Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

C.ZELEA CODREANU: ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ AL. VAIDA

Κύριε Πρωθυπουργέ!
Ύστερα από τα επεισόδια που συνέβησαν στο  Vişani, το ηθικό βάρος των οποίων μου ματώνει την καρδιά , αποφάσισα να σας γράψω τις γραμμές που ακολουθούν. Δεν το κάνω από κάποια παρόρμηση της στιγμής , ούτε από κάποια επιθυμία μου να δω δημοσιευμένη  την επιστολή μου στις εφημερίδες , ελπίζοντας στα χειροκροτήματα των φίλων  μου ή αν θέλετε , για να επιτελέσω, όπως συνηθίζεται ,την τυπική υποχρέωση διαμαρτυρίας για τα αίσχη που συνέβησαν στο  Râmnicu Sărat. Εκείνο που με παρακίνησε να σας στείλω  την επιστολή αυτή , είναι  η βασανισμένη συνείδηση και ο δρόμος αυτός στον οποίο μας σπρώξατε με τόση ελαφρότητα , ένας δρόμος  που για κάθε άνθρωπο με τιμή  είναι δρόμος συμφορών , συμφορές που σήμερα είναι αναπόφευκτες. 
Κύριε Πρωθυπουργέ!
Εκείνο που με παρακίνησε νά σας στείλω τήν επιστολή αυτή, είναι ή βασανισμένη συνείδηση καί o δρόμος αυτός στον oποίο μας σπρώξατε με τόση ελαφρότη­τα, ένας δρόμος που για κάθε αν­θρωπο με τιμή είναι δρόμος συμ­φορών, συμφορές που σήμερα είναι πλέον αναπόφευκτες.
­

Κύριε πρωθυπουργέ!
Δεν μπορώ εδώ, μέσα από τις γραμμές αυτές να σας περιγράψω το μαρτύριο μας πού εξ αιτίας της ρουμανικής και χριστιανικής μας πίστης διαρκεί μέσα στην ίδια μας τη χώρα, δέκα ολόκληρα χρόνια.
Θα σας πω μόνο ότι εδώ και δέ­κα χρόνια οι κυβερνήσεις της Μεγάλης Ρουμανίας, έχουν αποκά­μει από τη βιαιότητα των χτυπη­μάτων πού μας έδωσαν. Ο κατα­πιεστής μας είναι η φιλελεύθερη κυβέρνηση.
Στα 1926 ήλθε ό κ. Goga και μας ισοπέδωσε. Στη συνέχεια ήλθε ο κ. Mihalache, που με τη σειρά του διαβεβαίωνε  τα ξένα αφεντικά του, ότι θα μας χτυπούσε ανελέητα, ότι θα μας εκμηδένιζε. Ακολούθησε ή κυ­βέρνηση Iorga-Argetoianu και μας ξαναχτύπησε.  Επιτέλους, ήλθατε εσείς· όμως τα χτυπήματα συνεχίζονται.


Κανείς από αυτούς δεν μπήκε βέβαια στον κόπο να αναρωτηθεί, κ. Πρωθυπουργέ, αν εμείς έχουμε την αντοχή να υπομείνουμε τούς ατέλειωτους φυσικούς και ηθι­κούς βασανισμούς, που πολλές φορές κόντεψαν να ξεπεράσουν τα όρια της αντοχής μας.
Όλο αυτό το διάστημα υπομεί­ναμε τα πάντα με πολύ θάρρος- εί­μαστε γεμάτοι πληγές, αλλά δεν σκύψαμε ποτέ το κεφάλι.
Υπομείναμε τα πάντα, γιατί όσο και αν ήταν απάνθρωπα τα βασανιστήρια μας, πάντα σεβα­στήκαμε το αίσθημα της ανθρώ­πινης αξιοπρέπειας και της τιμής μας.
Δυστυχώς, όμως, τον τελευταίο καιρό και κάτω από τη δική σας διακυβέρνηση, οι καταδιώξεις και τα πάθη μας πέρασαν σε μια φά­ση περισσότερο οδυνηρή.
