και προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
«Η εχθρική επίθεση που εξαπολύθηκε αιφνιδιαστικά , βρήκε  τις μονάδες μου απροετοίμαστες. Δεν ήμασταν  έτοιμοι να αναλάβουμε δράση. Ένα μεγάλο μέρος των στρατευμάτων βρίσκονταν στα στρατόπεδα και στα πεδία των ασκήσεων . Οι στρατιώτες ζούσαν στη ρουτίνα της ειρηνικής περιόδου. Ο εχθρός μας βρήκε σ΄αυτή τη κατάσταση . Απλά διέσπασε και κατακερμάτισε τις γραμμές μας και κατέλαβε το Bobruisk και το Μινσκ. Κανείς δεν μας προειδοποίησε. Η διαταγή να τεθούν σε επιφυλακή οι μονάδες στα σύνορα έφθασε με υπερβολική καθυστέρηση. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο. »
«Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο .»
Αυτή είναι η μεγάλη δικαιολογία. Και ο Jeremenko, που στο υπόλοιπο του βιβλίου δεν είναι καθόλου ευνοϊκός απέναντι στο Pavlov γράφει σχετικά με το θέμα αυτό: «Και είχε δίκιο, τώρα ξέρουμε ότι είναι έτσι. Εάν η διαταγή να τεθούν σε επιφυλακή οι μονάδες των συνόρων είχε φθάσει έγκαιρα το θέμα θα είχε πάρει διαφορετική τροπή. »

Έτσι, τώρα ερχόμαστε στο κρίσιμο κάτω από την ιστορική άποψη ερώτημα : είναι αλήθεια ότι οι Ρώσοι αιφνιδιάστηκαν από τη γερμανική επίθεση , ότι δεν φαντάζονταν καθόλου αυτά που επρόκειτο να συμβούν , ότι ήσαν πεπεισμένοι απόλυτα για την ειρηνική ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ζούσαν.; Ήταν πραγματικά τόσο απροετοίμαστοι; Είναι αλήθεια ότι υποχώρησαν , αν και αριθμητικά ήσαν κατά πολύ ανώτεροι από τους Γερμανούς (μια άποψη διαδεδομένη ακόμη και σήμερα) σύμφωνα με τα προκαθορισμένα σχέδια υποχώρησης μέχρι το Ντον και τον Κάτω Βόλγα για να παρασύρουν τις γερμανικές στρατιές σε μια παγίδα ,να τις κυκλώσουν και να τις καταστρέψουν;

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

ΓΕΣ/ΔΙΣ Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

EΚΚΕΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΟΜΕΩΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ (29 ΜΑΪOY 1941).
198. Ο Ταξίαρχος Τσάπελλ, καίτοι διέθετεν αρχικώς πολύ ισχυροτέρας του εχθρού δυνάμεις, ετήρησε συνεχώς αμυντικήν στάσιν περιορισθείς εις την προσπάθειαν εξασφαλίσεως της κατοχής του αεροδρομίου και του λιμένος του Ηρακλείου. Κατόπιν όμως της συνεχούς ενισχύσεως του εχθρού , ανησυχών διά την τύχην των υπ’ αυτόν στρατευμάτων , απέστειλε την νύκτα της 26ης προς 27ην Μαίου σήμα μέσω Καίρου προς τον Στρατηγόν Φρέυμπεργκ , δι’ ου ανέφερεν ότι ο εχθρός εγκαθίστατο σταθερώς ιππαστί επί της αγούσης προς Νότον οδού (Ηράκλειον-Κνωσσός-Αρχάνες) , ότι αι προσγειώσεις των αλεξιπτωτιστών ελάμβανον χώραν εκτός των δυνατοτήτων αποκρούσεως τούτων , αι θέσεις του εδεσπόζοντο υπό εχθρικών στρατευμάτων , ευρισκομένων υψηλότερον και τα πυρομαχικά ήρχισαν εξαντλούμενα. Περαίνων εζήτει οδηγίας κατά πόσον θα έδει να επιτεθή και διανοίξη την προς Δυσμάς ή Νότον οδόν.
Το Γενικόν Στρατηγείον Μέσης Ανατολής , ηρώτησεν εάν το Τάγμα των Άρτζυλ και Σάττερλαντ είχε φθάσει εις την περιοχήν του τομέως, εάν ήτο δυνατόν να γίνη επίθεσις προς διάνοιξιν της οδού προς Τυμπάκι και εάν ο λιμήν Ηρακλείου ηδύνατο να χρησιμοποιηθή.O Τσάπελ ανέφερε καταφατικώς ως προς την δυνατότητα χρησιμοποιήσεως του λιμένος Ηρακλείου[1].
Το Γενικόν Στρατηγείον απήντησε δια της λέξεως «εκκένωσις» . Η εντολή αύτη δεν εκοινοποιήθη εις τα τμήματα την ημέραν ταύτην ΄αντιθέτως διετάχθη η εκτέλεσις επιθετικών κρούσεων , όπου παρουσιάζετο ευκαιρία προς τούτο.
Διά τα Ελληνικά τμήματα η 27η Μαίου διήλθεν εν ηρεμία των τμημάτων συνεχιζόντων την εγκατάστασίν των επί των νέων θέσεων με Σταθμόν Διοικήσεως του Διοικητού του ΙΙΙ Στρατιωτικού Διαμερίσματος εις Κάτω Αρχάνες . Τα τμήματα υπέφερον πολύ εκ της πείνης και ελλείψεως πυρομαχικών , και πολλοί άνδρες εκ των εντοπίων διέρρεον ως εκ τούτου εις τα χωρία των.
Τα Γερμανικά τμήματα αφ’ ετέρου συνεκεντρούντο εις τας θέσεις των προπαρασκευαζόμενα διά την τελικήν κατά του αεροδρομίου εξόρμησιν , ενώ η Γερμανική αεροπορία ανεφωδίαζε ταύτα εις πυρομαχικά και παντοειδή εφόδια. Αι εις Λόφον Αγίου Ηλία δυνάμεις του Ταγματάρχου Σουλτς ενισχύθησαν δι’ ενός ελαφρού πυροβόλου μετά των πυρομαχικών του , το οποίον εξεφορτώθη από εν Γιούγκερ 52 προσγειωθέν εις τον λόφον.
Κατά την ιδίαν ημέραν εν ακόμη τμήμα δυνάμεως τάγματος απεβιβάσθη εξ αεροπλάνων περί τις Γούρνες προς ενίσχυσιν των Γερμανικών δυνάμεων. Απεστάλησαν ταυτοχρόνως οδηγίαι ίνα την 28ην Μαΐου μετά προπαρασκευαστικόν από αέρος βομβαρδισμόν καταληφθή το αεροδρόμιον και διατηρηθή ελεύθερον διά τα Γερμανικά αεροσκάφη.
Ουδεμία πληροφορία είχε περιέλθει εις τους Γερμανούς περί της υπό των Βρεττανών επικειμένης εγκαταλείψεως της περιοχής. Ο Συνταγματάρχης Μπρόγερ, θεωρών ανεπαρκή τον μεσολαβούντα χρόνον ίνα περάτωση τας προπαρασκευάς του, εζήτησε να επιτεθή το εσπέρας της 29ης Μαΐου, όπερ και εγένετο αποδεκτόν.
Η 27η Μαΐου διέρρευσε, των Ελλήνων προσπαθούντων να ανασυγκροτηθώσι και ανεφοδιασθώσι προς συνέχισιν του αγώνος και των Γερμανών παρασκευαζομένων δια την τελικήν έπίθεσιν κατά του αεροδρομίου, ενώ η Βρεττανική Διοίκησις του τομέως προητοίμαζεν εν πάση μυστικότητι την εκκένωσιν.
199. Την πρωΐαν της 28ης Μαΐου, εν συγκεντρώσει των Διοικητών των μονάδων, πλην των Ελλήνων οίτινες έμεινον απληροφόρητοι μέχρι τέλους, ο Ταξίαρχος Τσάπελ εκοινοποίησε τας περί εκκενώσεως εκ του λιμένος Ηρακλείου εντολάς του, εν αις καθωρίζετο ότι πάντα τα τμήματα θα επεβιβάζοντο πλοίων κατά την επερχομένην νύκτα, ως και η σειρά και το δρομολόγιον κινήσεως των τμημάτων προς τον λιμένα διά την συγκέντρωσιν εις τον χώρον επιβιβάσεως. Καθωρίζοντο ομοίως τα ληπτέα μέτρα ασφαλείας, ως και αι αναγκαιούσαι καταστροφαί έργων και υλικού. Βάσει των εντολών τούτων, τα οχήματα ηχρηστεύθησαν και αι αποθήκαι κατεστράφησαν. Εκκρηκτικαί ύλαι ετοποθετήθησαν εις τας αποθήκας καυσίμων και πυρομαχικών, ρυθμισθείσαι όπως εκραγώσι την πρωΐαν της 29ης Μαΐου.
Συμφώνως προς το σχέδιον εκκενώσεως την 28ην Μαΐου, άμα τη επελεύσει του σκότους, ήρχισεν η κίνησις των τμημάτων προς τον κυματοθραύστην του λιμένος. Την 2330 κατέπλευσαν δύο καταδομικά και εξ άντιτορπιλλικά [2] διά την επιβίβασιν των τμημάτων. Τέσσαρα εκ των αντιτορπιλλικών εισήλθον ταυτοχρόνως εντός του λιμένος και παρέλαβον τα ήδη αναμένοντα τμήματα.
Ο ούτως απελευθερωθείς χώρος επί της προκυμαίας, κατελαμβάνετο υπό συνεχώς προσερχομένων τμημάτων, διασχιζόντων την πόλιν εις φάλαγγα κατ' άνδρα λόγω των ερειπίων άτινα επλήρουν τας οδούς. Περί την 0100 της 29-5-41, αι τελευταίαι θέσεις εγκατελείφθησαν, πλην μικρού αποσπάσματος ευρισκομένου εις την θέσιν Χουντέτσι, όπου είχεν ανεγερθή οδόφραγμα και του εις Κνωσσόν χειρουργείου εκστρατείας αποκλεισμένου υπό των Γερμανών, ως και των εις περιοχήν Μεσσαράς (Τυμπάκι, Άγιοι Δέκα) τμημάτων του Τάγματος Άρτζυλ και Σάτερλαντ.
Την 0300 της 29-5-41, η νοηπομπή απέπλευσεν προς Αφρικήν.«... Οι Έλληνες δεν έλαβον γνώσιν της επιβιβάσεως και της αποχωρήσεως, δεδομένου ότι η δράσις των Γερμανών εις την περιοχήν των, καθίστα αδύνατον την ασφαλή μετάδοσιν των διαταγών και εν πάση περιπτώσει τα πλοία δεν ήτο δυνατόν να μεταφέρουν περισσοτέρους άνδρας. Η απόφασις ίσως φανή σκληρά, όταν την εξετάση τις εξ αποστάσεως, αλλά δυσκόλως θ' αμφισβητηθή το γεγονός ότι η τυχόν απόπειρα της επιβιβάσεως των ημιεκπαιδευμένων Ελλήνων, δυνατόν να έθετεν εν κινδύνω ολόκληρον την λεπτήν ταύτην επιχείρησιν» [2].
200. Εις τας 28 Μαΐου, ο Διοικητής της Γερμανικής ομάδος Συνταγματάρχης Μπρόγερ, εξηκολούθησε τας προπαρασκευάς του διά την ισχυράν του επίθεσιν προς κατάληψιν του αεροδρομίου.
Η αεροπορία εβομβάρδιζε πλείστους κατωκημένους τόπους περί τον άξονα της οδού Ηρακλείου - Τυμπάκι, η δε οδός επολυβολείτο και επετηρείτο συνεχώς.
Την εσπέραν της ιδίας ημέρας, οι Γερμανοί αντελήφθησαν την κίνησιν ττλοίων ανοικτά της ακτής, πλην τούτο δεν φαίνεται ότι τους ενέβαλε εις σκέψιν τινά.
Ότε την πρωίαν της επομένης 29ης Μαίου, περίπολοι αναγνωρίσεως εκινήθησαν προς την Βρεττανικήν περίμετρον, αύται ευρέθησαν προ κενού, και ουδεμίαν αντίστασιν συνήντησαν, τόσον εις την περιοχήν της πόλεως όσον και προς το αεροδρόμιον. Τότε αι δυνάμεις του Μπρόγερ εκινήθησαν προς το αεροδρόμιο και το Ηράκλειον, άτινα και κατελήφθησαν άνευ αντιστάσεως τινός. Η Διοίκησις των Γερμανικών τμημάτων εγκατεστάθη εις τους στρατώνας του 43ου Συντάγμα¬τος Πεζικού.
201. Καθ' όλην την 28ην Μαΐου, τα Ελληνικά τμήματα παρέμεινον εις τας θέσεις των, εις ουδεμίαν προβαίνοντα ενέργειαν λόγω πλήρους αδυναμίας προς τούτο.
Το απόγευμα ο Υποστράτηγος Λιναρδάκης συνέταξε έγγραφον προς την Αγγλικήν Διοίκησιν, εις το οποίον εν συνεχεία προς προηγούμενα έγγραφα του περιέγραψε την ανάγκην ανεφοδιασμού εις τρόφιμα και πυρομαχικά. Το έγγραφον τούτο απεστάλη την επομένην εις το εις Αγίους Δέκα ευρισκόμενον τμήμα των Άρτζυλ και Σάτερλαντ, άνευ αποτελέσματος ως ήτο φυσικόν.
Κατά την νύκτα της 28ης προς 29ην Μαίου κατέφθανον εις Αρχάνες αξιωματικοί εκ της περιοχής Χανίων, οίτινες επληροφόρησαν περί της καταλήψεως του αεροδρομίου Χανίων και της Σούδας υπό των Γερμανών και της διαρροής των Βρεττανών προς Σφακιά. Την πρωΐαν δε της 29ης διεπιστώθη ότι και οι Βρεττανοί του τομέως Ηρακλείου είχον εκκενώσει διά νυκτός την περιοχήν.
202. Οι εις τα στρατόπεδα Χουδέτσι και 'Αγιον Θωμάν Ιταλοί αιχμάλωτοι διέρρεον ωθούμενοι υπό της πείνης και ελυμαίνοντο τα χωρία προς ανεύρεσιν τροφής.
«. . .Κατόπιν της ούτω διαμορφωθείσης καταστάσεως (εκθέτει ο Υποστράτηγος Λιναρδάκης) και λόγω της παντελούς ελλείψεως πυρομαχικών, συσκεφθείς μετά των ανωτέρων αξιωματικών εις τον Σταθμόν Διοικήσεως μου, απεφάσισα να ζητήσω ανακωχήν, αναθέσας εις τον Ταγματάρχην Τσαγκαράκην να μεταβή εις Ηράκλειον προς συνάντησιν του Διοικητού των Γερμανικών δυνάμεων. Η απόφασις αυτη επεβάλλετο και διά να παύσουν οι βομβαρδισμοί των χωρίων τα οποία εβομβαρδίζοντο συνεχώς επί δυο ημέρας». . . . [4]
Ο Ταγματάρχης Τσαγκαράκης μετά Γερμανομαθούς αξιωματικού, μετέβη εις τους στρατώνας τού 43ου Συντάγματος το απόγευμα της ιδίας ημέρας και παρουσιασθείς εις τον Συνταγματάρχην Μπρόγερ επρότεινε ανακωχήν υφ' ους όρους συνήφθη τοιαύτη διά τα στρατεύματα της ηπειρωτικής Ελλάδος. Ο Γερμανός Διοικητής απέρριψε την πρότασιν ταύτην και απήτησε την άνευ όρων παράδοσιν, άλλως θα εσυνεχίζοντο οι βομβαρδισμοί των χωρίων, και θα διέττασε το μηχανοκίνητον απόσπασμα Βίτμαν εκκίνησαν ήδη εκ Ρεθύμνου, ίνα κατευθυνθή εναντίον των Ελληνικών τμημάτων.
Κατόπιν τούτου, ο Έλλην Ταγματάρχης παρεκάλεσε να διαταχθή τουλάχιστον η κατάπαυσις των βομβαρδισμών των χωρίων, εφ' όσον ο Ελληνικός στρατός δεν εμάχετο πλέον. Είτα δε απεχώρησε συνοδευόμενος, υπό Γερμανού αξιωματικού, ίνα ούτος έλθη εις επαφήν μετά του Υποστρατήγου Λιναρδάκη και λάβη παρ' αυτού έγγραφον περί άνευ όρων παραδόσεως, δι' ην δεν είχεν εξουσιοδότησιν ο Τσαγκαράκης [5].
Μετά την επίδοσιν του περί παραδόσεως εγγράφου του Συνταγματάρχου Μπρόγερ εις τον Υποστράτηγον Λιναρδάκην, ούτος αποδεχθείς τούτο περί την 2215 εξέδωκε τας περί καταθέσεως και συγκεντρώσεως των όπλων διαταγάς του, πλην των φρουρούντων τους Ιταλούς αιχμαλώτους τμημάτων, μέχρι παραδόσεως τούτων εις τους Γερμανούς. Αι διαταγαί αύται απηυθύνοντο τόσον προς τα στρατιωτικά τμήματα, όσον και τας Αστυνομικάς αρχάς των νομών Ηρακλείου και Λασηθίου.
203. Την 30ην Μαίου, ο Υποστράτηγος Λιναρδάκης μετέβη εις τα γραφεία του 43ου Συντάγματος Πεζικού προς συνάντησιν του Διοικητού των Γερμανικών δυνάμεων και υπογραφήν της ανακωχής. Κατά την συνάντησιν ταύτην εζήτησε και πάλιν όπως εφαρμοσθώσι και δια τους εν Κρήτη οι όροι οι ισχύοντες και δια τους εν ηπειρωτική Ελλάδι αξιωματικούς, ως και την άμεσον κατάπαυσιν των βομβαρδισμών και την υπό την Γερμανικής Διοικήσεως ανάληψιν της διατροφής των Ελληνικών τμημάτων. Τα τμήματα ταύτα ανήρχοντο εις χιλίους περίπου εξ ηπειρωτικής Ελλάδος, κυρίως κατόπιν της αθρόας διαρροής των εντοπίων στρατιωτών προς τα χωρία των. Το απόγευμα της ιδίας ημέρας, το απόσπασμα Βίτμαν κινούμενον εκ Ρεθύμνου συνήντησεν εις Ηράκλειον τα τμήματα του Συνταγματάρχου Μπρόγερ, εκείθεν δε συνέχισαν την κίνησίν του έφθασε κατά τη νύκτα εις Ιεράπετραν, ένθα συνηντήθη μετά των Ιταλικών τμημάτων.
Την 31ην Μαΐου τα Ελληνικά τμήματα μετεστάθμευσαν εις Πεζά. Εκείθεν, την 1ην Ιουνίου, δύο λόχοι κατόπιν διαταγής της Γερμανικής Διοικήσεως μετεστάθμευσαν εις Ηράκλειον, η δε λοιπή δύναμις μετά τίνων αξιωματικών εις Μεσαράν.
Οι λοιποί αξιωματικοί παρέμειναν υπό επιτήρησιν εις Πεζά και Αρχάνες, οπόθεν την 9ην Ιουνίου μετήχθησαν δι' αυτοκινήτων εις το στρατόπεδον αιχμαλώτων Μάλεμε, και εις το τοιούτον Παιδικών εξοχών Χανίων. Απο της 20ης Ιουνίου μέχρι τέλους Νοεμβρίου, ήρχισε και συνετελέσθη τμηματική απόλυσις αξιωματικών και οπλιτών, μεταφερομένων εις ηπειρωτικήν Ελλάδα.
Εκ των διαρρευσάντων μετά του οπλισμού των οπλιτών και αξιωματικών ως και των ενόπλων ομάδων πολιτών, εσχηματίσθησαν βραδύτερον καθ' άπασαν την Κρήτην αι δυνάμεις αντιστάσεως, αίτινες διά των αγώνων των και των θυσιών των εβοήθησαν τον συμμαχικόν αγώνα, αλλά συγχρόνως προεκάλεσαν την μήνιν του κατακτητού, όστις επέβαλε σκληροτάτας κυρώσεις επί του αμάχου πληθυσμού της ηρωικής Μεγαλονήσου.
204. Μετά δεκαήμερον σκληρόν αγώνα, έληξεν η μάχη της Κρήτης, με πλήρη επικράτησιν, των Γερμανικών δυνάμεων. Δέον όμως να σημειωθή ενταύθα, ότι κατά τον δεκαήμερον αυτόν αγώνα, ήσαν τόσον σοβαραί αι απώλειαι του εκλεκτού Σώματος των αλεξιπτωτιστών, ώστε μέχρι πέρατος του πολέμου, οι Γερμανοί ουδέποτε ετόλμησαν να αναλάβουν τοιούτου είδους επιχείρησιν. Κατά διαταγήν του Χίτλερ, αι μονάδες Αλεξιπτωτιστών μετετράπησαν εις μονάδας κανονικού στρατού.

[1]"Greece, Crete, Syria" (Επίσημος Αυστραλιανή Ιστορία).Σελ. 290-291.
[2] Είχον σταλή τρία καταδρομικά, αλλά το εν εξ αυτών κατά τον πλουν, προσβληθέν υπό της Γερμανικής αεροπορίας και βληθέν διετάχθη να επιστρέψη εις Αλεξάνδρειαν.
[3] Επίσημος Αυστραλιανή Ιστορία. "Greece, Crete, Syria". Σελ. 291.
[4] Aρχείον ΔΙΣ/Φ. 674/Ζ/Ι. Σελ. 16.
[5] Αρχείον ΔΙΣ/Φ. 674/Ζ/Ι. Σελ. 10

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Β.Π ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ:-1945: TO ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ (12 — 29 Απριλίου 1941)

1. «Κατόπιν της τόσον ραγδαίως εξελισσομένης καταστάσεως, ο βασιλεύς εκάλεσε χθες τον Βρετανόν πρεσβευτήν και του εξέθεσε τας κατωτέρω απόψεις και αιτήματα της ελληνικής κυβερνήσεως, με την παράκλησιν όπως τεθούν αμέσως υπ΄ όψει της βρετανικής κυβερνήσεως, τύχουν δε όσον οίον τε τάχιστα λύσεως :
α) Εις περίπτωσιν καταλήψεως των Αθηνών, ο ελληνικός στόλος δεν δύναται να παραμείνη εις Σαλαμίνα, και δέον κατά συνέπειαν να καθορισθούν από τούδε αι βάσεις αυτού δια την ως άνω περίπτωσιν. Δια τούτο εξητάσθη το θέμα υπό συμβουλίου ναυάρχων, το οποίον, υπό την διαμορφουμένην εις την Ανατολικήν Μεσόγειον κατάστασιν, κρίνει ανεπιφυλάκτως ότι ο στόλος δεν δύναται να έχη άλλο ορμητήριον παρά την Αλεξάνδρειαν. Η Σούδα αποκλείεται λόγω των κινδύνων τους οποίους παρουσιάζει ο λιμήν ούτος. Επί πλέον είναι φυσικόν να έχη ο ελληνικός στόλος το αυτό ορμητήριον μετά του βρετανικού. Κανονιζομένου τούτου κατ' αρχήν, θα υπολείπεται να ρυθμισθή μεταξύ των δύο Επιτελείων ποία πλοία εκ του ελληνικού στόλου δύνανται να χρησιμοποιηθούν και ποίαι άλλαι βοηθητικαί μονάδες, άλλα στοιχεία και εφεδρικόν προσωπικόν δέον να συνοδεύσουν τον ελληνικόν στόλον εις Αλεξάνδρειαν.
β) Εις την Πελοπόννησον ευρίσκονται ήδη 40.000 άνδρες προς εκγύμνασιν. Υπό μίαν δυσμενή εξέλιξιν των πραγμάτων, ο στρατός ούτος δεν θα ηδύνατο να τερματίση εκεί την εκγύμνασίν του ούτως ώστε να χρησιμοποιηθή εις τον περαιτέρω αγώνα τον οποίον η Ελλάς είναι αποφασισμένη να συνέχιση παρά το πλευρόν της Μεγάλης Βρετανίας μέχρι της τελικής νίκης. Δεδομένου ότι η τοιαύτη εκγύμνασις δεν δύναται να συνεχισθή, ως ήδη διαμορφούται η κατάστασις, ούτε εις Κρήτην ούτε εις άλλην τινά ελληνικήν νήσον, προτείνομεν εις την Μεγάλην Βρετανίαν όπως ο στρατός ούτος μεταφερθή εις Κύπρον, ίνα, αφού συμπλήρωση εκεί την εκπαίδευσίν του, χρησιμοποιηθή όπου αι περαιτέρω ανάγκαι του πολέμου θα το απήτουν.
γ) Η εξέλιξις της καταστάσεως μας αναγκάζει να επανέλθωμεν επί της προτάσεως, την οποίαν είχαμεν κάμει εις τον Βρετανόν υπουργόν των Εξωτερικών [226] όπως θεωρηθή έστω και προσωρινώς εν τμήμα της Κύπρου ως ελληνικόν, ίνα ο βασιλεύς και η ελληνική κυβέρνησις, όταν υποχρεωθούν τυχόν να εγκαταλείψουν την ηπειρωτικήν Ελλάδα και δεν υπάρχη πλέον η αναγκαία ασφάλεια εις Κρήτην, μεταβούν ακολούθως εις Κύπρον, ίνα εκείθεν ασκή ο βασιλεύς βασιλικήν εξουσίαν.
Ο βασιλεύς δεν παρέλειψε να τονίση την μεγίστην σπουδαιότητα των ως άνω ζητημάτων και την ανάγκην αμέσου εξετάσεως αυτών, παρεκάλεσε δε τον Βρετανόν πρεσβευτήν όπως τύχη το τυχύτερον δυνατόν απαντήσεως της βρετανικής κυβερνήσεως. Ο Βρετανός πρεσβευτής κατενόησε πλήρως την σπουδαιότητα πάντων των ανωτέρω, και υπεσχέθη να τηλεγραφήση αμέσως εις την κυβέρνησίν του, συνηγόρων υπέρ των ημετέρων απόψεων. Παρακαλούμεν να ιδήτε και σεις προσωπικώς και επειγόντως τον πρωθυπουργόν και τον υπουργόν τών Εξωτερικών, να τονίσητε την σοβαρότητα της καταστάσεως ως αύτη εξελίσσεται κατόπιν των ατυχημάτων του γιουγκοσλαυϊκού στρατού, και να υποστηρίξητε τας απόψεις μας» [227].
2. «Ο πρωθυπουργός και ο υπουργός των Εξωτερικών είναι εκτός του Λονδίνου [228]. Επεκοινώνησα σήμερον με τον υφυπουργόν των Εξωτερικών, ο οποίος μου ανεκοίνωσε την σταλείσαν χθες προς τον εις Αθήνας Βρετανόν πρεσβευτήν απάντησιν :
α) Σύμφωνοι.
β) Όσον και αν είναι σκόπιμος η χρησιμοποίησις των υπό εκγύμνασιν 40.000 ανδρών, προτεραιότης δέον να δοθή εις τους γυμνασμένους, και εις περίπτωσιν δυσμενούς εξελίξεως θα ήτο μεγίστη η ανάγκη μεταγωγικών. Ευρίσκονται ήδη εις συνεννοήσεις με τον κυβερνήτην της Κύπρου, διότι δέον να εξετασθή η δυνατότης της εκεί εγκαταστάσεως και μέσων εφοδιασμού ενός τόσον μεγάλου αριθμού ανδρών. Επίσης εξετάζουν και από στρατιωτικής απόψεως το ζήτημα της ασφαλείας των.
γ) Έχουν υπ όψει τας συμφωνίας μετ΄ άλλων κρατών [229], κατά τας οποίας αι ξέναι κυβερνήσεις απολαύουν ετεροδικίας και ασκούν πλήρη εξουσίαν.
Απεκόμισα την εντύπωσιν ότι επί του τρίτου τούτου σημείου δεν φαίνονται ευδιάθετοι δι έστω και προσωρινήν αναγνώρισιν τμήματος της Κύπρου ως ελληνικού. Η απάντησις αύτη δέον να θεωρηθή προκαταρκτική, εν αναμονή του αποτελέσματος των συνεννοήσεων με τον κυβερνήτην της Κύπρου. Θα συναντήσω τον πρωθυπουργόν και τον υπουργόν των Εξωτερικών πιθανώς μεθαύριον» [230].
3. «Ο Βρετανός πρεσβευτής μου ανεκοίνωσεν ότι η κυβέρνησίς του συνεννοείται επειγόντως με την Κύπρον δι' ενδεχομένην εγκατάστασιν εκεί του βασιλέως και της κυβερνήσεως. Προσέθεσεν ότι η θέσις μας θα ήτο ομοία προς την των άλλων συμμαχικών κυβερνήσεων των εγκατεστημένων εις την Μεγάλην Βρετανίαν και ότι η κυβέρνησίς του δεν αντιμετωπίζει την μεταβίβασιν κυριαρχίας επί τμήματος της Κύπρου. Απήντησα ότι η απάντησις δεν μας ικανοποιεί. Ουδόλως επιδιώκομεν να επωφεληθώμεν του κρισίμου της στιγμής ίνα θέσωμεν ζήτημα Κύπρου, αλλά ζητούμεν μικρόν τμήμα αυτής ίνα ο βασιλεύς ασκή κυριαρχίαν από ελληνικού εδάφους. Εις περίπτωσιν αρνήσεως, ο βασιλεύς θα μεταβή εις ελληνικήν νήσον αδιαφορών δια τους κινδύνους. Ο πρεσβευτής υπεσχέθη να τηλεγραφήση υποστηρίζων. Ίδατε επειγόντως τον υπουργόν των Εξωτερικών και επιμείνατε». [231]
4. «Είδα προ ολίγου τον υπουργόν των Εξωτερικών [232], εις τον οποίον ανεκοίνωσα την απογοήτευσιν την οποίαν επροκάλεσεν η απάντησίς του και την απόφασιν του βασιλέως να μεταβή εν ανάγκη εις ελληνικήν νήσον, και παρεκάλεσα επιμόνως να αναθεωρηθή η απόφασις της βρετανικής κυβερνήσεως και να γίνη δεκτή η πρότασίς σας. Ο υπουργός μου απήντησεν ότι ελυπείτο πολύ διότι η απάντησίς του δεν εκρίθη ικανοποιητική και, αναφερόμενος εις τας προγενεστέρας συνομιλίας [233], μου είπεν ότι σας είχεν ήδη παραστήσει τας δυσχερείας της αποδοχής της προτάσεως σας. Προσέθεσεν ότι τίθεται εις λίαν στενόχωρον θέσιν διότι επιθυμία του είναι να πράξη παν το δυνατόν, θεωρεί δε την απόφασιν του βασιλέως λίαν παρακεκινδυνευμένην.
 Ο υπουργός μου είπεν ότι ουδέν εμπόδιον εβλεπεν εις την άσκησιν των δικαιωμάτων του βασιλέως κατά την ενδεχομένην εις Κύπρον παραμονήν αυτού, υπό τας ιδίας συνθηκας με τους εις Λονδίνον διαμένοντας ξένους αρχηγούς κρατών.
Επέμεινα εκ νέου ότι από απόψεως γοήτρου, εις τας παρούσας στιγμάς, ενεδείκνυτο μία χειρονομία από μέρους της κυβερνήσεως του. Ο υπουργός, προφανώς στενοχωρημένος, μου είπεν ότι δεν ηδύνατο να μου δώση απάντησιν πριν ή συνεννοηθή μετά του υπουργικού συμβουλίου, τo οποίον θα συνήρχετο την εσπέραν ταύτην και προ του οποίου θα έφερε το ζήτημα, αλλά μου ετόνισεν ότι δεν πρέπει να τρέφω αίσιοδοξίαν, διότι τo ζήτημα είναι λίαν πολύπλοκον και δυσχερές . Όσον αφορά την μεταφοράν των εις Πελοπόννησον αγυμνάστων, εις την οποίαν αποδίδουν σπουδαιότητα, εισηγήθη εάν δεν θα ήτο σκόπιμον να γίνη η μεταφορά εις Κρήτην και κατόπιν εκείθεν εις Κύπρον, τοιαύτην δε εισήγησιν σας διεβίβασαν και δια του εις Αθήνας Βρετανού πρεσβευτού. Υπεσχέθη να μου γνωρίση αύριον νεώτερα, κατόπιν του υπουργικού συμβουλίου» [234].
5. «Συμφώνως προς το χθεσινόν τηλεγράφημα μου, είδα σήμερον τον υπουργόν των Εξωτερικών. Δεν μετεβλήθη η άποψις αυτών επί του κυρίου σημείου. Αύριον θα μου επιδοθή σημείωμα περί της θέσεως των ενταύθα ξένων κυβερνήσεων» [235].
6. «Ηρώτησα σήμερον τον κοινοβουλευτικόν υφυπουργόν των Εξωτερικών περί των απόψεων της κυβερνήσεως του όσον αφορά την Κρήτην. Μου είπεν ότι απεβιβάσθη ήδη εκεί τμήμα βρετανικού στρατού και ότι θα δυνηθούν να την κρατήσουν. Εις παρατήρησίν μου ότι το ζήτημα της αεροπορικής αμύνης ήτο το προέχον, μου είπεν ότι θα καταβάλουν πάσαν δυνατήν προσπάθειαν προς τούτο. Ουδεμίαν έχω αμφιβολίαν ότι τοιαύτη είναι η επιθυμία των, δεν γνωρίζω όμως κατά πόσον θα δυνηθούν να την πραγματοποιήσουν. Περί Κύπρου δεν γίνεται πλέον λόγος, διότι η αεροπορική προστασία της θα ήτο έτι δυσχερεστέρα. Είχαν και έχουν πάντοτε υπ' όψει την Παλαιστίνην, αν η παραμονή εις Κρήτην καταστή απολύτως αδύνατος» [236].


