Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α ΒΛΑΧΟΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ


Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος στα 1917
Όταν εγεννάτο, ολόκληρος η Ελλάς, η ελευθέρα και δούλη, έκυψε εις το λίκνον του δια να ελπίση. Αι μακρυναί Θάλασσαι και η απέραντος γη, όπου είχε σπαρή, κατακτήσεων και επαναστάσεων και δι­ωγμών θύμα, το Γένος, συνεστάλησαν εις έκτασιν μιας σπιθαμής, εις μίαν γωνίαν του ελληνικού Ανακτόρου και εστάθησαν εκεί, και εκράτησαν σιωπηλαί την αναπνοήν των, δια να μη ταράξουν τον πρώτον ύπνον του βρέφους, το οποίον εξεπροσώπει την Ευτυχίαν, το Μέλλον. Γρήγορα, από της πρώτης στιγμής, έ­σπευσαν ανάδοχοι μυριάδες παλμών, χι­λιάδες ελπίδων και προσεκόμισαν, σμύρναν και λίβανον, την πορφύραν των αιμά­των της από τον νότον η Κρήτη, από τον βορράν την τελευταίαν λειτουργίαν της η Αγία Σοφία, εξ ανατολών και δυσμών αναμνήσεις και πόθους και όνειρα ο Ελληνισμός. Και ωνομάσθη το Βρέ­φος, πριν καν ανοίξη προς την ημέραν τους οφθαλμούς, Κωνσταντίνος. Ο πα­λαιός ποιητής εστάθη κοντά του και έ­δωσε το ελληνικόν αίσθημα εις στίχους ωραίους. 


Δεν είσαι Βασιλιά παιδί. 
Δεν είσαι μάννας γέννα. 
Οι πόθοι και οι ελπίδες μας εσμίξανε μαζί 
Κ' εγέννησαν εσένα. 


Και, αλήθεια, οι πόθοι και αι ελπίδες του Έθνους είχον γεννήσει τον Βασιλέα. Επί τέσσαρας αιώνας, μάρτυς, υπόδου­λος η Ελλάς, κάτω εις τα υπόγεια όπου ετέλει τας μυστικάς λειτουργίας της, ε­πάνω, εις κρυφά σχολειά, όπου εδίδασκε την παράδοσιν, αυτό το όνειρον ύφαινε, αυτόν ητοίμαζε τον στρατάρχην, αυτού εσφυρηλάτει τα όπλα, αυτού έτρεφε τον πολεμικόν ίππον, αυτού εχρύσωνε με α­κτίνας ελευθέρων ηλίων το Στέμμα. 

Και παρήρχετο ο καιρός. Και από της πρώτης οδοντοφυΐας του μέχρι των πρώτων του λαλημάτων, από των πρώ­των βημάτων του μέχρι των πρώτων ω­ρών της μαθητικής του ζωής, ο κόσμος εκείνος των κατάκοπων ηρώων και των γερόντων αγωνιστών, ο κόσμος των α­πομάχων της μεγάλης Επαναστάσεως, οι οποίοι δια του αίματος και του χρή­ματος και του νου των εθεμελίωσαν την ελευθέραν Ελλάδα, ύψωσε γύρω του πανύψηλον τείχος στοργής και λατρείας: διότι θα ήτο Αυτός, ο αναμενόμενος εκ Θεού. Διότι θα ήτο αυτός ο οποίος θα επραγματοποίει της Ειμαρμένης την παλαιάν προσταγήν. Διότι θα ήτο αυτός ο οποίος με το γύρισμα του χρόνου, δια μέσου αγώνων, προσπαθειών και ατυ­χημάτων, θα ωδήγει κάποτε επί κεφαλής χιλιάδων στρατού την Ελλάδα εις την χαράν και την δόξαν. Διότι θα ηλευθέρωνεν αυτός την Μακεδονίαν, θα έδιδε αυτός την Κρήτην εις την Ελλάδα, θα έπαιρνεν αυτός τα Γιάννενα. Διατί;... Παιδί δεν ήτο; Άνθρωπος δεν ήτο καί αυτός;... Αλλά το Έθνος δεν εδέχετο με τους μεμψίμοιρους συζήτησιν. Δεν ήτο παιδί, ούτε άνθρωπος, ούτε διάδοχος, ού­τε θα ήτο βασιλεύς όπως όλοι ο Κωνσταντίνος. Ο Κωνσταντίνος ήτο θρύλος, ήτο ψυχή, ήτο ο εντεταλμένος της Μοί­ρας.

* * *

Και ήλθε στιγμή κατά την οποίαν αι ευχαί και οι ψαλμοί έγιναν θούρια και οι ε­θνικοί θρήνοι παιάνες πολεμικοί και αν­τήχησε απ' άκρου εις άκρον από ιαχάς χαράς η Ελλάς, και ωπλίσθησαν οι στρατοί, και έσπευσαν υψηλά προς τας υποδούλους θαλάσσας οι στόλοι και το όνειρον επραγματοποιείτο: Τα φρούρια των πόλεων εκρημνίζοντο ως εις άκου­σμα υπερκοσμίων σαλπίγγων, και έφευ­γαν οι κατακτηταί, και ηλευθερούντο η Κρήτη, η Θεσσαλονίκη, η Σάμος, η Χίος, η Μυτιλήνη, τα Ιωάννινα. Και εις το μέσον του στρατού του, επροχώρει και εκάλπαζε προς την δόξαν και ήτο πάντοτε πρώτος. Αυτός. Ήτο υψηλός τώρα, και είχε γαλανούς οφθαλμούς και την ηλιοκαή του μορφήν εφώτιζε απεράντου καλωσύνης μειδίαμα και είχε ευγένειαν, θάρρος, ευθύτητα, νουν, και υπέρ αυτόν είχαν η στολή και το έθνος προσκομίσει πτερά, πτερά ά­σπρα και καταγάλανα, τα οποία ανέμιζε ευτυχής η πνοή της ελευθερίας. Αλλ' έ­ξαφνα, πώς έγινε η πνοή καταιγίς; Και πώς διερράγησαν της στοργής και της λατρείας τα τείχη; Και πώς αι ευχαί έγι­ναν πάθη και η ευλάβεια ύβρις, και κακία ο ενθουσιασμός και διαδήλωσις διωκτών των υπηκόων η λιτανεία;... Ας μείνη το ερώτημα αναπάντητον και ας πληρώση τώρα την αμαρτωλήν παρένθεσιν η σιω­πή. Μόνος, εξόριστος, ζων χωρίς θρόνον, χωρίς βασίλεια, χωρίς πατρίδα, νεκρός χωρίς τάφον, υποστάς και τον κόλαφον του παράφρονος εις την ξένην, δακρύσας με την ιδίαν συμφοράν και την συμφοράν της Ελλάδος, επιστρέψας εν μέσω φρενίτιδος, και απελθών εν μέσω φλογών πυρκαϊάς, έζησε, εκουράσθη, εμαρτύρησε, έπαθε, εδοξάσθη, υψώθη και έπεσε, και ανέμεινεν, ως άνθρωπος και ως σο­ρός, επί έτη μακρά εις τον ήλιον και το σκότος, Δικαιοσύνην.

* * *
Τώρα, τον φέρομεν πάλιν. Επάνω εις ένα κιλλίβαντα παλαιού πυροβόλου —τις οίδε τίνος πυροβόλου του Δεκατρία, του Δώδεκα— του οποίου τα ξύλα θα φρικιούν εις την σκέψιν ότι τώρα ορίζουν αυτά την πορείαν του, οδηγείται εις τον τάφον ο Κωνσταντίνος, ο Διάδοχος των εθνικών μας ονείρων, η Μεγάλη Ιδέα της χρυσής εποχής, ο Βασιλεύς των ενδό­ξων ωρών μας, ο ευτυχής και ατυχής, ο ιδίω έργω υψωθείς εις τα σύννεφα και έργω άλλων κρημνισθείς εις ερέβη, ι­στορικός στρατηλάτης. Ας τον οδηγήσωμεν λοιπόν όλοι μαζί εις τον Τάφον Του. Ας δώσωμεν περί την σορόν Του τας χείρας, και εις των κοινών δακρύων το πλήθος ας ποτίσωμεν τον σπόγγον της λήθης, η οποία θα μας οδηγήση αύριον προς δρόμους καλούς. Ο Βασιλεύς ήλθε εις την πατρίδα του και θα κοιμηθή τώρα δια πρώτην φοράν. Ας ετοιμάσωμεν με άνθη την κλίνην του, ας ποτίσω­μεν με καλωσύνην το χώμα, ας κλίνουν αι καρδίαι μας εμπρός του γονυπετείς και ας ταφούν μαζί του αι έριδες και αι κακίαι των οποίων υπήρξεν Αυτός, το πρώτον, το μέγιστον, το αδικώτατον θύ­μα...

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

ΑΝΤΡΕ ΜΑΡΛΩ:ΑΝΤΙΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

Κατοικούσα στη Βουλώνη, στο μεγάλο σπίτι ολλανδικού ρυθμού,όπου αργότερα η μικρή Δελφίνη Ρενάρ λίγο έλειψε να τυφλωθή από τις εκρηκτικές βόμβες του O.A.S [1]. Θα ήταν ασφαλώς περασμένες εννηά γιατί η καλοκαιρινή βραδιά σκοτείνιαζε αρκετά πάνω από τη σκοπιά-καταφύγιο που είχαν χτίσει οι Γερμανοί σε μια γωνιά του κήπου. Το τηλέφωνο χτύπησε.
-Έχω ένα σπουδαίο μήνυμα για σας, μου είπε ένας από τους συνηθισμένους συνομιλητές μου, Μπορείτε να με δεχθήτε σε μια - δυο ώρες;

-Βεβαίως.
-Θα περάσω κατά τις ένδεκα.
Στις ένδεκα ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στο σπίτι. Πήγα ν' ανοίξω. Ήμασταν μόνοι. Δεν είχε διαβή το κατώφλι του μεγάλου σπουδαστηρίου που ήταν ακόμη αμυδρά φωτισμένο. 
-Ο στρατηγός ντε Γκωλ σας ρωτά, εν ονόματι της Γαλλίας, αν θέλετε, να τον βοηθήσετε.
Η φράση ήταν περίεργη. Ωστόσο στο Λονδίνο, ένας από τους πρώτους λόγους του στρατηγού στους αξιωματικούς ήταν κάτι τέτοιο: "Κύριοι, ξέρετε ποιο είναι το καθήκον σας" Και σήμερα τέτοιος ήταν ο τόνος.
-Δεν τίθεται , βεβαίως, ζήτημα, αποκρίθηκα.
-Θα σας πω αύριο την ώρα. 
Μούσφιξε το χέρι. 
Το αυτοκίνητο που είχε κάνει στροφή , έφερε βόλτα το μικρό οχυρό και χάθηκε προς τον Σηκουάνα.

Ήμουν έκπληκτος. Όχι υπερβολικά: έχω την τάση να θωρώ τον εαυτό μου χρήσιμο... Αλλά μετά την πρώτη μου απόδραση, τον Νοέμβριο του 1940, είχα γράψει στον στρατηγό ντε Γκωλ' οι Ελεύθερες Γαλλικές Δυνάμεις δεν διέθε­ταν ασφαλώς αεροπόρους με τη σέσουλα. Καμιά απάντηση. Επειδή είχα μάθει πως είχε απομακρύνει τον Πιέρ Κοτ, υπόθεσα πως εξαιτίας του πολέμου στην Ισπανία η συνδρο­μή μου δε θα του ήταν ευπρόσδεκτη. Χωρίς, ωστόσο, να πι­κραθώ, γιατί αργότερα οι μακί μας, πριν από τη δημιουργία της μεραρχίας Αλσατίας-Λωρραίνης, είχαν πάντα τη βοήθεια του στρατηγού Καινίγκ — συνεπώς, τη δική του. Με κάλεσαν στο υπουργείο Στρατιωτικών. Στον προθάλαμο συν­άντησα έναν εγκάρδιον επισκέπτη με έξυπνους και λεπτούς τρόπους, που μου κίνησε την περιέργεια, γιατί μ' όλο που φορούσε πολιτικά, μάντευα τον στρατιώτη. Σε λίγο τον ζή­τησαν: ήταν ο στρατάρχης Ζουέν.
Το γραφείο, που ανήκε άλλοτε στον κόμιτα Νταρύ[2] , επιπλωμένο μεγαλοπρεπέστατα σε στυλ Αυτοκρατορίας, είχε δοθή στον Παλεφσκί. Από την άλλη πλευρά της επιβλητι­κής σκάλας, ένα γραφείο αναμονής όπου κάθονταν οι υπασπιστές του ντε Γκωλ, βρισκόταν πριν από το γραφείο του στρατηγού. «Ακόμη δεν τακτοποιηθήκαμε...» μου είπε ένας από τους αξιωματικούς που ήταν φίλος μου. Υπήρχε μέσα εκεί κάτι το επίσημο και σιωπηλό που μ' έκανε να συλλογι­στώ τις αίθουσες αναμονής των ρωμαίων υπάτων. Το τηλέ­φωνο κλήσεως σήμανε ταυτόχρονα με την ώρα. Με μπάσανε σ' ένα δωμάτιο όπου μεγάλοι επιτελικοί χάρτες κρεμασμένοι στους τοίχους του έδιναν μια ατμόσφαιρα εργασίας. Ο στρατηγός μου έγνεψε να καθήσω δεξιά στο γραφείο του.
Είχα διατηρήσει ακριβή ανάμνηση της μορφής του: στα 1943, ο Ραβανέλ, αρχηγός τότε των groupes francs[3] μου είχε δείξει τη φωτογραφία του που έρριξαν με αλεξίπτωτα. Από το μπούστο του δεν μπορούσαμε να μαντέψουμε πως ο στρατηγός ήταν τόσο ψηλός. Σκέφθηκα τους αντιπροσώπους του Tiers Etat[4] όταν είδαν για πρώτη φορά τον Λουδοβίκο ΙΣΤ'. Ως τα 1943 δεν είχαμε γνωρίσει το πρόσωπο του ανθρώπου, στ' όνομα του οποίου αγωνιζόμασταν.
Δεν τον ανακάλυπτα τώρα' ανακάλυπτα σε τι δεν έμοιαζε με τις φωτογραφίες του. Το αληθινό στόμα ήταν λίγο πιο μικρό, το μουστάκι λίγο πιο μαύρο. Κι ο κινηματογράφος, μ' όλο πού μεταδίνει τόσες εκφράσεις, μονάχα μια φορά είχε συλλάβει το πυκνό και βαρύ του βλέμμα: πολύ αργότερα, όταν σε μια συνέντευξη του με τον Μισέλ Ντρουά[5]  κυττάζει τον φακό της μηχανής και φαίνεται τότε σάμπως να κυττάζη τον καθένα από τους θεατές.
- Εν πρώτοις, το παρελθόν, μου είπε. Περίεργη εισαγωγή.
-Είναι αρκετά απλό, αποκρίθηκα. Στρατεύθηκα σ' έναν αγώνα για..., ας που με, την κοινωνική δικαιοσύνη. Θα ήταν ίσως ακριβέστερο αν έλεγα: για να δώσουμε στους ανθρώπους μια ευκαιρία... Ήμουν πρόεδρος της Παγκόσμιας Αν­τιφασιστικής Επιτροπής με τον Ρομαίν Ρολλάν και πήγα μαζί με τον Ζιντ να επιδώσουμε στον Χίτλερ — που δε μας δέχτηκε — τη διαμαρτυρία μας κατά της δίκης του Δημητρώφ και των άλλων δήθεν εμπρηστών του Ράιχσταγ. Ύστερα ήρθε ο πόλεμος της Ισπανίας και πήγα να πολεμήσω στην Ισπανία. Όχι στις Διεθνείς Ταξιαρχίες, που δεν υπήρχαν ακόμη, και στις οποίες δώσαμε τον καιρό να συγκροτηθούν: το κομμουνιστικό κόμμα αμφιταλαντεύονταν... Ύστερα ήρθε ο πόλεμος, ο πραγματικός. Έπειτα η ήττα, κι όπως πολ­λοί άλλοι, παντρεύθηκα τη Γαλλία. Όταν ξαναγύρισα στο Παρίσι, ο Αλμπέρ Καμύ με ρώτησε: Πρέπει, λοιπόν, μια μέρα να διαλέξουμε ανάμεσα στη Ρωσία και στην Αμερική; Για μένα η εκλογή δεν ήταν ανάμεσα στη Ρωσία και στην Αμερική, αλλά ανάμεσα στη Ρωσία και στη Γαλλία. Όταν μια αδύνατη Γαλλία βρίσκεται μπροστά σε μια παντοδύναμη Ρωσία, δεν πιστεύω πια ούτε λέξη από κείνα που πίστευα όταν μια ισχυρή Γαλλία βρίσκονταν μπροστά σε μιαν αδύνα­τη Σοβιετική Ένωση. Μια αδύνατη Ρωσία θέλει λαϊκά μέ­τωπα, μια ισχυρή Ρωσία θέλει λαϊκές δημοκρατίες.
»Ο Στάλιν είπε μπροστά μου: Στην αρχή της Επανά­στασης, περιμέναμε να σωθούμε από την ευρωπαϊκή επανά­σταση και τώρα η ευρωπαϊκή επανάσταση περιμένει τον ε­ρυθρό στρατό... Δεν πιστεύω σε μια γαλλική επανάσταση που θα την έκανε ο ερυθρός στρατός και θα τη διατηρούσε η Γκεπεού — και πολύ λιγότερο πιστεύω σε μια επιστροφή στο 1938.
»Στο χώρο της ιστορίας, το πρώτο κεφαλαιώδες γεγονός των είκοσι τελευταίων χρόνων, για μένα, είναι το πρωτείο του έθνους. Κάτι διαφορετικό απ' ό,τι υπήρξε ο εθνικισμός: η ατομικότητα και όχι η υπεροχή. Ο Μαρξ, Ο Βικτόρ Ουγκώ, ο Μισλέ (ο Μισλέ που έγραψε: η Γαλλία είναι ένα πρόσωπο !) πίστευαν στις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Στο κεφάλαιο τούτο προφήτης δεν είναι ο Μαρξ, προφήτης είναι ο Νίτσε που είχε γράψει: «Ο 20ός αιώνας θα είναι ο αιώνας των εθνικών πολέμων». Στη Μόσχα, έτυχε ν' ακούσετε τη Διεθνή, στρατηγέ μου;
-  Δεν μιλούσανε πια γι' αυτήν: τα πήγε άσκημα.
- Ήμουν εκεί όταν ο ρωσικός ύμνος είχε γίνει ο ύμνος των επισήμων τελετών. Λίγες βδομάδες πριν η Πράβδα χρησιμοποιούσε για πρώτη φορά τις λέξεις: η σοβιετική μας πατρίδα. Ο καθένας κατάλαβε. Κ' εγώ επίσης είχα καταλά­βει πως η Ρωσία είχε ανακαλύψει επιτέλους στον κομμουνι­σμό το μέσο που θα της εξασφάλιζε τη θέση της και το γόη­τρο της στον κόσμο: μια ορθοδοξία ή έναν πανσλαβισμό που θα είχε επιτύχει...
Με κύτταζε προσεκτικά, χωρίς να φαίνεται αν συμφω­νούσε ή διαφωνούσε.
-  Γιατί — κι αν δε λογάριαζε κανείς τον Λένιν, τον Τρότσκι, τον Στάλιν, πράγμα δύσκολο — ο κομμουνισμός θα ήταν σήμερα εκείνος πού εκφράζει καλύτερα το επαναστατι­κό γεγονός, πού σ' άλλους καιρούς είχε εκφράσει η Γαλλική Επανάσταση...
- Τί εννοείτε «επαναστατικό γεγονός»;
- Την προσωρινή μορφή που παίρνει η διεκδίκηση της δικαιοσύνης: από τις αγροτικές εξεγέρσεις ως τις επαναστάσεις. Στον αιώνα μας πρόκειται για κοινωνική δικαιοσύνη και τούτο ασφαλώς οφείλεται στην παρακμή των μεγάλων θρησκειών οι Αμερικανοί είναι θρησκευόμενοι άνθρωποι, αλλ' ο αμερικανικός πολιτισμός δεν είναι θρησκευτικός πολιτισμός. 
»Το Εθνικό Μέτωπο είναι παρακομμουνιστικό ωσότου γίνη απροσχημάτιστα κομμουνιστικό' οι φίλοι μου είναι φιλοεργατικοί περιμένοντας έναν εργατισμό που δεν υπάρχει, και που δεν ξέρουν αν τον περιμένουν από τους εαυτούς των, από το σοσιαλιστικό κόμμα ή από σας.
- Τί θέλουν να κάμουν;
- Όπως στα 1848, όπως στα 1871, να παίξουν ένα ηρωικό έργο που ονομάζεται Επανάσταση. Αξιοτίμητα, προ­κειμένου για τους γνήσιους αγωνιστές, που δε ξεφύτρωσαν στα πλακόστρωτα όταν έφτασε ο στρατός. Παρωδώντας τον ...Κλάουζεβιτς, νομίζω, θα ειπώ ότι γι' αυτούς η πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Δυστυχώς δεν είναι αλήθεια. Για μένα (όπως μου φαίνεται και για σας, ακόμη και για τους κομμουνιστές) η πολιτική προϋποθέτει τη δημιουργία και κατόπιν τη δράση ενός Κράτους. Χωρίς Κράτος, κάθε πολιτική είναι υπόθεση του μέλλοντος και γίνεται, λίγο πολύ ένα είδος ηθικής. Κάτι, δηλαδή, που δεν φαίνονται να υποπτεύονται οι αντιστασιακές οργανώσεις. Αν δεν πρόκειται πια για Επανάσταση, γιατί άλλο πρόκειται; Για τους χτεσινούς ή τους αυριανούς πολιτευόμενους είναι θέμα προσ­χωρήσεως στα κόμματα, ή δημιουργίας ενός νέου κόμματος. Η κομμουνίζουσα αντίσταση καταλήγει στο κομμουνιστικό κόμμα ή σε κάποια μεταμφίεση του. Η άλλη καταλήγει όπου θελήσουμε, γιατί τα κόμματα, το είπα στον κ. Παλεφσκί, χρειάζονται απολύμανση. Αλλ' αν υπήρξαν ριζοσπάστες  «μακί», δεν υπάρχουν τώρα μακί ριζοσπάστες. Ένα κόμμα πρέπει να έχη αντικειμενικούς σκοπούς. Και η  Αντίσταση είχε ένα τέτοιο σκοπό: να συμβάλη στην απελευθέρωση της Γαλλίας. Οι άνθρωποι της Αντίστασης, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, ήτανε φιλελεύθεροι πατριώτες. Ο φιλελευθερι­σμός δεν είναι πολιτική πραγματικότητα, είναι αίσθημα, ένα αίσθημα που μπορεί να υπάρξη σε πολλά κόμματα, αλλά που δε μπορεί και να δημιουργήση κόμμα. Στο Συνέδριο του Κινή­ματος Εθνικής Απελευθερώσεως ανακάλυψα πως το σημε­ρινό δράμα της Αντίστασης έγκειται σ' αυτό.
«Τα μέλη της δεν είναι εναντίον του κομμουνισμού. Το 50% ανάμεσα τους τον προτιμούν ως οικονομικό σύστημα. Είναι, όμως εναντίον των κομμουνιστών, ακριβέστερα ίσως, εναντίον αυτού που θεωρούν ρωσικό στον γαλλικό κομμουνισμό. Δεν πιστεύουν · πως· η δραστηριότητα που θαυμάζουν στο ρωσικό κομμουνιστικό κόμμα, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τις καταδύσεις, τα ψιλολογήματα τις διαγραφές και τις δίκες ακόμη, που του κατηγορούν. Το κρυφό όνειρο μιας μεγάλης μερίδας του γαλλικού λαού και των περισσότερων Γάλλων διανοουμένων, είναι μια γκιλλοτίνα χωρίς απο­κεφαλισμένους. Ότι τους γοητεύει στον κομμουνισμό είναι η ενεργητικότητα στην υπηρεσία της κοινωνικής δικαιοσύνης· ό,τι τους απομακρύνει από τους κομμουνιστές είναι τα μέσα της ενεργητικότητας αυτής. Ο φιλελευθερισμός δεν πέθανε. Πριν από τον πόλεμο, τα μέλη των κομμάτων στη Γαλλία ήταν μάλλον ολιγάριθμα και αυτό που έχω γνωρίσει από την Απελευθέρωση, στην επαρχία και στις Επικαιρότητες, είναι η ατμόσφαιρα ενός θριαμβεύοντος Λαϊκού Μετώπου. Όμως το Λαϊκό Μέτωπο δεν έκανέ ούτε την επανάσταση του ούτε το ενιαίο κόμμα του (ούτε άλλωστε και οι αντίπαλοί του). Αυτό που χαρακτήρισα κάποτε, αναφορικά με την Ισπανία, «λυρική αυταπάτη», δεν οδηγεί σ' ένα γνήσιο πολιτικό σχηματισμό. Το ίδιο ισχύει για τούς Ριζοσπάστες όσο και για τους κομμουνιστές, άλλα για λόγους διαφορετικούς: μετέ­χουν σ' ένα Λαϊκό Μέτωπο με την ελπίδα να το συντρίψουν.
- Το πιστεύετε;
Ο τόνος ήταν ίσως ειρωνικός.
- Πιστεύω πΩς όχι μόνο ο φιλελευθερισμός, αλλ' ακόμη και το κοινοβουλευτικό παιχνίδι είναι καταδικασμένα, σ' οποιαδήποτε χώρα τα κόμματα συμμαχούν μ' ένα ισχυρό κομ­μουνιστικό κόμμα. Το κοινοβουλευτικό σύστημα προϋποθέ­τει έναν κανόνα παιχνιδιού όπως δείχνει το πιο αποτελεσμα­τικό απ' όλα: το βρεταννικό. Οι κομμουνιστές χρησιμοποι­ούν το παιχνίδι για δικούς των σκοπούς, αλλά δεν το παί­ζουν ποτέ. Και αρκεί ένα κόμμα να μη ακολουθήση τους κα­νόνες για ν' αλλάξη το παιχνίδι χαρακτήρα. Αν το σοσιαλι­στικό κόμμα, το ριζοσπαστικό κλπ. είναι κόμματα, τότε οι κομμουνιστές είναι κάτι άλλο..
»Εξ άλλου, η πατροπαράδοτη Δεξιά έχει συνδεθή με το Βισσύ κ' έτσι πάμε να ιδούμε μια αριστερά επηρεαζόμενη από την κομμουνιστική πλειοδοσία, χωρίς αναγνωρισμένη Δεξιά. Κι' όμως δεν είναι μονάχα η Αντίσταση, είναι ολόκλη­ρη η Γαλλία που δεν επιθυμεί την επάνοδο του παλιού κοινο­βουλευτισμού. Γιατί διαισθάνεται πως βαδίζουμε προς την πιο βίαιη μεταμόρφωση που εγνώρισε η Δύση από την επο­χή της πτώσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Και δεν έχει διάθεση να την αντιμετωπίση υπό την ηγεσία του κ. Ερριό.
 Κ' ύστερα, το τέλος της Τρίτης Δημοκρατίας είναι συνδεδεμένο με την ήττα. Ωστόσο, δεν "πολέμησε και τόσο άσχημα στον πόλεμο του '14...
Ύψωσε το δείχτη του χεριού σε μια χειρονομία που ήθε­λε να πη: Προσέξτε!
- Δεν είναι η Δημοκρατία που κέρδισε τον πόλεμο του '14, είναι η Γαλλία. Με την κήρυξη του πολέμου, έπειτα στον Μάρνη, αφ' όταν ανέλαβε ο Κλεμανσώ, οι ανταγωνισμοί, τα κόμματα, είχαν μπη στο ψυγείο...
- Ο Κλεμανσώ, δεν είναι η δημοκρατική Γαλλία;
- Έχω αναστηλώσει τη Δημοκρατία. Μα πρέπει να εί­ναι ικανή να ξαναφτιάξη τη Γαλλία. Η έννοια του έθνους είναι πολύ διαφορετική από τους εθνικισμούς, συμφωνώ. Οι κομμουνιστές το καταλαβαίνουν κατά τον τρόπο τους. Αυτός είναι ο λόγος για τον όποιον επιμένουν τόσο στην ιδέα των πολιτοφυλακών. Γνωρίζουν πως όταν ένα κράτος δε μπορεί πια να εξασφάλιση την άμυνα του έθνους, είναι καταδικασμένο. Ούτε οι δυο Γαλλικές Αυτοκρατορίες, ούτε η Γερμανική Αυτοκρατορία, ούτε η Ρωσική επέζησαν της ήττας των. Εδώ έγκειται η βασική δικαιολόγηση του Κράτους. Έχετε δίκιο να λέτε ότι ο κομμουνισμός βοήθησε τη Ρωσία να ξαναφτιά­ξη το στρατό της...
- Και να ξαναβρή τη ψυχή της.
Είδα πως τον είχα διακόψει, γιατί κάποτε άφηνε ανάμεσα στις φράσεις του αρκετά μακρές σιωπές, αλλά  συνέχιζε τη σκέψη του. .
- ...και η Ασία μπορεί να ξανάβρη την ψυχή της, κα­θώς λέτε, αν ξανάβρη τις εθνότητες της. Ίσως η γαλλική μοναρχία πέθανε στο Ρόσμπαχ[6] ... Παρακαλώ συνεχίστε.
- Ο Τσώρτσιλ έγραψε πως ο Κλεμανσώ του φάνηκε σαν ένας από τους ανθρώπους της Επανάστασης...
Μισόκλεισε τα μάτια με μιαν έκφραση ειρωνικής εμπιστοσύνης που συχνά παρατήρησα στο πρόσωπο του, όταν ο λόγος είναι περί  Ιστορίας:
- Είπαν πάρα πολλά και πολύ καλά. Κάτι είναι κι αυτό. Δημιούργησαν την έννοια του επιστρατευμένου έθνους, εναντίον μισθοφορικών στρατών. Όλα γκρεμίστηκαν όταν και τ' άλλα έθνη άρχισαν να κάνουν, το ίδιο... Όμως αυτά γίνονταν εναντίον του Ναπολέοντα.
- Πιστεύετε πώς ο Μιραμπώ[7] θα μπορούσε να σώση τη μοναρχία;
- Πέθανε εγκαίρως. Νομίζω πως πολύ θ' απογοήτευε — και πολύ θ' απογοητεύονταν κι ο ίδιος...
Μπροστά στη ρωμαϊκή πινακοθήκη των θυμάτων της γκιλλοτίνας, ο ατομικιστής αυτός που ήταν έτοιμος να προδώση την Επανάσταση για τα ωραία μάτια της Βασίλισσας και τα αργύρια του Βασιλιά, που πέθανε αργά και με αξιο­πρέπεια, όταν οι δυο κοπέλλες που βρίσκονταν στο κρεβάτι του είχαν φύγει, έδινε την εντύπωση μεγάλου τυχοδιώκτη. Του έλειπε το σκοτεινό χρίσμα που η πατρίδα ή ο λαός, παρεί­χε σ' όλους τους άλλους ως την 9η Θερμιδώρ. Είχα διαβάσει τι είχε γράψει ο στρατηγός ντε Γκωλ για τον Ως[8], κ' εκεί­νον ίσως θα σκέφθηκε, γιατί κι ο Ως είχε πεθάνει δηλητηρια­σμένος.
«Ο Ως είναι ωραία μορφή. Όπου τον βάζουν δείχνεται άξιος της θέσεως του... Κ' υστέρα η Βανδέα... να πείση τους ανθρώπους να καθήσουν γύρω από ένα τραπέζι να μιλήσουν αντί ν' αλληλοσφάζουνται... Μα όταν τον δηλητηρίασαν, μα­γείρευε μιαν άσκημη δουλειά......
Τον κύτταξα ερωτηματικά. Χαμογέλασε με ειρωνεία: «...τη διχτατορία...»
- Κατά την απόλυσή του από την Conciergerie[9], είπα, αναγκάσθηκε να παραμερίση στο διάδρομο, για να περάση ένας νέος δεσμώτης: ο Σαιν - Ζούστ.
- Ω! είναι πάντα οι ίδιοι που συναντιόνται.
Ο Σαιν - Ζουστ στο διάδρομο, η Ιωσηφίνα στην κρεβατοκάμαρη, σκέφθηκα. Ύψωσε το δείχτη, όπως είχε κάνει και πριν λίγο:— Μη γελιέστε: η Γαλλία δε θέλει πια Επανάσταση. Ο καιρός πέρασε. Μου έκανε εντύπωση η ουδετερότητα του τόνου — ήταν σάμπως να μιλούσε για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι δια­νοούμενοι μας ζούσαν με πάθος μια πολιτική μυθολογία και οι στρατιές του κομμουνισμού και του φασισμού αντιμετώ­πιζαν η μια την άλλη. Για πρώτη φορά ένοιωθα πόσο μηδα­μινές γινόντουσαν γι' αυτόν οι ανώτατες άξιες τόσων άλλων, που πολλοί από δαύτους δεν ήτανε καν αντίπαλοι του. Πριν οπό λίγο, απαντώντας στην έκθεση του Υπουργού Ανεφοδια­σμού για τη μαύρη αγορά που ταλαιπωρούσε το Παρίσι, είχε παρατηρήσει σχεδόν αφηρημένα: «Πρέπει επιτέλους, οι Γάλ­λοι ν' αποφασίσουν να ενδιαφερθούν και για κάτι άλλο εκτός από τις καπνιστές ρέγγες...» Δεν ήταν η Μαρία Αντουανέττα που μιλούσε για τσουρέκια. «Πέρασε ο καιρός», είχε πει στον τόνο που ένας μυστικιστής θα μπορούσε να μιλήση για τα σαρκικά πάθη. Όμως οι μυστικιστές δεν πιστεύουν διό­λου στην Ιστορία...
- Ο υπέρτιτλος της Κομπά. είπα εγώ, είναι ακόμη: «Από την Αντίσταση στην Επανάσταση».
- Τι κυκλοφορία έχει ή Κομπά;»Έχω αναγγείλει πως μέσα στο χρόνο θα εθνικοποιη­θούν όλες οι πηγές της ενέργειας και της πίστεως. Όχι για χάρη της Αριστεράς, αλλά για χάρη της Γαλλίας. Η Δεξιά δε βιάζεται να βοηθήση το Κράτος, και η Αριστερά βιάζε­ται υπερβολικά.»Αυτά που μου ανέφερε ο Παλεφσκί για τη συζήτηση σας σχετικά με το θέμα της προπαγάνδας, μ' ένδιαφέρανε πολύ. Ποιά είναι η στάση των διανοουμένων; Δεν εννοώ ως προς την προπαγάνδα, αλλά... γενικά.
- ΕΙν' εκείνοι που η Αντίσταση οδήγησε προς τον ι­στορικό ρομαντισμό, και η εποχή τούτη πρέπει να τους ικανοποιή απόλυτα. Είν' επίσης εκείνοι που η Αντίσταση οδή­γησε, ή που οδηγήθηκαν μονάχοι τους, στον επαναστατικόρομαντισμό, ο οποίος συνίσταται στη σύγχυση της πολιτικής δράσης με το θέατρο. Δε μιλώ για κείνους που είν' έτοιμοι ν' αγωνιστούν για να εγκαθιδρύσουν σοβιέτ: δε μιλώ για τους ηθοποιούς, αλλά για τούς θεατές. Από τον 18ο αιώνα υπάρχει στη Γαλλία μια σχολή «ευαίσθητων ψυχών». Και στη σχολή αυτή οι διανοούμενες κυρίες παίζουνε πάντοτε σπουδαίο ρόλο.
- Όχι, βέβαια, σαν νοσοκόμες.
- Η λογοτεχνία είναι γεμάτη οπό ευαίσθητες ψυχές για τις οποίες οι προλετάριοι είναι οι καλοί άγριοι. Αλλά δεν είναι εύκολο να καταλάβη κανείς πως ο Ντιντρό μπόρεσε να πιστέψη πως η Αικατερίνη Β' ήταν η προσωποποίηση της Ελευθερίας...
- Ο Βολταίρος έφτειαχνε επιγράμματα για τη μάχη του Ρόσμπαχ... Αλλ΄ είναι κρίμα.
- Η θέση των σοβαρών διανοουμένων είναι δύσκολη. Η γαλλική πολιτική έχει προσελκύσει πάντα τους συγγρα­φείς Από τον Βολταίρο ως τον Βικτόρ Ουγκώ. Έπαιξαν με­γάλο ρόλο στην υπόθεση Ντρέυφους. Πίστεψαν πως ξαναβρήκαν αυτό το ρόλο την εποχή του Λαϊκού Μετώπου. Αλλ΄ αντί να το επηρεάζουν κατάντησαν μάλλον οργανά του. Η χρησιμοποίηση τούτη, από κομμουνιστική πλευρά, καθορίστηκε με πολλή επιδεξιότητα από τον Βίλλυ Μύντσενμπεργκ - που έχει τώρα πεθάνει. Όμως, τι έκαναν όλοι αυτοί οι διανοούμενοι, οπό το 1936, που δεν έπαψαν να μιλάνε για δράση, ενώ ο Μοντεσκιέ ούτε καν την ανέφερε; Αιτήματα κι αναφορές.»Ειν' έπειτα οι επαγγελματίες φιλόσοφοι. Γι' αυτούς ο Λένιν ή ό Στάλιν είναι απλώς μαθητές του Μαρξ. Μου θυμίζουν ένα ραββίνο του Ισπαχάν που με ρωτούσε κάποτε: «Σεις πού πήγατε στη Ρωσία μπορείτε να μου πήτε αν οι κομμουνιστές έχουν κι αυτοί βιβλίο;» Τούτοι δω γυρεύουν τη θεωρία πίσω από την πράξη, αλλά μια θεωρία ιδιόρρυθμη: Μαρξ, αλλ' όχι Ρισελιέ. Γι αυτούς ο Ρισελιέ δεν είχε πολι­τική. Είπα στον κ. Παλεφσκί πως αυτή τη στιγμή δεν σας καταλαβαίνουν. Δεν έχουν συνείδηση της αντίφασης που μέσα σ΄ αυτήν ζουν, γιατί η δράση δεν τη θέτει ποτέ σε δοκιμα­σία. Αλλά τη διαισθάνονται συγκεχυμένα, όπως έγινε φανε­ρό στο Συνέδριο του Κινήματος Εθνικής Απελευθερώσεως. Κ΄ έπειτα, η αληθινή Αντίσταση έχασε τα δύο τρίτα από τους δικούς της.
- Ξέρω, είπε θλιμμένα, και...Είχα το αίσθημα πως ήταν έτοιμος να πρόσθεση: και ξέ­ρω επίσης πως κ' εσείς χάσατε εκεί τους δικούς σας, όμως η φράση του έμεινε μετέωρη και σηκώθηκε.
- Τί σας έκανε περισσότερη εντύπωση ξαναγυρίζοντας στο Παρίσι; 
- Το ψέμα. 
Ο υπασπιστής μισάνοιξε την πόρτα και ο στρατηγός με συνόδευσε ως την πόρτα:
- Σας ευχαριστώ, είπε.