Αυτό πού έγινε στο Teiuş, όπου o πατέρας μου χτυπήθηκε μέχρι αίματος, ξανάγινε και στο Vişani και κάτι τέτοιο είναι ασύγκριτα βαρύτερο από όλα τα δεινά πού γνωρίσαμε μέχρι σήμερα, γιατί στοχεύει στην ίδια μας την τιμή.
Δεν πρόκειται να προχωρήσω) σε μια εκτενή παρουσίαση των γεγονότων.
Η Α.Ε. θυμάται ασφαλώς ότι πριν από δύο μήνες, όταν ήλθα να σας ρωτήσω για ποιά αμαρτία επιτέλους ήμασταν ένοχοι, ώστε να αξίζουμε την καταδίωξη πού μόλις είχε αρχίσει, εσείς μου εί­πατε:
– Pentru ce nu începeţi ceva constructiv? ( Γιατί δεν αρχίζετε κάτι δη­μιουργικό;)
– Domnule Prim Ministru, v-am răspuns, am luat hotărârea ca să fac un dig pe malul Buzăului. Aveţi ceva de obiectat? ( Κύριε πρωθυπουργέ σας απάντησα πήρα την απόφαση να χτίσω  ένα φράγμα στις όχθε: του Buzăului. Μήπως έχετε κάποια αντίρρηση; )
– Nu. Foarte bine. Foarte frumos.( Όχι. Πολύ καλά. Πολύ όμορφο).    .


 Πριν από ένα μήνα. παρουσία­σα την αίτηση στο υπουργείο Δημοσίων Έργων, μίλησα με τους καταλληλότερους και εμπει­ρότερους στο αντικείμενο τους μηχανικούς και το έργο ήταν έτοιμο να αρχίσει στις 10 Ιουλί­ου.
Δεν ήταν απλά μια νεανική χα­ρούμενη απασχόληση· ήταν μια πρόσκληση στην Νεολαία μας να μπει στην υπηρεσία των μεγάλων αναγκών για υγιή εργασία, ήταν μια εκπαίδευση προς μια καθαρά δημιουργική κατεύθυνση 1.000 νέ­ων. Ήταν παράδειγμα προς μί­μηση για δεκάδες χιλιάδες άλ­λους νέους. Ήταν μια παρόρμη­ση για τις πλατιές λαϊκές μάζες, που χρόνια και χρόνια περιμέ­νουν την κρατική παρέμβαση για την επισκευή των σπασμένων γε­φυριών και των κατεστραμμένων δρόμων, να τακτοποιήσουν τα πάντα, με την κοινή τους εργασία στο διάστημα μιας μόνο μέρας.
Ήταν ένα παράδειγμα προς μί­μηση για ολόκληρη τη χώρα και ταυτόχρονα μια προειδοποίηση για όποιον φαντάζεται ότι η ισχυρή Ρουμανία δε θα γεννηθεί από την εργασία, την εργασία όλων μας, άλλα από τον οίκτο των ξένων.
 Πλησιάζοντας το ξεκίνημα του έργου   αυτού  έστειλα πριν από λίγες μέρες τρεις κατάλληλους νέ­ους στο Vişani, με αποστολή να φροντίσουν τα καταλύματα και τον   επισιτισμό.
Αυτοί, όμως, στις  8 Ιουλίου συνελήφθησαν στο Râmnicu Sărat και  από εκεί στάλθηκαν πίσω με χειροπέδες, ο ένας δίπλα στον άλλο. σαν να ήταν οι χειρότεροι - πορτοφολάδες' τους επιφυλάχθηκε μια αντιμετώπιση που ήταν ασυμβίβαστη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια τους.
Άλλοι δύο φοιτητές του Πα­νεπιστημίου του Βουκουρεστίου, που βρέθηκαν στο Râmnicu Sărat , όπου είχαν φτάσει με τόση επιθυ­μία να εργαστούν, συνελήφθηκαν και οδηγήθηκαν στην αστυνομία, υβριζόμενοι και προπηλακιζόμενοι  από τον ίδιο τον αστυνομικό διευθυντή και δύο κομισάριους· στη συνέχεια, οι αδελφοί Ionescu  με τα χέρια δεμένα στην πλάτη, οδηγήθηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό μέσα από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης και από εκεί τους έστειλαν με το τρένο στο σπίτι τους.