Υποσημειώσεις:
[226] Την 31ην Μαρτίου 1941 εις Αθήνας, ίδε σημ. 182.
[227] Τηλεγράφημα εξ  Αθηνών της 12ης Απριλίου 1941 του Έλληνος πρωθυπουργού προς την πρεσβείαν Λονδίνου.
[228] Η 13η Απριλίου 1941 ήτο ημέρα Κυριακή. . .
[229] Προφανώς της Πολωνίας, Νορβηγίας, Ολλανδίας, Βελγίου, Λουξεμβούργου.
[230] ΙΙρεσβεία Λονδίνου, 13 "Απριλίου 1941. Τον υπουργόν των Εξωτερικών είδεν ο Έλλην πρεσβευτής την επαύριον, ίδε κατωτέρω.
[231] Τηλεγράφημα εξ Αθηνών της 13ης Απριλίου 1941 του Έλληνος πρωθυπουργού προς την πρεσβείαν Λονδίνου, διασταυρωθέν με το προηγούμενον.
[232] Ίδε σημ. 230.
[233] Ίδε σημ, 226.
[234] Πρεσβεία Λονδίνου, 14 Απριλίου 1941.
[235] Πρεσβεία Λονδίνου, 15 Απριλίου 1941.
[236] Πρεσβεία Λονδίνου, 29 Απριλίου 1941.











Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΣΕΒΙΛΛΗΣ

Τις τραγικές εκείνες μέρες, τη γραφική και, μερικές φορές μάλιστα, κωμική νότα την έδωσαν οι εξαιρετικές περιπέτειες που είχαν για θέατρο τους τη Σεβίλλη. Η λέξη «θέατρο» χρησιμοποιείται εδώ μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά.
Η πρωτεύουσα της Ανδαλουσίας είναι μια μεγάλη πόλη, η τρίτη της Ισπανίας. Είναι πυκνοκατοικημένη, δύσκολη, και γίνεται συχνά εστία επαναστατικών εκδηλώσεων. Οι συνωμότες είχαν εμπιστευθή την περιοχή στον στρατηγό Κέιπο ντε Λάνο.

Ο Γκονθάλο Κέιπο ντε Λάνο, ηλικίας τότε 60 χρονών, ήταν ένα παράξενο και πολύ γραφικό πρόσωπο. Στα νιάτα του είχε δουλέψει χτίστης, ήταν δημοκρατικός και διακρινόταν για το θάρρος, τον δυναμισμό του και τον τυχοδιωκτικό χαρακτήρα του. Επίσης, του άρεσαν οι φανφαρονισμοί, οι διασκεδάσεις, το κρασί. Στο Μαρόκο, είχε γίνει διάσημος με τις επελάσεις του ιππικού του. Ήταν ο τύπος του γενναίου αξιωματικού της Αφρικής.

Στη Σεβίλλη, ο Κέιπο ντε Λάνο δεν διέψευσε τη φήμη του. Κέρδισε το παιχνίδι, μ' ένα τόλμημα από κείνα που αξίζει να περάσουν στην Ιστορία.

Tο βράδυ της 17ης, έφτασε μ' ένα θαυμάσιο αυτοκίνητο, μια επίσημη «Ισπανοσουίζα» που, όπως καυχήθηκε αργότερα ,του είχε επιτρέψει να διανύση «τριάντα χιλιάδες χιλιόμετρα συνωμοσίας, με το πρόσχημα πως πήγαινε να επιθεωρήση τα τελωνεία». Δεν είχε μαζί του παρά τον σωφέρ και την ορντινάντσα του.

Το πρωί της 18ης Ιουλίου, παρουσιάζεται πρώτα στο Γενικό Αρχηγείο της επαρχίας. Εξ αιτίας της ζέστης, που ήταν αποπνικτική εκείνη την εποχή στη Σεβίλλη, βρίσκει τα γραφεία σχεδόν άδεια.

Εγκαθίσταται λοιπόν ήσυχα στο κτίριο. Έπειτα, καθώς δεν ερχόταν κανείς, αφήνει εκεί έναν ή δυο υπαξιωματικούς και μερικούς στρατιώτες, που έλαβαν εντολή να γνωστοποιήσουν σε όλους πως αυτός θα είναι στο εξής ο αρχηγός. Εκείνοι τον υπακούουν με εμπιστοσύνη, χωρίς άλλωστε να καταλαβαίνουν καλά καλά τι γίνεται.

Από εκεί, πηγαίνει στον στρατηγό που διοικούσε την πόλη. Τον βρίσκει στη θέση του και τον καλεί να συνταχθή με εξέγερση. Εκείνος διστάζει, βρίσκεται σε αμηχανία, δείχνει φανερά πως φοβάται να πάρη μιαν απόφαση προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση. Ο Κέιπο ντε Λάνο θέτει τέρμα στην αμφιταλάντευση του, δηλώνοντας του πως «πρέπει να θεωρή τον εαυτό του κρατούμενο». Παρακαλεί τον συνάδελφο του, που στο βάθος είναι ικανοποιημένος επειδή δεν χρειάστηκε να πάρη πρωτοβουλίες, να περάση στο διπλανό δωμάτιο. Επειδή ο διοικητής δεν είχε κλειδί, καλεί ένα δεκανέα, που μένει μ' ανοιχτό το στόμα μπροστά στην εκπληκτική αυτή σκηνή ανάμεσα σε δυο στρατηγούς. Ο Ντε Λάνο του δίνει διαταγή να σταθή μπροστά στην πόρτα του γραφείου και «να πυροβολήση εναντίον οποιουδήποτε θα επιχειρούσε να μπη ή να βγη από εκεί».

Κατόπιν, πάντα με τον μοναδικό υπασπιστή του, ο Ντε Λάνο φτάνει στο στρατώνα του πεζικού. Στην αυλή, βρίσκει τους άνδρες παρατεταγμένους στη γραμμή , με το όπλο στο χέρι .Ρωτά τον συνταγματάρχη τι συμβαίνει . Ο τελευταίος του απαντά πως αυτή η επιφυλακή " προοριζόταν για την υποστήριξη της κυβερνήσεως.". "Δεν ξέρεις τι σου γίνεται! " ουρλιάζει ο Κέιπο ντε Λάνο και προσθέτει , με το ίδιο θράσος, πως "τον καθαιρεί" και" του αφαιρεί αμέσως τη διοίκησή του".

Ο συνταγματάρχης , ασφαλώς ανακουφισμένος που απαλλάσσεται από μια επικίνδυνη ευθύνη , υποτάσσεται με κρυφή ικανοποίηση . Χωρίς να διαμαρτυρηθή , χωρίς να πη λέξη, χωρίς να ρωτήση το παραμικρό , αποσύρεται φρόνιμα, γυρίζει στο σπίτι του και κλειδώνεται εκεί , περιμένοντας να ξεκαθαριστούν αυτές οι πολύ δυσάρεστες ιστορίες.

Εξακολουθούσε να υπάρχη το ζήτημα , τι έπρεπε να γίνη μ' αυτά τα στρατεύματα που ήταν πάντα συγκεντρωμένα στην αυλή και που περίμεναν οδηγίες, εκφράζοντας παράπονα επειδή τα είχαν αφήσει μέσα στον καυτερό ήλιο. Ο Κέιπο ντε Λάνο δεν είχε κανένα για να του αναθέση τη διοίκησή τους . Βρίσκει λοιπόν έναν ασήμαντο λοχαγίσκο, του αναγγέλλει πως θα τον προβιβάση , σε ανώτερο βαθμό, και του εμπιστεύεται προσωρινά τη διοίκηση του συντάγματος. Εκείνος αναλαμβάνει αμέσως τα καινούργια του καθήκοντα. Ο Κέιπο ντε Λάνο είχε εξασφαλίσει την υποστήριξη του πεζικού της Σεβίλλης.

Στην πραγματικότητα, αυτό το πεζικό δεν είχε παρά 140 άνδρες. Ήταν λίγοι για να κρατήση κανείς υπό τον έλεγχο του μια πόλη 300.000 κατοίκων. Το τοπικό τμήμα της Φάλαγγας καλείται να προμηθέψη γρήγορα όσους οπαδούς μπορούσε να συγκεντρώση. Στις 11, έστειλε 15 πολύ νέους άνδρες .

Τους ενίσχυσαν και με καμμιά σαρανταριά υπαλλήλους των υπηρεσιών της επιμελητείας. Βέβαια, δεν ήταν πολύ εμπειροπόλεμοι , μα τουλάχιστο φορούσαν στολή. Από κάποια απόσταση μπορούσε κανείς να τους πάρη για στρατιώτες.

Ευτυχώς , οι προλεταριακές μάζες δεν είχαν ακόμα εκδηλώσει την παρουσία τους. Βρίσκονταν πάντα στα εργοστάσια, απασχολημένες με ατέλειωτες συζητήσεις. Σε λίγο όμως θα ήταν μεσημέρι, κι οι εργάτες δεν θ' αργούσαν να βγουν από τους τόπους της εργασίας τους.

Με μια τελευταία τυχοδιωκτική ενέργεια, ο Κέιπο ντε Λάνο πετυχαίνει την προσχώρηση μιας ομάδας πυροβολικού. Μερικά παλιά κανόνια τοποθετούνται γρήγορα σε θέση μάχης, στην κεντρική πλατεία. Ο στρατηγός δίνει διαταγή να ρίξουν μερικές άσφαιρες βολές, όσο το δυνατόν πιο θορυβώδεις. Ήταν καιρός: Οι σειρήνες των εργοστασίων αντηχούν κιόλας, αναγγέλλοντας την επικείμενη έξοδο των εργαζομένων.
Οι εργάτες είναι έτοιμοι για διαδηλώσεις, μα, μπροστά στην επίδειξη «δυνάμεως», μένουν δισταχτικοί γεμάτοι αμηχανία. Για να τους κάνη περισσότερη εντύπωση, ο Κέιπο ντε Λάνο, πάντα απίθανος σκηνοθέτης, σκέφτεται να βάλη να παρελάσουν στην πόλη μερικά φορτηγά με καμμιά σαρανταριά λεγεωνάριους, που είχαν έρθει αεροπορικώς από το Μαρόκο, σε πολύ κατάλληλη στιγμή. Τους βάζει να περάσουν πολλές φορές από τις μεγάλες λεωφόρους, όπως οι κομπάρσοι της όπερας, που μπαίνουν από τη μια μεριά της σκηνής και βγαίνουν από την άλλη. Με θριαμβευτικό τόνο, δηλώνει στο ραδιόφωνο πως ένα ολόκληρο σώμα στρατού έρχεται από την Αφρική.
Το απόγευμα, τα προάστια ξύπνησαν. Οδοφράγματα στήθηκαν. Καμμιά δεκαριά εκκλησίες πυρπολήθηκαν, καθώς και τα νηματουργεία που άνηκαν σ' ένα γνωστό βασιλόφρονα, τον μαρκήσιο Λούκα ντε Τένια. Τρομαγμένες όμως από την παρέλαση των λεγεωνάριων, οι λαϊκές μάζες δεν τόλμησαν να κατέβουν στο κέντρο της πόλεως, που ο Κέιπο ντε Λάνο το είχε καταλάβει σχεδόν ολομόναχος.
Όταν έπεσε η νύχτα, ο Ντε Λάνο εγκαταστάθηκε για πολλή ώρα στο μικρόφωνο του ραδιοφωνικού σταθμού. Ήταν ο πρώτος από τους σύγχρονους δημόσιους άνδρες που είχε τη φαεινή ιδέα να χρησιμοποιήση συστηματικά τα ερτζιανά κύματα, για να μεταδώση πολιτικά ψέματα και να οργανώση τη δηλητηρίαση του λαού. Με αδιάκοπα βραχνό λαιμό, απειλεί τους αντιπάλους του με τα τρομερώτερα αντίποινα από μέρους των μαροκινών ενισχύσεων. Βρίζει, μαίνεται, ουρλιάζει: " Οι Άραβες θα κόψουν τα κεφάλια των κομμουνιστών, οι Μαυριτανοί θα βιάσουν τις γυναίκες τους! Τα καθάρματα που τόλμησαν ν' αντισταθούν περισσότερο, θα σκοτωθούν σαν σκυλιά!"

Έτσι η Σεβίλλη πέφτει στα χέρια της ανταρσίας.

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΠΟΛΕΩΝ (1920-1984)

Στα 1918 ο τότε Πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελ. Βενιζέλος, αποφάσισε να ιδρύσει μια νέα Αστυνομία στις μεγάλες πόλεις της Χώρας στο πρότυπο της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου ,την οποία θεωρούσε τη τελειότερη από όλες τις άλλες σύγχρονες Αστυνομίες . Έτσι , με το άρθρο 72 του νόμου 1370/1918 "περί οργανισμού του Σώματος της Χωροφυλακής " οριζόταν ότι: " Εν ταις πόλεσιν Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης , Πατρών και Κερκύρας , θέλει συσταθή ιδία υπηρεσία Αστυνομίας διά τα κυρίως αστυνομικά έργα, κατά τα δι΄ειδικού νόμου ορισθησόμενα".

Sir F.L. Halliday
Στα πλαίσια του σχεδιασμού αυτού η Κυβέρνηση με το ν.1787/1919 , ζήτησε από το Λονδίνο τη βοήθεια μιας Οργανωτικής Αστυνομικής Αποστολής με σκοπό να μελετήσει και να αναλάβει την οργάνωση του Νέου Αστυνομικού Σώματος . Επικεφαλής της Αποστολής αυτής ήταν ο ο Σερ Φρειδερίκος Χαλλίντεϋ. Τον πλαισίωσαν αξιωματικοί όπως οι Σλόμαν, Κουγκ, Χιλ, Μπούμπιερ και Τ. Ριντ.
Στα 1920 ύστερα από εισήγηση του Υπουργού των Εσωτερικών Κ .Ρακτιβάν δημοσιεύτηκε ο νόμος ν.2461 με τον οποίο ιδρυόταν η "Αστυνομία Πόλεων " για τις πόλεις Αθηνών , Πειραιώς, Πατρών, Κερκύρας και Θεσσαλονίκης. Ο νόμος δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της 5 Αυγούστου 1920. ...................
Στα  1984 η Ελληνική Κυβέρνηση αποφάσισε να  συγχωνεύσει την Αστυνομία Πόλεων και την Ελληνική Χωροφυλακη σε ένα καινούριο σχήμα ,την  Ελληνική Αστυνομία, πράγμα που έγινε τον Οκτώβριο με τον Νόμο 1481/1-10-1984, ΦΕΚ Α΄ - 152.


ΔΙΑΤΕΛΕΣΑΝΤΕΣ ΑΡΧΗΓΟΙ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΠΟΛΕΩΝ
1921-1960


ΧΑΛΛΙΝΤΕΫ ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ (1 Όκτωβρίου 1921-31 Ιουνίου 1929)


ΚΟΥΚ ΥΑΚΙΝΘΟΣ (30 Σεπτεμβρίου 1929-30 Ιουνίου 1930 )

ΡΕΜΑΝΤΑΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ (5 Αυγούστου 1930-14 Μαίου 1932)

ΝΑΣΚΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ (2 Σεπτεμβρίου 1932- 26 Απριλίου 1933)

ΤΡΥΦΩΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ (27 Απριλίου 1933-3 Δεκεμβρίου 1933)

ΓΑΡΕΖΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ (4 Δεκεμβρίου 1933—16 Ιανουαρίου 1935 )

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ (17 Ιανουαρίου 1935—3 Απριλίου 1935 )

ΤΡΥΦΩΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ (4 Απριλίου 1935—13 Ιανουαρίου 1937)

ΒΑΡΣΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ (14 Ιανουαρίου 1937-27 Νοεμβρίου 1940 )

ΣΠΥΡΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ (28 Νοεμβρίου 1940-4 Μαΐου 1941 )

ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ (10 Ιουνίου 1941-14 Ιουλίου 1941)

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ (15 Ιουλίου 1941-30 Όκτωβρίου 1941)

ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ (31 Όκτωβρίου 1941-9 Απριλίου 1943 )

ΣΑΜΠΑΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ (26 Ιουνίου 1943-12 Μαίου 1946)

ΣΠΥΡΟΥ ΙΩΑΝΝΗΣ (13 Μαίου 1946-20 Μαΐου 1950 )

ΣΑΜΠΑΝΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ (24 Φεβρουαρίου 1951—31 Αυγούστου 1952)

ΕΒΕΡΤ ΑΓΓΕΛΟΣ (25 Μαΐου 1950-23 Φεβρουαρίου 1952 )

ΤΡΥΦΩΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ (5 Μαΐου 1941-9 Ιουνίου 1941)

ΚΙΝΝΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (1 Σεπτεμβρίου 1952-22 Νοεμβρίου 1952 )

ΕΒΕΡΤ ΑΓΓΕΛΟΣ (23 Νοεμβρίου 1952-18 Σεπτεμβρίου 1954)

ΛΕΟΝΤΑΡΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ (19 Σεπτεμβρίου 1954-22 Δεκεμβρίου 1955 )

ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (28 Δεκεμβρίου 1955-18 Δεκεμβρίου 1960 )

ΡΑΚΙΝΤΖΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ (19 Δεκεμβρίου 1960- ..............................)

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

ΤΑΚΑΣΙ ΝΑΓΚΑΪ: ΟΙ ΚΑΜΠΑΝΕΣ ΤΟΥ ΝΑΓΚΑΣΑΚΙ.

                        ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 
Πρόλογος (Σελ 5)   
Εισαγωγή  (Σελ 7)  
ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΡΙΝ ΑΠ' ΤΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ 
Ότι θυμάμαι από τους γονιούς μου ( Σελ 9)
Η σάρκα και το αίμα (12)
Μαρού-Βορό (19) 
Ο ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ
Πριν από λίγο (Σελ 24)
Η βόμβα (Σελ 30)
Οι ώρες που ακολουθήσανε (Σελ 34)
ΚΡΑΔΑΣΜΟΣ
Έτσι χάθηκε το Πανεπιστήμιο (Σελ 52)
Η Κόκκινη νύχτα (Σελ 66)
Η άλλη μέρα (Σελ 71)
Γιαμασίτα (Σελ 76)
Διαλογισμοί πάνω σε ένα μακελειό(Σελ81)
Η μέρα που έχασα τη μισή μου καρδιά (Σελ 86)
Ο ΣΤΑΘΜΟΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ ΤΟΥ ΜΙΤΣΟΥΓΙΑΜΑ
Μέχρι της Παναγίας 15 Αυγούστου (Σελ 92)
Μετά της Παναγίας (Σελ 102)
Συμπτώματα και φάρμακα.(Σελ 108)
Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΗ
Η ζωή ξαναγεννιέται (Σελ 115)
Οι επισκέπτες της καλύβας μου (Σελ 127)
Τέσσερεις εποχές της ανασυγκρότησης (Σελ 132)
Τ΄ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙΑ
Καγιάνο, το παιδί δίχως δάκρυα.(Σελ 135)
Γράμμα στο καθηγητή του γυιού μου (Σελ 138)
Ο καυγάς για μια κούκλα. (Σελ 144)
ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ
Το τέλος μιας εποχής.(Σελ 146)
Οι φιλάργυροι (Σελ 153)
Θα είναι ευτυχής η ατομική εποχή;(Σελ 154)
Από τον ένα άγγελο στον άλλο. (Σελ 156)

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΟΠΑΝΗ: ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΑΛΚΑΖΑΡ


Κτισμένο τη ρωμαϊκή εποχή στην κορυφή του γρανιτένιου λόφου που δεσπόζει του Τολέδο, της μεσαιωνικής πρωτεύουσας της Ισπανίας, το Αλκαζάρ, ένα βαρύ φρούριο με τέσσερις πύργους, χρησιμοποιήθηκε κατά τη μακραίωνη στρατιωτική ιστορία του πολλές φορές για αμυντικούς σκοπούς, όπως μαρτυρεί και το όνομα του (οι Ισπανοί ονόμαζαν "Αλκαζάρ" τα φρούρια τους), και είχε κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας του πολλαπλές χρήσεις. Χρησιμοποιήθηκε για φρούριο τόσο από τους Ρωμαίους στρατηγούς και μετέπειτα από τους Άραβες χαλίφες της Κόρδοβας (711-1085), όσο και από τους Ισπανούς βασιλείς, που του έδωσαν τη σημερινή τετραγωνική μορφή του με τους τέσσερις πύργους στις γωνίες. Λόγω της πολύ ισχυρής κατασκευής του άντεξε στις επιθέσεις των εκάστοτε εχθρών και πολιορκητών που θέλησαν να το εκπορθήσουν, όσο και σε εκείνες του πανδαμάτορος χρόνου. Το 1847 στέγασε τη Στρατιωτική Ακαδημία Πεζικού της Ισπανίας. Η μοίρα όμως του επεφύλασσε άλλη μια περιπέτεια, η οποία έμελλε να είναι το "κύκνειο άσμα" του και αυτή που θα έγραφε το όνομα του στην Ιστορία με χρυσά γράμματα αφού με την τελευταία του ιδιότητα έμελλε να προσθέσει νέες σελίδες στην Ιστορία όταν, τον Ιούλιο του 1936, όπως ήδη αναφέραμε, μια χούφτα αξιωματικοί και άλλοι τόσοι μαθητές αποφάσισαν να υπερασπισθούν πίσω από τα βαριά του τείχη την τιμή των όπλων τους αψηφώντας τον θάνατο.

