Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Η ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΦΑΣΙΣΤΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ

 (Νοέμβριος 1942- Φεβρουάριος 1943) (Σχ. 17 και 18)
Στις αρχές Νοεμβρίου 1942 στον τομέα του Στάλινγκραντ είχε διαμορ­φωθεί η ακόλουθη στρατηγική κατάσταση.
Τα στρατεύματα του νοτιο-δυτικού μετώπου υπεράσπιζαν την αριστερή όχθη του Ντον, στον τομέα από το Άνω Μάμον μέχρι την Κλέτσκαγια. Οι κύριες δυνάμεις του μετώπου ήταν συγκεντρωμένες στα προγεφυρώματα στην περιοχή δυτικά και νοτιο-δυτικά του Σεραφείμοβιτς.
Τα στρατεύματα του μετώπου Ντον δρούσαν στη γραμμή από την Κλέτσκαγια μέχρι τη Γερζόβκα, έχοντας προγεφυρώματα στη δεξιά όχθη του Ντον, στις περιοχές  Κλέτσκαγια, Νόβο Γρηγορέβσκαγια, Σιροτίνσκαγια.
Τα στρατεύματα του μετώπου Στάλινγκραντ με τις δυνάμεις των στρατιών 62ης και 64ης υπεράσπιζαν σταθερά τα Στάλινγκραντ, ενώ με τις υπόλοιπες δυνάμεις κάλυπταν από τα δυτικά τον κάτω ρου του Βόλγα, από το Στάλινγκραντ μέχρι  το Αστραχάν.
Ή δράση των στρατευμάτων στα μέτωπα αυτά υποστηριζόταν από τρεις αεροπορικές στρατιές. Επί πλέον στη διοίκηση του νοτιο-δυτικοί μετώ­που υπαγόταν για τη διεξαγωγή στρατηγικών επιχειρήσεων η 2η αεροπο­ρική στρατιά του μετώπου Βορονέζ.
Τα στρατεύματα του νοτιο-δυτικού μετώπου και των μετώπων Ντον και Στάλινγκραντ στον τομέα από το Άνω Μάμον μέχρι το Αστραχάν είχαν απέναντι τους ένα τμήμα των  δυνάμεων της 8ης ιταλικής στρατιάς,[1] την 3η ρουμανική στρατιά, τις 6η και 4η  γερμανικές στρατιές αρμάτων μάχης και την 4η  ρουμανική  στρατιά, συνολικά 36 μεραρχίες πεζικού, μηχανοκίνητες, 5 αρμάτων μάχης, 4 Ιππικού και 2 ταξιαρχίες.
Η στρατηγική πυκνότητα των στρατευμάτων του εχθρού κατά μέσο όρο και κατά μεραρχία ήταν : στη ζώνη του νοτιο-δυτικού μετώπου 12 περίπου χλμ., στη ζώνη του Ντον περί τα 15 χλμ. και στη ζώνη του Στάλινγκραν (χωρίς τον τομέα του Αστραχάν) 13 χλμ.  περίπου.
Τα εχθρικά στρατεύματα ξηράς στον τομέα του Στάλινγκραντ υποστηρίζονταν από τον 4ο αεροπορικό στόλο, πού αποτελούνταν από το 4ο και 5ο αεροπορικά σώματα και το 8ο ανεξάρτητο αεροπορικό σώμα, και αριθμούσε συνολικά 1000 περίπου αεροπλάνα.
Η άμυνα του αντιπάλου στον τομέα του Στάλινγκραντ (εκτός από τη περιοχή της πόλης του Στάλινγκραντ) οργανώθηκε σε διάστημα 11/2-2 -μηνών. Η τακτική ζώνη άμυνας αποτελούνταν από μια λωρίδα βάθους 5-8 χιλιομέτρων. Στους περισσότερους τομείς αυτή η λωρίδα περιλάβαινε δύο οργανωμένες ισχυρές θέσεις. Σε κάθε χιλιόμετρο του μετώπου υπήρχαν συνήθως τρία ή τέσσερα μόνιμα πολυβολεία. Όλοι οι κατοικημένοι τόποι στη ζώνη άμυνας είχαν προετοιμαστεί για αντίσταση από όλες τις πλευρές κα μετατράπηκαν σε κέντρα αντίστασης και σημεία στηρίγματος.
Εξ αιτίας των μακρόχρονων και σκληρών μαχών η 6η και 4η γερμανικές στρατιές αρμάτων κατά τα μέσα Νοεμβρίου 1942 είχαν συγκεντρωθεί σε στενό τομέα του μετώπου πολύ κοντά στην περιοχή του Στάλινγκραντ.
Στην πορεία της ηρωικής άμυνας των σοβιετικών στρατευμάτων στο Στάλινγκραντ τα γερμανοφασιστικά στρατεύματα είχαν βαρειές απώλειες Γι΄αυτό η εχθρική διοίκηση ήταν υποχρεωμένη να ενισχύει συνέχως τους σχηματισμούς της, που έκαναν εφόδους εναντίον του Στάλινγκραντ, με στρατεύματα που δρούσαν στα πλευρά του κύριου συγκροτήματος.
Στον τομέα του Στάλινγκραντ ο εχθρός είχε για στρατηγικές εφεδρείες συνολικά 6 μεραρχίες διεσπαρμένες σε πλατύ μέτωπο.
Προς  το τέλος της αμυντικής μάχης τα στρατεύματα μας κατείχαν ευνοϊκή κυκλωτική θέση σε σχέση με το εχθρικό συγκρότημα που δρούσε  στο Στάλινγκραντ και είχαν στα πλευρά αυτού του συγκροτήματος κατάλληλα προγεφυρώματα.
Η γερμανοφασιστική διοίκηση, ύστερα από τις συνεχείς και άκαρπες προσπάθειες να καταλάβει το Στάλινγκραντ, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί στα μέσα Νοεμβρίου από την επίθεση και να δώσει εντολή στα στρατεύματα της να περάσουν σε άμυνα και σ' αυτόν τον τομέα του μετώπου.
Η επεξεργασία του σχεδίου της αντεπίθεσης των σοβιετικών στρατευμάτων στο Στάλινγκραντ άρχισε τον Σεπτέμβριο. Στην επεξεργασία αυτή του σχεδίου πήραν ενεργό μέρος τα πολεμικά συμβούλια των ομάδων στρατιών που δρούσαν στην περιοχή του Στάλινγκραντ.
Το γενικό σχέδιο της αντεπίθεσης ήταν : Να ενεργήσουν επιθέσεις σε συγκλίνουσες κατευθύνσεις οι δυνάμεις του νοτιο-δυτικού μετώπου και των  μετώπων Ντον και Στάλινγκραντ, με αντικειμενικό σκοπό την περικύκλωση και την καταστροφή όλου του εχθρικού συγκροτήματος που δρούσε στο Στάλινγκραντ. Οι κύριες επιθέσεις έπρεπε να γίνουν στα πλευρά του εχθρικού συγκροτήματος με τις δυνάμεις της αριστερής πτέρυγας του νοτιο-δυτικού μετώπου από τα προγεφυρώματα που ήταν στη δεξιά όχθη του Ντον στις περιο­χές Σεραφείμοβιτς και Κλέτσκαγια, και με τις δυνάμεις του μετώπου του Στάλινγκραντ από την περιοχή της βόρειας ομάδας των λιμνών Σάρπα. Τα επιθετικά συγκροτήματα και των δύο μετώπων έπρεπε να ενωθούν στην περιοχή Καλάτς για να ολοκληρώσουν την κύκλωση των κύριων δυνάμεων του εχθρού στο Στάλινγκραντ.
Το νότιο δυτικό μέτωπο, αναπτύσσοντας το επιθετικό του συγκρότημα που αποτελούνταν από τις 5η και 21η στρατιές αρμάτων στα προγεφυρώ­ματα νοτιο-δυτικά του Σεραφείμοβιτς και στην περιοχή της Κλέτσκαγια, έπρεπε να διασπάσει την άμυνα της 3ης ρουμανικής στρατιάς και με ταχυ­κίνητες μονάδες να αναπτύξει ορμητικά την επίθεση προς τα νότιο ανατο­λικά με σκοπό να φθάσει στο Ντον, στον τομέα της Κάτω Τσίρσκαγια, Μπολσεναμπατόφσκ. Με την επίθεση αυτή τα στρατεύματα του μετώπου έπρεπε να βγουν στα νώτα του εχθρικού συγκροτήματος, να αποκόψουν το δρόμο υποχώρησης τους προς Δ. και να ενωθούν με τα στρατεύματα του μετώπου Στάλινγκραντ.
Η στρατηγική υποστήριξη της επίθεσης του επιθετικού συγκροτήματος του μετώπου από τα νοτιο-δυτικά και δυτικά και η δημιουργία του εξωτε­ρικού μετώπου του κλοιού στον τομέα αυτόν ανατέθηκε στα στρατεύματα της αριστερής πτέρυγας της 1ης στρατιάς φρουράς, υπό τη διοίκηση του αντιστράτηγου Δ. Δ. Λελιουσιένκο, καθώς επίσης και σε ένα τμήμα των δυνάμεων της 5ης στρατιάς αρμάτων μάχης με διοικητή τον αντιστράτηγο Π. Λ. Ρομανένκο και στο 8ο σωμα ιππικού.
Τα στρατεύματα αυτά, αναπτύσσοντας την επίθεση προς τα δυτικά και τα νοτιο-δυτικά, έπρεπε την τρίτη ημέρα της επιχείρησης να φθάσουν στη γραμμή από τη Βεσένσκαγια μέχρι τη Μποκόβσκαγια και παραπέρα στον ποταμό Τσιρ μέχρι το Βέρχνιε - Τσίρσκι.
Η  δράση των στρατευμάτων του μετώπου υποστηριζόταν από την αερο­πορία της 2ης και 17ης αεροπορικής στρατιάς. Τη δεύτερη αεροπορική στρα­τιά διοικούσε ο υποστράτηγος της αεροπορίας Σ. Α. Κρασόφσκι.
Το μέτωπο του Ντον [2] (διοικητής ο αντιστράτηγος Κ. Κ. Ροκοσσόφσκι, μέλος του πολεμικου συμβουλίου ο επίτροπος ταξιαρχίας Α. Ι. Κιριτσένκο, επιτελάρχης ο υποστράτηγος Σ. Μ. Μαλίνιν) έπρεπε να καταφέρει δύο συμ­πληρωματικά κτυπήματα: το ένα από την περιοχή ανατολικά της Κλέτσκαγια προς τα νοτιο-ανατολικά με τις δυνάμεις της δεξιάς πτέρυγας της 65ης στρα­τιάς (διοικητής της στρατιάς ο αντιστράτηγος Π. I. Μπάτωφ) με σκοπό να συμπιέσει την άμυνα του εχθρού στη δεξιά όχθη του Ντον και το άλλο με τις δυνάμεις της δεξιάς πτέρυγας της 24ης στρατιάς από την περιοχή της Κατσαλίνσκαγια κατά μήκος της αριστερής όχθης του Ντον προς νότο με γενική κατεύθυνση το Βερτιάτσι και με σκοπό να αποκόψουν τα εχθρικά στρατεύ­ματα που δρούσαν στη μικρή καμπή του Ντον από το συγκρότημα τους που βρισκόταν στην περιοχή του Στάλινγκραντ.
Στην 66η στρατιά, που δρούσε βόρεια του Στάλινγκραντ με διοικητή τον αντιστρατηγο  Α. Σ. Ζάντωφ, είχε ανατεθεί η αποστολή με δραστήριες ενέργειες να καθηλώσει σταθερά τον εχθρό που ήταν απέναντι της και να μην του επιτρέψει να κάνει ελιγμούς με τις εφεδρείες του.
Η δράση  των χερσαίων δυνάμεων του μετώπου υποστηριζόταν από την 16η αεροπορική στρατιά με διοικητή τον υποστράτηγο της αεροπορίας  Σ.Ι.Ρουντενκο.
Το μέτωπο του  Στάλινγκραντ με το επιθετικό του συγκρότημα, που  το αποτελούσαν οι  51η, 57η και 64η στρατιές, έπρεπε να ενεργήσει επίθεση σε μέτωπο από Ιβάνοφκα μέχρι τη λίμνη Μπαρμαντσάκ, να διασπάσει την άμυνα του εχθρού σε δύο τομείς και αναπτύσσοντας την επίθεση με βορειο-δυτική κατεύθυνση νά φθάσει στην περιοχή Καλάτς, Σοβέτσκι, όπου και να στρατεύματα του νοτιο-δυτικού μετώπου.
Η 61η στρατιά, υπό τη διοίκηση του υποστράτηγου I. I. Τρουφάνωφ, διέσπασε την άμυνα του εχθρού στις διαβάσεις ανάμεσα στις λίμνες Σάρπα, Τσατσα και Μπαρμαντσάκ και ανέπτυξε την επίθεση με τις κύριες δυνάμεις της προς τα βορειο-δυτικά με γενική κατεύθυνση το Καλάτς.
Οι μονάδες  που βρίσκονταν στα συνεχόμενα πλευρά της 57ης και 64ης στρατιάς πέρασαν  σε επίθεση από την περιοχή Ιβάνοφκα προς τα βορειο-δυτικά με σκοπό να υπερφαλαγγίσουν το εχθρικό συγκρότημα από το νότο.
Η 62η στρατιά όφειλε με δραστήριες επιχειρήσεις να καθηλώσει τα στρατεύματα του εχθρού που δρούσαν στην περιοχή της πόλης και να είναι έτοιμη να περάσει σε επίθεση.
Τα στρατεύματα της 28ης στρατιάς,  που  διοικούσε ο αντιστράτηγος Β.Φ Γερασιμένκο, πήραν την εντολή να καλύψουν  σταθερά τον τομέα του Αστραχάν να είναι έτοιμα να περάσουν σε επίθεση με γενική κατεύθυνση το Στεπνόι (Ελίστα).
Για την εξασφάλιση της επίθεσης των στρατευμάτων του επιθετικού συγκροτήματος του  μετώπου Στάλινγκραντ από τα νοτιο-δυτικά και για τη δημιουργία του εσωτερικού μετώπου του κλοιού στον τομέα αυτόν χρησιμοποιήθηκε ένα μέρος των  δυνάμεων της 41ης στρατιάς (μαζί με το 4ο σώμα ιππικού) που έπρεπε να  επιτεθεί προς τα νοτιο-δυτικά με γενική κατεύθυνση το Αμπγκανιέροβο  και Κοτελνίκοβο.
Τις επιχειρήσεις των στρατευμάτων του μετώπου υποστήριζε η 8η αεροπορική στρατιά.
Τέτοιο ήταν σε  γενικές γραμμές το σχέδιο της αντεπίθεσης των στρατευμάτων μας στον  τομέα Στάλινγκραντ.  Το  σχέδιο  αυτό ήταν αποτέλεσμα δημιουργικής εργασίας του ανώτατου αρχηγείου, του γενικού επιτελείου και της διοίκησης των μετώπων.
Το ανώτατο αρχηγείο, για να καθηλώσει τα εχθρικά στρατεύματα στους άλλους τομείς του μετώπου και να αφαιρέσει από τη γερμανο-φασιστική διοίκηση τη  δυνατότητα να μεταφέρει εφεδρείες στον τομέα του Στάλινγκραντ στην  περίοδο της αντεπίθεσης, αποφάσισε κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο Νοεμβρίου και τον Δεκέμβριο, με ενα μέρος των δυνάμεων του μετώπου Καλίνιν , να κάνει επίθεση στον τομέα του Βελίκιγε Λούκι, με τα στρατεύματα του δυτικού μετώπου σε συνεργασία με τμήματα του μετώπου Καλίνιν να καταφέρει κτυπήματα κατά του εχθρικού συγκροτήματος Ρζέφ -Βιάζμα και με τα στρατεύματα του μετώπου Υπερκαυκασίας να κάνει επί­θεση στον τομέα του Μοζντόκ.
Οι συνθήκες για τη συγκέντρωση δυνάμεων και μέσων από τις εφε­δρείες του Ανώτατου Αρχηγείου στον τομέα του Στάλινγκραντ ήταν πάρα πολύ δύσκολες. Η μεταφορά των στρατευμάτων και των φορτίων στην περιοχή του Στάλινγκραντ γινόταν από τρεις σιδηροδρομικές άπλες γραμμές, που όλες βρίσκονταν κάτω από την αδιάκοπη δράση της εχθρικής αεροπορίας.
Επί πλέον, η μεταφορά στρατευμάτων και υλικού στο Στάλινγκραντ και στην περιοχή νοτιότερα απ' αυτό έπρεπε να γίνεται από το Βόλγα κάτω από τα εχθρικά πυρά. Η μεταφορά έγινε εξαιρετικά δύσκολη, όταν τα νερά ανέβηκαν 2 μέτρα πάνω από το κανονικό και άρχισαν να παγώνουν. Το μηχανικό οργάνωσε διαβάσεις σε 9 σημεία. Ο στεπώδης χαρακτήρας του το­πίου στην περιοχή του Στάλινγκραντ με τα ελάχιστα κατοικημένα σημεία του δημιούργησε ιδιαίτερες δυσκολίες στη συγκάλυψη της συγκέντρωσης στρατευμάτων. Και όμως το πρόβλημα αυτό λύθηκε με επιτυχία από τη σοβιετική διοίκηση. Όλες οι μετακινήσεις γίνονταν με προσεκτική τήρηση των μέτρων καμουφλάζ. Τα στρατεύματα μετακινούνταν μονάχα τη νύκτα. Την ημέρα σταματούσε κάθε κίνηση, τα τμήματα διαμοιράζονταν στα κατοι­κημένα σημεία, κρύβονταν στα πολυάριθμα χαντάκια και στις  χαράδρες.
Η  κατοπινή πορεία των γεγονότων απέδειξε ότι τα μέτρα που πάρ­θηκαν πέτυχαν το σκοπό τους. Η γερμανική διοίκηση δεν κατόρθωσε να ανακαλύψει τις μετακινήσεις των σοβιετικών στρατευμάτων. Η αντεπίθεση του σοβιετικού στρατού στο Στάλινγκραντ αιφνιδίασε τον εχθρό. Αυτό αποδεικνύεται από τις μαρτυρίες των γερμανών αξιωματικών. Ιδιαίτερα, ο στρατηγός Γιόντλ, κρίνοντας τη δράση της γερμανικής υπηρεσίας πληροφοριών, αναγκάσθηκε να ομολογήσει ότι είχε μεγάλες αποτυχίες και η μεγαλύτερη ήταν η αποτυχία το Νοέμβριο του 1942, όταν δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τη συγκέντρωση μεγάλου συγκροτήματος σοβιετικών στρατευμάτων στην περι­οχή του Στάλινγκραντ.
Στα μέσα Νοεμβρίου 1942 όλη η προετοιμασία των στρατευμάτων μας για αντεπίθεση, παρά τις πολύ δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες γινόταν, βασικά είχε τελειώσει.
Στην αρχή της αντεπίθεσης οι δυνάμεις των δύο αντιπάλων στον τομέα του Στάλινγκραντ ήταν περίπου ίσες. Η σοβιετική διοίκηση όμως με τις εύστοχες μετακινήσεις στρατευμάτων δημιούργησε στους τομείς των κυριο­τέρων κτυπημάτων σημαντική υπεροχή σε δυνάμεις και τεχνικά μέσα απέ­ναντι στον εχθρό.

[1] Οι υπόλοιπες δυνάμεις της 8ης ιταλικής ατρατιας αμύνονταν στον Ντον βορειότερα του Άνω Μάμον μέχρι το   Παυλόβσκ εναντίον των στρατευμάτων του μετώπου Βορονέζ.
[2] Στις  28 Σεπτεμβρίου 1942 με απόφαση του ανώτατου αρχηγείου το μέτωπο Στάλινγκραντ μετονομάσθηκε σε μέτωπο Ντον και το νοτιο-ανατολικό μέτωπο, σε μέ­τωπο Στάλινγκραντ.

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

XΑΪΝΤΣ ΓΚΟΥΝΤΕΡΙΑΝ:ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΟΥ


II. Η δημιουργία των Γερμανικών Τεθωρα­κισμένων.

Κυρία απασχόλησίς μου κατά το διάστημα του μεσοπολέμου ήτο η δημιουργία των γερμανικών τεθωρακισμένων. Αν και υττήρξα αξιωμα­τικός των Κυνηγών και δεν κατείχα την απαιτουμένη τεχνική προπαίδευσι, εν τούτοις η μοίρα με ετοποθέτησε σε θέσεις που είχαν σχέσι με την μηχανοκίνησι. Μετά την επάνοδο μου από την περιοχή της Βαλτικής, το φθινόπωρο του 1919, και μετά σύντομη υπηρεσία στην 10η Ταξιαρχία της Ράϊχσβερ, στο Αννόβερο, μου ανετέθη τον Ιανουάριο του 1920 η διοίκησις ενός λόχου του παλαιού Τάγματος μου Κυνηγών στο Γκόσλαρ. Εκ νέου χρησιμοποίησίς μου στο Γενικό Επιτελείο, στην δύναμι του ο­ποίου ανήκον μέχρι του Ιανουαρίου του 1920, δεν αντιμετωπίζετο, διότι η μετάθεσίς μου από την Βαλτική είχε πραγματοποιηθή υστέρα από μερι­κές προστριβές, αλλά και διότι η στενότης θέσεων στο εξ 100.000 ανδρών στράτευμα παρείχεν ούτως ή άλλως μικρές μόνον δυνατότητες μιας προ­νομιακής σταδιοδρομίας. Γι' αυτό και υπήρξε μεγάλη η έκπληξίς μου, όταν το φθινόπωρο του 1921 ο τότε διοικητής του Συντάγματος μου, συν­ταγματάρχης φον Άμσμπεργκ με ηρώτησε αν είχα την διάθεσι να υπηρε­τήσω και πάλιν στο Γενικό Επιτελείο. Απήντησα καταφατικά, επί μα­κρόν χρόνον όμως δεν ήκουσα πλέον τίποτα περί της υποθέσεως αυτής, έως ότου, τον Ιανουάριον του 1922 μου ετηλεφώνησε ο συνταγματάρχης Γιοαχίμ φον Στυλπνάγκελ, της Υπηρεσίας Στρατού του Υπουργείου Στρατιωτικών και με ηρώτησε διατί δεν είχα ακόμα αναχωρήσει στο Μό­ναχο. Από αυτόν επληροφορήθην, ότι υπήρχε πρόθεσις μεταθέσεώς μου εις την Επιθεώρησιν Μεταφορών, Τμήμα Μηχανοκινήτων, θέσις δια την οποίαν ο Επιθεωρητής, στρατηγός φον Τσίσβιτς, είχε ζητήσει έναν επι­τελικό αξιωματικό. Η μετάθεσις θα επραγματοποιείτο την 1 Απριλίου, ήθελαν όμως να μου δώσουν προηγουμένως την δυνατότητα να γνωρίσω εν τη πράξει την στρατιωτικήν υπηρεσίαν των μηχανοκινήτων και γι' αυτό με τοποθετούσαν έως τότε στο 7ο (βαυαρικό) Τμήμα Μηχανοκινή­των, που είχε έδρα το Μόναχο. Ο Στυλπνάγκελ μου είπεν ότι έπρεπε ν' αναχωρήσω αμέσως για το Μόναχο. Εξαιρετικά ικανοποιημένος για τη νέα αυτή θέση ανεχώρησα και παρουσιάσθηκα, στο Μόναχο, στον διοικητή ταγματάρχη Λούτς, με τον οποίον μας συνέδεσεν έκτοτε όχι μόνον η κοινή εργασία αλλά, πέραν αυτού, εκ μέρους μου ειλικρινής εκτίμησις, εκ μέρους του δε μεγίστη ευμένεια. Με την εγκατάστασί μου στο Μόναχο ανήκον στην δύναμι του 1ου Λόχου, διοι­κητής του οττοίου ήτο τότε ο πρώην και μετέπειτα αεροπόρος Βίμμερ. Κατά την άφιξί μου ο ταγματάρχης Λούτς με επληροφόρησεν, ότι μελλοντικός τομεύς εργασίας μου στο Υπουργείο θα ήτο η οργάνωσις και χρησιμοποίησις των μηχανοκινήτων. Βασική απασχόλησίς μου στο Μόναχο ήτο επομένως η προετοιμασία μου δια το έργον αυτό. Ο ταγματάρχης Λουτς και ο λοχαγός Βίμμερ έκαναν κάθε τι το δυνατόν για να μπορέσω να γνω­ρίσω εκ του σύνεγγυς το είδος της υπηρεσίας τους. Εκεί έμαθα πράγματι πολλά. Την 1 Απριλίου παρουσιάσθην γεμάτος ανυπομονησία στο Βερο­λίνο, στον στρατηγόν φόν Τσίσβιτς δια να λάβω τις διαταγές του δια την νέαν μου υπηρεσία στο Γενικό Επιτελείο. Ο στρατηγός μου είπεν ότι αρχικώς είχε μεν την πρόθεσι να μου αναθέση ως τομέα εργασίας την χρησιμοποίησι των μηχανοκινήτων, πλην όμως ο αρχηγός του Επιτελείου ταγματάρχης Γίέττερ είχεν ορίσει διαφορετικήν κατανομήν των υπηρεσιακών καθηκόντων, συμφώνως προς την οποίαν εγώ θ' ανελάμβανα τα θέματα συ­νεργείων, δεξαμενών καυσίμων, κτιριακών εγκαταστάσεων και τεχνικών υπαλλήλων, τέλος δε θέματα οδών και συγκοινωνιών. Κατάπληκτος ανέ­φερα στον στρατηγό, ότι δεν ήμουν καθόλου προετοιμασμένος δια την εκτέλεσιν τοιαύτης, κυρίως τεχνικής φύσεως, υπηρεσίας και ότι αμφέβαλλα, κατά πόσον διέθετα τας απαιτουμένας γνώσεις διά την ανάληψιν του τομέως αυτού στο Υπουργείο. Ο στρατηγός Τσίσβιτς μου απήντησεν, ότι κατ' αρχάς είχεν ευνοήσει την χρησιμοποίησί μου στην θέσι που μου είχεν αναφέρει ο ταγματάρχης Λουτς, πλην όμως ο αρχηγός του Επιτελείου τον είχε καταστήσει προσεκτικόν επί του ότι, βάσει του Κώδικος Υπηρε­σίας του Βασιλικού Πρωσσικού Υπουργείου Πολέμου, του έτους 1873, ο οποίος βεβαίως και είχε συμπληρωθή με μεταγενέστερα διατάγματα, η κατανομή των τομέων εργασίας δεν υπήγετο εις την αρμοδιότητα του Επι­θεωρητού, αλλά του Αρχηγού του Επιτελείου. Ως εκ τούτου δεν ήτο δυστυχώς εις θέσιν — μου είπε — να διατάξη αλλαγήν τίνα. Θα εφρόντιζεν εν τούτοις να μετάσχω και εγώ εις την σχεδιασθείσαν υπ' αυτού εργασίαν. Παράκλησίς μου, όπως μετατεθώ και πάλιν εις τον Λόχον μου των Κυνη­γών, απερρίφθη. Κατ' αυτόν τον τρόπον εισήλθα εις τον τεχνικόν τομέα και δεν απέμενε παρά να προσπαθήσω να προσαρμοσθώ.Ο προκάτοχος μου, εκτός ωρισμένων μη διεκπεραιωμένων φακέλλων, δεν μου είχεν αφήσει τί­ποτε άξια λόγου στοιχεία. Μοναδικόν μου στήριγμα ήσαν μερικοί παλαιοί υπάλληλοι του Υπουργείου, οι οποίοι εγνώριζαν τους φακέλλους και τον τρόπον εργασίας και μου παρείχον κάθε δυνατήν συναδελφικήν βοήθειαν. Η εργασία ήτο αναμφιβόλως διδακτική και καλή για την μετέπειτα εξέλιξί μου. Βασικήν αξίαν είχεν εν τούτοις μία μελέτη του στρατηγού φονΤσίσβιτς, που αφορούσε μεταφοράν στρατιωτικών τμημάτων δι αυτοκινή­των οχημάτων. Η μελέτη αύτη της συγγραφής, της οποίας είχε ττροηγηθή μία μικρή πρακτική άσκησις στο Χαρτς, με έφερε για πρώτη φορά σε επαφή με τις δυνατότητες χρησιμοποιήσεως μηχανοκινήτων μονάδων και με υπεχρέωσε να σχηματίσω ιδίαν γνώμην. Ο στρατηγός φον Τσίσβιτς, λεπτολόγος προϊστάμενος, επεσήμαινε το παραμικρό σφάλμα και έδινε ιδιαίτερη σημασία στην ακρίβεια. Η εκπαίδευσίς μου υπήρξε πράγματι καλή. O πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος μας είχε δώσει μια σειρά παραδείγματα μεταφοράς στρατευμάτων δι' αυτοκινήτων. Οι μετακινήσεις αυτές είχαν πραγματοποιηθή πάντοτε όπισθεν σταθερού μετώπου και ουδέποτε απ' ευθείας προ του εχθρού. Ένας μελλοντικός πόλεμος όμως με θέσεις μάχης όπι­σθεν σταθερού μετώπου ήτο κάτι το απίθανο δια την ανοχύρωτον Γερμανίαν. Διά τήν περίπτωσιν πολέμου έπρεπε να υπολογίσωμεν εις εύκίνητον μορφήν αμύνης. Τό πρόβλημα μεταφοράς μηχανοκινήτων μονάδων εις ενα πόλεμον κινήσεων έθεσε ταχέως το θέμα ασφαλείας τοιούτων μετακινήσεων. Η ασφάλεια, όμως, μόνον δια τεθωρακισμένων οχημάτων ήτο δυνατόν να επιτευχθή. Ανεζήτησα επομένως στοιχεία, με τα οποία θα μπορούσα να κατατοπισθώ επί της κτηθείσης πείρας εις ό,τι αφορούσε τα τεθωρακισμένα οχήματα. Κατά την προσπάθεια μου αυτή συνήντησα τον νεαρόν υπολοχαγόν Φολκχάϊμ, ο οποίος είχε θέσει ως σκοπόν ν' αξιοποίηση δια το μικρό στράτευμα μας την πενιχράν πείραν εκ της μικρής γερμανικής μονάδος τεθωρακισμένων, ως και την κατά πολύ μεγαλυτέραν των εχθρικών μονάδων  τανκς. Με την βοήθειάν του κατώρθωσα ν' αποκτήσω ωρισμένα έργα και δι' αυτών να μελετήσω τα προκύπτοντα προβλήματα. Την μεγαλυτέραν πείραν είχαν οι Άγγλοι και οι Γάλλοι. Επρομηθεύθην τα βιβλία τους και άρχισα να μελετώ. Ιδίως τα αγγλικά βιβλία και οι εκθέσεις των Φούλλερ, Λίντελ — Χάρτ και Μάρτελ εκέντρισαν το ενδιαφέρον μου και εξήψαν την φαντασία μου. Οι οξυδερκείς αυτοί στρατιώτες προσεπάθουν ήδη τότε να καταστήσουν το άρμα μάχης κάτι τι περισσότερον από ένα απλό βοηθητικό όπλο του πεζικού. Τοποθετούσαν το άρμα μάχης στο επίκεντρο της δη­μιουργούμενης μηχανοκινήσεως της εποχής μας και εγίνοντο δια του τρό­που αυτού σκαπανείς μιας νέας μορφής διεξαγωγής πολέμου, μεγάλου ρυθμού.
XΑΪΝΤΣ ΓΚΟΥΝΤΕΡΙΑΝ
Β' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
ΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΟΥ
Μετάφραση
από την 4η Γερμανική έκδοση:
 Γ.ΘΕΟΦΙΛΙΔΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ Α.ΚΑΡΑΒΙΑ-Α.ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ
 1971 Σελ. 536

Ο μονόφθαλμος είναι βασιλεύς μεταξύ των τυφλών. Δεδομένου ότι κανείς δεν ησχολείτο με το θέμα αυτό, σύντομα απέκτησα την φήμη του ει­δικού. Σ' αυτό συνετέλεσαν και μερικές μικρές εκθέσεις που δημοσίευα πό­τε - πότε στο περιοδικό «Μilitarwochenblatt», ο αρχισυντάκτης του οποίου, στρατηγός φον Άλτροκ, με επεσκέφθη επανειλημμένως και με παρώτρυνε σε συνεργασία. Επρόκειτο περί ανοικτού χαρακτήρος στρατιώτου ο οποίος ευχαρίστως διέθετε τις σελίδες του περιοδικού του σε σύγχρονα θέματα.
Η απασχόλησίς μου αυτή ωδήγησε στην γνωριμία μου με τον Αυ­στριακό Φριτς Χάϊγκλ, συγγραφέα του «Βιβλίου τσέπης των Τανκς», στον οποίον έδωσα ωρισμένα στοιχεία επί τακτικού πεδίου δια την εργα­σία του και τον οποίον εξετίμησα ως έναν ευθύ άνδρα γερμανικής καταγω­γής .
Μία άσκησις, η οποία έγινε τον χειμώνα 1923/24 και αφορούσε την χρησιμοποίησι μηχανοκινήτων στρατευμάτων εν συνεργασία με την αερο­πορία — την διοίκησιν της οποίας είχεν αναθέσει εις εμέ ο τότε αντισυντα­γματάρχης και μετέπειτα Αρχηγός του Στρατού φον Μπράουχιτς — έτυχεν αναγνωρίσεως εκ μέρους της Υπηρεσίας Εκπαιδεύσεως Στρατού και είχεν ως συνέπειαν να προταθώ ως καθηγητής Τακτικής Πολέμου και Πολεμι­κής Ιστορίας. Μετά μίαν εξέτασιν, λαβούσαν χώραν κατά την διάρκειαν «εκπαιδευτικού ταξιδιού», έλαβα τον διορισμόν μου. Το φθινόπωρον του 1924 μετετέθην εις το Επιτελείον της 2ας Μεραρχίας εις το Στεττίνον, όπου και συνήντησα πάλιν, ήδη ως νέον προϊστάμενόν μου, τον στρατηγόν φον Τσίσβιτς, ο οποίος είχεν εν τω μεταξύ προαχθή εις διοικητήν μεραρχίας. Προηγουμένως όμως είχα διευθύνει υπό τον συνταγματάρχην φον Νάτσμερ, τον διάδοχον του Τσίσβιτς εις την θέσιν του Επιθεωρητού, σειράν ασκή­σεων κατά τας οποίας επεδιώκετο η δοκιμή χρησιμοποιήσεως τεθωρακι­σμένων, συγκεκριμένως δι' αναγνωριστικούς σκοπούς και εν συνεργασία με το ιππικόν. Στην διάθεσί μας υπήρχαν μόνον τα χονδροειδή «τεθωρα­κισμένα μεταγωγικά οχήματα», που μας είχε επιτρέψει η συνθήκη των Βερσαλλιών. Τα οχήματα αυτά είχαν μεν την κίνησι και εις τους τέσσαρες τροχούς πλην όμως λόγω του βάρους των ήσαν κατάλληλα κυρίως δια κίνησιν μόνον επί των οδών. Εγώ προσωπικώς ήμουν ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα των ασκήσεων μου και κατά την ακολουθήσασαν αυτάς συζήτησιν εξέφρασα την ελπίδα, ότι εκ των ασκήσεων αυτών θα προέκυ­πτε κάποτε δια τας μηχανοκινήτους μονάδας ή μετατροπή των από μονάδας ανεφοδιασμού εις μαχίμους τοιαύτας. Ο επιθεωρητής μου εν τούτοις είχεν άλλην γνώμην και με τας λέξεις «στο διάβολο με τας μαχίμους μονάδας σας, καλύτερα να κουβαλάτε αλεύρι» με έρριξε πάλι στο μηδέν.
Έφυγα κατόπιν δια το Στεττίνο, δια να διδάξω Τακτικήν και Πολεμικήν Ιστορίαν εις αξιωματικούς προοριζομένους δια μελλοντικήν επιτελικήν εργασίαν. Η νέα θέσις μου με απησχόλει πολύ, αλλά και με υπεχρέωνε να θέτω εις τους λίαν οξυδερκείς ακροατάς μου καλώς προετοιμασμένα προ­βλήματα, να σκέπτωμαι καλώς την λύσιν των και να προβαίνω εις σαφείς αναλύσεις. Εις την πολεμικήν ιστορίαν αφιέρωσα την προσοχήν μου κυρίως εις την εκστρατείαν του Ναπολέοντος του 1806, με την οποίαν πολύ φειδωλά ησχολούντο ως τότε στην Γερμανία, δεδομένου ότι είχεν οδηγήσει σε μία σημαντική ήττα, η οποία όμως. από της σκοπιάς της ευελιξίας υπήρξεν εξαιρετικά διδακτική πέραν αυτής, εις την ιστορίαν του γερμανι­κού και του γαλλικού ιππικού κατά το φθινόπωρον του 1914. Η συστημα­τική μελέτη της δράσεως του ιππικού κατά το 1914 απεδείχθη πολύ ωφέλι­μος δια την μελλοντικήν τακτικήν και μαχητικήν εξέλιξίν μου, η οποία διεγράφετο ολονέν εντονώτερον και απεσκόπει εις την εκμετάλλευσιν της ευκινη­σίας.
Το γεγονός, ότι πολλάκις είχα την δυνατότητα να εκθέτω τας σκέ­ψεις μου εις ασκήσεις τακτικής και γυμνάσια υπέπεσεν εις την αντίληψιν του τότε άμεσου προϊσταμένου μου, ταγματάρχου Χέριγκ, ο οποίος και έκαμε σχετικήν μνείαν εις την έκθεσίν του επί της εργασίας μου. Κατ' αυτόν τον τρόπον μετετέθην, μετά τριετή υπηρεσίαν ως καθηγητής, πάλιν εις το Υπουργείον Στρατιωτικών, εκεί δε εις το Τμήμα Μεταφορών Στρατού, υπό την διοίκησιν του συνταγματάρχου Χάλμ και αργότερον υπό την διοίκησιν των αντισυνταγματαρχών Βέγκερ και Κιούνε, το οποίον υπήγετο τότε εις το Τμήμα Επιχειρήσεων. Το τμήμα μου ήτο νέον και σκοπός του ήτο η επεξεργασία θεμάτων μεταφοράς μονάδων δι' αυτοκινήτων οχημάτων. Η Υπηρεσία Στρατού απέβλεπεν εις μεγάλας μετακινήσεις κανονικών μο­νάδων δια συνήθων φορτηγών αυτοκινήτων του εμπορίου. Τότε βέβαια δεν διεθέταμε και τίποτε άλλο. Η μελέτη του θέματος απεκάλυψε τας δυσχε­ρείας αι οποίαι θα προέκυπτον κατά τας μετακινήσεις αυτάς. Βεβαίως κατά την διάρκειαν του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου οι Γάλλοι είχον επιτύχει πολλά εις τον τομέα αυτόν, π.χ. πλησίον του Βερντέν. Τότε όμως επρό­κειτο πάντοτε περί μεταφορών όπισθεν σταθερού μετώπου, κατά τας οποίας δεν απητείτο η άμεσος μεταφορά και όλων των ίππων και οχημάτων που ανήκον εις μίαν μεραρχίαν, ιδίως δε του πυροβολικού. Σε περίπτωσι ενός ευέλικτου πολέμου όμως θα έπρεπε να μεταφερθούν ολόκληρες μεραρχίες με ίππους και οχήματα επί φορτηγών αυτοκινήτων και τότε οι εις φορτηγά αυτοκίνητα ανάγκες θα ηύξαναν τρομακτικά. Περί το θέμα αυτό εδημιουργούντο λοιπόν βίαιαι συζητήσεις και οι αμφιβάλλοντες δια την δυνατό­τητα πραγματοποιήσεως του ήσαν περισσότεροι από τους πιστεύοντας εις αυτήν.
Το φθινόπωρον του 1928 ο συνταγματάρχης του επιτελείου εκπαι­δεύσεως μηχανοκινήτων Στότμαϊστερ με παρεκάλεσε να δώσω εις τους εκπαιδευομένους του μαθήματα τακτικής εις άρματα μάχης. Οι προϊστά­μενοι μου εις την Υπηρεσίαν Στρατού ενέκριναν την πρόσθετον αυτήν επιβάρυνσίν μου. Κατ' αυτόν τον τρόπον επανήρχισα απασχολούμενος με τα άρματα μάχης έστω και μόνον θεωρητικώς. Πρακτικές γνώσεις επί θε­μάτων των αρμάτων δεν είχα. Ουδέποτε μέχρι τότε είχα επιβιβασθή ενός άρματος. Τώρα έπρεπε να κάνω και τον καθηγητή. Αυτό απαιτούσε κατ' αρχήν επιμελή προετοιμασίαν και μελέτην των πηγών. Δεδομένου, ότι εν τω μεταξύ είχεν αρχίσει να πλουτίζεται η βιβλιογραφία, η αφορώσα τον παρελθόντα Παγκόσμιον Πόλεμον, αλλά και επειδή εις τους ξένους Στρα­τούς είχεν αρχίσει να γίνεται αντιληπτή μία εξέλιξις που είχεν ως συνέπειαν την σύνταξιν υπηρεσιακών εγχειριδίων [1], η θεωρητική μελέτη ήτο περισσότερον εύκολη απ' ό,τι κατά την πρώτην θητείαν μου εις το Υπουργείον των Στρατιωτικών. Η πρακτική εξάσκησις βεβαίως έπρεπε κατ' αρχάς να βασισθή σε ασκήσεις με μοντέλα, τα οποία όμως από τα αρχικά, κατα­σκευασμένα από λινάτσα, που τα έσπρωχναν άνδρες, είχαν ήδη εξελιχθή σε μηχανοκίνητα μοντέλα κατασκευασμένα από λαμαρίνα. Διωργανώναμε λοιπόν ασκήσεις με τα μοντέλα αυτά, κατά τις οποίες μας υπεβοήθει το III Τάγμα του Σπάνταου, του 9ου Συντάγματος Πεζικού, υπό την διοίκησιν των υπολοχαγών Μπους και Λίζε. Κατά τις ασκήσεις αυτές εγνώρισα και τον μετέπειτα συνεργάτην μου Βένκ, τότε ύπασπιστήν του III/9. Εργαζό­μαστε συστηματικά και μελετούσαμε την χρήσιν του άρματος μάχης ως μεμονωμένου οχήματος και εις τα πλαίσια διμοιρίας, λόχου και σώματος στρατού. Όσον περιωρισμένη και αν ήτο η δυνατότης της πρακτικής εξα­σκήσεως, εν τούτοις επήρκεσε δια να μας δώση σιγά-σιγά σαφή εικόνα των δυνατοτήτων του άρματος μάχης εις ένα σύγχρονον πόλεμον. Η φαντασία μου ηδυνήθη να καρποφορήση ιδιαιτέρως κατά την διάρκειαν υπηρεσιακής επισκέψεως μου, διαρκείας τεσσάρων εβδομάδων, εις την Σουηδίαν, όπου και είχα την ευκαιρίαν να ιδώ εν τη πράξει το τελευταίον γερμανικόν άρμα μάχης, τοLK ΙΙ και να το οδηγήσω.

Κατά το ταξίδι προς την Σουηδίαν η σύζυγος μου και εγώ εσταματήσαμε κατ' αρχάς εις την Δανίαν, όπου και διήλθομεν μερικές πολύ ενδιαφέ­ρουσες μέρες στην Κοπεγχάγη και στα ωραία περίχωρα της. Τα υπέροχα ζωγραφικά έργα του Τόρβαλντσεν μας έκαναν βαθείαν εντύπωσι. Στον εξώστη προ του ανακτόρου του Έλσινγκερ θυμηθήκαμε τον Άμλετ :
«Υπάρχουν περισσότερα πράγματα σε ουρανό και γη, απ' ό,τι ονειρεύεται η σχολική σοφία σας, Οράτιε».
Πράγματι, ενώ στεκόμαστε στη βεράντα αυτή, ο ήλιος έλουζε το Σουντ και οι σωλήνες των παλαιών χάλκινων κανονιών γυάλιζαν πρασινω­ποί. Κανένα φάντασμα δεν φάνηκε.
Το ταξίδι μας συνεχίσθηκε από τη Μοτάλα με το πλοίο δια του πορ­θμού Γκαΐτα και των σουηδικών λιμνών. Νύχτα εγκαταλείψαμε το πλοίο για να επισκεφθούμε την Βρέτα Κλόστερ Κύρκα, μια ωραιότατη παλαιά εκκλησία. Την επομένη αντικρύσαμε τη Στοκχόλμη, την Βενετία αύτη του Βορρά, με τα ωραία της κτίρια. Ένα πραγματικά υπέροχο Θέαμα.
Ανέλαβα υπηρεσία στο Τάγμα Στριζντσβάγκν, II Τάγμα της φρου­ράς της Γκαίτα. Ο διοικητής, συνταγματάρχης Μποϋρεν, με υπεδέχθη πολύ ευγενικά. Ετοποθετήθην εις τον λόχον του λοχαγού Κλίνγκσπορ με τον οποίον συνεδέθην δια πιστής φιλίας, που διετηρήθη μέχρι του προώ­ρου θανάτου του. Οι Σουηδοί αξιωματικοί, τους οποίους εγνώρισα, εδέχοντο με μεγάλην εγκαρδιότητα τους Γερμανούς συναδέλφους των και παρείχον την φιλοξενίαν τους ως κάτι το αυτονόητον. Κατά τας ασκήσεις εις την ύπαιθρον μας εδέχοντο στα παραπήγματα με πολύ φιλικότητα. Επεσκέφθημεν την πενθεράν του Κλίνγκσπορ, την σεβαστήν χήραν Κέντερλουντ, εις το υπέροχον ανάκτορόν της Μπράνταλσουντ, κοντά στη θάλασσα. Η κυρία Κέντερλουντ ήτο κάτοχος του εργοστασίου που παράγει το περί­φημο σουηδικό πόντσι, το οποίο μπορέσαμε πια να δοκιμάσουμε από την πηγήν του. Επεσκέφθημεν το βασιλικόν Κτήμα Τούλγκαρν στο οποίο διαχειριστής ήταν τότε ένας έφεδρος αξιωματικός του Τάγματος Αρμά­των, ονόματι Μπάγκερ, ο οποίος και μας εκάλεσε στο τόσο φιλόξενο σπιτι­κό του. Με τον συνταγματάρχη Μπούρεν πήγαμε και στις Σαίρεν για κυ­νήγι. Στο Σκάνσεν επεσκέφθημεν το υπαίθριο θέατρο και είδαμε τους ζω­γραφικούς πίνακες του Λιλζεφόρς, του μεγάλου ζωγράφου σκηνών κυ­νηγίου. Στο Ντρότνιγκχολμ μας έδειξαν τις δερμάτινες ταπετσαρίες του ανακτόρου Βάλλενσταϊν της Πράγας, που είχε «σώσει» ο μεγάλος βασι­λεύς των Σουηδών Γουσταύος Αδόλφος κατά την διάρκεια του τριακον­ταετούς πολέμου. Χαμογελάσαμε τότε για τον περίεργο αυτό χαρακτηρι­σμό, με τον οποίον ο φύλακας μας εξηγούσε τη σημασία της ωραίας αυτής ταπετσαρίας. Σήμερα πρέπει να ομολογήσουμε, ότι πράγματι διεσώθησαν πολλοί θησαυροί, που άλλως θα είχαν μάλλον καταστραφή κατά την διάρ­κεια του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Παραδείγματος χάριν ο «Codex Argenteus» από την Πράγα, που βρίσκεται στην πανεπιστημιακή Βι­βλιοθήκη της Ούψάλας κάτω από γυαλί και πίσω από ένα βελούδινο παρα­πέτασμα. Κοντά σ' αυτό το ανεκτίμητο κειμήλιο ανεκάλυψα την Βίβλο, που είχε χαρίσει ο Αυτοκράτωρ Ερρίκος ο Β' στον μητροπολιτικό Ναό του Γκόσλαρ. Και αυτή ανήκε στους διασωθέντας θησαυρούς πλέον των 250 γερμανικών πόλεων που είχε κυριεύσει τότε ο Γουσταύος Αδόλφος.
Η ωραία και διδακτική διαμονή μου στη Σουηδία παρέμεινε μία ευχά­ριστος ανάμνησις.
Κατά το έτος αυτό, το 1929, είχα καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι το άρμα μάχης μόνο του και προσκεκολλημένο στο πεζικό δεν θα μπορούσε ποτέ ν΄αποκτήση αποφασιστική σημασία. (Συνέχεια)


[1] Τo προσωρινόν αγγλικόν εγχειρίδιον τεθωρακισμένων οχημάτων μετεφράσθη εις την γερμανικήν και υπήρξεν επί σειράν ετών θεωρητικός οδηγός δια την εξέλιξιν των αντιλήψεων μας.




JOSE ORTEGA Y GASSET : Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ

'Οταν τα δημόσια πράγματα βαίνουν καλώς, η μάζα δεν ενεργεί αφ' εαυτής.Αυτή είναι η αποστολή της .Ήρθε στον κόσμο για να κατευθύνεται , να επηρεάζεται, να αντιπροσωπεύεται , να οργανώνεται -ακόμη και να πάψη να είναι μάζα ή τουλάχιστον να φιλοδοξή γι' αυτό.Αλλά δεν ήρθε στον κόσμο για να τα κάμη όλα τούτα από μόνη της. Χρειάζεται να υποβάλη τη ζωή της σε μια υψηλότερη  αρχή, που την σχηματίζουν  οι ανώτερες μειοψηφίες. Το ζήτημα ως προς το ποια  είναι αυτά τα ανώτερα άτομα  μπορεί να συζητήται χωρίς τέλος.Αλλά το ότι  χωρίς αυτά, όποια και αν είναι, η ανθρωπότητα  θα σταματούσε να διατηρή τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της , είναι κάτι για το οποίο δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία, μολονότι  η Ευρώπη εσπατάλησε  έναν αιώνα με το κεφάλι της κάτω από την φτερούγα της, σαν την στρουθοκάμηλο που προσπαθεί να αποφύγη  να δη μια τέτοια  καταφανή αλήθεια.Διότι δεν πρόκειται  για μια γνώμη που στηρίζεται  σε γεγονότα λίγο ή πολύ συνήθη και πιθανά, αλλά για νόμο της κοινωνικής "φυσικής" , πολύ πιό αμετακίνητο και από τους νόμους της Νευτώνειας φυσικής.Κατά την ημέρα που μια γνήσια φιλοσοφία [43] θα ξανακυριαρχήση στην Ευρώπη-είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να την σώση-κατ' αυτή την ημέρα θα αρχίσει να αντιλαμβάνεται ξανά, πως ο άνθρωπος , αδιάφορα αν του αρέση ή όχι , είναι ένα ον  που αναγκάζεται από τη φύση του να αναζητήση κάποια υψηλότερη εξουσία.Αν κατορθώση να τη βρη εντός του είναι ένας εκλεκτός άνθρωπος ' αν όχι , τότε είναι ένας μαζάνθρωπος και πρέπει να την λάβη από τους εκλεκτούς.
Όταν η μάζα αξιώνη το δικαίωμα να ενεργή από μόνη της, τότε διενεργεί εξέγερση κατά του πεπρωμένου της.
Και επειδή αυτό είναι που κάνει κατά το παρόν , μιλάω για την εξέγερση των μαζών .Διότι, εν τέλει, το πράγμα που ουσιαστικώς και αληθινώς μπορεί να ονομαστή εξέγερση , είναι αυτό όπου ο καθένας δεν δέχεται  το πεπρωμένο του, όπου εξεγείρεται  κατά του εαυτού του. Η εξέγερση του αρχαγγέλου Εωσφόρου δεν ήταν μικρότερη αν αντί  να προσπαθή να γίνει Θεός - που δεν ήταν το πεπρωμένο του -προσπαθούσε να να γίνη ο κατώτερος από τους αγγέλους-και πάλι όχι το πεπρωμένο του.(Αν ο Εωσφόρος ήταν Ρώσος, όπως ο Τολστόϊ, ίσως προτιμούσε τούτη την τελευταία μορφή εξέγερσης , που δεν στρέφεται λιγώτερο κατά του Θεού από όσο η άλλη, η πιο ξακουστή).
Όταν η μάζα ενεργή για λογαριασμό της, το κάνει μόνον με ένα τρόπο , διότι δεν έχει άλλον:λυντσάρει. Δεν είναι εντελώς τυχαίο  που ο νόμος του λύντς έρχεται από την Αμερική , διότι η Αμερική είναι, κατά ένα τρόπο , ο παράδεισος των μαζών.Και σήμερα λίγο μας εκπλήττει  το γεγονός ότι όταν  θριαμβεύουν οι μάζες , θριαμβεύει και η βία, και γίνεται ο μόνος "λόγος", η μόνη θεωρία τους. Αρκετός καιρός πέρασε από τότε που επέστησα την προσοχή σ΄αυτή την προώθηση της βίας ως κατάστασης κανονικής.[44] Σήμερα έφτασε στην πλήρη ανάπτυξή της, και τούτο είναι ένα καλό σύμπτωμα , επειδή σημαίνει  πως η υποχώρησή της πρόκειται να αρχίση αυτομάτως.Σήμερα η βία αποτελεί  την ρητορική της εποχής, ο κενός ρήτορας την έκαμε δική του. Όταν μια πραγματικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης έχει συμπληρώση την ιστορική της πορεία , εναυάγησε και κείτεται νεκρή, τα κύματα  την ξεβράζουν  στην ακτή της ρητορικής , όπου το πτώμα μένει για αρκετό καιρό. Ρητορική είναι το κοιμητήριο των ανθρώπινων  πραγματικοτήτων  ή εν πάση περιπτώσει ένα Γηροκομείο. Η ίδια πραγματικότητα επιζεί μόνο με το όνομά της , το οποίο , μολονότι μόνο μιά λέξη, εν τέλει είναι τουλάχιστο μιά λέξη όπου κρατάει κάτι από τη μαγική ισχύ της.
Μολονότι όμως το γόητρο της βίας, ως κυνικώς θεσπισμένος κανόνας , πρέπει  να αρχίση να παρακμάζη, θα συνεχίσωμε  ακόμη να ζούμε κάτω από την ισχύ της , αν και υπό άλλη μορφή.
Σκεέφτομαι τον άλλο ν, τον πιό σοβαρό κίνδυνο , που τώρα απειλεί τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ό μοια με όλους τους άλλους  κινδύνους, που τον απειλούν , και τούτος είναι γέννημα του ίδιου του πολιτισμού.Και κάτι παραπάνω από αυτό, αποτελεί μιά από τις δόξες του : ίναι το Κράτος όπως το γνωρίζομε σήμερα.Αντιμετωπίζομε περίπτωση ανάλογη  μ΄αυτήν που αναφέραμε στο προηγούμενο κεφάλαιο  για την επιστήμη:η γονιμότητα των αρχών της προκαλεί μυθική πρόοδο, αλλά τούτο αναγκαίως επιβάλλει την ειδίκευση, και η ειδίκευση απειλεί να στραγγαλίση την επιστήμη.
Το ίδιο πράγμα συμβαίνει με το κράτος.
Θυμηθήτε τι ήταν το Κράτος κατά το τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα, σε όλα τα ευρωπαϊκά έθνη.Εντελώς μικρή υπόθεση! Ο πρώϊμος καπιταλισμός και οι βιομηχανικοί οργανισμοί του, όπου για πρώτη φορά θριαμβεύει  η νέα , η ορθολογική τεχνική, είχε σαν συνέπεια  να θέση σε κίνηση  μιά επαύξηση  των κοινωνικών μεγεθών. Εμφανίστηκε  μια νέα κοινωνική τάξη , μεγαλύτερη σε αριθμό  και ισχύ από την προηγούμενη : η αστική τάξη.
Αυτή η επιτήδεια αστική τάξη κατείχε ένα πράγμα, πάνω απ' όλα  και πριν απ΄όλα¨ταλέντο, πρακτικό ταλέντο .Εγνώριζε πως να οργανώση και να πειθαρχήση, πως να δώση συνέχεια και συνέπεια στις προσπάθειές της. Καταμεσίς της, ωσάν μέσα σε ωκεανό, το "σκάφος του Κράτους" ειναι μια μεταφορά που την ξαναανακάλυψε η αστική τάξη, η οποία έννοιωσε τον εαυτό της ωκεάνιο, παντοδύναμο, γεμάτον καταιγίδες..Τούτο το σκάφος ήταν, όπως το είπαμε, μια πολύ μικρή υπόθεση: μόλις και είχε κάτι στρατιώτες , μερικούς γραφειοκράτες , λίγο χρήμα.Είχε κατασκευασθή κατά τον Μεσαίωνα από μια τάξη ανθρώπων  πολύ διαφορετική από την αστική-τους ευγενείς' μια φυλή θαυμαστή  για το θάρρος της, τα προσόντα ηγεσίας, το αίσθημα ευθύνης. Χωρίς αυτούς τα έθνη της Ευρώπης δεν θα υπήρχαν σήμερα
   ......................................................................................................
Καθώς το Κράτος είναι ζήτημα τεχνικής-δημόσιας τάξης και διοίκησης- το "παλαιό καθεστώς" φτάνει ως το τέλος  του δέκατου όγδοου αιώνα με ένα πολύ αδύνατο Κράτος, μαστιζόμενο πανταχόθεν από ένα γενικό κοινωνικό αναβρασμό.
Η δυσαναλογία ανάμεσα στη δύναμη του Κράτους και στη δύναμη της κοινωνίας κατ΄αυτήν την εποχή ήταν τέτοια , που συγκρίνοντας  εκείνη την κατάσταση με αυτήν  της εποχής του Καρλομάγνου, το Κράτος του δέκατου όγδοου  αιώνα φαίνεται να φθίνη.