Τέλος, τη Δευτέρα 10 Ιουλίου, έφτασαν στο νύχτιοι 200 νέοι, στην πλειοψηφία τους φοιτητές και αντί να συναντήσουν ανοικτές αγκαλιές, ανταμοιβή για τις καλές τους προθέσεις, βρέθηκαν μπρο­στά στο Νομάρχη, τον Επίτρο­πο, το συνταγματάρχη τη; Χωρο­φυλακής Ignat, το στρατηγό  Cepleanu. τον υπολοχαγό της χωρο­φυλακής Fotea, αρκετές δεκάδες χωροφυλάκων με τα όπλα προτε­ταμένα και ένα λόχο πεζικού με τα μυδραλιοβόλα οπλισμένα, που τους έδωσαν σε τόνο επιθετικό την απόλυτα αδικαιολόγητη δια­ταγή να εγκαταλείψουν αμέσως τους τόπους εκείνους.
Μπροστά σ' αυτή την κατά­σταση και παρά τις τόσες απειλές αυτά τα 200 παιδιά, ξάπλωσαν στη γη μέσα στη λάσπη που είχε πάχος δύο παλάμες και στην πιο ταπεινή στάση,άρχισαν  να τρα­γουδούν «Ο Θεός είναι μαζί μας».
Κάποια στιγμή, οι χωροφύλα­κες πήραν διαταγή να επιτεθούν και αρκετοί από αυτούς άρχισαν να τους ποδοπατούν με τις μπότες, να τούς λιώνουν τα στήθη και τα κεφάλια· την ίδια ώρα, οι νέοι μας υπέφεραν το μαρτύριο, χωρίς να προβάλουν αντίσταση, σιωπη­ρά, σαν μάρτυρες.
Επικεφαλής αυτών που ξυλο­κοπούσαν ήταν ο επίτροπος Rachieru, ο συνταγματάρχης Ignat, που έσερνε τον φοιτητή Brumă από τα μαλλιά και ο υπολοχαγός Fotea, πού γρονθοκοπούσε τα αθώα πρόσωπα των φτωχών παι­διών.
Τέλος, έφεραν σχοινιά και οι διακόσιοι δέθηκαν βάρβαρα, με τα χέρια πίσω στην πλάτη και παρέμειναν· στη στάση αυτή μισή μέρα κάτω  από δυνατή βροχή.
Στο μεταξύ έφτασε  ο preotul Dumitrescu, ο παπάς ,τον οποίο ο επίτρο­πος υποδέχθηκε με τα λόγια: 
—  Ce-i cu tine, mă?«Τί θέλεις εσύ εδώ βρέ;»
 Sunt preot. Am venit să fac slujbă de începerea lucrului.(Είμαι παπάς. Ήλθα να κά­νω αγιασμό...)
– Nu eşti preot, eşti măgar, îi răspunde procurorul. Legaţi-l imediat cu mâinile la spate.( -Δεν   είσαι   παπάς.   Είσαι γαϊδούρι!» απάντησε, ο επίτροπος. «Δέστε τον αμέσως με τα χέρια στην πλάτη».)
Έτσι, δέθηκε και ο παπάς με τα χέρια στην πλάτη και στη συ­νέχεια, όλοι μαζί σ' αυτή την τό­σο ταπεινωτική  κατάσταση, μεταφέθηκαν στο Râmnicu Sărat και κλείστηκαν στο στρατόπεδο της λεγεώνας των χωροφυλάκων, (Legiunea de Jandarmi) όπου για μια ακόμη φορά ο επίτροπος, οι χωροφύ­λακες και οι αστυνομικοί τούς εξύβρι­σαν και τούς βασάνισαν απάν­θρωπα ...
Ύστερα από τέσσερις μέρες βασανιστηρίων και δεδομένου ότι δεν ευσταθούσε εναντίον τους κα­μιά κατηγορία, τούς άφησαν ελεύ­θερους.