 Διοικητής της Στρατιωτικής Ακαδημίας, όταν εξερράγη το Αλθαμιέντο των αξιωματικών, ήταν ο 58χρονος συνταγματάρχης πεζικού δον Χοσέ Ραφαέλ Μοσκαρδό υ Ιτουάρτε, ο οποίος μόλις πληροφορήθηκε τα νέα της επανάστασης από την Αφρική, χωρίς να διστάσει, ανακοίνωσε, στις 18 Ιουλίου 1936, ότι η επαρχία του Τολέδο συντασσόταν με αυτή. Στην πραγματικότητα η επαρχία του Τολέδο είχε περάσει αμέσως στα χέρια των Κυβερνητικών και η εξουσία του συνταγματάρχη Μοσκαρδό περιοριζόταν ουσιαστικά στα πολύ στενά όρια των τειχών του παλιού φρουρίου. Ο υφυπουργός Ενόπλων Δυνάμεων της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου βλέποντας τις κινήσεις του και προσποιούμενος ότι δεν γνώριζε τη θέση του, τον διέταξε τηλεφωνικώς να στείλει αμέσως στη Μαδρίτη όλα τα αποθέματα πυρομαχικών που είχε στο φρούριο. Έλαβε όμως αρνητική απάντηση.
Στο μεταξύ, ένα πλήθος 500 γυναικών και 50 παιδιών από το Τολέδο, τρομοκρατημένο από την έκρηξη του πολέμου και τις βαρβαρότητες των Κυβερνητικών, πρόλαβε να ζητήσει καταφύγιο και προστασία πίσω από τα τείχη του φρουρίου πριν οι πύλες του κλείσουν. Μεταξύ των αμάχων οι οποίοι έσπευσαν εκεί ήταν και αρκετές καλόγριες από τις γύρω Μονές, ενώ κανένας από τους δεκάδες ιερωμένους του Τολέδο δεν θέλησε να το υπερασπιστεί και να μοιραστεί την τύχη του Αλκαζάρ αλλά προτίμησαν όλοι τους την ανώδυνη ουδετερότητα του παρατηρητή. Το λάθος ή την αδυναμία τους αυτή την πλήρωσαν πολύ ακριβά, αφού αποτέλεσαν εύκολο στόχο για τους κυβερνητικούς με αποτέλεσμα, στο τέλος της πολιορκίας, τουλάχιστον 107 κληρικοί να έχουν εκτελεστεί από τους Κυβερνητικούς. Ένα παρόμοιο λάθος έκανε και ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό, ο οποίος ήταν αποφασισμένος να φθάσει μέχρι την έσχατη θυσία. Παρατηρώντας με θλίψη τον κόσμο να συρρέει στο φρούριο, απεφάσισε ο ίδιος να στείλει την οικογένεια του να μείνει στην πόλη του Τολέδο, ελπίζοντας ότι οι αντίπαλοι του θα σέβονταν τη γυναίκα και τους δύο ανήλικους γιους του ή ότι έστω οι λίγοι εξτρεμιστές Αριστεροί που είχε πάρει ως ομήρους στο φρούριο θα αποτελούσαν ανασταλτικό παράγοντα για εγκληματικές πράξεις εκ μέρους των ομοϊδεατών τους. Έμελλε όμως να πληρώσει πολύ ακριβά αυτή του την απόφαση, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
Η δύναμη υπεράσπισης του Αλκαζάρ αποτελείτο από 400 αξιωματικούς, 261 μαθητές, μικρό αριθμό στρατιωτών, 625 αστυνομικούς, 100 περίπου Φαλαγγίτες του Τολέδο που έσπευσαν να υπερασπισθούν το φρούριο, καθώς και δύο στρατιωτικούς γιατρούς. Ο οπλισμός τους περιελάμβανε 13 πολυβόλα, σχεδόν διαλυμένα από τη συνεχή λύση-αρμολόγηση που υφίσταντο επί χρόνια από τους μαθητές της σχολής, ισάριθμα οπλοπολυβόλα τα οποία έφεραν οι αστυνομικοί μαζί τους, δύο μικρά πυροβόλα των 75 χιλιοστών (mm) με λίγα πυρομαχικά, τέσσερις όλμους των 50 χιλιοστών (mm), λίγες χειροβομβίδες, 500 τυφέκια και ένα εκατομμύριο φυσίγγια που μεταφέρθηκαν την τελευταία στιγμή, κατόπιν διαταγής του συνταγματάρχη Μοσκαρδό, με φορτηγά από εργοστάσια του Τολέδο. Ένα μικρό πυροβόλο είχε τοποθετηθεί στη βιβλιοθήκη, της οποίας τα μεγάλα παράθυρα είχαν κλειστεί με δεκάδες δερματόδετους τόμους. Επίσης πολύ λίγες ήταν οι προμήθειες σε τρόφιμα και νερό. Την κατάσταση έσωσαν τα 100 περίπου άλογα και οι ημίονοι που βρίσκονταν στο φρούριο και κατά τη διάρκεια της πολιορκίας αποτέλεσαν ζωντανό απόθεμα κρέατος για τους πολιορκούμενους. Συνολικά, οι ένοπλοι άνδρες ήταν 1.250 όταν άρχισε η πολιορκία από τον Κυβερνητικό στρατηγό Ρικέλμε. Εκείνος, αφού πραγματοποίησε μια ανεπιτυχή προσπάθεια στις 19 Ιουλίου να πείσει τον συνταγματάρχη Μοσκαρδό να παραδοθεί, εγκατέστησε φρουρές στο δημαρχείο, στη μητρόπολη, στο νοσοκομείο, στην πλατεία Θοκοδοβέρ και σε άλλα στρατηγικά σημεία της πόλης. Αφού έταξε δύο πλήρεις πυροβολαρχίες απέναντι από το φρούριο, ετοιμαζόταν να βάλει εναντίον του. Μια σειρά κτιρίων, η Στρατιωτική Διοίκηση, η Σχολή Ιππικού και οι στρατώνες, αποτελούσαν την πρώτη γραμμή άμυνας που δέχθηκε τα πυρά του Ρικέλμε. Στις 21 Ιουλίου εμφανίσθηκε ένα Κυβερνητικό αεροπλάνο που έριξε μια προκήρυξη με την οποία καλούσε τη φρουρά του Αλκαζάρ να παραδοθεί και λίγο αργότερα ένας σχηματισμός τριών αεροπλάνων, ως μέσο πίεσης, βομβάρδισε για πρώτη φορά το φρούριο προκαλώντας σοβαρές καταστροφές.
Στις 22 Ιουλίου το μεσαιωνικό φρούριο δέχθηκε έναν ανελέητο βομβαρδισμό από οκτώ πυροβόλα (πέντε των 105 mm και τρία των 155 mm) του Ρικέλμε, καθώς και από τα κυβερνητικά αεροπλάνα. Την ίδια ημέρα έκλεισαν οριστικά οι πύλες του φρουρίου και αυτό κηρύχθηκε σε κατάσταση πολιορκίας.
Στις 23 Ιουλίου οι πολιορκητές νόμισαν πως βρήκαν την "αχίλλειο πτέρνα" του 60χρονου συνταγματάρχη, όταν ανακάλυψαν ότι η οικογένεια του βρισκόταν εκτός φρουρίου και μάλιστα μέσα στο ίδιο το Τολέδο. Τη συνέλαβαν αμέσως και ο αναρχικός δικηγόρος Κανδίδο Καβέλιο ανέλαβε να "πείσει" τον Μοσκαρδό να παραδοθεί. Αφού του τηλεφώνησε και του είπε πως κρατά την οικογένεια του (για να πεισθεί και να συγκινηθεί μάλιστα του έδωσε τον 17χρονο γιο του Λουΐ, να του μιλήσει), τον απείλησε πως αν σε δέκα λεπτά δεν άνοιγε τις πύλες του φρουρίου ο γιος του θα εκτελείτο. Εκείνη τη στιγμή ο συνταγματάρχης, που το παρουσιαστικό του μόνο ήρωα δεν θύμιζε και ο οποίος σε φυσιολογικές συνθήκες θα τελείωνε ήρεμα τη σταδιοδρομία του και θα περνούσε στη λήθη όπως χιλιάδες άλλοι, έλαβε μια απόφαση που εξέπληξε τους πάντες και έγραψε το όνομα του στις Δέλτους της Ιστορίας με χρυσά γράμματα, ως παράδειγμα ηρωισμού και υπέρτατης θυσίας στον βωμό του καθήκοντος. "Δεν χρειάζομαι τα δέκα λεπτά σας, το .Αλκαζάρ δεν θα συνθηκολογήσει ποτέ!", απάντησε στους εκβιαστές του με όλη την τραγικότητα που μπορούν να έχουν αυτοί οι λόγοι, αφού γνώριζε ακριβώς τι θα επακολουθούσε. "Να προσευχηθείς στον Θεό για την ψυχή σου, να φωνάξεις "Ζήτω η Ισπανία!" και να πεθάνεις σαν γενναίος άνδρας" ήταν τα τελευταία λόγια του πατέρα προς τον γιο. Το μεγαλείο της στιγμής και το υπέρτατο της θυσίας δεν συγκίνησαν τους Κυβερνητικούς, που καταλήγοντας σε αυτό το οποίο οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν "ύβριν" , έσπευσαν να εκτελέσουν τον 17χρονο άμαχο.
Στις 24 Ιουλίου οι υπερασπιστές του φρουρίου, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό και διασπώντας τις γραμμές του, πραγματοποίησαν μια έφοδο στα καταστήματα του Τολέδο που βρίσκονταν κοντά στο Αλκαζάρ και μετέφεραν στο κάστρο όσα τρόφιμα βρήκαν.
Καθόλη τη διάρκεια της πολιορκίας το Αλκαζάρ βομβαρδιζόταν καθημερινώς, στην αρχή με οβίδες των 105 mm και κατόπιν με των 155 mm. Στις 25 Ιουλίου δύο νέα πυροβόλα των 155 mm άρχισαν να βάλλουν εναντίον των τειχών του. Σε αυτά αργότερα προστέθηκαν οκτώ νέα (πέντε των 155 mm και τρία των 75 mm). Αμέτρητες βόμβες των 500 kg ρίχθηκαν πάνω στα γερασμένα τείχη του φρουρίου γκρεμίζοντας τον βορειοανατολικό πύργο και καταστρέφοντας τη Σχολή Ιππικού. Μια νύκτα οι πολιορκητές προσπάθησαν να το κάψουν περιβρέχοντάς το με μια πυροσβεστική αντλία με βενζίνη. Το έσωσε την τελευταία στιγμή η γενναιότητα των υπερασπιστών του, που κατάφεραν σε μια απελπισμένη έξοδο να απομακρύνουν την αντλία και να τη στρέψουν εναντίον των πολιορκητών. Ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό προκειμένου να αντιμετωπίσει τέτοιου είδους επιθέσεις σχημάτισε δύο τάγματα: το "τάγμα θανάτου" με την αποστολή να επιχειρεί εξόδους προκειμένου να απομακρύνει τους επιτιθέμενους ή να προμηθεύει με τρόφιμα και πολεμοφόδια τους υπερασπιστές του φρουρίου, και το "τάγμα του Σεμπλόν", με την αποστολή να ανοίγει σήραγγες και να ανατινάζει τα εκρηκτικά που τοποθετούσαν οι πολιορκητές.
Από την αρχή οι Κυβερνητικοί έκοψαν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος προκειμένου να δυσκολέψουν τη διαβίωση των υπερασπιστών του φρουρίου, οι οποίοι άρχισαν να φωτίζουν τα υπόγεια, όπου είχαν καταφύγει, καίγοντας το λίπος των ζώων που έσφαζαν για να τραφούν, ενώ παράλληλα πραγματοποίησαν πολλές αυτοσχέδιες εφευρέσεις προκειμένου να υποκαταστήσουν την ηλεκτρική ενέργεια. Ένας ηλεκτρικός μύλος που λειτουργούσε με κινητήρα αυτοκινήτου προκειμένου να αλέθουν το σιτάρι, ήταν η πιο χαρακτηριστική εφεύρεση αυτού του είδους. Όταν τελείωνε το λίπος που χρησιμοποιούσαν για φωτισμό οι πολιορκούμενοι, οι Κυβερνητικοί είχαν τη φαεινή ιδέα να φωτίζουν όλη τη νύκτα το φρούριο με προβολείς για να μη τολμήσουν οι υπερασπιστές του να μεταβούν κρυφά στην πόλη προκειμένου να προμηθευτούν τρόφιμα. Οχυρωμένοι στα γύρω σπίτια πυροβολούσαν προς τους τοίχους του φρουρίου στη θέα και της παραμικρής κίνησης την οποία το φως των προβολέων καθιστούσε ορατή.
Η κατάσταση μέσα στο Αλκαζάρ είχε γίνει αφόρητη λόγω της έλλειψης τροφίμων. Οι μερίδες μειώθηκαν σε 180 γραμμάρια ψωμί, ένα μικρό κομμάτι αλογίσιο κρέας και ένα τέταρτο του λίτρου νερό την ημέρα. Η δυσεντερία θέριζε τους πολιορκημένους και ελλόχευαν οι επιδημίες, η εμφάνιση των οποίων αποτρεπόταν μόνο από τα αυστηρά μέτρα υγιεινής που είχαν λάβει οι δύο ηρωικοί γιατροί του φρουρίου. Μια μεγάλη δεξαμενή νερού καταστράφηκε από βόμβα αεροπλάνου στις 27 Ιουλίου, μειώνοντας σοβαρά τα αποθέματα του φρουρίου. Οι νεκροί, που πολλαπλασιάζονταν, λόγω έλλειψης χώματος δεν καλύπτονταν όσο έπρεπε με αποτέλεσμα μια έντονη δυσοσμία να καλύπτει το φρούριο. Τα φάρμακα και τα αναισθητικά εξαιτίας των πολλών τραυματισμών και των ακρωτηριασμών είχαν εξαντληθεί. Εκατό περίπου χειρουργικές επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν καθόλη τη διάρκεια της πολιορκίας σχεδόν χωρίς αναισθητικό. Υποψιαζόμενοι τις τραγικές συνθήκες στις οποίες είχαν περιέλθει οι πολιορκούμενοι, οι Κυβερνητικοί άρχισαν εναντίον τους ψυχολογικό πόλεμο.
Έτσι, τις ώρες που δεν τους πυροβολούσαν ή δεν τους βομβάρδιζαν, τους καλούσαν με τα μεγάφωνα να λιποτακτήσουν, περιγράφοντας τους τα ζουμερά μπιφτέκια και τη δροσερή μπύρα τα οποία τούς περίμεναν έξω από τα τείχη. Στην ουσία δεν εξαπατούσαν κανέναν. Όλοι οι υπερασπιστές του φρουρίου γνώριζαν ότι σε περίπτωση που παραδίδονταν η μοίρα τους ήταν προδιαγεγραμμένη και ότι τους περίμενε διαπόμπευση και εκτέλεση, πολλές φορές με μαρτυρικό τρόπο. Οι συνεχείς εκτελέσεις πολιτών του Τολέδο κατά τη διάρκεια της πολιορκίας και η πυρπόληση εκκλησιών και κατοικιών αντιφρονούντων επιβεβαίωναν καθημερινά τους φόβους τους και τους ωθούσαν να αμύνονται με περισσότερο πείσμα, ακόμα και όταν οι Κυβερνητικοί μετέφεραν τις οικογένειες κάποιων πολιορκούμενων και απειλούσαν ότι θα τις εκτελούσαν αν δεν παραδίδονταν. Με αυτές τις ενέργειες των κυβερνητικών, που συμπεριφέρονταν σαν μην ήταν ομοεθνείς τους οι πολιορκούμενοι, η κατάσταση είχε φθάσει στα άκρα. Οι γυναίκες που είχαν καταφύγει στο Αλκαζάρ ζητούσαν από τον συνταγματάρχη Μοσκαρδό να τους δώσει όπλα ώστε να πολεμήσουν και εκείνες. Ωστόσο το αίτημα απορριπτόταν από τον διοικητή για λόγους ιπποτισμού.
Μαρτύριο αποτελούσε για τους υπερασπιστές του Αλκαζάρ, λόγω της πλήρους απομόνωσης τους από τον έξω κόσμο, και η έλλειψη ειδήσεων για την πορεία του πολέμου και της εξέγερσης των αξιωματικών. Μόνο μια γραμμή τους συνέδεε απευθείας με το τηλέφωνο του κομμουνιστή διοικητή του Τολέδο, ταγματάρχη Μπαρθέλο, η οποία επίσης χρησιμοποιείτο για να τους πιέζουν να παραδοθούν. Ωστόσο στις 15 Αυγούστου με ένα ραδιόφωνο που κατάφεραν να θέσουν σε λειτουργία (με μπαταρίες από τα εργαστήρια Φυσικής της Σχολής), συντονίσθηκαν με τον σταθμό της Μαδρίτης ο οποίος ελεγχόταν από τους Κυβερνητικούς. Μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχαν μείνει χωρίς ειδήσεις περί της έκβασης του πολέμου, οι υπερασπιστές του Αλκαζάρ απογοητεύθηκαν πληροφορούμενοι από τον σταθμό της Μαδρίτης ότι "οι στασιαστές ηττώνται κατά κράτος". Είχαν απελπισθεί έως ότου άκουσαν τον εκφωνητή να αναγγέλλει την πτώση του Αλκαζάρ και να δίνει πλήρη περιγραφή του τρόπου παράδοσης των υπερασπιστών του! Αυτή η "είδηση" ήταν ένα ανέλπιστο δώρο: επιβεβαίωνε πλήρως τις υποψίες τους ότι οι Κυβερνητικοί μετέδιδαν μόνο ψέμματα για λόγους προπαγάνδας. Άρχισαν λοιπόν να ελπίζουν και πάλι. Δύο ημέρες αργότερα κατάφεραν να συντονισθούν με τον σταθμό της Λισσαβώνας, από όπου ενημερώθηκαν για την πραγματική πορεία του πολέμου, γεγονός που τούς έδωσε περισσότερο θάρρος. Ως επικύρωση των όσων άκουγαν από τη Λισσαβώνα έφθασε στις 22 Αυγούστου ένα μήνυμα από τον στρατηγό Φράνκο, που ρίχθηκε από ένα αεροπλάνο των Εθνικιστών το οποίο πέταξε πάνω από το Αλκαζάρ. Ο αρχηγός των Εθνικιστικών δυνάμεων τούς συνέχαιρε με αυτό για τον ηρωισμό τους και τούς ενημέρωνε ότι οι δυνάμεις του είχαν καταλάβει την πόλη Ταλαβέρα δε Ρεϊνα και προωθούντο προς το Τολέδο με σκοπό να λύσουν την πολιορκία και να τους απελευθερώσουν.
Ήταν η πρώτη ημέρα, μετά τη σφαγή του ανήλικου γιου του από τους Αριστερούς, που ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό χαμογέλασε. Η εμφάνιση του αεροσκάφους των Εθνικιστών έγινε άλλες δύο φορές κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, στις 27 Αυγούστου και στις 6 Σεπτεμβρίου. Τότε δεν τους έριξε μόνο μηνύματα από τον στρατηγό Φράνκο αλλά και τρόφιμα και φάρμακα. Στο μεταξύ και ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό προσπάθησε να στείλει ένα μήνυμα στον στρατηγό Αιμίλιο Μόλα στο Μπούργκος, όπου βρισκόταν το κέντρο των Εθνικιστών, με το οποίο τον ειδοποιούσε ότι το φρούριο αντιστέκεται. Την επικίνδυνη αποστολή ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο λοχαγός Άλμπα Νόβας ντυμένος ως εργάτης, φέροντας και ένα πλαστογραφημένο σημείωμα του Κομμουνιστικού κόμματος στην τσέπη του. Όμως, μόλις 40 χιλιόμετρα πριν από το αρχηγείο του στρατηγού Μόλα, στο Μπουρουχόν, ο λοχαγός αναγνωρίσθηκε από έναν πρώην στρατιώτη του με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να εκτελεστεί από τους Κυβερνητικούς...............



ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ BARBAROSSA

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΝΟΡΒΗΓΙΑΣ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Η ΕΙΣΒΟΛΗ

........ (87) στρατιωτικός διοικητής της πόλεως, ο Συνταγματάρχης Σούντλο.
BERNARD ASH
Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΝΟΡΒΗΓΙΑΣ
1940
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΚΡΙΝΟΣ
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΩΝ
Σελ.450



Στις τρεις το πρωί οι Γερμανοί βρίσκονταν έξω από το σταθμό πλοηγήσεως στο Τρανόϋ, όπου το επόμενο πρωινό επρόκειτο να σταματήσει για νέα σχετικά με αυτούς ο βρετανός Γουώρμπαρτον - Λη. Μια ώρα αργότερα βρίσκονταν έξω από το νησί Μπαρόϋ και προχωρούσαν κυκλικά μέσα στο Όφοτφιορδ, το οποίο αποτελεί πρόσβαση προς το Νάρβικ. Εκεί δυο περιπολικά τους επισήμαναν και έδωσαν το σύνθημα του συναγερμού. Σταμάτησαν έξω από το Ράμνες και αποβίβασαν μικρόν αριθμό στρατευμάτων να ασχοληθούν με κάποια φρούρια που υπετίθετο ότι βρίσκονταν εκεί, τα φρούρια όμως αυτά δεν υπήρχαν παρά μόνο στο μυαλό του κακοπληροφορημένου ταγματάρχου Κουίσλιγκ. Το δεύτερο αυτό τμήμα στρατευμάτων που τα γερμανικά πλοία αποβίβασαν βαθύτερα στο φιορδ, στο Χέργιανγκσφιόρδ, είχε κι' αυτό το ανάλογο μερίδιο οπό τη συνολική σκανδαλώδη τύχη τής όλης επιχειρήσεως: η αποστολή του ήταν να καταλάβει τη νορβηγική αποθήκη πεζικού στο Έλβεργκααρντσμόεν, στην όποια ήσαν αποθηκευμένα τα εφόδια και τα εφεδρικά πυρομαχικά και όπλα για τέσσερα ολόκληρα τάγματα καθώς επίσης και όλο το υλικό γεφυροσκευών και μηχανικού του Στρατηγού Φλάϊσερ και πολύ άλλο σημαντικό υλικό. Η αποθήκη αυτή ήταν αφύλακτη, εκτός από μια συμβολική φρουρά, και το τάγμα το οποίο έσπευδε να την καλύψει ξανά, καθηλώθηκε οπό την ίδια χιονοθύελλα η οποία ματαίωσε και την άφιξη των ενισχύσεων για το Νάρβικ. Οι Γερμανοί κατέλαβαν την αποθήκη χωρίς έναν πυροβολισμό. Έτσι, στις πέντε η ώρα, τα αντιτορπιλικά άνοιγαν το δρόμο τους μέσα οπό το συνωστισμό των πλοίων στο ίδιο το λιμάνι του Νάρβικ.



Αυτή την ώρα στο λιμάνι βρίσκονταν το μόνα πολεμικά πλοία κάπως μεγάλου εκτοπίσματος που διέθετε η Νορβηγία, το Έϊντσβολντ, τεσσάρων χιλιάδων τόννων και το αδελφό του πλοίο Νόργκε. Ταίριαζαν πιο πολύ να βρίσκονται σε ένα ναυτικό μουσείο παρά στον πόλεμο, γιατί και τα δυο είχαν ναυπηγηθεί το 1900, αλλά διέθεταν πυροβόλα των 8.2 και των 5.9 ιντσών—τά πυροβόλα του πρώτου τουλάχιστο ήσαν πολύ πιο μεγάλα από οποιοιδήποτε(88) πυροβόλο έφεραν ακόμα και τα πιο μοντέρνα γερμανικά αντιτορπιλικά. Γενικά, και τα δυο νορβηγικά πλοία είχαν κάθε διάθεση να χρησιμοποιήσουν τα πυροβόλα τους, καθώς βρίσκονταν κιόλας σε συναγερμό οπό το σήμα που είχε δοθεί από τα περιπολικά. Έτσι το Έϊντσβολντ, έβαλε μια προειδοποιητική βολή εμπρός στην πρώρα του επικεφαλής πλοίου του γερμανικού στολίσκου, το οποίο τότε σταμάτησε, κατέβασε μια λέμβο και έστειλε έναν αξιωματικό δήθεν για συνομιλίες με τους Νορβηγούς. Ο αξιωματικός αυτός δεν κατάφερε να κερδίσει τίποτα οπό τούς Νορβηγούς, ούτε πήγε με ελπίδα να κερδίσει. Καθώς εγκατέλειψε το Έϊντσβολντ, και ενώ οι Νορβηγοί εξακολουθούσαν, ανθρωπιστικά φερόμενοι, να μη βάλλουν, αυτός έδωσε σύνθημα στους δικούς του ότι είναι εν τάξει, και πάνω σ' αυτό το γερμανικό Χάϊντ Καμπ εξαπέλυσε μια ομοβροντία τορπιλών στο γέρικο θωρηκτό από μια απόσταση μόλις εκατό γυάρδες και κυριολεκτικά το νορβηγικό πλοίο έγινε κομμάτια. Η τρομακτική έκρηξη ξύπνησε όλη την πόλη αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Το Νόργκε κατόρθωσε να πραγματοποιήσει δεκαεφτά βολές εναντίον των Γερμανών πριν κι αυτό με τη σειρά του τιναχτεί κομμάτια στον αέρα από τις γερμανικές τορπίλες την ώρα που ακόμα οι ανάστατοι κάτοικοι της πόλεως έτριβαν τα μάτια τους από τον ύπνο, τα γερμανικά στρατεύματα είχαν αποβιβασθεί και ο προδότης Σούντλο είχε διατάξει τους άντρες του να καταθέσουν τα όπλα τους. Το πιο παράτολμο εγχείρημα σε ολόκληρο το γερμανικό παιγνίδι είχε τελειώσει με επιτυχία.



Κατά ανάλογο τρόπο, σε όλες τις κύριες πόλεις της Νορβηγίας, ο λαός ξύπνησε για να βρει ήδη εμπρός του τους Γερμανούς κατακτητάς. Ανάμεσα στους πολύ λίγους που είχαν κατορθώσει να παρακολουθήσουν τα γεγονότα της νύχτας εκείνης με όποιο πρόσφορο μέσο βρισκόταν στη διάθεση τους, ήσαν και το μέλη τού νορβηγικού Υπουργικού Συμβουλίου, τα οποία είχαν συνέλθει αργά σε σύσκεψη, για να εξετάσουν το θέμα της παραβιάσεως οπό μέρους της Μ. Βρετανίας της ουδετερότητας τής χώρας των με την επιχείρηση Wilfred, και είχαν παραμείνει συνεδριάζοντας καθώς το νέα ότι οι Γερμανοί κατέφθαναν άρχισαν να μεταδίδονται από(89) τη μια μετά την άλλη κατεύθυνση. Στις τέσσερες η ώρα και μισή , το πρωί , ο γερμανός Πρεσβευτής, ο Δρ Μπράουερ, παρουσιάστηκε ? στό νορβηγό Υπουργό Εξωτερικών μέ ένα μακροσκελές και προσεκτικά διατυπωμένο έγγραφο, το οποίο άρχιζε με τον ισχυρισμό ότι τό Γερμανικό Ράίχ είχε αναλάβει την προστασία της Νορβηγίας εναντίον των Βρετανών και των Γάλλων. Το Γερμανικό Ράιχ, δήλωνε το έγγραφο του Πρεσβευτού, ήλπιζε ότι ο νορβηγικός λαός θα αποδεχόταν τη γερμανική δράση με κατανόηση και ότι δε θα προέβαλε κανενός είδους αντίσταση: η αντίσταση θα συντριβόταν με όλα τα μέσα. Υπήρχαν διατυπώσεις για «τις πιο τρομακτικές όψεις του πολέμου»—ως προς τη φύση των οποίων η ψυχαγωγία με το φιλμ του Δρος Μπράουερ, λίγες ημέρες πριν, δεν άφηνε καμιά αμφιβολία. Και ακολουθούσαν δεκατρία σημεία με απαιτήσεις στις οποίες υπήρχε η προσδοκία ότι η νορβηγική Κυβέρνηση θα συναινούσε. Στις απαιτήσεις αυτές περιλαμβανόταν και η έκδοση μιας προκηρύξεως που θα άπογόρευε κάθε αντίσταση, πού θά διέτασσε την παράδοση στους Γερμανούς άθικτων όλων των στρατιωτικών εγκαταστάσεων, όλων των μέσων επικοινωνίας και των υπηρεσιών για τις πλοηγήσεις, που θα όριζε την υπαγωγή του Τύπου και του Ραδιοφώνου στη γερμανική λογοκρισία και τη λήψη μέτρων για την υπαγωγή των ενόπλων δυνάμεων στον έλεγχο των Γερμανών. Ο Υπουργός των Εξωτερικών έφερε το ντοκουμέντο αυτό στο Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο το απέρριψε χωρίς δισταγμό και ο βασιλιάς Χάκων ενέκρινε την απόφαση αυτή με την ίδια σταθερότητα. Η Νορβηγία βρισκόταν σε πόλεμο με τη Γερμανία.



Με τί όμως επρόκειτο να πολεμήσουν οι Νορβηγοί; Ακόμη και η μεραρχία του στρατηγού Φλάϊσερ στο βορρά είχε βρεθεί ανέτοιμη: οι άλλες μεραρχίες δεν ήσαν ούτε καν κινητοποιημένες και μολονότι η διαταγή κινητοποιήσεως είχε δοθεί πλέον, θα χρειάζονταν δύο ημέρες πριν τα στρατεύματα αρχίσουν να εφοδιάζονται από τις αποθήκες. Πολύ όμως πριν περάσουν οι δυό αυτές ημερες, οι αποθήκες και όλα τα υλικά τους, μαζί με τα δυό εργοστάσια πυρομαχικών και μικρών όπλων, θα είχαν πέσει στα χέρια των Γερμανών—όπως θα συνέβαινε και με όλα τα μέσα επικοινωνίας (90)στην ορεινή αυτή και δυσπρόσιτη χώρα. Το Βρετανικό Υπουργικό Συμβούλιο θα συνερχόταν λίγες ώρες αργότερα και θα προσέφερε άμεση συμπαράσταση στη Νορβηγία χωρίς να περιμένει να του ζητηθεί. Τα στρατεύματα όμως ακριβώς τα όποια είχαν προετοιμασθεί να προσφέρουν τη συμπαράσταση αυτή είδαμε ότι ή βρίσκονταν στήν ξηρά στο Ντάνφερμλαϊν ή λικνίζονταν στα αγκυροβολημένα στον Κλάϊντ οπλιταγωγά χωρίς πλοία συνοδείας στη διάθεση τους εκτός από βάρκες. Με μια επιτυχημένη διαίσθηση για τις πραγματικές δυνατότητες της καταστάσεως, διαίσθηση που δε μπορούσε να περιμένει κανείς από μια κυβέρνηση η οποία δεν περίμενε ούτε στο ελάχιστο να βρεθεί εν ριπή οφθαλμού περιπλεγμένη σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, η Νορβηγική Κυβέρνηση πήρε τώρα μια σειρά αποφάσεις οι οποίες απέβλεπαν στη διατήρηση του κυβερνητικού ελέγχου στη χώρα παρά την τρομακτική κατάσταση που εδημιουργείτο. Απεφάσισε να εκκενώσει το Κοινοβούλιο από το προσωπικό των κυβερνητικών υπηρεσιών, από τα αρχεία και τον εξοπλισμό που- της ήταν απαραίτητος. Απεφάσισε τη μετάβαση του Βασιλιά καθώς και τη μεταφορά των αποθεμάτων της χώρας σε χρυσό, στο Χάμαρ, εβδομήντα μίλια προς το βάθος της κοιλάδος στο στόμιο της οποίας βρίσκεται το Όσλο, και κήρυξε την πρωτεύουσα ανοχύρωτη πόλη. Κατά τις 7 και μισή το πρωί όλοι είχαν ξεκινήσει οδικώς και σιδηροδρομικώς και το ενεργούμενο των Ναζί, ο προδότης Κουίσλιγκ ανέλαβε τον έλεγχο στην πρωτεύουσα. Αμέσως ανεκήρυξε τον εαυτό του πρωθυπουργό και διόρισε ένα Υπουργικό Συμβούλιο—πολλά από τα μέλη του οποίου αρνήθηκαν να αποδεχτούν το διορισμό τους. Της Νορβηγίας της έλειπαν πολλά πράγματα: μια αποτελεσματική Πέμπτη Φάλαγγα ήταν ένα από αυτά.



Μέχρι εδώ είναι δυνατόν να διαγραφούν με ακρίβεια τα γεγονότα της νύχτας στις 8 προς 9 Απριλίου στη Νορβηγία. Υπάρχει όμως και ένα σημείο που δεν μπορεί να διευκρινισθεί. Πολλοί Νορβηγοί πίστευαν και πιστεύουν ακόμα και μέχρι σήμερα, ότι υπήρξαν και γερμανικά στρατεύματα τα οποία εισέβαλαν τη νύχτα αυτή στη χώρα τους περνώντας τα σουηδικά σύνορα, ιδιαίτερα στη νότια Νορβηγία. Προσπαθώντας κανείς να επισημάνει τα γεγονότα



(91) τα οποία δικαιολογούν μια τέτοια πεποίθηση, πέφτει πάνω σε φαντάσματα. Σε έναν διηγήθηκαν για σουηδούς μεθοριακούς φρουρούς οι οποίοι διέκοψαν την υπηρεσία τους έως ότου ένοπλες σκιές γλυστρήσουν προφυλακτικά πέρα από τα σύνορα, αλλά ποιός πράγματι είδε κάτι τέτοιο να συμβαίνει, πού, ποιά ώρα καί ούτω καθεξής; Πάντοτε σε παραπέμπουν σε κάποιον άλλον για το περιστατικό, για το χρόνο και τη θέση και οι λεπτομέρειες μένουν αόριστες. Πρόκειται μήπως απλά γιά ένα ακόμα προϊόν της εχθρικής επιφυλακτικότητας η οποία επιζεί ακόμα ανάμεσα στους Νορβηγούς καί στους Σουηδούς, από την εποχή του χωρισμού της Νορβηγίας από τη Σουηδία, στα πρώτα χρόνια του αιώνα μας, ένα προϊόν φόβου το οποίο σερνόταν πάντοτε στις σχέσεις των δυο χωρών, ότι η Σουηδία θα επιζητούσε να αναλάβει ξανά τον έλεγχο της Νορβηγίας; Εφαρμόζεται τάχα εδώ η αρχή ότι υπάρχει πάντα κάποια πραγματική βάση και στις πιο απίθανες διαδόσεις; Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία —το παραδέχονται και οι Σουηδοί οι ίδιοι αυτό — ότι γερμανικές ενισχύσεις και εφόδια πέρασαν τα σουηδικά σύνορα, ιδιαίτερα στο βόρειο μέτωπο, στις επόμενες φάσεις της εκστρατείας: ενισχύσεις, για παράδειγμα, πέρασαν με το πρόσχημα ότι αποτελούσαν προσωπικό του Ερυθρού Σταυρού, παρ' όλο που οι ενισχύσεις αυτές πολύ λίγο έμοιαζαν για προσωπικό του Ερυθρού Σταυρού. Πυρομαχικά περιέχονταν σε κιβώτια που έγραφαν επάνω «Ψάρια», τα ψάρια όμως αυτά ήσαν περιέργως βαρειά. Άλλοι Γερμανοί επίσης πέρασαν μέσω Σουηδίας, ήσαν όμως ασθενείς ή αδειούχοι και χωρίς τα όπλα τους. Όλα αυτά είναι πράγματα που τα παραδέχονται οι Σουηδοί και μπορεί κανείς κάτι να πει σχετικά μ' αυτά πάνω στον ισχυρισμό ότι συνέβαιναν ή γιατί οι Σουηδοί δεν είχαν τη δύναμη και τα μέσα να τα εμποδίσουν ή γιατί δεν είχαν το δικαίωμα να τα εμποδίσουν από τις διεθνείς συμβάσεις. Οι ίδιοι οι δικοί μας πιλότοι των καταδιωκτικών μας που πολέμησαν γύρω στο Νάρβικ, είχαν πεισθεί ότι εάν κατεδίωκαν ένα ναζιστικό αεροπλάνο πάνω από τη μεθόριο, ο ναζιστής έφευγε ελεύθερος προς τη Σουηδία ενώ ο βρετανός συναντούσε και τα δυό μαζί: και το αντιαεροπορικό πυρ και τις επίσημες διαμαρτυρίες. Πόσα όμως από τα στοιχεία αυτά είναι προϊόντα της (92) εξάψεως τής φαντασίας στη φωτιά της μάχης και πόσα προήλθαν από τις διαδόσεις ότι τάχα είχαν λάβει χώρα; Επρόκειτο για σύντομη φάση. Η ανάπτυξη των εχθρικών δυνάμεων ακόμα και από την ώρα αυτή, προχωρούσε ραγδαία, αεροπορικώς προς τις πόλεις της κεντρικής και της νότιας Νορβηγίας, καθώς και από τη θάλασσα μέσα από το στενό θαλάσσιο πέρασμα στο Σκάγερρακ. Αυτή ήταν η στιγμή κατά την οποία οι Συμμαχικές δυνάμεις θα μπορούσαν να έχουν καταφέρει το πλήγμα τους για την υπεράσπιση της Νορβηγίας' παρ' όλα αυτά ήσαν ανίκανες να χτυπήσουν.
Οι Σουηδοί εμφανίζονται ότι δεν έδειξαν ενεργό εχθρότητα εναντίον των Νορβηγών. Επέτρεπαν στους νορβηγούς πολίτες νά πηγαίνουν και να έρχονται, αμερόληπτα έθεταν υπό κράτηση πρόσωπα με στολή και των δυό στρατοπέδων τα οποία περνούσαν τα σύνορα. Στη βόρεια Νορβηγία προς το τέλος, όταν οι Γερμανοί είχαν σχεδόν ηττηθεί, μερικά πρόσωπα περίμεναν βάσιμα ότι η Σουηδία θα εκήρυσσε τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας. Δεν υπήρξε ποτέ ισχυρισμός από γερμανικής πλευράς ή οποιαδήποτε σχετική εκμυστήρευση, ότι οι Σουηδοί συμπαραστάθηκαν στους Γερμανούς. Η αλήθεια δε θα γνωστοποιηθεί ποτέ, οι διαδόσεις όμως επιμένουν και η κατηγορία σέρνεται γιατί, είτε ήρθαν μέσω Σουηδίας οι Γερμανοί είτε όχι, βρίσκονταν χωρίς αμφιβολία στο Όσλο, στο Μπέργκεν, στο Τροντχάϊμ, και σε όλα τα σημεία που διάλεξαν για τις αποβιβάσεις τους, και οι Νορβηγοί ξύπνησαν για να τους βρουν ξαφνικά μπροστά στα μάτια τους.



Η πρώτη αντίδραση των Νορβηγών ήταν μιά οδυνηρή κατάπληξη και μια περίεργη νάρκωση, μια αίσθηση παραλύσεως— πράγμα που με τη σειρά του βοήθησε κι' αυτό τους Γερμανούς να απλωθούν καί νά σταθεροποιηθούν στην κρίσιμη αυτή φάση κατά την οποία μόλις είχαν βγει στην ξηρά και η θέση τους εξαρτιόταν ακόμα από την εντύπωση δυνάμεως που θα προκαλούσαν παρά από τη δύναμη την ίδια. Η αντίδραση υπήρξε ακριβώς η ίδια από το Νάρβικ στο βορρά έως το Όσλο στο νότο. Ένας ανταποκριτής του Νταίηλυ Τέλεκγραφ βρισκόταν στο Όσλο αυτή την εποχή. Περιέγραψε αργότερα πως, στις 8 παρά τέταρτο το πρωί, ενώ ακόμα ο πληθυσμός ζούσε σε αμφιβολία, σε σύγχιση και σε άγνοια για το τί ακριβώς είχε συμβεί, πέντε γερμανικά βομβαρδιστικά έφτασαν σα βροντή χαμηλά πάνω από τις στέγες των σπιτιών — πως επί δυο συνέχεια ώρες κατόπιν τα Γερμανικά αεροπλάνα έφταναν κατά μικρά σμήνη, μόνο κατά μικρά σμήνη, προσποιούνταν και έφευγαν, μη ρίχνοντας βόμβες αλλά ενσπείροντας συνέχεια τον τρόμο ότι σε κάθε στιγμή θα μπορούσαν να ρίξουν: και την ώρα που οι προσποιήσεις αυτές λάβαιναν χώρα, (93) αερομεταφερόμενα στρατεύματα δεν έχαναν φυσικά την ευκαιρία να αποβιβάζονται στο αεροδρόμιο της πόλεως για να καταλάβουν το στόχο τον οποίον είχαν αποτύχει μέχρι στιγμής να τον κυριεύσουν με τα άλλα τους τμήματα, εκείνα που παρά τη θέληση τους είχαν αποβιβαστεί από τα πλοία, μακρυά, προς τα περάσματα του φιόρδ.
«Χιλιάδες από τους κατοίκους τοΰ Όσλο, έμεναν να παρακολουθούν χάσκοντας και τρομαγμένοι τους Γερμανούς» έγραψε ο ανταποκριτής, «αλλά πανικός δεν υπήρχε. Κανένας μας δεν φανταζόταν ποτέ ότι γερμανικά πολεμικά πλοία βρίσκονταν στον εσώτερο λιμένα και ότι το Όσλο ήταν ήδη καταδικασμένο... Η ίδια παραφροσύνη από ακατανόητα γεγονότα εξακολούθησε όλη την ήμερα... Δεκάδες χιλιάδες άτομα κυκλοφορούσαν χαζεύοντας στους δρόμους και στα πεζοδρόμια, περιμένοντας σε ολοκληρωτική αμηχανία. Όλοι αναρωτιόμασταν πού είναι οι Άγγλοι, αλλά και επίσης πού ήσαν οι Γερμανοί;».



Και μόνο κατά τα μισά του απομεσήμερου εμφανίστηκαν οι Γερμανοί—πρώτα από όλα δυό καμιόνια φορτωμένα στρατό, καίι λίγο πιό πίσω μια φάλαγγα πεζοί με επικεφαλής τον ίδιο το Στρατηγό Φάλκενχορστ. Ήταν μιά μικρή .φάλαγγα, λίγα λεπτά της χρειάστηκαν για να περάσει. Οι άντρες βάδιζαν κατά τμήματα, με βλοσυρή έκφραση και υπέροχο συγχρονισμό. Μια πόλη με ένα τέταρτο του εκατομμυρίου κατοίκους που συνωθούνταν να παρακολουθούν τη μικροσκοπική φάλαγγα να περνάει, παραλυμένη πάντοτε, κυριεύτηκε από τη μικρή αυτή δύναμη. Φρουροί τοποθετήθηκαν αμέσως στα κυβερνητικά γραφεία και στα άλλα βασικά κτίρια. Μιά ομάδα γερμανοί στρατιώτες φάνηκαν σε ένα από τα παράθυρα του Κοινοβουλίου και άρχισαν να τραγουδούν ρωμαλέα ενώ ένας από όλους έπαιζε ακορντεόν. Οι παράτες και οι αντιπαράτες εξακολουθούσαν. Επρόκειτο για τον πιο "φανταστικό στρατό που κυρίευσε ποτέ μια πόλη στόο σύγχρονο πόλεμο, γιατί ήταν ένας θεατρικός στρατός, ένας στρατός όπερα κωμίκ—κάτι ισχυρό και ατελείωτο αλλά το οποίο εκ του εμφανούς το συγκροτούσαν τα ίδια μικρά τμήματα ηθοποιών που περνούσαν παρελαύνοντας συντεταγμένα πέρα και δώθε ή που τα έβλεπε κανείς μέσα από μια (94) πόρτα ή ένα παράθυρο. Δεν υπήρχε καθόλου νόημα σε όλα αυτά και στην περίοδο τούτη οι Γερμανοί περνούσαν βλοσυροί, χρησιμοποιώντας κάθε .στρατήγημα και κάθε ψυχολογικό τέχνασμα για να εντυπωσιάσουν το λαό της παραβιασμένης χώρας ότι τάχα βρισκόταν στην αρπάγη ενός μεγάλου στρατού—ενώ στην πραγματικότητα, μέχρις ότου ενισχύσουν τις δυνάμεις τους, διέτρεχαν τον κίνδυνο σχεδόν να εκμηδενισθούν οπό τους Νορβηγούς, μόνο με τη δύναμη του πλήθους χωρίς καλά - καλά να χρειάζονται όπλα γι' αυτό
Μια από τις πρώτες ενέργειες του Κουίσλιγκ, όταν ανέλαβε την εξουσία στο Όσλο, ήταν να αναστείλει τη διαταγή κινητοποιήσεως. Η νόμιμη Νορβηγική Κυβέρνηση δεν είχε μέσα να καταγγείλει την αναστολή, διότι στο Χάμαρ όπου είχε καταφύγει δεν υπήρχαν ευκολίες μεταδόσεως των διαταγών σε εθνική κλίμακα και οι Γερμανοί είχαν θέσει υπό τον έλεγχο τους το τηλεφωνικό σύστημα. Είχε συμβεί όμως το εξής: με μια ομιλία του από το ραδιόφωνο, ακριβώς πριν η κυβέρνηση αναχωρήσει, ο Υπουργός των Εξωτερικών, ο Δρ Κόχτ, είχε αναφέρει ότι η κινητοποίηση είχε διαταχθεί. Οι στρατεύσιμοι λοιπόν σε όλη τη Νορβηγία θεώρησαν τη διαταγή αυτή ότι τους υποχρέωνε να παρουσιαστούν. Στις πιο πολλές περιπτώσεις αυτό ήταν αδύνατο γιατί ένας από τους πρώτους αντικειμενικούς σκοπούς των Γερμανών σε κάθε περιοχή όπου αποβιβάζονταν ήταν να καταλάβουν τις αποθήκες υλικού επιστρατεύσεως και διότι το συγκοινωνιακό σύστημα της χώρας κατακερματίστηκε και για ένα σωρό άλλους λόγους. Παρ΄όλα αυτά, καθώς η κατάπληξη της ημέρας άρχισε να παρέρχεται—και αυτό γινόταν περισσότερο ή λιγώτερο καθώς και οι (95) παράτες όπερα - κωμίκ του ίδιου του γερμανικού στρατού τελείωναν-πήραν απόφαση να πολεμήσουν όπου μπορούσαν και με όποιον μπορούσε να ενωθεί μαζί τους. Μερικοί από αυτούς είχαν εκπαιδευθεί κατά τρόπο απαρχαιωμένο μερικοί μάλιστα ελάχιστα είχαν εκπαιδευθεί. Συμβαίνει όμως στη Νορβηγία ή σκοποβολή να είναι ένα εθνικό άθλημα. Συμβαίνει ακόμα, οι πιο πολλοί Νορβηγοί ενεργού ηλικίας να είναι ικανοί χιονοδρόμοι—πράγμα που δεν είναι αφύσικο σε μια χώρα η οποία το περισσότερο μέρος του χρόνου είναι σκεπασμένη από χιόνια. Εάν λοιπόν δε θα τους ήταν δυνατό να πολεμήσουν σαν ένας στρατός, θα μπορούσαν να πολεμήσουν σαν αντάρτες στα βουνά και στις κοιλάδες, όσον καιρό θα μπορούσαν να βρουν Νορβηγούς συντρόφους να πολεμήσουν στο πλευρό τους. Και πράγματι, σε εντελώς σύντομο χρονικό διάστημα, το νότιο τουλάχιστο τμήμα της χώρας, ζωντάνεψε ολόκληρο από άντρες που έσπευδαν — γέμισε θα ήταν εσφαλμένη λέξη να χρησιμοποιήσουμε γιατί η Νορβηγία είναι μια μεγάλη χώρα με μικρό πληθυσμό.
Σε μικρές ομάδες, άνά δυό ή τρεις, μερικές φορές μάλιστα και ένας - ένας στήν αρχή, άνθρωποι απο παντού άφιναν τα σπίτια τους, τις οικογένειες τους, το κάθε δικό τους και ξεκινούσαν να βρουν κάποιο είδος εστίας αντιστάσεως γύρω από την οποία θα μπορούσαν να συσσωματωθούν. Οι μικρές ομάδες θα οργανώνονταν σε μεγαλύτερες ομάδες και έτσι, μολονότι όσα συνέβαιναν δεν είχαν καμμιά σχέση με το σχηματισμό στα χαρτιά του Νορβηγικού Στρατού στον οποίο θα έπρεπε να καταταγούν—ένας στρατός της περιστάσεως δημιουργήθηκε. Ένας στρατός ο οποίος επρόκειτο να ανδρωθεί εναντίον κάθε λογικής για να αποδυθεί σε απέλπιδες μάχες καθυστερήσεως του εχθρού έως ότου κατορθωνόταν να καταφθάσουν ενισχύσεις.



Στο ίδιο χρονικό διάστημα αεροπλάνα, έστω και απ' αυτά που διέθετε η Νορβηγία — ακατάλληλα τα περισσότερα τους για να χρησιμοποιηθούν σαν καταδιωκτικά ή σαν βομβαρδιστικά—ανυψώθηκαν και ενεργούσαν με κάθε τρόπο που μπορούσε να επινοηθεί για να προκαλούν σύγχιση και ενοχλήσεις στα Γιούνκερς και στα Μέσσερσμιτ. Από μερικά από αυτά οι αεροπόροι εξακόντιζαν με τα χέρια τους τις λίγες βόμβες που διέθεταν, άλλα απλώς βουτούσαν(96) και προσποιούνταν ότι πολυβολούσαν τις χερσαίες δυνάμεις. Γρήγορα έμειναν χωρίς καύσιμα και μερικά από αυτά χωρίς οποιοδήποτε είδος βενζίνης. Μερικά αντιμετώπισαν το αδύνατο και έφυγαν για τη Σκωτία—διασώζοντας έτσι τουλάχιστο τους πιλότους των για να εξακολουθήσουν να πολεμούν σαν ελεύθεροι άντρες, διότι τα αεροπλάνα τα ίδια, όλα χωρίς εξαίρεση, αμέσως χαρακτηρίστηκαν σα μη κατάλληλα για χρήση.
Όσο για το Νορβηγικό Ναυτικό, είχε μείνει λίγο και απ' αυτό μετά από τις απελπισμένες συγκρούσεις στα φιορδ.
Αδίστακτα αποφάσισε πιο ήταν το καθήκον του, όπως αδίστακτα είχε συγκρουστεί από την πρώτη στιγμή με τον εχθρό, και δεν έδωσε καμιά σημασία σε οποιαδήποτε από τις διαταγές του Κουίσλιγκ. Όλα τα σκάφη που είχαν απομείνει, σήκωσαν άγκυρες για τα λιμάνια της Μ. Βρετανίας ή για οπουδήποτε θα ήταν δυνατόν να συναντήσουν το βρετανικό στόλο. Το αντιτορπιλλικό Σλάϊπνερ, το οποίο το έχουμε ήδη συναντήσει να πραγματοποιεί το πρώτο του πλήγμα κατά του εχθρού, ανοίχτηκε στη θάλασσα σέρνοντας μαζί του ένα μεγάλο μεταφορικό πλοίο των Γερμανών του οποίου ο κυβερνήτης μάταια διαμαρτυρόταν ότι δεν μετέφερε στρατό ή στρατιωτικά εφόδια οποιουδήποτε είδους. Στα μισά όμως του δρόμου το γερμανικό κατόρθωσε να το σκάσει από τον ανεπιθύμητο σύντροφο του. Το Σλάϊπνερ έγινε δεκτό με έναν τρομερά πανηγυρικό τρόπο όταν έφτασε στο Σήτλαντς στη Μ. Βρετανία και ξανά όταν κατέπλευσε το Σκάπα Φλόου. Ανέλαβε ξανά υπηρεσία στις τάξεις του βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού έξω από τις νορβηγικές ακτές μόλις μαν εβδομάδα αργότερα και ο πρώτος του υποπλοίαρχος χρησιμοποιήθηκε σαν αξιωματικός σύνδεσμος με τις ναυτικές δυνάμεις εκεί. Άλλοι ακολούθησαν το ίδιο παράδειγμα και έτσι τα νορβηγικά πλοία, στα οποία περιλαμβάνονταν και νέα πλοία αγορασμένα με χρήματα από τα αποθέματα χρυσού της χώρας, τα οποία φυγαδεύτηκαν κάτω από τη μύτη των Γερμανών, ή με τα κέρδη του νορβηγικού εμπορικού στόλου, έλαβαν με όλες τους τις δυνάμεις μέρος στον πόλεμο κατά θάλασσα στα επόμενα χρόνια.
Αναμφίβολα όμως το μεγαλύτερο δώρο της Νορβηγίας στον ελεύθερο κόσμο ήταν ο εμπορικός της στόλος .
Η χώρα αυτή είχε (97) τον τρίτο εμπορικό στόλο του κόσμου. Διέθετε διακόσια εβδομήντα δύο σύγχρονα πετρελαιοφόρα μόνο. Και τα πετρελαιοφόρα αυτόν τον καιρό άξιζαν όσο ήταν και το βάρος τους σε χρυσάφι, ενώ ταυτόχρονα ήταν τα πιο επικίνδυνα καράβια για να υπηρετεί κανείς σ' αυτά. Συνολικά είκοσι πέντε χιλιάδες ναυτικοί και χίλια πλοία προσχώρησαν να πολεμήσουν στον απελπισμένο αγώνα στον Ατλαντικό και σ' ολόκληρον τον κόσμο — πλοία των οποίων τα πάτρια λιμάνια βρίσκονταν στο εξής σε μια παράξενη χώρα, ναυτικοί οι οποίοι συχνά δεν γνώριζαν εάν οι οικογένειες τους ζούσαν ή πέθαναν, εάν είχαν με τι να ζήσουν, εάν ήσαν ελεύθερες ή κλεισμένες σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Η εργασία τους ήταν περίλαμπρη και η συνεισφορά τους στη Συμμαχική Νίκη αναντικατάστατη, παρ' όλο πού τώρα σπάνια τη θυμούμαστε τη συνεισφορά αυτή ή μιλούμε γι΄ αυτή.



Έτσι, στο πέρασμα μιας ημέρας η οποία άρχισε με μια παραλυτική κατάπληξη και αδράνεια, η Νορβηγία βρήκε τον εαυτό της. Η Μ. Βρετανία δεν είχε βρει ακόμα το δικό της εαυτό και δεν θα τον εύρισκε μέχρις ότου θα δεχόταν κι αυτή παρόμοιο κλονισμό οπό τις δικές της καταστροφικές ήττες στη δύση. Όταν τα νέα για την εισβολή στη Δανία και στη Νορβηγία ξέσπασαν απότομα στο ραδιόφωνο και στις εφημερίδες, το πρωί στις 9 Απριλίου, όλοι περίμεναν με βεβαιότητα ότι το ισχυρότερο Ναυτικό του κόσμου, ο Στρατός ο οποίος στη διάρκεια ολοκλήρων γενεών πολέμησε νικηφόρα παντού στην υδρόγειο και μια Αεροπορία η οποία ήταν οπό τεχνική άποψη ανώτερη προς οτιδήποτε διέθεταν οι Γερμανοί, θα εξορμούσαν μαζί προς τη Νορβηγία σε εκδίκηση και θα πετούσαν τους αλαζονικούς Γερμανούς στη θάλασσα. Χιλιάδες δημοσιεύματα στις εφημερίδες διατράνωναν το θρύλο ότι η Γερμανική Αεροπορία ήταν ήδη απαρχαιωμένη, διακήρυσσαν την πεποίθηση ότι η επίθεση αεροπλάνων εναντίον πολεμικών πλοίων δεν ήταν αποτελεσματική, κάτι περισσότερο μάλιστα: ότι ήταν εν μέρει αυταπάτη και εν μέρει ευσεβής πόθος. Στο κάτω - κάτω, μήπως, μόλις λίγες μέρες πριν, ο ίδιος ο πρωθυπουργός δεν είχε δηλώσει ότι ο Χίτλερ είχε χάσει το «λεωφορείο»; Ακόμα και με όσα είδαμε να συμβαίνουν στη Νορβηγία, η έκταση των ευσεβών πόθων,(98) που κρέμονταν πάνω από τη Μ. Βρετανία σαν ένα σύννεφο αυταπάτης και πλάνης ήταν απίστευτη·—-απολύτως το ίδιο πνεύμα βασίλευε και στην κυβέρνηση των ηλικιωμένων ανθρώπων και στις πολεμικές επιτροπές. Σε τέτοιο σημείο, ώστε, ακόμα και κατά τη διάρκεια της ημέρας που ακολούθησε την εισβολή, ο Μίστερ Τσάμπερλαιν μπόρεσε με το άτονο ύφος του να δηλώσει στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι οι ειδήσεις κατά τις οποίες οι Γερμανοί είχαν αποβιβασθεί στο Νάρβικ ήσαν έκτος συζητήσεως, ότι υπήρχε ένα σημείο στο βορειότερο άκρο της Νορβηγίας ονομαζόμενο Λάρβικ και ότι κατά πάσαν πιθανότητα στο σημείο αυτό θα πρέπει να είχαν αποβιβασθεί. Δεν υπάρχει όμως ούτε ίχνος από οποιαδήποτε οπό τις εκθέσεις που να μνημονεύει πουθενά το Λάρβικ.
Το Υπουργικό Συμβούλιο (στο οποίο μεταβιβάστηκε οπό τις περιστάσεις η ευθύνη για τις επιχειρήσεις στη Σκανδιναυική Χερσόνησο από το Ανώτατο Διασυμμαχικό Πολεμικό Συμβούλιο και το οποίο συνεπώς δε μπορούσε πλέον να παραπέμψει τις ευθύνες του άλλου) ούτε λίγο ούτε πολύ, είχε υποσχεθεί πλήρη και άμεση βοήθεια στο νορβηγικό λαό: έπρεπε τώρα να κρατήσει την υπόσχεση του. Πώς θα το κατόρθωνε; Κάθε πλοίο που θα μπορούσε να διαθέσει το Ναυτικό βρισκόταν ήδη σε διατεταγμένη υπηρεσία και οι μονάδες του στόλου βρίσκονταν την ώρα αυτή σε μάχη με τον εχθρό ή έτοιμες να εμπλακούν. Η Αεροπορία θα προσπαθούσε να φτάσει τους στόχους της ατή Νορβηγία' όπως όμως έχουμε προγούμενα παρατηρήσει, ο καιρός ήταν κακός, μερικοί στόχοι βρίσκονταν στο έσχατο όριο για τα αεροσκάφη που διαθέταμε τότε, μερικοί μάλιστα και εντελώς έξω από την ακτίνα δράσεως των αεροπλάνων μας. Εκτος από αυτά, η Αεροπορία, όπως και οι άλλες στρατιωτικές δυνάμεις, θα δεσμευόταν σ' αυτή τη φάση με αυστηρές διαταγές να βομβαρδίζει μόνον όταν στρατιωτικοί στόχοι θα ήταν δυνατόν να απομονωθούν και να διαπιστωθούν καθαρά. Όσο για το Στρατό, ο οποίος θα έπρεπε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα να αποβιβασθεί στη Νορβηγία, έχουμε ήδη αρκετή γνώση για τις δυνάμεις που υπήρχαν διαθέσιμες στο στρατόπεδο στο Ντανφερμλάϊν και στα οπλιταγωγά στον Κλάϊντ και σε ποια κατάσταση βρίσκονταν μερικές από αυτές. Έπρεπε τώρα, οι δυνάμεις αυτές, χωρίς καμιά (99) καθυστέρηση να απελευθερωθούν από την καταναγκαστική τους καραντίνα να τεθούν για μια ακόμη φορά σε κίνηση , με προορισμό τώρα να πολεμήσουν αντί απλά να αποβιβασθούν ή μόνο να καταλάβουν τα επίκαιρα σημεία και να αναλάβουν καθήκοντα φρουρών.