Υποσημειώσεις.
[1]Organisation Algerienne Secrete, Μυστική Αλγερινή Όργάνωση. 
[2]Comte Pierre Bruno Daru, Γάλλος Ιστορικός (J767 - 1829}. Είχε επιφορτισθή με τον ανεφοδιασμό του στρατού του Naπoλέοντα κατά την εκστρατεία της Ρωσίας. 
[3]Κομμάντος Της Αντιστάσεως, 
[4]Υπό το παλαιό καθεστώς το τμήμα του γαλλικού έθνους που δεν άνηκε ούτε στην τάξη των ευγενών ούτε στον κλήρο, θα λέγαμε σή­μερα η αστική τάξη.
[5] Michel Droit, Γάλλος δημοσιογράφος, αρχισυντάκτης του Fi­garo Litteraire.
[6]Rossbach, χωριό της Γερμανίας (Σαξωνία). Στο χωριό τούτο ο Φρειδερίκος Β', στα 1757, είχε νικήσει τους Γάλλους.
[7]Gabriel Riqueti, comte de Mirabeau, (1749-1791), — (γιος του Μαρκησίου ντε Μιραμπώ, μεγάλου οικονομολόγου, οπαδού της Φυ­σιοκρατικής Σχολής, συγγραφέα του έργου «Φιλίες των ανθρώπων ή Πραγματεία περί πληθυσμού»), —σπουδαίος ρήτορας, εκπρόσωπος του Tiers β tat στην Εθνοσυνέλευση του 1789. 'Οπαδός της συνταγματικής μοναρχίας, έπαιξε διπλό παιχνίδι ανάμεσα στην Εθνοσυνέλευση και τον Βασιλιά και κατηγορήθηκε για προδοσία,
[8]Lazare Hoche, Γάλλος στρατηγός (1768 - 1797). Αντιστρά­τηγος επί Επαναστάσεως διορίστηκε διοικητής της στρατιάς του Μοζέλλα κι ανακατέλαβε το Βίσσενμπουργκ, αλλά κατόπιν επιφορτίσθηκε με την ειρήνευση της Βανδέας και τέλος είχε τεθή επικεφαλής της εκ­στρατείας κατά της Ιρλανδίας.-     ν
[9]Μεσαιωνικό τμήμα του Μεγάρου των Δικαστηρίων στο Παρίσι κι από το 1392 φυλακή. Στα 1793 - 1794 ο ρόλος της υπήρξε φρικαλέος.




Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ:Η ΠΑΡΑΜΥΘΕΝΙΑ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΡΑ


Μ' όλο που πέρασαν τόσα χρόνια, ποτέ δεν ξεχνάω τις 
λαμπρές ώρες που πέρασα σεργιανώντας  το Μιστρά. 
Τέτοιες ώρες είναι σαν κρουνοί που χύνουν στην 
ψυχή μου ευχαρίστηση  κι ομορφιά. 
 H οικουμένη δε θα γίνει ποτέ μοναξιά για μένα, ακόμα  κι αν μου λείψουν η αγάπη κι η καλοσύνη, γιατί διατηρώ την ανάμνηση του εξαίσιου αυτού οράματος. 
Το φέρνω στο νου μου χωρίς να με κουράζει ποτέ,  
όπως ένας  βοσκός του Ταύγετου περνάει τις ώρες του σφυρίζοντας με τη φλογέρα  του τρεις  νότες — πάντα τις ίδιες.
. .. Ξέρω κι άλλες νεκρές πολιτείες του μεσαίωνα. Το 
Μπω στην  Προβηγγία,και το Σαν Τζιμινιάνο κοντά στη Σιέννα
Η γραφικότητα τους μ' αρέσει. 
Ό Μιστράς, όμως, γεμίζει την ψυχή μου ποίηση . . .

                                          Μaurice Βarres
ΕΤΣΙ ΚΙ' ΕΜΕΝΑ. ΞΕΡΩ ΤΟ ΣΑΝ ΤΖΙΜΙΝΙΑΝΟ ΠΟΥ αναπολεί ο Μπαρρές. Ένα θερινό βράδυ, είδα να υψώνει στον ουρανό, πάνω σ' έναν έρημο λόφο, τους αγέρωχους τετράγωνους πύργους του, όπως άλλες πολιτείες υψώνουν τα καμπαναριά τους, κι' έχω περιπλανηθεί μέσα στους στενούς του δρομάκους, όπου σε κάθε βήμα διαγκωνίζεται κανείς με το παρελθόν. Ξέρω, ακόμα, το Τολέδο, το σκυθρωπό και μοναχικό, που κάτω από τα τείχη του κυλάει αργά ο Τάγης τα κιτρινωπά νερά του. Ξέρω την Καρκασόνη, που φαίνεται από μακριά σα μια μεσαιωνική λιθογραφία οχυρωμένης πολιτείας. Ξέρω την Άβιλα , που οι άλλες ισπανικές πόλεις τη λένε « μητέρα », και που ο αέρας της δονείται, θαρρείς, ακόμα από τα κονταροχτυπήματα των Αράβων καβαλάρηδων και των ευγενών της Καστίλλιας. Ξέρω, σε μιαν ακτή του Ατλαντικού, μια παλιά πορτογαλική πολιτεία που έχει αποσυρθεί στις επάλξεις της όπως μια δέσποινα άλλης εποχής στο μεγαλόπρεπο και γυμνό μέγαρο της. Καμιά, όμως, δεν έχει την ποιητική, την παραμυθένια ατμόσφαιρα του Μιστρά ...
Όλες αυτές οι πολιτείες τού παρελθόντος είναι, λίγο πολύ, μελαγχολικές, και δεν τις αφήνει κανείς χωρίς κρυφή ανακούφιση. Και τούτο γιατί δρν είναι νεκρές, αλλά πεθαίνουν, γέρικες και ξεπεσμένες, απελπιστικά αργά. Μερικές μάλιστα, στολισμένες με μοντέρνα κτίρια, έχουν κάτι το θλιβερά κωμικό, — σαν τις γριές δεσποινίδες που φοράν κορδέλες και καπέλα νέων κοριτσιών. 
Αντίθετα, ο Μιστράς έχει πεθάνει άξαφνα, « εν πλήρει ζωή », — όπως η Πομπηία, με την οποία μοιάζει. Δεν έζησε για να ξεπεραστεί και να χάσει μέσα στο απορροφητικό παρόν το χαρακτήρα του και την παλιά του ατμόσφαιρα. Είναι και σήμερα όπως ήταν την ημέρα εκείνη του 1779, που οι Αρβανίτες τον παράδωσαν στις φλόγες.
Οι αιφνίδιοι θάνατοι, των πολιτειών όπως και των ανθρώπων, δεν αλλοιώνουν. Ακινητούν μιαν έκφραση, μια στάση της ζωής, — και τη μεταμορφώνουν σε αιωνιότητα. Ο Μιστράς, χωρίς ζωή, ζει μια ζωή αυταπάτης και θρύλου. Έχει τη μυστηριώδη εκείνη ατμόσφαιρα που διατηρεί η σκηνή του θεάτρου μετά την παράσταση: θαρρεί κανείς, σε κάθε στιγμή, πως θα δει να παρελαύνουν, σιωπηλά κι' αργά, πρόσωπα της Ιστορίας και του ονείρου... Η σιγή του δεν έχει την οριστικότητα και το βάρος των τάφων, αλλά δονείται από αόρατες παρουσίες. Ο Μιστράς είναι σα να ζει έξω του καιρού και της ζωής.
Ο Γκαίτε θα το είχε διαισθανθεί αυτό όταν έβαζε να συναντηθούν, στις μεγάλες έρημες ταράτσες του ανακτόρου του Μιστρά, τα δυο του πρόσωπα, που, κι' αυτά επίσης, ζούσαν έξω του καιρού και της ζωής: τον Φάουστ και την Ελένη του Μενελάου. Πουθενά αλλού δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί καταλληλότερο πλαίσιο γιο την παθητική αυτή συνάντηση. Ο Μιστράς, σαν τα δυο αυτά πρόσωπα, εξακολουθεί να ζει, μέσα στην αέναη ροή, μια ζωή πάντα την ίδια...

ΗΤΑΝ μια εξαίσια ανοιξιάτικη μέρα όταν επισκέφθηκα το Μιστρά. Η πεδιάδα της Σπάρτης ήταν τόσο γελαστή, που η αυστηρή ανάμνηση των αρχαίων Σπαρτιατών σε παραξένευε σαν κάτι το απίθανο και το παράταιρο. Ο αέρας ήταν αρωματισμένος, η πρασινάδα είχε μιαν ασύγκριτη δροσιά κι' ο Ευρώτας, μέσα στ' άσπρα χαλίκια τής κοίτης του, δεν ήταν παρά ένα μικρό και φλύαρο ειδυλλιακό ποτάμι. Τα πλατάνια ριγούσαν στο χάδι τής αύρας, οι μεγάλες ροδοδάφνες των οχθών του Ευρώτα γέμιζαν ρόδινα σαλπίσματα την ησυχία, και, πάνω στη χλόη, τ' αναρίθμητα αγριολούλουδα κεντούσαν συνθέσεις μαγευτικές. Η φύση ήταν στη γλυκιά της εκείνη ώρα πού τραγουδάει ο ποιητής.
Το ανοιξιάτικο αυτό ξανάνιωμα δημιουργούσε μια τέτοια ατμόσφαιρα, που ο ψηλός λόφος του Μιστρά, με τα πολεμικά του τείχη, με τα σπίτια του που ανηφόριζαν προς το Δεσποτικό, με τις εκκλησίες του και τους περήφανους πύργους του, λουσμένος φως διάφανο κι' ευτυχισμένο, εμφανιζόταν σα μια ζωηρή εικόνα εικονογραφημένου βιβλίου παιδικών παραμυθιών. Νόμιζες πως η νεκρή πολιτεία ξαναζούσε σ' ένα υπερπραγματικό επίπεδο τη σταματημένη από τόσον καιρό ζωή της, — όπως η κοιμισμένη πριγκιποπούλα του δάσους, που την ξύπνησε το μαγικό νερό. Και θ' απορούσε κανείς με όποιον, εκείνη τη στιγμή, θάδειχνε έκπληξη, βλέποντας σκοπούς στις βίγλες των πύργων κι' άκούοντας πολεμικά κέρατα ν' αναγγέλλουν την έξοδο, οπό τη φρουριακή πύλη του ανακτόρου, βυζαντινών Δεσποτών...
Η θέα της με γέμιζε με την έκσταση εκείνη του μικρού παιδιού τη στιγμή που του διηγούνται ένα παραμύθι. Όλα μου ήταν πηγή χαράς και μοτίβα για την έξαρση της φαντασίας μου. Ακόμα κι' οι φτωχές ξύλινες παράγγες στη ρίζα του λόφου του Μιστρά, όπου προγευματίζουν οι επισκέπτες, ήταν ανθισμένες με ρόδα, κρίνα και κληματίδες, που κρέμονταν διακοσμητικά από τους στύλους τους σα σε γιαπωνέζικη εστάμπα. Το νερό που τραγουδούσε κοντά τους έπεφτε μέσα σε μιαν αρχαία μαρμάρινη σαρκοφάγο με ανάγλυφες παραστάσεις Βακχίδων, κι' ο μικρός χωρικός, που μας πρότεινε με κωμική σοβαρότητα να μας κάνει τον οδηγό, είχε, με τα μεγάλα κίτρινα παπούτσια του, το πρόσωπο του, του γερασμένου κι' υδρωπικού μωρού, και την παράξενη έρρινη φωνούλα του, την όψη ενός μικρού δαιμόνιου των παραμυθιών, κι' όχι πραγματικού ανθρώπου ...

Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΜΑΣ, μέσα στους πετρώδεις κι' ανηφορικούς δρομάκους του Μιστρά, συνέχισε το παραμύθι αντί να διαλύσει τη μαγεία του. Γιατί όλα ήταν σιγή, φως, και λουλούδια που έπνιγαν τα πάντα. Γέμιζαν τις μεγάλες τρύπες των χαλασμάτων, στόλιζαν τις αυλές, σκαρφάλωναν στις επάλξεις των τειχών, και συνωστίζονταν στο πέρασμα μας σαν ένας χαρωπός μικροσκοπικός λαός. Τα μάτια μας άφηναν τα λουλούδια για να προσέξουν άλλα λουλούδια,, μαρμάρινα αυτά, σκαλισμένα σε μια πόρτα, σ' ένα μπαλκόνι, σ' ένα παράθυρο βυζαντινού σπιτιού.
Πηγαίναμε όπου μας πήγαιναν τα μονοπάτια, σταματώντας στις εκκλησίες που αποτελούν τ' αξιοθέατα του Μιστρά. Eîvαι πολλές, και τόσο τρυφερά ωραίες, που θάθελε κανείς να τις χαϊδέψει. Όλες έχουν το εξωτερικό τους άθικτο. Σκορπισμένες εδώ κι' εκεί, βάζουν, στην ομοιοχρωμία των ερειπίων, μερικές νότες πρόσχαρες και γλυκές, με τα κόκκινα κεραμίδια των τρούλων τους που έχουν πάρει με τον καιρό το χρώμα από μαραμένα τριαντάφυλλα. Καμιά δε μοιάζει με την άλλη, όλες τους όμως έχουν τόσο λεπτές και αρμονικές διαστάσεις, που απορεί κανείς πως οι βυζαντινοί, που απεικονίζουν στις τοιχογραφίες τους τούς θεούς και τους άγιους τόσο στεγνούς και βλοσυρούς, τους έχτισαν ναούς έτσι γλυκούς και χαριτωμένους. Μικρές όλες τους, με τρούλους αλαφρούς, με λεπτούς μαρμάρινους κίονες στις αψίδες των παραθύρων, με προσόψεις εξαίσια διακοσμημένες, φέρνουν στο νου τις μεσαιωνικές εκείνες ανάγλυφες κασετίνες, τις επίχρυσες και σμαλτωμένες, όπου οι αρχόντισσες φύλαγαν τα κοσμήματα τους. Το εσωτερικό των περισσότερων είναι κατεστραμμένο, οι θαυμάσιες τοιχογραφίες έχουν μισοσβηστεί, χόρτα έχουν φυτρώσει εκεί όπου άλλοτε ήταν μαρμάρινο δάπεδο με ψηφιδωτά, κι' ο τρούλος είναι συχνά τρύπιος στην κορφή του: το γαλάζιο όμως του ουρανού, που φαίνεται από το άνοιγμα, είναι τόσο φωτεινό, κι' έχει τόση ευαγγελικότητα, που οι έρημες εκκλησίες διατηρούν, κι' έτσι χαλασμένες, κι' έτσι αλειτούργητες, όλη τους την παλιά θρησκευτική ατμόσφαιρα.

Από τις εκκλησίες του Μιστρά, δυο εξακολουθούν μέχρι σήμερα να χρησιμοποιούνται για τη λατρεία: η Μητρόπολη κι' η Παντάνασσα, που τις φρουρούν ψηλά κι' ακίνητα κυπαρίσσια. Αλλά κι' αυτές έχουν κάτι το σταματημένο στην παλιά εποχή. Στη δεύτερη μάλιστα, βρήκαμε δυο μοναχές, δυο αδελφές, που ήταν σα νάρχονταν προς εμάς από τα βάθη των αιώνων. Μας βεβαίωσαν ότι άνηκαν — ούτε λίγο, ούτε πολύ — στην περίφημη φλωρεντινή οικογένεια των Μεδίκων, και μας το ... απόδειξαν εξηγώντας μας ότι το ελληνικό τους όνομα — λέγονταν Γιατράκου — ήταν πιστή μετά­φραση του λατινικού Medicis! Αποτραβηγμένες από τον κόσμο μέσα στη μεσαιωνική Παντάνασσα, μaς μίλησαν για τον ιδρυτή της σα νάχε μόλις πεθάνει, και μας έδωσαν πλήθος πληροφορίες — μπερδεμένες και κατά το μεγαλύτερο μέρος φανταστικές — για το παρελθόν του Μιστρά. Η μία μάλιστα, η πιο φλύαρη, είχε συγγράψει και σχετική μονογραφία, γεμάτη, κυρίως, από φριχτές ασυνταξίες.. . 

Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΜΑΣ στο λόφο μας έφερε στο Δε­σποτικό : το ανάκτορο απ' όπου οι Δεσπότες του Μι­στρά, παιδιά ή αδελφοί Αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, εξορ­μούσαν για την ανακατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους κύρηδες. 
Απ' όλα τα ερείπια του Μιστρά, το παλάτι αυτό είναι το πιο ερειπωμένο. Δεν έχουν απομείνει παρά οι ογκόλιθοι των τειχών του και η κεντρική του αυλή, που οι καμάρες της υποστηρίζονταν από λεπτοσκαλισμένες κολόνες κι' ήταν διακοσμημένες με τοιχογραφίες. 
Άλλοτε, το παλάτι αυτό θάταν λαμπρότατο, — αν κρί­νει κανείς από τον όγκο των ερειπίων του κι' από τα συντρίμματα των μαρμάρων που το στόλιζαν. Σήμερα όμως είναι ένα τέτοιο ρημάδι, που δε μπορούμε ούτε καν να φανταστούμε πως ήταν όταν το κατοικούσαν οι περήφανοι Κατακουζηνοί και Παλαιολόγοι που είχαν μεταφέρει στο Μιστρά τις πολυτέλειες και την εθιμοτυπία της βυζαντινής αυλής, τις δέσποινες τους με τις βαρύτιμες μεταξωτές εσθήτες και τα πλούσια φανταχτερά κοσμήματα, τους αυλικούς τους και τους σωματοφύλακές τους. Κι' έτσι, η παραμυθένια μας περιπλάνηση μέσα στα τείχη του Μιστρά θα τελείωνε με μιαν απογοήτευση, αν, από το ύψος τού ερειπωμένου Δεσποτικού, σαν από αέτεια σκοπιά, το μάτι δεν αγκάλιαζε μιαν ονειρώδη θέα. Κάτω απλωνόταν, κατηφορικά, όλος ο μεσαιωνικός Μιστράς, με τα τείχη του, τις επάλξεις του, τους ψηλούς πολεμικούς πύργους του. Η απόσταση έδινε στην ακινησία και τη σιγή του θανάτου του μιαν απατηλή έκφραση ζωής γεμάτης συγκέντρωση κι' αναμονή: έλεγες πως κατόπτευε την απέραντη κάτω πεδιάδα, που σπινθηροβολούσε με τα νερά της και τη λάμψη της νέας της πρασινάδας σα να περίμενε να ιδεί να παρουσιαστεί από τα βάθη της κάποια λαμπρή θεωρία σιδερόφραχτων καβαλάρηδων, με παντιέρες κι' αστραφτερά κοντάρια, για να χτυ­πήσει γιορταστικά τις καμπάνες του αν ήταν φίλοι, ή για να καλέσει σε συναγερμό τη φρουρά του αν οι καβαλάρηδες ήταν Ιππότες της Φραγκιάς ή μισθοφόροι της Βενετίας... Αλλά τίποτα. Για το Μιστρά, όλα είχαν περάσει από πολλούς αιώνες πριν, — κι από την κατάφωτη πεδιάδα δεν ανέβαιναν ως την επίσημη σιγή του παρά ειρηνικά βελά­σματα προβάτων...

Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

49. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΗΔΟΝΙΟΥ
Kαι επρόσθεσε το φάσμα :
— Μαντεύω πως δεν πιστεύεις ότι ο έρως είνε η ηλιθιότης της ευφυΐας· δεν θα είνε δύσκολον να πεισθής.
Τότε μου έδειξεν εις τον κλάδον ενός δένδρου ένα μικρόν και όχι πολύ ωραίον πουλί, που ετραγουδούσεν όμως με γλυκυτάτην φωνήν, την οποίαν εσυμμάζευε με ενδιαφέρον και στοργήν η ηχώ, την επανελάμβανεν όσον ημπορούσεν αρμονικώτερα, και κατέθελγε την ακοήν του διαβάτου.
— Ήκουσες το πουλί αυτό; ερωτά ο Δαίμων. Είνε Αηδόνι. Διάκοψε το τραγούδι του και ερώτησε το διατί τραγουδά τόσον ωραία.
Επήγα κάτω οπό το δένδρον και είπα :
— Συγχώρησε με, αδελφέ, ον διακόπτω το ώραίον τραγούδι σου. Διατί τραγουδάς με τόσην μελωδίαν; Και εγώ πουλερικόν είμαι, αλλά ποτέ δεν ετραγούδησα έτσι. Φαίνεται ότι είσαι πολύ ευτυχισμένον.
Το Αηδόνι διέκοψε το τραγούδι του και μου απήντησε με φωνήν γεμάτην από θλίψιν :
— Όχι, αδελφέ' είμαι πολύ δυστυχισμένον, και ιδού  διατί ο άνθρωπος ευχαριστείται να με ακούη.
Διέκοψεν ο Δαίμων:
— Δεν πρέπει να παραξενεύεσαι, που άκουσες το αηδόνι να εκφράζη τον πόνον του με τόσο θελκτικάς στροφάς. Το αηδόνι, και αν το κάμης ακόμη να λυπηθή, θα κλάψη ώσάν. αηδόνι· τον κόρακα, και αν τον κάμης ακόμη να χαρή, θα φωνάξη ωσάν κόρακας!
Τότε ηρώτησα τον πτερωτόν τραγουδιστήν :
— Αλλά διατί είσαι δυστυχισμένον; Τί σου λείπει; Συ χαιρετάς πρώτον την αυγήν το αεράκι το πρωϊνόν, συ το αναπνέεις πρώτον με τόσην ηδονήν. Επί τέλους είσαι ελεύθερον και πετάς όπου θέλεις.
Το Αηδόνι αναστέναξε και απήντησεν :
— Αλλοίμονον! Η ανεξαρτησία είνε της ψυχής τα πτερά και όχι του σώματος. Άκουσε μίαν θλιβεράν ιστορίαν και θα καταλάβης, ότι το ωραιότερον τραγούδι είνε συνήθως συνθεσις από αναστεναγμούς.
»Εγώ αγαπούσα ένα άνθος, ένα θαυμάσιον άνθος, που ολόκληρος η φύσις του είχε προσφέρη ό,τι ωραιότερον είχεν εις χρώμα και ό,τι μεθυστικώτερον είχεν εις άρωμα. Αλλά το άνθος αυτό, αναίσθητον εις τον έρωτα μου, κωφόν εις το τραγουδί μου που του έστελνα οπό τόσον υψηλά, είχε στραφή προς τα κάτω και ηγάπησεν ένα διαβάτην, που επερνούσεν από κοντά του, σερνόμενος εις το χώμα...
»Τετέλεσται! Ο διαβάτης κατέκτησε το αγαπημένον μου άνθος, εγώ δε απέμεινα με το μέλι εις τον λάρυγγα και με το φαρμάκι εις την καρδίαν!
Ηρώτησα έκπληκτος :
— Λοιπόν ποίος ήτο ο διαβάτης εκείνος, που ένίκησε σέ, τόν βασιλέα του τραγουδιού, του έρωτος και της χαράς;
Ένας θλιβερός λαρυγγισμός απήντησεν εις την ερώτησίν μου και το πουλί απεκρίθη :
— Ήταν ένας Σάλιαγκας. Εγώ, πτωχόν πουλί, μόνον ελαφρά πτερά έφερνα εις την ράχην μου' εκείνος, σερνόμενος εις την γην, έφερνεν εις την ράχην του και ένα ολόκληρον σπήτι : και το άνθος μου τον εθαύμασε και τον επροτίμησεν!...
»Έφυγα μακρυά, πολύ μακρυά, εντροπιασμένος δια την ήτταν μου, Επεριπλανήθηκα παντού, ετραγούδησα όσον ημπορούσα δια να διασκεδάσω την λύπην μου. — Τίποτε! Έπειτα  από ολίγον καιρόν, — ένα ολόκληρον αίώνα δι' εμέ, — εξαναγύρισα εις το δένδρον, κάτω από το οποίον είχε το άνθος μου ανοίξη... Τίποτε δεν είχεν αλλάξη... όλα ήσαν εις
την ιδίαν θέσιν και το άνθος και ο εκλεκτός της ψυχής του. 
Κύτταξε εμπρός σου και θα τα ιδής και συ.
Εστράφην περίεργος, δια να ίδω την παράξενον εικόνα.
Θεέ μου! ΔιΑ την εικόνα αυτήν το τρομερόν είχε συμμαχήση με το γελοίον!
Αλήθεια· ένα θαυμάσιον Άνθος είχεν ανοίξη εκεί κοντά' το μύρον του εβαλσάμωνε τον αέρα, αλλά εις τα πέταλα του ο ήλιος αντανακλούσε εις ένα περιδέραιον οπό σάλια.
Από κάτω, επάνω εις το χώμα, ήτο μακαρίως εξαπλωμένος ένας Σάλιαγκας, φέρων πάντοτε εις την ράχην το αναπόσπαστον σπήτι, εις δε το κεφάλι του επάνω δύο διπλά μάλιστα κέρατα, που τα επεδείκνυε με υπερηφάνειαν εις τον υπομονητικόν και ανεξίκακον ήλιον!...
Παράξενος εικών!
Εκινήθηκα ολίγον προς τά εμπρός, δια να θαυμάσω αυτό το ζεύγος· αλλ' ο Σάλιαγκας, μόλις ήκουσε το τρίξιμον, που έκαμαν τα ξηρά φύλλα εις το βάδισμα μου, έσπευσε γρήγορα να κρύψη τα κέρατα του μέσα εις το ίδιον κεφάλι του!...
Ό Δαίμων επλησίασε και μου είπε.
— Είδες τί έκρυψε;
— Ναι, είδα· έκρυψε τα κέρατα του.
— Πραγματικώς. Ολίγον τον μέλει αν τα έχη· η μόνη του φροντίς είνε να μη τα ιδούν oι άλλοι. Βλέπεις, εκεί έχει συγκεντρωθή ολόκληρος η ευαισθησία του!
Και απεμακρύνθημεν οπό το οικτρόν εκείνο θέαμα, ενώ από την κορυφήν του δένδρου εξακολουθούσε το Αηδόνι να συνοδεύη ακόμη την αθλίαν είκόνα με το γλυκύτερον τραγούδι! 
Ω! πόσον σατανικά είναι ανακατωμένα εις την ζωήν τα ωραία με τα άχρηστα! θα έλεγε κανείς, ότι η κατανομή των έχει γίνη με τέτοιον τρόπον, ώστε ό θεός να κράτηση τα άσχημα και ο Διάβολος τα ωραία!

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Δρ ΧΑΙΝΤΣ ΓΚΡΑΟΥΠΝΕΡ: Η ΓΥΝΑΙΚΑ (Αυτεξούσια στον Κόσμο της )

Οι χρονικογράφοι του 19ου αιώνος αναφέρουν δύο περιπτώσεις κατά τας οποίας Αγγλίδες γυναίκες ηγοράοθησαν από τους άνδρες των εις την αγοράν. Η μία γυναίκα ωδηγήθη εκουσίως εις την αγοράν, συρομένη από τον λαιμόν με ένα «καπίστρι» ηγοράσθη αντί μισής κορώνας και ωδηγήθη έως το σπίτι του νέου συζύγου της. Την άλλην, την ηγόρασεν ένας ξενοδόχος δια να υπηρετή εις το πανδοχείον του.

Δεν ημπορούμεν να είπωμεν ότι η μέθοδος αυτή ήτο στερεότυπος όσον αφορά την κοινωνικήν μεταχείρισιν της γυναίκας προ εκατονταετίας. Δεν ήτο όμως την εποχήν εκείνην η γυναίκα απεριορίστως κτήμα του ανδρός;
Ο άνδρας ελέγχει τας προσωπικάς υποθέσεις της, της διαγράφει τα όρια που δεν δύναται να υπερπηδήση, αντλεί δύναμιν από το πανάρχαιον δίκαιον του ισχυροτέρου, που θέτει το θήλυ υπό την ανδρικήν εξουσίαν.
Με την Γαλλικήν επανάστασιν, δηλαδή προ της εκρήξεως ακόμη της Γαλλικής επαναστάσεως, αρχίζει σιγά σιγά να συντρίβεται αυτή η «σκλαβιά της γυναίκας».
Μια νέα κοσμοθεωρία, η επικρατήσασα αρχή της σχέσεως φύσεως και ανθρώπου συνέβαλεν εις την διάσπασιν των τειχών της δουλείας: η διδασκαλία περί ισότητος.
Επί  της βάσεως της ισότητος αυτής προσεδόθη εις την γυναίκα νέα αξία και θέσις. Δια της ενεργητικής στάσεως αυτών τούτων των γυναικών αρχίζει η απελευθέρωσίς των.
 Ο αγών ούτος του θηλυκού γένους απέβλεπεν εις την εξασφάλισιν των αυτών δικαιωμάτων με τον άνδρα. Χωρίς αμφιβολίαν τούτο εσήμαινεν επανάστασιν εις τον τρόπον της ζωής μας, που κατά τας παρελθούσας δεκαετίας έφερεν προς εσωτερικήν κρίσιν, δεδομένου ότι ανεπτύχθη παραλλήλως προς τον Φιλελευθερισμόν. Διότι ναι μεν η γυναικεία επανάστασις του παρελθόντος αιώνος συνέτριψεν αναμφιβό­λως την «άλυσσον εκείνην των δεσμών», ήγειρε όμως ακόμη μεγαλειτέρας αξιώσεις ισχύος. Την εποχήν εκείνην εχρειάσθη μεγάλη προσωπική γενναιότης εκ μέρους των «σκαπα­νέων» της επαναστάσεως, όπως π.χ. υπό της πρώτης Γερμανίδος ιατρού δόκτορος Τιμπούρτσιους, η οποία εσπούδαζεν εις το ανατομείον από κοινού με τους άλλους άρρενας σπουδαστάς. Και η γενναιότης της αυτή παρέσχε την εποχήν εκείνηγ πλούσιον υλικόν εις τα ειρωνικά σχόλια των εφημερί­δων, εκτός της θυμηδίας που προεκλήθη εις το Ράιχσταγ όταν εμνημονεύθη το αξιοσημείωτον τούτο γεγονός.
Κεντρικόν σημείον της γυναικείας κινήσεως εν Ευρώπη,  ήτο η εξωτερική υλική ανεξαρτησία από  τον άνδρα, σκοπός, τον οποίον η γυναίκα επλησίασεν αναμφιβόλως δια της βιομηχανοποιήσεως. Η αυτοπεποίθησις της γυναικός ανηψώθη και η απόδειξις των προσόντων της απεδείχθη. Πρόκει­ται περί γεγονότος που θεωρούμεν σήμερον πλέον ως αυτονόητον.
Εάν η γυναίκα ηρκείτο εις τας επιδιώξεις αυτάς, θα επετρέποντο ίσως αι κρίσεις εκείναι, που προήλθον από μίαν τοιαύτην εξέλιξιν.  Αλλά η γυναίκα εζήτει ολονέν περισσότε­ρα: πάντοτε επανήρχετο το αιώνιον πρόβλημα της γυναικοκρατίας που αναφέρεται εις την ιστορίαν των μεγάλων πολιτισμένων λαών.
Εζήτει την προς τον άνδρα εξίσωσιν εις όλα τα επίπεδα. Τοιουτοτρόπως ανεπήδησεν η γελοία εκείνη ύπαρξις της Σουφραζέττας, το θήλυ που απεχθάνεται το νοικοκυριό, αναμασσά επιστημονικάς γνώσεις, πολιτικολογεί ή συγγράφει. Η σουφραζέττα απεμακρύνετο και εξωτερικώς κατά το δυνατόν από το τύπον του γένους της, ενεδύετο κατά το  ανδρικόν πρότυπον, έκοβε τα μαλλιά της ανδρικά, εν γένει δε έδιδεν εις όλα τον ανδρικόν τόνον. Εζήτει να έχη ελευθέραν γνώμην εις την επιστήμην, την πολιτικήν και το δίκαιον, παραλλήλως δε ενεφανίσθη και η απαίτησίς της περί ελευθε­ρίας εις τον έρωτα, που εύρε το κορύφωμα της εις την θέσιν που έλαβεν η υπέρ των γυναικείων δικαιωμάτων πρωτοπόρος Ανίτα Λούγκσμπουργκ: « Η γυναίκα που έχει συναίσθησιν της αξιοπρεπείας της δεν ημπορεί να ανεχθή τον νόμιμον γάμον».
Εδώ διακρίνει τις τας ρίζας από τας οποίας προήλθεν η γυναικεία απελευθέρωσις: πρόκειται περί απεριορίστου ατομισμού, που έθετε πρωτοφανείς απαιτήσεις.
Τελευταίος σκοπός ήτο η άλωσις του κράτους, η πλήρης δηλαδή εξίσωσις δικαιωμάτων και όσον αφορά την πολιτικήν!
Γνωρίζομεν πρωτογόνους λαούς ανάμεσα εις τους ο­ποίους αι γυναίκες ομιλούν την ιδιαιτέραν των γλώσσαν που οι άνδρες δεν εχρησιμοποίησαν ποτέ. Είναι μία απόδειξις του ιδίου  προσωπικού κόσμου των γυναικών, που έρχεται μεν εις επαφήν με τον κόσμον των ανδρών, χωρίς όμως να εξομοιούται.  Η γλώσσα αυτή των γυναικών μας φαίνεται ως σύμβολον του φυσικού χωρισμού των δύο φύλων από την ΰπαρξιν του ανθρωπίνου γένους.  Η κίνησις δια την απελευθέρωσιν της γυναίκας δεν ηθέλησε ποτέ να αναγνωρίση ότι εις άλλα ευρύτερα επίπεδα και υπό άλλην έννοιαν θα υπάρχη πάντοτε μία τοιαύτη «γλώσσα των γυναικών».
Παντού όμως εις τον κόσμον, όπου συνεκροτήθη μία οιαδήποτε τάξις, όπου κράτη, κοινωνικαί μορφαί και πολιτισμοί εγεννήθησαν, υπήρξαν αποτέλεσμα της αποκλειστικής δραστηριότητος του ανδρός. Εις τα έργα αυτά αφιέρωσε τας δημιουργικάς δυνάμεις του. Όλαι αι προσπάθειαι προς καθιέρωσιν της γυναικείας κυριαρχίας προσέκρουσαν εις το γεγονός ότι δια λόγους φυσικούς δεν είναι δυνατή η κυριαρχία αύτη. Η γλώσσα των γυναικών εις την αρχέγονόν της δημιουργίαν είναι ακατανόητος από τον κόσμον των ανδρών. Αι  Ηνωμέναι Πολιτείαι παρεχώρησαν εις τας γυναίκας μίαν κακώς νοουμένη «ισότητα δικαιωμάτων», με το γεγονός δε αυτό υπογράμμισαν την ανικανότητα των να συμβάλουν ενεργώς εις την δημιουργίαν πολιτισμού. Ο άνδρας είναι δημιουργός ιστορίας, το θήλυ είναι ο αιώνιος δημιουργός των νέων γενεών. Η σουφραζέττα προσεπάθησε να εξέλθη του γυναικείου κόσμου και να δημιουργήση μέσα εις το πλαίσιον του ανδρικού φύλου ίδιον δίκαιον -πράγμα που θα ημπορούσαμε επιτυχώς να παραβάλωμεν με ένα παιδί Ευρωπαίων που το παραδίδομεν εις τους Κινέζους προς ανατροφήν δια να δημιουργήσωμεν έναν Κινέζον. Το αποτέλεσμα ήτο ότι προέκυψε μία ύπαρξις χωρίς γένος, η οποία εις την γυναικείαν γλώσσαν ήτο ή και από σκοπού έγινε ακατανόητος, απομακρυνθείσα του ιδίου κόσμου.