Άλλοι πού συνελήφθησαν κα­τευθυνόμενοι προς το Vişani, φυ­λακίστηκαν στο Buzău και στην Brăila  , και στη συνέχεια τούς επετράπη να επιστρέψουν, έχον­τας πάντα τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη.
 Υπάρχουν ακόμη δεκαπέντε νέ­οι, πού μέχρι σήμερα μέρα Σάββατο — δεν έχουν ακόμα επι­στρέψει. Έρχονται πεζή από το Buzău, από το Bucureşti, νη­στικοί εδώ και τέσσερις μέρες, υβριζόμενοι και προπηλακίζαμενοι.
Κύριε Πρωθυπουργέ!
 Όλα αυτά δεν αντιπροσωπεύ­ουν μια μεμονωμένη περίπτωση, αλλά δείχνουν πόσο η κυβερνητι­κή νοοτροπία έχει απλωθεί παντού. 
Εδώ και δύο εβδομάδες — τε­λείως αναίτια — περίτρανη από­δειξη όλες οι δικαστικές αποφά­σεις — μας προπηλακίζουν και μας ταπεινώνουν σε κάθε μας βή­μα: στο Bucureşti, στο Arad, στο Teiuş  στο Piatra Neamţ kai στο  Suceava.

Κύριε Πρωθυπουργέ!
Σας δηλώνω με τον πιο κατη­γορηματικό τρόπο, ότι εμείς που γνωρίζουμε την ιστορία και τις θυσίες πού κάνει κάθε λαός όταν επιθυμεί να κερδίσει ένα καλύτε­ρο αύριο, εμείς οι νέοι της σημε­ρινής Ρουμανίας, έχουμε αποδεχθεί   τη θυσία αυτή.
Δεν είμαστε τόσο δειλοί, για να αρνηθούμε μια θυσία πού ανήκει σε μια άλλη Ρουμανία.
Παράλληλα, σας προειδοποιώ ότι μετέτρεψα τούς νέους αυτούς σε μια σχολή του αισθήματος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της τιμής. Όπως αποδεικνύουμε, ξέ­ρουμε να πεθαίνουμε· μπορούμε να μείνουμε στη φυλακή και να σαπίσουν τα κόκκαλα μας στα βά­θη της. Μπορούμε να δεχτούμε το εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά δεν μπορούμε να προπηλακιζόμα­στε, δεν μπορούμε να ανεχθούμε τις βρισιές, δεν μπορούμε να ειμαστέ δεμένοι με τα χέρια στην πλάτη.
Δεν θυμούμενα ποτέ τη φυλή μας στη διάρκεια της θλιβερής μα περήφανης ρουμανικής  ιστο­ρίας της — να δέχτηκε ποτέ παρόμοια ατίμωση. Η γη μας   μπορεί να είναι γεμάτη νεκρούς ' δειλούς  όμως δεν έχει.
Σήμερα είμαστε άνθρωποι ελεύθεροι, με γνώση των δικαιωμάτων  μας και τη συνείδηση μας καθαρή.
Δεν είμαστε σκλάβοι ούτε πρό­κειται να υπάρξουμε ποτέ.
Δεχόμαστε το θάνατο· τη; τα­πείνωση όμως την αρνούμεθα.
Να είσαστε σίγουρος, κυρά Πρωθυπουργέ, ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε αυτές τις μέρες που είναι πλημμυρισμένες από ταπεί­νωση και αναξιοπρέπεια.
Ύστερα από 10 χρόνια βασανισμών, θα ήθελα να πιστέψετε  ότι διαθέτουμε  την απαιτούμενη  ηθική δύναμη για να βρούμε  μια αξιοπρεπή έξοδό μας  από τη ζωή , μια ζωή που δεν μπορούμε να αντέξουμε δίχως τιμή και δίχως αξιοπρέπεια.
Δεχθείτε παρακαλώ την έκφραση των αισθημάτων μου.”
Corneliu Zelea Codreanu
Η επιστολή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα  Calendarul στις 20 Ιουλίου 1933.Η  ελληνική μετάφραση της επιστολής δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο 1988 στο περιοδικό ΝΕΑ ΤΑΣΗ Τεύχος 5ο .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου