Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

ΛΟΧΑΓΕ ΡΙΧΤΧΟΦΕΝ ΣΩΣΕ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑΝ


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2ον ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΓΕΙΩΣIΣ (Σελ 8)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3ον ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΤΟΥΩΜΟΝ (Σελ 12)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 4ον ΜΙΑ ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ (Σελ 15)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 6ον ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΜΑΧΗΝ (Σελ 23)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 7ον ΠΤΩΣΙΣ ΕΙΣ ΓΑΛΛΙΚΟΝ ΕΔΑΦΟΣ (Σελ 29)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 8ον ΕΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ (Σελ 39)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ  9ον
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 10ον ΣΥΝΤΑΡΑΚΤΙΚΗ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ (Σελ 49)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 11ον ΕΝΑ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ  (Σελ 60)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 12ον  ΕΙΣ ΚΑΤΑΧΘΟΝΙΟΣ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ (Σελ 69)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 13ον  ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΕΣ ΔΕΜΑ (Σελ 84)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 14ον  ΜΙΑ ΤΡΑΓΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ (Σελ 93)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 15ον  Η ΩΡΑΙΑ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 16ον Ο ΘΡΥΛΙΚΟΣ ΙΜΠΕΛΜΑΝ (Σελ 112)
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 18ον  ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΚΑΜΠΤΩΝΤΑΙ


Δημοσίευση σχολίου


Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

JULIUS EVOLA:ΕΝΙΑΙΑ ΕΥΡΩΠΗ Σχήμα και προϋποθέσεις

Σήμερα η απαίτηση για μια Ευρωπαϊκή ενότητα είναι έκδηλη σε πολλούς χώρους. Παρ όλα αυτά χρειάζεται να γίνει ένας διαχωρισμός ανάμεσα σ΄ αυτή που περιορίζεται σ΄ ένα πεδίο καθαρά πραγματιστικό και υλιστικό και σε εκείνη που τοποθετεί το πρόβλημα σ΄ ένα ανώτερο πεδίο επικαλούμενη την επέμβαση των πνευματικών και παραδοσιακών αξιών.
Απαιτήσεις του είδους γεννιούνται, στην καλύτερη περίπτωση από μια εσωτερική ανταρσία ενάντια στην υπάρχουσα κατάσταση, ενάντια στο θέαμα μιας Ευρώπης που εξ αιτίας ενός συντονισμένου παιχνιδιού δράσεων και αντιδράσεων (και εδώ χρειάζεται να αναγνωριστεί η προσφορά αυτού που ονομάζουμε "απόκρυφο πόλεμο") κατέληξε από ρυθμιστής της Παγκόσμιας Πολιτικής σ΄ ένα αντικείμενο εξαρτημένο από επιδράσεις και ξένα συμφέροντα, μιας Ευρώπης που συμπιέζεται από τις δύο μεγάλες δυνάμεις, την Αμερική και την Σοβιετική Ένωση, στον αγώνα τους για την κυριαρχία του κόσμου , υποχρεωμένη τέλος να δεχτεί την Αμερικανική και "Ατλαντική" συμμαχία σε μια προσπάθεια να αποφύγει το χειρότερο, δηλαδή την ολοκληρωτική υποδούλωσή της στον Κομμουνισμό.
Είναι φυσικά ευνόητο ότι το καθεστώς της ασυμφωνίας που επικρατεί ανάμεσα στα Ευρωπαϊκά Έθνη είναι το μόνο που τελικά καταφέρνει να διατηρεί και να ενισχύει μια παρόμοια κατάσταση.
Όπως είναι γνωστό σε όλους το σύνολο των σοβαρών πρωτοβουλιών έχουν εκφυλιστεί σε επίπεδο δημιουργίας κοινής αγοράς, κοινότητας άνθρακα και χάλυβα και άλλων παρόμοιων.
Όλα αυτά δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε άλλο από πρόχειρες πρωτοβουλίες που περιορίζονται στο απλό οικονομικό πεδίο δίχως την παραμικρή δεσμευτική πολιτική τοποθέτηση.
Πέρα από τις πρωτοβουλίες αυτές δεν υπάρχει τίποτα άλλο και επιπλέον η κατάσταση είναι τέτοια ώστε να μην επιτρέπει πολλές ψευδαισθήσεις.
Οι καταστροφικές συνέπειες των δύο Παγκοσμίων πολέμων πού κατά ένα μεγάλο μέρος τους οφείλονται στην ασυμφωνία και την τύφλωση των Ευρωπαϊκών Εθνών, είναι δύσκολο να ξεπεραστούν.
Το μέτρο της πραγματικής ελευθερίας, της ανεξαρτησίας και της αυτονομίας είναι πάνω απ' όλα ή δύναμη.
Η Ευρώπη ακόμα και σήμερα θα μπορούσε να είναι η τρίτη μεγάλη δύναμη του κόσμου από την στιγμή που θα κατόρθωνε να συνασπιστεί διατηρώντας τις αστείρευτες πηγές των πρώτων υλών και τις αχανείς εξωευρωπαϊκές της αγορές, από την στιγμή πού μια αρχή συνεργασίας και συμπαραστάσεως από όλους αποδεκτή θα υποχρέωνε τα Ευρωπαϊκά Έθνη να παραταχθούν αμέσως στο πλευρό εκείνου τού Έθνους πού θα δεχόταν οποιουδήποτε τύπου απειλές.
Δυστυχώς όμως, παρόμοια πολιτική, δεν ακολουθήθηκε ποτέ στο παρελθόν ούτε μπόρεσε ποτέ να δημιουργηθεί ένα σοβαρό προηγούμενο μέσα στην Ευρωπαϊκή ιστορία. Μοιραία λοιπόν η μία συνθηκολόγηση διαδέχεται την άλλη.
Σήμερα υπάρχουν αυτοί που όταν μιλούν για Ευρώπη οραματίζονται μια αυτοκρατορία με περισσότερους από 400.000.000 κατοίκους, ικανή να αντιμετωπίσει τόσο τα 190.000.000 των Η.Π.Α. όσο και τα 225.000.000 της Σοβιετικής Ενώσεως.
Πρέπει όμως να θυμίσω ότι ό αριθμός αυτός συμπεριλαμβάνει και χώρες πού βρίσκονται στην άλλη πλευρά του παραπετάσματος, χώρες πού είναι υπερβολικά δύσκολο να ξαναποκτηθούν. Περιοριζόμενοι στην Δυτική Ευρώπη βλέπουμε πως δεν θα μπορούσε να αποτελέσει έναν αρκετά ισχυρό συνασπισμό από την στιγμή πού δεν θα λαμβανόταν υπ' όψη το βιομηχανικό δυναμικό και οι αναπόφευκτες ανάγκες του σε πρώτες ύλες, από την στιγμή που δεν θα λαμβάνονταν υπ' όψη τα μη Ευρωπαϊκά Έθνη που στο παρελθόν βρίσκονταν κάτω από ευρωπαϊκή εξάρτηση και πού σήμερα χάνονται το ένα πίσω από το άλλο προσφέροντας έδαφος στις Αμερικανικές, στις Ρωσικές ή ακόμα και τις Κινεζικές μηχανορραφίες.
Για να προσανατολιστούμε προς την κατεύθυνση της μίας Ευρώπης θα έπρεπε σαν πρώτο αναγκαίο βήμα να πετύχουμε την μαζική αποχώρηση όλων των Ευρωπαϊκών "Εθνών από τον Ο.Η.Ε. από αυτό τον αλλοπρόσαλλο, νόθο και υποκριτικό οργανισμό.


Ένα δεύτερο βήμα εξ ίσου αναγκαίο θα ήταν η αποδέσμευση της Ευρώπης από κάθε τύπου επιδράσεις προερχόμενες τόσο από την Ρωσία, όσο και από την Αμερική. Κάτι τέτοιο όπως είναι φυσικό θα απαιτούσε μια λεπτότατη και προσεκτική πολιτική τέχνη για την οποία οι σημερινοί Ευρωπαίοι ηγέτες δεν φαίνονται να είναι οι πιο κατάλληλοι.
Πραγματικά το αναπόφευκτο κενό ανάμεσα στην απόρριψη της Αμερικανικής και «Ατλαντικής» συμμαχίας και στην δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού συνασπισμού ικανού να προστατευτεί με τις δικές του πλέον δυνάμεις (όπου βέβαια θα είναι δυνατό) θα μπορούσε να σταθεί μοιραίο γιατί μία Ευρώπη στο στάδιο ακόμα της υλικής και πνευματικής ημιαδράνειας θα ήταν, συνεπεία εσωτερικών εξελίξεων και εξωτερικών επιθέσεων, εύκολο θύμα του Κομμουνισμού και της Σοβιετικής Ενώσεως. Πριν από πρωτοβουλίες του είδους, είναι αναγκαία η συμπλήρωση του έργου της προετοιμασίας.
Τα προβλήματα όμως αυτής της συγκεκριμένης πολιτικής ξεφεύγουν από τους σκοπούς αυτού του γραπτού. Το μόνο πού μπορούμε να κάνουμε εδώ είναι να επισημάνουμε φευγαλέα όλα όσα έχουν σχέση με το σχήμα και με τις πνευματικές και δογματικές προϋποθέσεις της μίας Ευρώπης.
Οι νεφελώδεις ομοσπονδιακές και συναθροιστικές λύσεις έχουν αναπόφευκτα ένα δευτερογενή χαρακτήρα. Όσο για την αμυντική πολιτική και την οικονομική ενότητα αυτές αποτελούν απλά μια από τις συνέπειες.
Η μοναδική πραγματική λύση θα πρέπει να έχει ένα χαρακτήρα οργανικό με κύριο στοιχείο την προερχόμενη από τα μέσα και από τα πάνω διαπλαστική δύναμη πού με την σειρά της αποτελεί γνώρισμα μιας ιδέας και μιας κοινής παραδόσεως. Αντίθετα σε κάποιους άλλους χώρους προβάλλεται σαν επιχείρημα μιας προγραμματικής και δραστηριοποιημένης απόψεως το γεγονός ότι τα Έθνη δεν κατέβηκαν από τον ουρανό τέλεια και ωραία, αλλά αντίθετα σχηματίστηκαν με βάση μια κοινή αποστολή που επιβλήθηκε από ένα είδος προκλήσεως του περιβάλλοντος και από την πρωτοβουλία μιας αποφασιστικής και ενεργητικής κεντρικής δυνάμεως πού κατόρθωσε να ενοποιήσει τα διάφορα Έθνη.
Οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν ότι και στην περίπτωση της «Εθνικής Ευρώπης» που μέλλει ακόμα να γεννηθεί, τα πράγματα θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, ότι δηλαδή θα είναι αρκετή η αναφορά σε ένα μύθο ή στην ιδέα ενός κοινού προορισμού για να προκληθεί μια συσπείρωση της Ευρωπαϊκής παρατάξεως.
Παρόμοια άποψη κατά την γνώμη μου είναι ανεπαρκής, αναφορικά δε με την ερμηνεία της γεννήσεως των ιστορικών "Εθνών δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι οφείλεται πρωταρχικά τόσο στις δυναστείες πού αντιπροσωπεύουν μια παράδοση όσο και στην αφοσίωση μιας ομάδας υποστηρικτών τους (σαν παράδειγμα η γέννηση της Πρωσίας). Για την μία Ευρώπη, όλες αυτές οι προϋποθέσεις είναι ανύπαρκτες. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι μια αναφορά σε μια κατάσταση αναγκαιότητας που με την σειρά της θα δώσει αρχή σε μια ενωτική ώθηση, σε μια εκτίναξη προς τα μπρος. Πρέπει όμως να ομολογήσουμε ότι κάτι τέτοιο έχει ελάχιστο προηγούμενο μέσα στην Ευρωπαϊκή ιστορία.
Είναι άσκοπο να υπενθυμίσουμε τα ευκρινή φαινόμενα που δεν αφορούν την ενότητα, αλλά την Ευρωπαϊκή διαίρεση, φαινόμενα που αντιστοιχούν με τον Εκατονταετή πόλεμο, με τους θρησκευτικούς πολέμους, με τους πολέμους της διαδοχής, με τους δύο παγκοσμίους πολέμους.
Χρειάζεται ακόμα να τονιστεί ότι οι Ευρωπαϊστές ταλαντεύονται ανάμεσα στην έννοια της Αυτοκρατορίας έστω και σχετικής —όπως ακριβώς χρησιμοποιήθηκε από τους Τhiriart και Varange — και σ' εκείνη του «΄Εθνους Ευρώπη» - πού είναι μεταξύ των άλλων και τίτλος ενός γερμανικού περιοδικού.
Όλα αυτά απαιτούν κάποια διευκρίνηση.
Το νόημα του Έθνους δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εφαρμοστεί πάνω σε μία οργανική υπερεθνική ομάδα.
Όταν απορρίπτεται ό τύπος μιας «Ευρώπης τωv πατρίδων» ή αυτή ακόμη ή ομοσπονδία των Ευρωπαϊκών Εθνών, δεν πρέπει να περιπέσουμε σε παρερμηνεία. Τα νοήματα της Πατρίδας και του Έθνους ανήκουν σε μια σφαίρα πρωταρχικά νατουραλιστική, δηλαδή «φυσική». Στην μία Ευρώπη πατρίδες και Έθνη μπορούν να συνυπάρξουν. ("Ας μην ξεχνούμε ότι οι εθνικές κοινότητες, έστω και μερικά, προστατεύονται ακόμη και μέσα στα πλαίσια του ολοκληρωτισμού της Ε.Σ.Σ.Δ).
Εκείνο πού θα έπρεπε να απορριφθεί κατηγορηματικά είναι ό Εθνικισμός (με την τερατολογική αποφυάδα του, τον ιμπεριαλισμό) και ο Σωβινισμός, αυτή ή φανατική απολυτοποίηση μιας ειδικής ενότητας.
Κατά συνέπεια ο σωστός τύπος, από δογματική άποψη, θα ήταν Αυτοκρατορία και όχι «Ευρώπη Έθνος» ή " Ευρωπαϊκή πατρίδα». Θα έπρεπε να γίνει έκκληση σ' ένα συναίσθημα ανωτέρας τάξεως, ποιοτικά πολύ διαφορετικό από εκείνο του «Εθνικού» χαρακτήρα που βρίσκεται ριζωμένος μέσα σε άλλα στρώματα του ανθρώπινου είδους.
Δεν μπορούμε να χαρακτηριστούμε Ευρωπαίοι με βάση το ίδιο συναίσθημα που μας κάνει να αισθανόμαστε Ιταλοί, Πρώσσοι, Βάσκοι, Φιλανδοί, Σκώτοι, Ούγγροι κ.λπ. Γι αυτό χρειάζεται να επιτύχουμε ένα μοναδικό συναίσθημα κοινής φύσεως πού να διαγράφει και να εξισορροπεί τις διαφορές μέσα στο «Έθνος Ευρώπη». Το σχήμα μιας Αυτοκρατορίας με το πραγματικό και οργανικό νόημα της (απόλυτα ξένο με κάθε μορφή ιμπεριαλισμού) είναι σαν παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Μεσαιωνική Οικουμένη. Τα μεμονωμένα κράτη έχουν τον χαρακτήρα μερικών οργανικών ενώσεων πού στηρίζονται (για να χρησιμοποιήσω την Δαντική έκφραση) στην αρχή Unum Quod non est Pars , δηλαδή πάνω σε μια ενωτική αρχή, σε μια εξουσία και σε μια κυριαρχία διαφορετικής φύσεως από εκείνη που είχε ή μπορούσε να ελπίζει το κάθε μεμονωμένο κράτος.
Η αρχή της Αυτοκρατορίας μπορεί να αποκτήσει παρόμοια αξιοπρέπεια υπερβάλλοντας την πολιτική σφαίρα με το στενό νόημα της, σμίγοντας και νομιμοποιώντας την με μια Ιδέα, με μια παράδοση, με μια εξουσία έστω και πνευματική. Οι περιορισμοί της κυριαρχίας των μεμονωμένων εθνικών μονάδων προς όφελος ενός «προέχοντος δικαίου» της Αυτοκρατορίας έχουν από παρόμοια προσηγορική συνθήκη την υπερβάλλουσα αξιοπρέπεια της ίδιας της Αυτοκρατορίας- σε σχέση δε με την δομή, το σύνολο παρουσιάζεται σαν «οργανισμός αποτελούμενος από οργανισμούς» ή αν θέλετε, σαν φεντεραλισμός, σαν ένας οργανικός φεντεραλισμός, όμοιος κατά κάποιο τρόπο μ' εκείνο πού είχε δημιουργηθεί επί Βίσμαρκ στο Γερμανικό II Ράιχ, κάθε άλλο παρά ακέφαλος. Αυτά είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της Αυτοκρατορία με το πραγματικό νόημα της.
Ας δούμε τώρα τις δυνατότητες και τις συνθήκες πού είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση παρόμοιας ιδέας στην σημερινή Ευρώπη. Πάνω απ' όλα χρειάζεται θέληση και δύναμη να πάμε τελείως αντίθετα στο ρεύμα. Από την στιγμή πού ή ιδέα της Ευρώπης «Έθνος» έχει σαν σκοπό την ανάμειξη των μεμονωμένων Ευρωπαϊκών Εθνών στα πλαίσια ενός μοναδικού "Έθνους διαγράφοντας γλωσσολογικές, εθνικές και ιστορικές διαφορές, αυτή ή ιδέα παραμερίζεται. Επειδή έχουμε να κάνουμε με μια οργανική ενότητα η βασική προϋπόθεση βρίσκεται στην ολοκλήρωση και σταθεροποίηση κάθε μεμονωμένου Έθνους, μέσα σ' ένα σχήμα ιεραρχικού και απόλυτα διαφοροποιημένου συνόλου.
Η φύση του επί μέρους πρέπει να αντικαθρεπτίζεται σ' εκείνη του συνόλου.
Από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθούν ιεραρχικά τα μεμονωμένα Έθνη το σταθερό σχήμα των μεμονωμένων μονάδων, απαλλαγμένα από την εθνικιστική «ύβριν», τη βικιανή «υπεροψία των Εθνών» πού βαδίζει παράλληλα με το δημαγωγικό και κολλεκτιβιστικό γεγονός, θα δημιουργούσε μια αυτοδύναμη πορεία, πέρα από τις Εθνικές περιοχές, προς την κατεύθυνση μιας ανώτερης ενότητας.
Αυτή λοιπόν, εξ αιτίας της υπερυψωμένης φύσεως της, θα άφηνε πολύ χώρο στις Εθνικότητες σύμφωνα βέβαια με τα φυσικά και ιστορικά χαρακτηριστικά τους.
Η αρχή του οργανικού νοήματος σύμφωνα με το οποίο όσο περισσότερο είναι σταθερή και τέλεια η ανώτερη ενότητα, τόσο περισσότερο είναι διαφοροποιημένα και αυτόνομα, τα μεμονωμένα μέρη είναι αρκετά γνωστή.
Εκείνο που έχει σημασία είναι η συνεργεία, η συγκεκριμένη επιθυμία για κάθε κοινή δράση. Κάθε οργανική ενότητα έχει μια δική της αρχή σταθερότητας. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορεί να γίνει σκέψη για σταθερότητα του συνόλου όταν δεν υπάρχουν εγγυήσεις σταθερότητας και στα μέρη πού την αποτελούν.
Από την άποψη αυτή ή στοιχειώδης προϋπόθεση μιας ενδεχόμενης Ευρωπαϊκής ενότητας βρίσκεται στην πολιτική ολοκλήρωση των μεμονωμένων Εθνών.
Η Ευρωπαϊκή ενότητα θα ήταν πάντα επισφαλής από τη στιγμή που θα στηριζόταν πάνω σε ένα Διεθνές κοινοβούλιο στερούμενου μοναδικής ανώτερης εξουσίας, διαθέτοντας αντιπροσωπείες των μεμονωμένων πολιτικών καθεστώτων δημοκρατικού τύπου, που επειδή ακριβώς ελέγχονται από τα χαμηλά δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να εγγυηθούν τη συνέχεια τόσο της θελήσεως όσο και της πολιτικής διευθύνσεως. Μέσα σ' ένα δημοκρατικό καθεστώς η κυριαρχία του Κράτους είναι εφήμερη και ένα Έθνος δεν παρουσιάζει ποτέ μια πραγματική ενότητα• είναι απλά ένας αριθμός πού περνά στην κατοχή πότε του ενός και πότε του άλλου κόμματος που με τους ελιγμούς τους μέσα στο παράλογο σύστημα των καθολικών εξισωτικών εκλογών, υπονομεύουν την πολιτική θέληση.
Σε γενικές γραμμές θα πρέπει να προσανατολιστούμε προς την ιδέα μιας οργανικής ενότητας που πετυχαίνεται δια μέσου των κορυφών και όχι δια μέσου των βάσεων. Μόνο οι elites των διαφόρων Ευρωπαϊκών Εθνών θα ήταν σε θέση να συνεννοηθούν, να συγχρονισθούν ξεπερνώντας τους τοπικισμούς, το πνεύμα της διαιρέσεως και να αξιοποιήσουν μέσα από την εξουσία συμφέροντα και λόγους περισσότερο υψηλούς.
Σε κάθε έθνος λοιπόν θα έπρεπε να υπάρχει ένα «κέντρο» αρκετά σταθερό και μέσα από ένα συντονισμό και μια συνεργασία παρομοίων κέντρων η ανώτερη ευρωπαϊκή ενότητα θα μπορούσε να οργανωθεί και να δράσει.
Στο σύμπλεγμα αυτό θα έπρεπε να προωθηθεί μια διπλή διαδικασία ολοκληρώσεως: Εθνική ολοκλήρωση μέσα από την αναγνώριση μιας ουσιαστικής αρχής της εξουσίας βάση για τον οργανικό, αντιατομικιστικό και συντεχνιακό σχηματισμό των επί μέρους πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων.
Υπερεθνική Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μέσα από την αναγνώριση μιας αρχής εξουσίας τόσο ανυψωμένης σε σχέση με εκείνη των μεμονωμένων Κρατών, όσο και σε σχέση με τα άτομα που τα απαρτίζουν. Δίχως αυτές τις προϋποθέσεις είναι ανώφελο να μιλούμε για μια οργανικά μία Ευρώπη.
Τοποθετώντας το πρόβλημα με τους όρους αυτούς εμφανίζονται τα μεγάλα εμπόδια πού δεν αφορούν την πολιτική αλλά και την πνευματική βάση τόσο αναγκαία γι' αυτή την Ευρωπαϊκή Ενότητα.
Πού θα βρεθεί ή βάση; Σε επίπεδο υψηλότερο και περισσότερο εξυψωμένο όπως θα ήταν το θρησκευτικό, μπορούν να γίνουν ελάχιστα.
Δεν μπορούμε να κάνουμε αναφορά στον Καθολικισμό ούτε να απαιτήσουμε απ' αυτόν επικύρωση και το χρίσμα αναφορικά με την ανυψωμένη αρχή της εξουσίας, γιατί
α) ό Καθολικισμός είναι πίστη μερικών μόνο Ευρωπαϊκών Εθνών
β) εξαιτίας της δημοκρατικής και νεωτεριστικής αποφολιδόσεως της σημερινής Εκκλησίας, και
γ) γιατί πρέπει να ληφθούν υπ' όψιν τα αποτελέσματα των διαδικασιών της αποϊερωποιήσεως και της λαϊκοποιήσεως πού σ' ολόκληρη την Ευρώπη βρίσκονται σε εξέλιξη.
Λιγότερες ακόμα πιθανότητες έχει η έκκληση σ' ένα γενικό Χριστιανισμό: κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ λίγο, ένα πράγμα εξαντλημένο, ασώματο, δίχως σχήμα και πάνω απ' όλα μη Ευρωπαϊκό, που δεν μπορεί να μονοπωληθεί μόνο από τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό• μην ξεχνούμε ότι οι νέγροι της Αμερικής είναι και αυτοί Χριστιανοί.
Από το επίπεδο αυτό κατεβαίνουμε σε ένα χαμηλότερο. Πολύ εύκολα γίνεται λόγος για «Ευρωπαϊκή παράδοση» και για «Ευρωπαϊκή κουλτούρα». Δυστυχώς όμως εδώ και καιρό, στην Ευρώπη —και στη Δύση— κανείς δεν συνειδητοποιεί το υψηλό νόημα της «παραδόσεως».
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ή «παράδοση» στο ολοκληρωμένο νόημα της αποτελεί μια κατηγορία ενός κόσμου πού σχεδόν έχει εξαφανιστεί, σε εποχές κατά τις οποίες η μοναδική δημιουργική δύναμη εκδηλωνόταν τόσο στα ήθη όσο και στην πίστη, τόσο στο δίκαιο όσο και στα πολιτικά σχήματα και στην κουλτούρα, με λίγα λόγια σε κάθε κυρίαρχη μορφή της υπάρξεως.
Κανείς δεν θα θέλει να υποστηρίξει ότι στην Ευρώπη υπάρχει «μία παράδοση» προς αυτή την κατεύθυνση και ότι αυτή είναι σε θέση να νομιμοποιήσει την Ευρωπαϊκή ιδέα.
Από αυτή την «παράδοση» με το βαθύτερο νόημα της σήμερα στην Ευρώπη υπάρχει μόνο κάποια ιστορική ανάμνηση.
Σχετικά με την «Ευρωπαϊκή κουλτούρα» που η ανακαίνιση της σήμερα βρίσκεται στα χέρια των Ευρωπαϊστών του σαλονιού, στους διανοούμενους φιλελευθέρων και ανθρωπιστικών τάσεων, που κάνουν διατριβές πάνω στην «προσωπικότητα», την «ελευθερία», τον «ελεύθερο κόσμο» κλπ με τρόπο απόλυτο προσαρμοσμένο στο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αποφολιδωμένο κλίμα:
Γενικά δεν πιστεύουμε ότι μπορεί να προκύψει τίποτα περισσότερο πέρα από τα διάφορα Ευρωπαϊκά Έθνη.
Πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό πού σήμερα ονομάζεται «κουλτούρα» δεν είναι τίποτα άλλο από μια απόφυση του αστικού πολιτισμού του Τρίτου Κράτους, κτήμα του οποίου άλλωστε είναι και ο μη προεξοφλημένος μύθος της λεγομένης «αριστοκρατίας της σκέψεως», μια αριστοκρατία πού λίγο ή πολύ είναι εκείνη του Ρarvenu αντιπαραδοσιακής, φιλελεύθερης και με λαϊκό προσανατολισμό.
Η αυθεντική εξουσία των θεματοφυλάκων και των εκφραστών μιας ανώτερης ιδέας δεν μπορεί με κανένα τρόπο να συγκριθεί με εκείνη των εκπροσώπων της λεγόμενης «κουλτούρας».
Σ' έναν Γκαίτε, σ' έναν Χούμπολντ και σ' όλους τους άλλους εκπροσώπους της μεγάλης κουλτούρας οφείλουμε ν' αναγνωρίσουμε το μέγεθος της προσφοράς τους• θα ήταν όμως παράλογο να περιμένουμε μέσα από αυτό τον κόσμο την εμφάνιση της διεγερτικής και εμψυχωτικής δυνάμεως πού θα συμπαραστεκόταν στις επαναστατικές elites στον αγώνα τους για την μία Ευρώπη.
'Ολα αυτά θα μπορούσαν να υπάρξουν στο σχήμα της κυριαρχίας μιας αξιοπρεπούς «εκπροσωποποιήσεως» με χαρακτήρα πρωταρχικά ιστορικό.
Βέβαια κάθε φορά πού βγαίνει από τις γενικότητες και προσπαθεί να δώσει ένα συγκεκριμένο και βασικό περιεχόμενο στο νόημα της «κοινής Ευρωπαϊκής κουλτούρας» βρισκόμαστε μπροστά σε μια τολμηρή προσπάθεια.
Το συνέδριο Volta που είχε συγκληθεί στo παρελθόν από την Ακαδημία της Ιταλίας με θέμα την Ευρώπη και στο οποίο είχαν πάρει μέρος γνωστοί εκπρόσωποι από διάφορα Έθνη έκανε αισθητή αυτή την δυσκολία γιατί πέρα από πολλές προσωπικές ερμηνείες λίγο ή πολύ αποκλίνουσες δεν κατάφερε να καταλήξει σε συμπεράσματα. Δεν είναι όμως αυτό το βασικό σημείο. Είναι ότι αντιμετωπίζουμε με ελαφριά καρδιά το σύμπλεγμα ενοχής της Ευρώπης ιδιαίτερα σε ότι άφορα την «κουλτούρα» της. Αν εξαιρέσουμε την κουλτούρα με λογοτεχνικό και ανθρωπιστικό χαρακτήρα που στερείται σχέσεων με τις βαθύτερες ιστορικές δυνάμεις, πως μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η κουλτούρα και ο δυτικός πολιτισμός (που κατά ένα μεγάλο μέρος είναι κουλτούρα και πολιτισμός της Ευρώπης) και αντιπαραδοσιακό πνεύμα από την εποχή ακόμη της Αναγεννήσεως ήσαν το ίδιο πράγμα και ακόμη ότι αυτό που σχεδόν όλοι οι φιλελεύθεροι και προοδευτικοί υπερασπιστές της κουλτούρας και του Ευρωπαϊκού πολιτισμού προωθούν σαν τίτλο της Ευρωπαϊκής δόξας αρχή κάνοντας της ίδιας της Ευρωπαϊκής πνευματικής κρίσεως και ότι τέλος ο εξευρωπαϊσμός του κόσμου εξισώθηκε με την διάχυση ενός φαινομένου αποσυνθέσεως, ανατροπής και ερεθισμού των δυνάμεων εκείνων πού αργότερα στράφηκαν εναντίον της Ευρώπης. Η Ευρώπη στάθηκε το λίκνο του ιλουμινισμού, του φιλελευθερισμού, της Δημοκρατίας και τέλος του Μαρξισμού και του Κομμουνισμού. Δυστυχώς αυτή ήταν η πιο αξιοπρόσεκτη προσφορά της «ευρωπαϊκής κουλτούρας» στην μοντέρνα εποχή, ήταν εκείνη των διανοουμένων, των ανθρωπιστών, των «ανυψωμένων πνευμάτων», των τεχνών, των γραμμάτων... Με αυτούς ακριβώς τους όρους υπάρχει κίνδυνος να κατανοήσουμε «την κοινότητα του πεπρωμένου» πού μερικοί Ευρωπαϊστές επικαλούνται. Μια από τις αξιόλογες προσφορές στο συνέδριο Volta ήταν και εκείνη του Ακαδημαϊκού Francesco Coppola πού αναφέρθηκε βασικά στο σύμπλεγμα ενοχής και στην «κακή συνείδηση» της Ευρώπης. Πώς να γίνει σκέψη για μια αμυντική Ευρωπαϊκή βάση ενάντια σε Ιδεολογίες και δυνάμεις πού σωστά θεωρούνται βαρβαρικές και αντιευρωπαϊκές, όταν πρέπει να παρατηρούνται μέσα σ' αυτές οι ακραίες και ώριμες εξελίξεις τάξεων καθώς και τα δεινά πού είχαν το αρχικό τους λίκνο μέσα στην ίδια την Ευρώπη; Αυτή είναι ή αιτία της ελάχιστης ανοσίας του Ευρωπαϊκού κόσμου μπροστά στους σημερινούς «πολιτισμούς - οδηγούς» όπως ο αμερικανικός και ο σοβιετοκομμουνιστικός. Έτσι το πρόβλημα του πνευματικού θεμελίου για μια Ευρώπη οργανικά μία παραμένει άλυτο και μια ενδεχόμενη εξόρμηση των ακτιβιστικών και επαναστατικών δυνάμεων προς την κατεύθυνση παρόμοιας Ευρώπης, στερημένη από τα πνευματικά της μετόπισθεν, θα άφηνε πίσω τους ένα πεδίο σαθρό και υπονομευμένο αν δεν άρχιζαν την μάχη στο εσωτερικό εναντίον όλων των κακών πού σήμερα εμφανίζονται σε μικροσκοπική μεγέθυνση... Άμεση απαίτηση θα ήταν λοιπόν μια εσωτερική αποτοξίνωση πού θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί όσο το δυνατό συντομότερο, αδιαφορώντας για το τίμημα. "Αφήνοντας στην άκρη τον πολιτικό και οικονομικό τομέα πώς είναι δυνατό να παραγνωρίσουμε το μέτρο πού η αμερικανοποίηση ασκεί στα ήθη, στις προτιμήσεις, στις προδιαθέσεις των Ευρωπαϊκών φυλών; Αυτό μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι το πρόβλημα της ευρωπαϊκής συμπεριφοράς μπροστά σ' αυτό πού γενικά θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μοντέρνο κόσμο αντιμετωπίζεται με όρους «αντιδραστικούς» και επαναστατικοσυντηρητικούς... Αντίθετα, το να λέμε ότι δεν πρέπει να ζητάμε από τους πολιτικά στρατευμένους τον «ιδεολογικό τους ορίζοντα», το να βεβαιώνουμε ότι είναι αρκετό να μην δέχονται τη συνεργασία των μη Ευρωπαϊκών δυνάμεων, το ότι χρειάζονται να συνασπιστούν στον αγώνα τους για την Ευρώπη μέσα σ' ένα «κοινό σύμφωνο», παραγνωρίζοντας το πρόβλημα μιας μοναδικής και συγκεκριμένης θεωρήσεως, θα σήμαινε τοποθέτηση σ' ένα πεδίο ιρασιοναλιστικού ακτιβισμού δίχως σημαία και δίχως σπονδυλική στήλη: ακόμη και αν εκπλήρωνε τον πρακτικό του σκοπό στη συνέχεια και μέσα στον Ευρωπαϊκό συνασπισμό τα σχίσματα και οι αντιθέσεις θα ήταν αναπόφευκτα. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι μέσα από τον δρόμο αυτό θα ήταν δυνατή ή δημιουργία της Ευρώπης, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι ή παραπάνω προϋπόθεση σε σχέση με την οργανική και όχι με την «κοινοτική» μορφή θα ήταν ανύπαρκτη, αυτή η Ευρώπη δεν θα ήταν φορέας καμιάς ξεχωριστής ιδέας και θα εμφανιζόταν σαν ένας ακόμη συνασπισμός δυνάμεων στο πλευρό του Ρωσικού, του Αμερικάνικου του Κινεζικού και πιθανότατα του Αφρικό-ασιατικού, σύμμαχος ή ανταγωνιστής δίχως κανένα ποιοτικά διαφοροποιημένο χαρακτήρα μια πού μέσα στο κλίμα του «μοντέρνου» πολιτισμού κανένας παρόμοιος παράγοντας δεν μπορεί να είναι αποφασιστικός. Φυσικά θα ήταν καθαρή ουτοπία αν θέλαμε να αντιταχθούμε στο σύνολο σχεδόν όσων αντιπροσωπεύει από την υλιστική άποψη ό σύγχρονος πολιτισμός. Κάτι τέτοιο ανάμεσα στα άλλα θα οδηγούσε στην εγκατάλειψη των αποφασιστικών όπλων κατάλληλα τόσο για άμυνα όσο και για επίθεση, δίπλα πού σήμερα είναι τόσο αναγκαία. Όταν σήμερα επαναλαμβάνεται κατά κόρον ότι οι Ευρωπαϊκοί λαοί διαθέτουν μια κοινή κουλτούρα και κατ' επέκταση μια από τις προϋποθέσεις για να μετατραπούν σε Έθνος, πρέπει να θυμίσουμε ότι αρχή κάνοντας από το παρελθόν και σε όσα αναφέραμε πριν από λίγο, ή κουλτούρα αυτή ταυτίζεται συνεχώς και περισσότερο όχι μόνο με τους Ευρωπαίους αλλά και με το σύνολο σχεδόν του «πολιτισμένου» κόσμου. Η κουλτούρα αυτή δεν έχει σύνορα. Η ευρωπαϊκή προσφορά —με βιβλία, γραπτά, καλλιτέχνες, μελέτες, κλπ, —απορροφήθηκε από τα μη Ευρωπαϊκά κράτη και τα ευρωπαϊκά κράτη με τη σειρά τους απορρόφησαν εκείνη των μη ευρωπαϊκών. Μια παρόμοιας αποφασιστικής σημασίας εξισορρόπηση (πού εξαπλώνεται στον τρόπο ζωής και στις προτιμήσεις) σε στενότατη σχέση με την εξιλέωση της επιστήμης και της τεχνικής παρουσιάστηκε σαν επιχείρημα από εκείνους πού αντί για την Ευρώπη επιθυμούν έναν ενοποιημένο κόσμο μέσα στα πλαίσια κάποιας οργανώσεως ή ενός Παγκόσμιου υπερεθνικού Κράτους.
Είναι φανερό ότι αν αντιμετωπίσουμε το παραπάνω πρόβλημα και δώσουμε την σωστή του λύση, ή Ευρώπη θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί πνευματικά, θα μπορούσε να είναι κάτι το διαφορετικό κάθε άλλο παρά ευμετάβλητο, θα μπορούσε τέλος την στιγμή πού ό σύγχρονος κόσμος θα παρασυρόταν απ' την κρίση να παίξει τον ρόλο του οδηγού.

ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΔΙΑΝΟΗΤΕΣ: ΕΡΝΕΣΤΟΣ ΡΕΝΑΝ

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑ ΕΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΟΤΑΝ ΚΑΤΟΡΘΩΣΑ ΝΑ ΝΟΙΩΣΩ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΑ ΟΜΟΡΦΙΑ


Ω ευγένεια. Ω ομορφιά απλή και αληθινή. Θεά που η λατρεία σου σημαίνει και σοφία, Συ που ο Ναός σου είναι ένα αιώνιο μάθημα συνείδησης και ειλικρίνειας, φτάνω αργά στων μυστη­ρίων σου το κατώφλι, στον βωμό σου προσκομίζω τύψεις πολλές. Για να τον βρω μου χρειά­στηκαν να κάνω έρευνες ατέλειωτες. Τη μύηση που μεταβίβαζες στον Αθηναίο όπως γεννιόταν μ' ένα χαμόγελο, εγώ την κατέκτησα με σκέψεις πολλές, με κόπο και με προσπάθειες μακρόχρονες.

Γεννήθηκα, ω Θ ε ά με τα γαλανά μάτια, από γονείς βαρβάρους. Απ' τους καλούς κι' ενάρε­τους Χειμέριους, που κατοικούν στις όχθες μιας θάλασσας σκοτεινής, που βράχια τις περικλείνουν κι' οι τρικυμίες πάντα τις χτυπούν. Γνωρίζουν μόλις τον ήλιο. Αντί λουλούδια έχουν τα θα­λασσινά φυτά ,τα φύκια και τα χρωματιστά κογχύλια, που τα βρίσκουν στα βάθη των έρημων μυχών. Τα σύννεφα κάνουν την εμφάνιση τους δίχως χρώμα ,κι' η χαρά ακόμα είναι λίγο θλιβερή εκεί, αλλά, πηγές από κρύα νερά αναβλύζουν απ τα βράχια και τα μάτια που έχουν οι νιές κο­πέλες είναι σαν κι' εκείνες τις πράσινες πηγές, όπου, πάνω σε φόντο από χόρτα κυματιστά κα­θρεπτίζεται ο ουρανός.
Οι προγονοί μου ,όσο μακριά κι' αν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, ήταν αφοσιωμένοι στα μα­κρινά θαλασσινά ταξίδια, μέσα σε θάλασσες που οι Αργοναύτες σου δεν τις γνώρισαν. Άκουσα, όταν ήμουν νέος, τραγούδια για ταξίδια πολικά, με νανούρισαν οι αναμνήσεις για πλεούμενους πάγους, για θάλασσες γεμάτες καταχνιά, που ήταν ολόιδιες με το γάλα, για νησιά που κατοι­κούσαν μόνο πουλιά, που κελαηδούσαν στην ώρα τους και που σαν ξανάρχιζαν ομαδικά το πέταγμα τους σκοτείνιαζαν τον ουρανό.
Μερικοί ιερείς μίας ξένης λατρείας, που είχε φτάσει από τους Σύριους της Παλαιστίνης ανέλα­βαν το χρέος να με σπουδάσουν. Οι ιερείς αυτοί ήταν σοφοί και άγιοι. Με δίδαξαν μεγάλες ιστο­ρίες για τον Κρόνο, που δημιούργησε τον κόσμο, και για τον γιο του, που καθώς λένε, πραγμα­τοποίησε ένα ταξίδι επάνω στη γη.
Οι ναοί του είναι τρεις φορές πιο ψηλοί απ τον δικό σου, ω Ευρυθμία κι' ακριβώς όμοιοι με δάση, μοναχά που δεν είναι γεροί. Γκρεμίζονται κατρακυλάνε σε ερείπια έπειτα από πεντακόσια ή εξακόσια χρόνια, είναι φαντασίες βαρβάρων, που φαντάστηκαν πως μπορούν να κάνουν κάτι καλό, έξω από τους κανόνες που χάραξες εσύ στους εμπνευσμένους σου, ω , Λ ογ ι κ ή.
Όμως αυτοί οι ναοί μου άρεσαν. Δεν είχα ακόμα μελετήσει τη δική σου θεία τέχνη. Εύρισκα μέσα εκεί το Θεό. Έψαλλαν εκεί μέσα ύμνους που ακόμα τους θυμάμαι: «Χαίρε, ω άστρο της θά­λασσας,... βασίλισσα εκείνων που βογκάνε πάνω σ' αυτή την κοιλάδα των δακρύων», ή ακόμα: «Ρόδο μυστικό, φιλντισένιε Πύργε, Άστρο του πρωινού...». Άκουσε ω Θεά .Όταν τους θυμάμαι αυτούς τους ύμνους, λιώνει η καρδιά μου ,γίνομαι σχεδόν αποστάτης. Συγχώρησε με για την κενότητα αυτή. δεν μπορείς να φαντασθείς τη γοητεία που οι βάρβαροι μάγοι έβαλαν μέσα σ' αυτούς τους στίχους και πόσο με βαραίνει ν' ακολουθώ ολόγυμνη τη λογική.
Και έπειτα αν ήξερες, πόσο δύσκολο έχει γίνει το να σε υπηρετούμε. Η κάθε ευγένεια έχει ε­ξαφανισθεί. Οι Σκύθες έχουν κατακτήσει τον κόσμο. Δεν υπάρχει πια δημοκρατία από ανθρώ­πους ελεύθερους. Τώρα υπάρχουν μονάχα βασιλιάδες που κατάγονται από αίμα βαρύ, κάτι με­γαλειότητες, που γι αυτές εσύ θα χαμογελούσες. Κάτι δυσκίνητοι Υπερβόρειοι αποκαλούν ελα­φρούς αυτούς που σε υπηρετούνε....
Μία Π α μ β ο ι ω τ ί α φοβερή, μία συμμαχία από όλες τις βλακείες, απλώνει πάνω στον κό­σμο ένα κάλυμμα μολυβένιο που εμείς ασφυκτιούμε κάτω απ αυτό. Ακόμα και αυτοί που σε τι­μούν, πόσο θα πρέπει να σου προκαλούν τον οίκτο. Θυμάσαι εκείνον τον Καλυδώνιο, που πριν από πενήντα χρόνια, κομμάτιασε τον Ναό σου με σφυριές για να σε μεταφέρει στη Θούλη; Το ίδιο κάνουν όλοι... Έγραψα, σύμφωνα με μερικούς από τους κανόνες που αγαπάς, ω Θ ε ο ν ό-η, την ζωή του νέου θεού που υπηρέτησα στα παιδικά μου χρό­νια Συ μόνη είσαι νέα, ω Κ ο ρ η. συ μόνη είσαι αγνή, ωΠαρθένος θεία μητέρα της κάθε εργασίας, προστάτιδα της δουλειάς ω Ε ρ γ ά ν η, συ που δημιουργείς την ευγένεια του πολιτι­σμένου εργάτη και τον τοποθετείς τόσο δυνατό πάνω απ τον οκνηρό τον Σκύθη. Σ ο φ ί α , συ που ο Δίας σε γέννησε αφού έσκυψε πρώτα το κεφάλι, αφού πήρε ανάσα βαθιά, συ που κατοι­κείς μέσα στον πατέρα σου, απόλυτα ενωμένη με το δικό σου είναι, συ που είσαι η συντρόφισσα του κι' η συνείδηση του.
Ενέργεια του Δία , σπινθήρα που ανάβεις και διατηρείς τη φωτιά στους ήρωες και στους ανθρώπους που έχουν μεγαλοφυία, κάνε μας να γίνουμε άνθρωποι πνευματικοί συμπληρωμένοι,
Την ημέρα που οι Αθηναίοι κι' οι Ρόδιοι πάλεψαν για τη θυσία, εσύ διάλεξες να κατοικήσεις σιμά στους Αθηναίους, σαν πιότερο σοφούς. Όμως ο πατέρας σου έβαλε τον Πλούτωνα να κατεβεί. μέσα σ ένα χρυσό σύννεφο στην μεγάλη πόλη των Ροδίων, γιατί κι' εκείνοι είχαν προσφέ­ρει στην θυγατέρα του μεγάλες τιμητικές θυσίες, Οι Ρόδιοι έγιναν πλούσιοι τότε, οι Αθηναίοι ό­μως απέκτησαν πνεύμα, δηλαδή την αληθινή χαρά, την παντοτινή ευθυμία, την θεϊκή παιδικότη­τα της καρδιάς.
   Ο κόσμος μόνο τότε θα σωθεί όταν γυρίσει πίσω ξανά σε σένα, όταν λησμονήσει κΓ αποδιώξει τις βαρ­βαρικές του συνήθειες. Ας τρέξουμε ,ας έρθουμε όλοι μαζί.
Πόσο ωραία θα είναι εκείνη την μέρα, που όλες οι πόλεις που πήραν κάτι απ τα απομεινάρια του Να­ού σου: η Βενετία, το Παρίσι, το Λονδίνο, η Κοπεγχά­γη, θα ξαναδώσουν πίσω αυτά που έκλεψαν ,για να επανορθώσουν έτσι την αδικία που έκαναν. Θα σχη­ματίσουν αντιπροσωπείες επίσημες αποστολές αρχαιολογικές, στα ιερά μέρη της Ελλάδας, για να ξαναδώσουν τ' αρχαία μνημεία, που τα κρατούν στην κατοχή τους ακόμα, λέγοντας: «Θεά συγχώρεσε μας. Τα πήραμε για να τα σώσουμε απ' τους βάρβαρους ,απ' τα κακά δαιμόνια της νύχτας», και θα χτίσουν ξανά τα τείχη σου, με τους ήχους της δικής σου φλογέρας, για να ξεπλύνουν το έγκλημα του ανόσιου Λύσανδρου, που τα είχε γκρεμίσει,
Θα πάνε έπειτα στην ίδια τη Σπάρτη για να καταραστούν τη γη της που αυτή ήταν η πρωταίτια για τα τρομερά και τα σκοτεινά σφάλματα της ιστορίας, για να τη χλευάσουν, να την περιφρονήσουν, γιατί τώρα έσβησε και δεν υπάρχει πια. Εγώ, πιστός σε σένα, θ αντισταθώ στους επικίνδυνους και μοιραίους μου συμβούλους : στον σκεπτικισμό μου, που με κάνει να αμφιβάλω, στην ανησυχία που έχει το πνεύμα μου, που κι' όταν ακόμα βρεθεί η αλήθεια, αυτό με κάνει να την αναζητάω αδιάκοπα, στην φαντασία μου , που ποτέ της δεν μ αφήνει να ησυχάσω ακόμα κΓ έπειτα απ τη διαπίστωση της απ' την ίδια τη λογική .
«Ω , Α θ η ν ά Αρχηγέτις, ιδανικό που ο κάθε μεγαλοφυής άνθρωπος το ενσαρκώνει μέ­σα στ αριστουργήματα του, προτιμώ να είμαι ο τελευταίος στην πατρίδα σου, παρά να είμαι ο πρώτος οπουδήποτε αλλού. Ναι, θα προσδεθώ στον στυλοβάτη του ναού σου. θα λησμονήσω κάθε άλλη πειθαρχία εκτός απ τη δική σου ,θα γίνω στηλίτης πάνω στις κολόνες σου. το κελί μου θα βρίσκεται επάνω στο επιστήλιο σου. Και πιο δύσκολο ακόμα. Για σένα, αν μπορέσω, θα γίνω μισαλλόδοξος, μεροληπτικός. Θα μάθω τη γλώσσα σου και θα ξεμάθω όλα τα άλλα. Θα είμαι άδικος για κείνο που δεν ενδιαφέρει εσένα, θα γίνω ο υπηρέτης του τελευταίου από τα παιδιά σου. Τους σημερινούς κατοίκους της γης, που εσύ έδωσες στον Ερεχθέα, θα τους εγκωμιάσω, θα τους κολακεύσω. Θα προσπαθήσω ν αγαπήσω ακόμα και τα ελαττώματα τους. Θα πείσω τον εαυτό μου, ω I π π ί α , ότι κατάγονται απ τους ιππείς, που γιορτάζουν εκεί ψηλά, επάνω στο μάρμαρο της ζωοφόρου σου, την αιώνια γιορτή τους. Θ αποσπάσω απ τη καρδιά μου κάθε ευ­αίσθητη χορδή που δεν είναι τέχνη λογική και καθαρή. Θα παύσω ν' αγαπώ τις αρρώστιες μου, να ευχαριστιέμαι με τον ίδιο τον πυρετό μου, Υποστήριξε Συ, την σταθερή μου πρόθεση, ω Σ ω τ η ρ ί α. βοήθησε με ω Συ, που σώζεις.
Πόσες δυσκολίες προβλέπω, πραγματικά. Πόσες πνευματικές συνήθειες θα πρέπει ν αλλάξω. Πόσες χαριτωμένες αναμνήσεις θα πρέπει ν' αποσπάσω απ την καρδιά μου. Θα δοκιμάσω. Δεν είμαι όμως βέβαιος για τον εαυτό μου.
      Αργά σε γνώρισα, ω Απόλυτη ομορφιά. Θα παλινδρομήσεις αδυναμίες. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως μία φιλοσοφία διεστραμμένη μ' έκανε να πιστέψω πως το καλό και το κακό, η ευχαρίστηση κι' ο πόνος, η ομορφιά και η ασχήμια, η λογική κι' η τρέλα μεταμορφώνονται οι πρώτες μέσα στις δεύτερες με παραλλαγές τόσο αγνώριστες, όσο και αυτές που βρίσκονται στο λαιμό του περιστεριού. Το να μην αγαπάς τίποτε ,το να μη μισείς τίποτε απολύτως, γίνεται τότε μία σοφία. Αν τυχόν μία κοινωνία, μία φιλοσοφία, μία θρησκεία είχε κατακτήσει την απόλυτη αλήθεια, τότε η κοινωνία αυτή, αυτή η φιλοσοφία, αυτή η θρησκεία 9α είχε νικήσει τις άλλες και θα ζούσε μόνη της την ώρα αυτή. Όλοι εκείνοι, που νόμισαν ως τώρα, πως έχουν δίκιο πλανή­θηκαν, αυτό το βλέπουμε καθαρά. Μπορούμε μήπως να πιστέψουμε, χωρίς θρασύτητα τρελή, ότι το μέλλον δεν θα μας κρίνει το ίδιο όπως κρίνουμε το παρελθόν; Να οι βλαστήμιες που μου υποβάλλει το πνεύμα μου, που είναι τόσο κακομαθημένο. Μια φιλολογία, που σαν την δική σου ,θα ήταν υγιής από όλες τις πλευρές ,θα προκαλούσε σήμερα μοναχά την ανία....
     Χαμογελώ για την απλοϊκή μου σκέψη. Ναι ,την ανία.... Είμαστε διεφθαρμένοι: τι να γίνει; Θα προχωρήσω πιο μακριά, ορθόδοξη Θεά, θα σου ειπώ την ενδόμυχη διαφθορά της καρδιάς μου.
Η λογική και η φρόνηση δεν είναι αρκετές. Υπάρχει κάποια ποίηση μέσα στον παγωμένο Στρυμόνα και μέσα στο μεθύσι των κατοίκων της Θράκης. Θάρθουν αιώνες που λογαριάζουν τους μαθητές σου σαν μαθητές της ανίας. Ο κόσμος είναι πιο μεγάλος από όσο πιστεύεις. Αν είχες ιδεί τα χιόνια του Πόλου και τα μυστήρια του ουρανού της Ανταρκτίδας, το μέτωπο σου, ω πάντα ήρεμη Θεά, δεν θα ήταν τόσο γαλήνιο. Το κεφάλι σου, πιο πλατύ, θ' αγκάλιαζε τότε διάφο­ρα είδη ομορφιάς.
Είσαι αληθινή, αγνή και τέλεια. Το μάρμαρο σου δεν έχει καμία κηλίδα. Κι' ο ναός ακόμα της Αγίας Σοφίας, που βρίσκεται στο Βυζάντιο, κι' αυτός επίσης προκαλεί μίαν εντύπωση θεία με τα τούβλα του και τα ασβεστώδη ερείπια του. Είναι η εικόνα του Θόλου του ουρανού. Θα καταρ­ρεύσει. Εάν λοιπόν κι' ο δικός σου Θάλαμος θα έπρεπε να είναι αρκετά πλατύς για να χω­ρέσει ένα μεγάλο πλήθος, τότε θα γκρεμιζόταν κι' αυτός.Ένα ποτάμι απέραντο λησμονιάς μας παρασέρνει μέσα σ ένα ακατονόμαστο βάραθρο. Ω ά­βυσσος, είσαι ο μοναδικός Θεός. Τα δάκρυα όλων των λαών είναι δάκρυα αληθινά .τα όνειρα όλων των σοφών περικλείνουν μοναχά ένα μέρος της αλήθειας. Τα πάντα εδώ κάτω είναι σύμ­βολο και όνειρο. Οι Θεοί περνούν το ίδιο όπως και οι άνθρωποι και δεν θα ήταν καλό να μένουν αιώνιοι. Η πίστη που είχαμε δεν πρέπει ποτέ να γίνεται μία αλυσίδα. Ξεπληρώνουμε το χρέος μας απέναντι της όταν την τυλίξουμε προσεκτικά με το πορφυρό σάβανο, που μέσα σ αυτό κοι­μούνται οι νεκροί Θεοί.»

Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

WALTER GOERLITZ: PAULUS AND STALINGRAD

Stalingrad, a brief survey in retrospect by Field-Marshal Paulus
The whole of the Stalingrad complex consists of three phases:
(1) The Drive to the Volga.
Within the framework of the war as a whole, the 1942 summer offensive represented an attempt to achieve by further offensive action what we had failed to achieve in the late autumn of 1941 -namely, to bring the eastern compaign to a swift and victorious conclusion - which, after all, was one of the primary objects of the sudden onslaught on Russia - in the expectation that this would lead to our winning the whole war.
In the minds of the military commanders, it was this purely military aspect that was predominant. This basic attitude regarding Germany's last chance of winning the war dominated all our military thinking during the two phases ahead.
(2) With the launching of the Russian November offensive and the encirclement of the Sixth Army and part of the Fourth Panzer Army - some 220,000 men in all - the emphasis shifted from 'the victorious conclusion of the Russian campaign' to the question:
how can we avoid being completely defeated in the east and thus losing the whole war?
It was this latter that was uppermost in the minds of both the commanders and the rank and file of Sixth Army, while higher authority - Army Group, Army and Supreme Headquarters -still believed, or at least pretended to believe, that we still had a chance of ultimate victory.

As a result, there arose a sharp divergence of opinion regarding plans for the further conduct of operations and the methods to be employed to implement them. Since higher authority, adhering still to the more optimistic appreciation mentioned above and promising immediate support, had forbidden Sixth Army to try to to try to fight its way out during the first phase of the battle of encirclement (when it could quite easily have done so), the Army subsequently (284)had no alternative but to stand and fight. Any other, independent action on its part might well have led to complete disorganization and the subsequent dissolution of the whole of the southern sector of the eastern theatre of war. Had that happened, not only would all hope of ultimate victory have been irremediably destroyed but very swiftly all possibility of avoiding decisive defeat and the consequent collapse of the whole eastern front would have dis-appeared.
(3) In the third phase, after the attempt to relieve Sixth Army had foundered and the promised help had failed to materialize, our sole objective was to gain time and thus to make possible the creation of a new front in the southern sector and the rescue of the very strong German forces operating in the Caucasus.
If we did not succeed in this, then the magnitude of our defeat in the eastern theatre would alone have sufficed to ensure our losing the whole war.
By this time, the higher authorities themselves had also adopted the line that we must 'hold out at all costs', if the worst were to be avoided. The question of the resistance to be offered by the Sixth Army culminated therefore in the following problem: As I myself saw the situation and, even more, as the situation was depicted to me by those above, total defeat could be avoided only if Sixth Army fought on to the very last. All the more recent wireless signals were couched in the same sense - 'every additional hour counts' and (repeatedly from the neighbours on our right) 'How much longer can Sixth Army hang on?'
From the time the cauldron was formed, and more particularly after the failure of Fourth Panzer Army's attempt to relieve us at the end of December, I, as the Army Commander, was confronted with violently conflicting considerations.
On the one hand were the stream of strict orders to hold fast, the repeated promises of help and admonitions of increasing urgency that I must be guided by the situation as a whole. On the other hand there was the purely human aspect of the increasing and incredible hardships and suffering which my troops were being called upon to endure and which inevitably caused me to ask myself whether the time had not come for me to give up the struggle.
But, deeply though I sympathized with the troops committed to (285)my care, I still believed that the views of higher authority must take precedence; that Sixth Army must accept its agony, must make all the sacrifices demanded of it, if by so doing, we would ensure -as they themselves were convinced we should - that the even greater number of their comrades in neighbouring armies would be rescued and saved.
I believed that by prolonging to its utmost our resistance in Stalingrad I was serving the best interests of the German people, for, if the eastern theatre of war collapsed, I saw no possible prospect of a peace by political negotiation.
To have stepped on my own responsibility out of the general framework, to have acted deliberately against the orders given to me would have entailed the acceptance of a sequence of responsi¬bilities: at the outset, by breaking out, I should have been responsible for the fate of my neighbours; later, by prematurely giving up the fight, for that of the southern sector and with it the whole of the eastern front; and that would have meant - or so it least it seemed -that I should have been responsible to the German people for the loss of the whole war. In that case they would not have hesitated to place on me the whole blame for everything that had happened in the eastern theatre.
And (with the future outcome still hidden from us) what con¬vincing and valid arguments could the Commander of the Sixth Army have produced in support of his disobedience of orders in the presence of the enemy?
Does the fact that his troops are in a position that is hopeless, or threatens to become so, give a Commander the right to refuse to obey orders? In the case of Stalingrad, it could by no means be asserted with certainty that our position was hopeless or even -except at the very end - that it threatened to become so. How, then, could I later have demanded obedience, or even felt justified in doing so, from one of my subordinates in a situation of, in his opinion, similar danger?
Does the prospect of his own death or the probable destruction or capture of his troops release the Commander from his soldierly duty to obey orders?
That is a question which each individual must today leave to his own conscience to answer.(286)
At the time of which I am writing, neither the nation nor the Armed Forces would have understood my acting in this manner. It would have been an unequivocal, revolutionary, political act against Hitler. Furthermore, it is at least possible that, by abandoning Stalingrad contrary to orders, I should have been playing into Hitler's hands and given him the opportunity of castigating the cowardice and disobedience of his Generals and putting upon them the whole blame for the military defeat that was looming larger and larger.
I should, too, have prepared the ground for a new myth, that of the Stalingrad stab in the back, to the great detriment of the German people's ability to form an accurate picture of the history of this war and to draw the conclusions that it is so important that they should draw.
The possibility of initiating a coup d'etat, of deliberately inviting defeat, in order to bring about the downfall of Hitler and his National-Socialist regime as obstructions to the ending of the war never entered into my deliberations, nor, so far as I am aware, was any such idea ever mooted by anyone anywhere within the limits of my command.
Such ideas not only played no part in my deliberations, but would also have been wholly out of keeping with my character and out¬look. I was a soldier, and I believed that it was by obeying orders that I could best serve my people.
As regards the responsibility of my subordinate commanders, they, tactically speaking, were under the same compulsion to obey my orders as I myself was, in the broader sphere, to carry out the strategic conceptions imposed upon me.
The responsibility - vis à vis the officers and men of the Sixth Army and the German people - for having obeyed orders and resisted till we could do no more and collapsed is mine and mine alone.

Friedrich Paulus, Field-Marshal.