Το Καρολιγγειανό Κράτος ήταν φυσικά πολύ λιγώτερο δυνατό  από το Κράτος του Λουδοβίκου του 16ου , αλλά, από την άλλη μεριά, η κοινωνία που το περιέβαλλε ήταν εντελώς αδύναμη[45] Η τεράστια δυσαναλογία ανάμεσα στην κοινωνική δύναμη και στη δύναμη της δημόσιας εξουσίας κατέστησε δυνατή την Επανάσταση-τις επαναστάσεις , μέχρι το 1848.
Αλλά με την Επανάσταση η αστική τάξη κατέλαβε  την δημόσια εξουσία, εφάρμοσε τα αναντίρρητα προσόντα της, και σε διάστημα κάτι παραπάνω από μιά γενεά εδημιούργησε ένα πανίσχυρο Κράτος , το οποίο έφερε το τέλος των επαναστάσεων.Από το 1848, δηλαδή από την αρχήτης δεύτερης γενεάς των αστικών κυβερνήσεων , δεν υπάρχουν γνήσιες  επαναστάσεις στην Ευρώπη. Όχι βεβαίως επειδή δεν υπάρχουν τα κίνητρα γι αυτές , αλλά επειδή δεν υπάρχουν τα μέσα. Η δημόσια ισχύς έφτασε στο επίπεδο της κοινωνικής ισχύος.  
Αντίο   για   πάντα Επαναστάσεις! Τo μόνο πράγμα που είναι δυνατό τώρα. στην Ευρώπη είναι το αντίθετο τους, το πραξικόπημα. Ό,τιδήποτε στα επόμενα χρόνια προσπάθησε να φανή σαν επανάσταση ήταν μόνον ένα καλυμμένο πραξικόπημα.
Στις ημέρες μας το Κράτος έγινε μια τρομερή μηχανή που δουλεύει κατά τρόπο θαυμαστό και με εκπληκτική αποτελεσματικότητα εξαιτίας της ποσότητας και της ακρίβειας των μέσων του. Από τη στιγμή που ορθώθηκε καταμεσίς της κοινωνίας, αρκεί να πιέση ενα κουμπί ώστε να αρχίσουν να δουλεύουν οι τεράστιοι μοχλοί του και να ασκούν την συντριπτική ισχύ τους σε οποιοδήποτε τμήμα του κοινωνικού σώματος.
Το σύγχρονο Κράτος είναι το πιο ορατό και το καλύτερα γνωστό προϊόν του πολιτισμού. Και αποτελεί ενδιαφέρουσαν αποκάλυψη, όταν κανείς παρατήρηση τη στάση που ο μαζάνθρωπος παίρνει εναντί του. Το βλέπει, το θαυμάζει, ξέρει πως υ π ά ρ -χ ε ι και εργάζεται για να εξασφάλιση τη ζωή του. Αλλά δεν συνειδητοποιεί το γεγονός πως πρόκειται για ανθρώπινο δημιούργημα που το επινόησαν κάποιοι άνθρωποι και στηρίζεται σε ωρισμένες αρετές και θεμελιώδεις ιδιότητες που είχαν οι άνθρωποι της χθες και που μπορεί να εξατμισθούν αύριο. Περαιτέρω, ο μαζάνθρωπος βλέπει στο Κράτος μία ανώνυμη δύναμη, και καθώς αισθάνεται και ο ίδιος όμοια, ανώνυμος, πιστεύει πως το Κράτος είναι κάτι δικό του. Υποθέστε πως παρουσιάζεται στη δημόσια ζωή μιας χώρας κάποια δυσκολία, διαμάχη ή ένα πρόβλημα. Ο μαζάνθρωπος θα τείνη να ζητήση από το Κράτος να παρέμβη αμέσως και να δώση μια άμεση λύση με τα τεράστια και απρόσβλητα μέσα του.
Τούτος είναι σήμερα ο μεγαλύτερος κίνδυνος που απειλεί τον παρόντα πολιτισμό: Η κρατικοποίηση της ζωής, η παρέμβαση του Κράτους στα πάντα, η απορρόφηση όλης της αυθόρμητης κοινωνικής προσπάθειας από το Κράτος, δηλαδή η εκμηδένιση της αυθόρμητης ιστορικής δράσης, η οποία μακροχρονίως στηρίζει, θρέφει και κινεί τα ανθρώπινα πεπρωμένα. Όταν η μάζα υποφέρη από κάποια κακοτυχία ή απλώς νοιώθη κάποια ισχυρή επιθυμία, ο μεγάλος της πειρασμός είναι τούτη η διαρκής και σίγουρη δυνατότητα να απόκτηση το παν — χωρίς προσπάθεια, αγώνα, αμφιβολία ή κίνδυνο — απλώς με την πίεση ενός κουμπιού και θέτοντας την υπερδύναμη μηχανή σε κίνηση. Η μάζα λέγει στον εαυτό της «L' Έtat, c'est moi», πράγμα που είναι ένα τέλειο λάθος. Το Κράτος είναι η μάζα μόνο με την έννοια που μπορούμε να πούμε πως δύο άνθρωποι είναι όμοιοι επειδή κανένας από αυτούς δεν ονομάζεται Γιάννης. Το σύγχρονο Κράτος και η μάζα ταυτίζονται μόνον κατά το ότι είναι ανώνυμα. Αλλά ο μαζάνθρωπος πράγματι πιστεύει πως αυτός είναι το Κράτος, και θέλει ολοένα και περισσότερο να θέτη τον μηχανισμό του σε κίνηση με οποιαδήποτε πρόφαση για να συντρίψη κάτωθέ του κάθε δημιουργική μειοψηφία που τον ενοχλεί — τον ενοχλεί σε οποιαδήποτε περιοχή των πραγμάτων: στην πολιτική, στις ιδέες, στην οικονομία.
Το αποτέλεσμα αυτής της τάσης θα είναι μοιραίο. Η αυθόρμητη κοινωνική δράση συνεχώς θα συντρίβεται από την παρέμβαση του Κράτους" καί δέν θά μπορή νά καρπίση άλλος καινούργιος σπόρος. Η κοινωνία θα ζη γ ι α το Κράτος, ο άνθρωπος γ ι α την κυβερνητική μηχανή. Και καθώς, εν τέλει, το Κράτος δεν είναι παρά μια μηχανή που η ύπαρξή της και η συντήρηση της εξαρτάται από την ζωτική υποστήριξη του περιβάλλοντος της, το Κράτος, αφού απομυζήσει και το μεδούλι της κοινωνίας, θα ξεμείνη χωρίς αίμα, ενας σκελετός, θα νεκρωθή μαζύ με τον σκουριασμένο θάνατο της μηχανής, που είναι πιο θλιβερός κι' από τον θάνατο ενός ζωντανού οργανισμού.
Τέτοια ήταν η αξιοθρήνητη μοίρα του αρχαίου πολιτισμού. Δεν χωράει αμφιβολία πως το Αυτοκρατορικό Κράτος που εδημιούργησαν οι Ιούλιοι και οι Κλαύδιοι ήταν μία θαυμαστή μηχανή, ασύγκριτα ανώτερη ως κατασκευή, από το παλιό δημοκρατικό Κράτος των οικογενειών των πατρικίων. Αλλά — τί παράξενη σύμπτωση! — μόλις έφτασε στην πλήρη ανάπτυξή του, το κοινωνικό σώμα άρχισε να φθίνη.
'Ηδη στον καιρό των Αντωνίνων (δεύτερος αιώνας) , το Κράτος δυναστεύει την κοινωνία με την εχθρική προς την ζωή υπεροχή του. Η κοινωνία αρχίζει να υποδουλώνεται, να της είναι αδύνατο να ζήση παρά μόνο στην υπηρεσία  του  Κράτους. το σύνολο της ζωής γίνεται γραφειοκρατικό. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Η γραφειοκράτηση της ζωής επιφέρει την απόλυτη παρακμή σε όλα τα πεδία .Ο πλούτος μειώνεται , οι γεννήσεις είναι λίγες ,Τότε το Κράτος , για να ικανοποιήση τις ανάγκες του , ενισχύει ακόμη περισσότερο τη γραφειοκράτηση της ανθρώπινης ύπαρξης .Αυτή η γραφειοκράτηση στο τετράγωνο  είναι η στρατοκράτηση της κοινωνίας, Η πιο επείγουσα ανάγκη του Κράτους είναι ο πολεμικός μηχανισμός του ο στρατός. Το Κράτος είναι πάνω απ' όλα  ο παραγωγός της ασφαλείας (ας θυμηθούμε πως πρόκειται για εκείνη την ασφάλεια από την οποία γεννιέται ο μαζάνθρωπος). Συνεπώς, πάνω απ' όλα είναι  ο στρατός.Οι αφρικανικής καταγωγής Σεβήροι στρατιωτικοποιούν τον κόσμο. Μάταιο έργο! Η αθλιότητα αυξάνει , οι γυναίκες  κάθε μέρα τεκνοποιούν λιγώτερο, ακόμη και οι στρατιώτες λείπουν. Ύστερα από την εποχή των Σεβήρων  ο στρατός αναγκάζεται να στρατολογή ανάμεσα από τους ξένους.Δεν βλέπετε λοιπόν, την παράδοξη και τραγική διαδικασία του κρατισμού;Η κοινωνία προκειμένου να ζήση καλύτερα δημιουργεί το Κράτος ως όργανο .Ύστερα το Κράτος κατακυριαρχεί  και η κοινωνία αρχίζει  να ζη για το Κράτος. [47] Αλλά εν τέλει το Κράτος ακόμη συντίθεται από τα μέλη αυτής της κοινωνίας.Σε λίγο όμως τούτα αρχίζει να μην επαρκούν  για να το στηρίξουν  και είναι υποχρεωμένο να καλέση ξένους:πρώτα Δαλματούς και ύστερα Γερμανούς.
Τούτοι οι αλλοδαποί καταλαμβάνουν το Κράτος, και το υπόλοιπο της κοινωνίας, ο αυτόχθων λαός υποχρεώνεται  να ζήση ως σκλάβος τους-σκλάβοι ανθρώπων  με τους οποίους δεν έχουν τίποτε κοινό.Εδώ ακριβώς οδηγεί  η παρέμβαση του Κράτους: o λαός μετατρέπεται σε καύσιμο  για να κινήση την κοινή μηχανή που είναι το Κράτος. Ο σκελετός τρώγει την σάρκα που τον περιβάλλει.Η σκαλωσιά γίνεται ο ιδιοκτήτης και ο νομέας του σπιτιού.
Όταν κανείς τα γνωρίζει όλα αυτά παραξενεύεται σαν ακούη τον Μουσσολίνι να διακηρύσση, ωσάν να πρόκειται για εκπληκτική ανακάλυψη που κατορθώθηκε στην Ιταλία ,τούτη την αρχή: Όλα για το Κράτος τίποτε έξω από το Κράτος ΄ τίποτε εναντίον του Κράτους.
Τούτο μόνο θα ήταν αρκετό για να αντιληφθή κανείς ότι ο Φασισμός είναι το τυπικό κίνημα των μαζανθρώπων .
Ο Μουσσολίνι βρήκε ένα θαυμαστά οργανωμένο Κράτος -όχι από αυτόν , αλλά ακριβώς από τις ιδέες και τις δυνάμεις που αντιμάχεται :από την φιλελεύθερη δημοκρατία.
Περιορίζεται να χρησιμοποιήση χωρίς μέτρο , και, χωρίς να μπούμε τώρα στη λεπτομερή εξέταση του έργου του , είναι αναντίρρητο πως τα αποτελέσματα που προέκυψαν μέχρι τώρα δεν μπορούν να συγκριθούν  με αυτά που προέκυψαν  από την πολιτική και διοικητική εργασία του φιλελευθέρου Κράτους. Αν επέτυχε  σε κάτι είναι τόσο ελάχιστο, τόσο λίγο ορατό, τόσο λειψό σε ουσία που με δυσχέρεια αντιζυγίζει την συσσώρευση άνομης δύναμης, η οποία τον καθιστά ικανό να χρησιμοποιήση την κρατική μηχανή σ΄όλη της την έκταση.
Κρατισμός είναι η υψηλότερη μορφή που παίρνουν η βία και η άμεση βία δράση, όταν τούτες καταστούν ο κανόνας. Δια του Κράτους και μέσω του Κράτους, της ανώνυμης μηχανής, οι μάζες ενεργούν για τον εαυτό τους.
Τα ευρωπαϊκά έθνη διέρχονται περιόδους μεγάλων δυσχεριών στην εσωτερική τους ζωή, έχουν πολύ σκληρά προβλήματα νομικά, οικονομικά και δημοσίας τάξεως.Πώς να μη φοβάται  κανείς, πως υπό την κυριαρχίαν των μαζών  το Κράτος δεν θα προσπαθήση  να συντρίψη την ανεξαρτησία του ατόμου και των ομάδων, με τελικό αποτέλεσμα να μετατρέψη το μέλλον  σε έρημο;
Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα αυτού του μηχανισμού βρίσκεται σε ένα από τα πιό ανησυχαστικά φαινόμενα των τελευταίων  τριάντα χρόνων: η τεράστια αύξηση της αστυνομικής δυνάμεως σε όλες τις χώρες. Η μεγένθυση της κοινωνίας την κατέστησε μοιραίως απαραίτητη. Όσο συνηθισμένοι και να είμαστε σ' αυτό, δεν πρέπει να μας διαφεύγη το τρομερό παράδοξο, πως ο πληθυσμός  της μεγάλης συγχρονης πόλης , προκειμένου να κινηθή ειρηνικώς και να κυνηγήση τη δουλειά του , αναγκαίως χρειάζεται  την αστυνομική δύναμη για να ρυθμίση την κυκλοφορία.
Αλλά είναι αφέλεια  εκ μέρους των ανθρώπων του "νόμου και της τάξεως"  να φαντάζονται πως τούτες οι "δυνάμεις της δημόσιας εξουσίας" που δημιουργήθηκαν για να τηρήσουν  την τάξη θα περιορίζονται πάντοτε  στην τήρηση της τάξεως που αυτοί επιθυμούν.
Αναπόφευκτα θα καταλήξουν να ορίσουν  και να αποφασίσουν  μόνες τους για την τάξη που πρόκειται να επιβάλουν- η οποία φυσικά θα είναι αυτή που τους ταιριάζει καλύτερα.
Θα ήταν καλό να αδράξωμε την ευκαιρία , καθώς θίγομε αυτά τα ζητήματα ,για να παρατηρήσωμε τις διαφορετικές αντιδράσεις σε μια δημόσια ανάγκη , όπως εκδηλώθηκαν  από διαφορετικούς τύπους κοινωνιών .Όταν γύρω στα 1800 άρχισε η νέα βιομηχανία να δημιουργή τον νέο τύπο ανθρώπου -τον βιομηχανικό εργάτη- με κλίσεις περισσότερο εγκληματικές από όσο ο παραδοσιακός τύπος , η Γαλλία έσπευσε να συστήση πολυάριθμη αστυνομική δύναμη.Γύρω στα 1810 συμβαίνει στην Αγγλία, για τους αυτούς λόγους, μία  αύξηση στην εγκληματικότητα , και οι Άγγλοι αιφνίδια αντιλήφθηκαν  πως δεν έχουν αστυνομία.Στην εξουσία ήσαν οι συντηρητικοί .Τι θα κάνουν; Θα συστήσουν αστυνομική δύναμη ;Τίποτα τέτοιο.Προτιμούν να αντιμετωπίσουν το έγκλημα  όσο καλύτερα μπορούν . "Ο λαός είναι ευχαριστημένος  να αφήση την αταξία στην τύχη της,  θεωρώντας την ως το τίμημα που πληρώνει για την ελευθερία". "Στο Παρίσι " γράφει  ο Τζων Γουίλιαμ Γουώρντ, "έχουν μια θαυμαστή αστυνομική δύναμη , αλλά πληρώνουν ακριβά για τα πλεονεκτήματά της. Προτιμώ να βλέπω κάθε τρία ή τέσσερα χρόνια μισή ντουζίνα ανθρώπους με κομμένο τον λαιμό τους στη Λεωφόρο Ράτκλιφ, παρά να υπαχθώ στις κατ' οίκον έρευνες , στις σπιουνιές και σε όλα τα μηχανεύματα του Φουσέ" [48] 
Εδώ έχομε δυο αντίθετες ιδέες περί του Κράτους.Ο Άγγλος απαιτεί το Κράτος να έχη τα όριά του.

[43 ]Για να κυβερνήση η φιλοσοφία δεν είναι απαραίτητο  οι φιλόσοφοι να είναι κυβερνήτες -όπως ήθελε αρχικά ο Πλάτων- ούτε ακόμη οι κυβερνήτες να είναι φιλόσοφοι-καθώς ήταν η κατοπινή του, πιο μετριόφρονη ,επιθυμία.Αν θέλωμεν να είμαστε ακριβείς, και οι δύο περιπτώσεις είναι μοιραίες.Για να κυβερνά η φιλοσοφία είναι αρκετό που υπάρχει ΄ δηλαδή οι φιλόσοφοι να είναι φιλόσοφοι .Διότι σχεδόν πέρασε ένας αιώνας, και οι φιλόσοφοι είναι ό,τιδήποτε εκτός από φιλόσοφοι-πολιτικοί ,παιδαγωγοί, άνθρωποι των γραμμάτων , άνθρωποι της επιστήμης.
[44] Bλ.Espana Invertebrada, 1921
[45]Στον Ράνκε οφείλομε τούτη την απλή εικόνα της μεγάλης ιστορικής μεταβολής, όπου η υπεροχή των ευγενών αντικαταστάθηκε από την κυριαρχία του αστού 'αλλά βεβαίως οι συμβολικές γεωμετρικές γραμμές  της απαιτούν αρκετό παραγέμισμα, προκειμένου να είναι εντελώς αληθινή. Το μπαρούτι ήταν γνωστό από αμνημόνευτα χρόνια.Η επινόηση να γεμίζης μ΄αυτό ένα σωλήνα έγινε από κάποιον στην Λομβαρδία.Και τότε ακόμη δεν ήταν αποτελεσματική μέχρι την επινόηση της ρίψεως του βλήματος.Οι "ευγενείς"  χρησιμοποιούσαν πυροβόλα όπλα  σε μικρή έκταση, άλλωστε ήταν πολύ ακριβά γι αυτούς.Μόνο οι αστικοί στρατοί με την καλύτερη οικονομική οργάνωσή τους μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν  σε μεγάλη κλίμακα. Παραμένει ωςτόσο αληθές  πως οι ευγενείς , αντιπροσωπευόμενοι  από τον μεσαιωνικού τύπου στρατό των Βουργουνδών , ηττήθηκαν οριστικώς από έναν νέο στρατό όχι επαγγελματικό,αλλά συνθεμένο από Ελβετούς αστούς.Η ισχύς του προερχόταν από την νέα πειθαρχία και τον νέο ορθολογισμό της τακτικής.
[46]
[47]Σας θυμίζω τις τελευταίες λέξεις του Σεπτιμίου Σεβήρου προς τους γιούς του: "Παραμείνετε ενωμένοι, πληρώνετε τους στρατιώτες, και μη σας  νοιάζει για τα υπόλοιπα".
48] 
 
(JOSE ORTEGA Y GASSET: H εξέγερση των μαζών, βιβλιοπωλείο "Δωδώνη" 1972.)