Κατά τον τρόπον αυτόν η λιμπεραλιστική εποχή έθραυσε την άλυσσον των δεσμών, με τα οποία η γυναίκα ήτο εξηρτημένη από τον άνδρα, παρά ταύτα όμως δεν επέτυχεν αύτη την αληθή ελευθερίαν της. Ο μητριαρχισμός απέτυχεν. Βεβαίως ο 19ος αιών εχάρισεν εις την γυναίκαν νέας κοινωνικάς παραχωρήσεις.  Ως εργάτρια κατέστη αντικείμενον εκμεταλλεύσεως του καπιταλισμού η έννοια «υποστήριξις της μητρός» ήτο άγνωστος και η ελευθερία εις τον έρωτα κατέστησε την γυναίκα υπό νέαν μορφήν εκουσίαν σκλάβαν του ανδρός.  Εάν σήμερα η Ευρώπη βαδίζει τον δρόμον που οδηγεί προς μίαν νέαν κοσμοθεωρίαν και θέλη να επαναδώση τα δικαιώματα εις την φυσικήν και δημιουργικήν τάξιν, πρέπει επίσης να δείξη και τον δρόμον που ημπορεί να ακολουθήση η γυναίκα με το αίσθημα ότι θα βαδίση προς μίαν νέαν ελευθερίαν. 
Έναντι του ανδρός η ώριμος γυναίκα πρέπει να κατέχη κάποιαν ικανότητα εξελίξεως - με άλλους λόγους: η γυναίκα ημπορεί να φθάση τα ανώτατα όρια εξελίξεως μόνον εκ παραλλήλου προς τας απαιτήσεις της μητρότητος.  Ο άνδρας δεν θα ήτο εις θέσιν να φέρη το βάρος αυτό. Η γυναίκα αντιθέτως διαθέτει φυσικάς προς τούτο ικανότητας, αι οποίαι αποτελούν το μοναδικό θαύμα της γυναικείας ζωής.
Αυτήν όμως την νεανικότητα που έχει ανεξαντλήτους ικανότητας εξελίξεως ημπορούμεν να την ίδωμεν καθαρά, εάν πάρωμεν τρεις αντιπροσωπευτικάς φωτογραφίας του ανδρός, της γυναικός και ενός δεκαετούς παιδιού και τας παραβάλωμεν. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου δεικνύουν καθαρώτατα την ομοιότητα μεταξύ παιδιού και γυναικός.Ο άνδρας αναλόγως προς την βιολογικήν του κατάστασιν, φαίνεται ώριμος.
 Η σύγκρισις μεταξύ νεανίου και γυναικός μας αποκαλύπτει ολόκληρον το μυστικόν των ικανοτήτων του θήλεος.
Μία μητέρα με έξη παιδιά εις διάστημα είκοσι ετών επανηύρε το  βάρος του σώματος της τρεις φοράς. Τας προς τούτο ικανότητας από σωματικής απόψεως τας αντλεί από τα υπόλοιπα της ζωτικότητός της, την οποίαν μεταβιβάζει εις τα τέκνα της. ·».
Εδώ αναγνωρίζομεν την δημιουργικήν, παναρχαίαν και
μεγαλυτέραν αποστολήν της γυναικός, την οποίαν ο άνδρας οφείλει μετά προσοχής να παρακολουθή, εάν θέλη να βοηθήση την γυναίκα εις το να εύρη τον δρόμον μιας νέας εσωτερικής και εξωτερικής ελευθερίας. 
Η  βαθυτέρα μεταμόρφωσις της γυναίκας από της απόψεως της κοινωνικής της θέσεως έλαβε χώραν εις τας βιομηχανικός πόλεις.  Εν αντιθέσει προς τους αγρότας, oι βιομηχανικοί εργάται είναι χωρισμένοι εις δύο κόσμους: Ο ένας είναι του ανδρός που περικλείεται από τους τοίχους του εργοστασίου, ενώ ο άλλος είναι το σπίτι, όπου διοικεί η γυναίκα και μάλιστα κατά τρόπον, που δεν έγινε ποτέ αισθητός από τους αγρότας. (Το γεγονός ότι τώρα κατά τον πόλεμον μετεβλήθησαν τα πράγματα δεν αλλάζει καθόλου τας θεμελιώδεις αυτάς αρχάς).  Ο αγρότης εις το κτήμα του είναι ο κύριος της ζωής και της εργασίας.  Ο εργάτης παv ότι ευρίσκεται εκτός του κύκλου της εργασίας του, το αφήνει εις την γυναίκαν του. Αυτή τον αντιπροσωπεύει ενώπιον των δημοσίων αρχών, είναι η κυρία του σπιτιού, συγκατοικούσα με τους συγγενείς της. Δια τον αγρότην οι συγγενείς του ανδρός παίζουν τον σημαντικώτερον ρόλον και είναι εκείνοι οι οποίοι συνήθως επισκέπτονται το υποστατικόν.  Η μητέρα της γυναίκας, η γιαγιά δηλαδή, παίζει μεγαλύτερον ρόλον εις την ανατροφήν των παιδιών του εργάτου παρά η  μητέρα του συζύγου. 
Η μεταμόρφωσις αυτή της γυναίκας παρατηρείται καθαρά από της αρχεγόνου εποχής μέχρι της σημερινής. Σημαίνει κατ' εξοχήν τον οριστικόν δρόμον της γυναίκας από τον λαβύρινθον των διαφόρων ιδεών προς τον αληθή κόσμον της. Το παλαιόν μητριαρχικόν σύστημα ευρίσκεται εις την καμπήν κάποιας νέας αποφασιστικής στροφής. Αφήνει εις τον άνδρα ένα μεγάλον τομέα της ζωής προς γόνιμον δραστηριότητα  χωρίς να περιορίζη ουδαμού την γυναίκα, η οποία τοιουτοτρόπως δύναται να εκτέλεση την βιολογικήν αποστολήν της, ταυτοχρόνως δε και τα νέα μεγάλα καθήκοντα της που συνδέονται με την ανεξαρτησίαν της.
Εδώ αρχίζουν τα νέα, μεγάλα προβλήματα, που θα προκύψουν προ παντός μετά την επιστροφή των γυναικείων εργατικών δυνάμεων εις την οικογενειακήν ζωήν. Επί του παρόντος βλέπομεν πλήρεις ελπίδων προθέσεις, ταυτοχρόνως όμως και  τας αναποφεύκτους συγκρούσεις. Διότι ακριβώς τα συζυγικά εκείνα ζεύγη που συγκροτούνται από τους βιομηχανικούς εργάτας και εις τους κόλπους των οποίων αναπτύσσεται η νέα κοινωνική ιδέα της γυναίκας, είναι κατά πολύ μεγαλύτερον ποσοστόν ατυχή από εκείνα των βιοτεχνών, των εμπόρων, ή των χωρικών, όπου άνδρας και γυναίκα ζουν και εργάζονται καθημερινώς μέσα εις τον ίδιον κόσμον. Όσον όμως περισσότερον αναγνωρίζουν οι άνδρες ποίον   νέον περιεχόμενον ζωής ημπορεί να απασχόληση την γυναίκα . και όσον καλλίτερα εννοούν αι γυναίκες τας δυνατότητας των, που δεν θίγουν φυσικά τον άνδρα, τόσον ευκολώτερα πλησιάζομεν προς την εκπλήρωσιν του σκοπού.  
Όταν λέγομεν ότι η γυναικεία επανάστασις απέδειξεν ότι πραγματικώς η γυναίκα είναι ικανή δι' όλα τα επαγγέλματα, δεν αρνούμεθα ότι αι προϋποθέσεις δι' έκαστον επάγγελμα είναι διαφορετικαί. 
Ένα από τα σπουδαιότερα μελλοντικά προβλήματα θα είναι η εξεύρεσις νέων και καταλλήλων δια την γυναίκα επαγγελμάτων. Το πρόβλημα θα λυθή μόνον όταν στηριχθώμεν εις την ευρωπαϊκήν κοσμοθεωρίαν, συνδεομένην με την φυσικήν τάξιν.
Επαγγέλματα που προσιδιάζουν εις την γυναίκα είναι εκείνα, που συμβάλλουν εις την σύναψιν σχέσεων μεταξύ ανθρώπων και παρέχουν βοήθειαν: ως επιστημονική βοηθός, ως γραμματεύς, ως αδελφή εις το νοσοκομείον θα εργασθή καλύτερον  από τον άνδρα. Η εισπράκτωρ εις το τροχιόδρομον βοηθεί συνήθως το κοινόν, ενώ ο εισπράκτωρ τοποθετεί ευχαρίστως εαυτόν εις προνομιούχον θέσιν μεταξύ των ταξιδευόντων εις το όχημά του.  Η διευθύντρια ενός οικοτροφείου είναι ο ιδεωδώς κατάλληλος άνθρωπος εις την κατάλληλον θέσιν που δεν ημπορεί να αντικατασταθή ποτέ από τον άνδρα. Όταν ο μηχανικός ενός γερανού σηκώνη το εμπόρευμα από το ένα μέρος δια να το μεταφέρη αλλού, η κίνησις της μηχανής, το τεχνικόν μέρος, οι κινητήρες καθώς λειτουργούν, του προσφέρουν χαράν. Αντιθέτως, μία γυναίκα που θα έκαμνε την ιδίαν εργασίαν θα έβλεπε εις τον γερανόν την απλήν διαδικασίαν του συνδέσμου μεταξύ δύο εργατών, που περνούν το εμπόρευμα από το ένα μέρος στο άλλο.
Με όσα αναφέραμεν ερρίψαμεν απλώς μερικάς βασικάς ιδέας όσον αφορά την θέσιν ανδρός και γυναικός εις την κοινωνίαν. Ο άνδρας είναι ο δημιουργός και ο  αρχιτέκτων, ακόμη και εις τας λεπτομερείας είναι οικοδόμος. Δίδει πάντοτε το προβάδισμα εις την νόησιν. Η γυναίκα είναι το συνδετικό στοιχείον και η εξυπνάδα της έχει την έδραν εις την καρδιάν. Έτσι δημιουργείται ένα νέον μητριαρχικόν σύστημα υπό άλλην βεβαίως άγνωστον μέχρι, τούδε μορφήν, μία γυναικεία κυριαρχία, κατά την οποίαν η γυναίκα διευθύνει αυτόνομα τον ιδικόν της κόσμον. Ας δώσωμεν εις αμφοτέρους τους από χιλιετηρίδων εναντίον αλλήλων αγωνιζομένους πόλους της ζωής την ισότητα, που λαμβάνει υπ' όψιν την φυσικήν διαφοράν των ιδιαιτέρων κόσμων ανδρός  και γυναικός και  ας μη θελήσωμεν να πλησιάσωμεν τον ένα προς τον άλλον με μέσα τεχνητά. Από αμφότέρας τας πηγάς θα αναπηδήση ένας δημιουργικός και αρμονικός πλούτος που θα είναι αιωνίως γόνιμος και ικανός προς ανανέωσιν.
Από το περιοδικό "Σύνθημα"αριθ. 20 
Οκτώβριος 1943

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΣΤΟΥΛΑ ΣΤΟΝ ΟΝΤΕΡ 
Στα τέλη του 1944 η γραμμή του Γερμανικού μετώπου στην Ανατολή ξεκινά από τη περιοχή του Μέμελ στη Βαλτική Θάλασσα, σχηματίζει ένα είδος ευρείας αψίδας γύρω από την Ανατολική Πρωσία , ακολουθεί τον Νάρεβ μέχρι βόρεια της Βαρσοβίας, κατηφορίζει τον Βιστούλα μέχρι το Σαντομίρ, στρέφεται δυτικά στην Σλοβακία ,διασχίζει την Ουγγαρία βορειοδυτικά της Βουδαπέστης και βαθύτερα ακόμη μέσα από τη Σλοβενία,  τη Κροατία και τη Βοσνία με ανατολική και βορειοανατολική κατεύθυνση. 
Η ομάδα Στρατιών "ΒΟΡΡΑΣ" εξακολουθεί να παραμένει αποκομμένη από το υπόλοιπο μέτωπο,με τις πλάτες στη θάλασσα , στο προγεφύρωμα της Βαλτικής(Kurland),24 χιλιόμετρα βόρεια του Μέμελ[1]. Διαθέτει 27 Μεραρχιες υπό την διοίκηση του στρατηγού Σέρνερ. 
Ανάμεσα στο Μέμελ και τα Καρπάθια το Γερμανικό Μέτωπο ξεπερνά σε μήκος τα 700 χιλιόμετρα. Αυτή την τεράστια έκταση η Ανωτάτη Διοίκηση της Βέρμαχτ[2] τη  καλύπτει.  με δύο Ομάδες Στρατιών.   Αριστερά βρίσκεται η  Ομάδα Στρατιών  «KENTPO»[3] υπό την διοίκηση του Στρατηγού Ράινχαρτ. και δεξιά  η   Ομάδα στρατιών «Α" [4] υπό την διοίκηση του στρατηγού Χάρπε.
 Χαμηλά στην  Ουγγαρία τέλος, η Ομάδα Στρατιών "ΣΟΥΝΤ" υπό την διοίκηση του Στρατηγού Βαίλερ  με 38 Μεραρχίες, κλείνει τη Γερμανική διάταξη διατηρώντας παράλληλα την επαφή, στις όχθες του ποταμού Ντράβα, με το νοτιοανατολικό θέατρο του επιχειρήσεων υπό την διοίκηση του Στρατάρχη Κέσερλινγκ (Κροατία- Βόρεια Ιταλία).
Από τη Κουρλάνδη μέχρι το ποταμό Ντράβα 1.800.000 Γερμανοί βρίσκονται αντιμέτωποι σύμφωνα με το Λίντελ Χαρτ [5], με 5.300.000 Σοβιετικούς στρατιώτες...... 
Από τις 164 Μεραρχίες του Ανατολικού Μετώπου οι Στρατηγοί Ράινχαρτ και του Χάρπε διαθέτουν τις  99. Έχουν να αντιμετωπίσουν το κύριο όγκο της  επίθεσης ενός  εχθρού με συντριπτικά υπέρτερες δυνάμεις , που σύμφωνα με μετριοπαθείς  υπολογισμούς περιλαμβάνουν 231 Μεραρχίες πεζικού, 22 Σώματα Αρμάτων  ,29 Ανεξάρτητες Ταξιαρχίες Αρμάτων και 3 Σώματα Ιππικού. "Η σχέσις  υπεροπλίας των Ρώσων έναντι  ημών, ομολογεί ο Γκουντέριαν   ήταν για μεν το πεζικό 11:1, για τα άρματα μάχης  7:1 , για δε τα πυροβόλα 20:1.[8] 
Από Βορρά προς Νότο η τελική διάρθρωση των Σοβιετικών δυνάμεων είναι:
3ο Μέτωπο Λευκορωσίας(Τσερνιακόφσκυ) 
2ο Μέτωπο Λευκορωσίας(Ροκοσόφσκυ)
1ο Μέτωπο Λευκορωσίας(Ζούκωφ) 
1ο Μέτωπο Ουκρανίας (Κόνιεφ) 
4ο Μέτωπο Ουκρανίας (Πετρώφ)
Το σχέδιο του Γενικού Στρατηγείου σχετικά με τις τελικές επιχειρήσεις προς τη δυτική στρατηγική κατεύθυνση διαμορφώθηκε οριστικό στα τέλη Νοεμβρίου του 1944.Ο έγκαιρος προσδιορισμός του στρατηγικού σχεδίου έδωσε τη δυνατότητα στο μέτωπο να μελετήσουν διεξοδικά όλα τα επιχειρησιακά , στρατηγικά πολιτικά και υλικά ζητήματα.Πριν να καταφερθεί το χτύπημα άμεσα στο Βερολίνο , προβλεπόταν να γίνουν  προς τη δυτική στρατηγική κατεύθυνση δύο μεγάλες επιθετικές επιχειρήσεις :η μία στην Ανατολική  Πρωσία με δυνάμεις  του 3ου και 2ου  Λευκορωσικού μετώπου , η άλλη προς την κατεύθυνση  Βαρσοβίας Βερολίνου. Η τελευταία ανατέθηκε  στα στρατεύματα του 1ου Λευκορωσικού και του 1ου Ουκρανικού μετώπου. Το 1ο Λευκορωσικό μέτωπο έπρεπε να καταφέρει χτύπημα  προς τη γενική κατεύθυνση του Πόζναν. Το 1ο  Ουκρανικό μέτωπο  είχε καθήκον  να βγει στον Όντερ (Όντρα) βορειοδυτικά του Γλογκάου (Γκλούκουβ) , Μπρεσλάου(Βρότσλαβ) , Ρατιμπορ (Ρατσιμπούζι).Το 2ο Λευκορωσικό μέτωπο στρεφόταν ολοκληροτικά  κατά της ανατολικοπρωσικής  ομάδας του εχθρού .Οι κύριες δυνάμεις , που έπρεπε να διχοτομήσουν την ομάδα αυτή ,ως τις αρχές Φεβρουαρίου  διεξήγαγον  μάχες στην Ανατολική Πρωσία. Οι στρατιές της αριστερής πτέρυγας του μετώπου αυτού βγαίνουν στον κάτω Βιστούλα, βορειότερα του Μπρόμπεργκ (Μπίντγκος), όφειλαν  να περάσουν  στην άμυνα.Σαν άμεσος επιτελικός σκοπός του 1ου Λευκορωσικού μετώπου καθορίστηκε η διάσπαση της άμυνας του εχθρού ταυτόχρονα  προς δύο κατευθύνσεις  και, συντρίβοντας  την ομάδα Βαρσοβίας-Ράντομ, να βγει  στη μεσημβρινή γραμμή Λότζ. Παραπέρα προβλεπόταν  επίθεση προς τη γενική κατεύθυνση  του Πόζναν  ως τη γραμμή  Μπρομπεργκ (Μπίντγκος)-Πόζναν  και νοτιότερα  για τακτική επαφή  με τα στρατεύματα του 1ου Ουκρανικού μετώπου.Η παραπέρα προέλαση δεν καθοριζόταν  γιατί το Γενικό Στρατηγείο δεν μπορούσε  να ξέρει  από τα πριν  πως ακριβώς  θα διαμορφωθεί η κατάσταση με την έξοδο  των στρατευμάτων του 1ου Λευκορωσικού μετώπου στη γραμμή  Μπρόμπεργκ(Μπίντγκος)-Πόζναν.[9]

Η μεγάλη Σοβιετική επίθεση αρχίζει στις 12 Ιανουαρίου 1945 από το προγεφύρωμα του Baranów με δυνάμεις του 1ου Μετώπου Ουκρανίας [10](Κόνιεφ) .
Υπερβολικά απλωμένο σε μέτωπο 60 περίπου χιλιομέτρων και με σοβαρές απώλειες από το εχθρικό πυροβολικό ,που επαναλαμβάνει τη δράση του με μεγαλύτερη σφοδρότητα, το XLVIII Σώμα Αρμάτων[12] δεν είναι σε θέση να συγκρατήσει την εχθρική επίθεση . Χειρότερα ακόμη, το ΧΧΙV Σώμα Αρμάτων ,μόλις 20 χιλιόμετρα πιο πίσω στη περιοχή του Kielce-Pinczόw που θα μπορούσε να επέμβει για να στηρίξει τον αγώνα του XLVIII Σώματος Αρμάτων παραμένει ακινητοποιημένο . Κάτω από αυτές τις συνθήκες η 4η Στρατιά Αρμάτων του Στρατηγού Fritz-Hubert Gräser, περιμένει στωικά τα χειρότερα.

Στις 13 μια καινούρια σοβιετική επίθεση  εκδηλώνεται από τα προγεφυρώματα του Magnuszew[15] και του Pulawy[16] ανάμεσα σε Baranów και Βαρσοβία. Στόχος  της οι  δυνάμεις της 9ης Γερμανικής Στρατιάς (φον Λούτβιτς). Ο αγώνας  4 Σοβιετικών Στρατιών  του 1ου Μετώπου Λευκορωσίας (Žukov) εναντίον μόλις 5 Γερμανικών Μεραρχιών είναι άνισος και η 9η Γερμανική στρατιά παραχωρεί έδαφος. Εκμεταλλευόμενος τη κατάσταση ο Ζούκωφ στο τέλος της ημέρας δίνει εντολή στα τεθωρακισμένα του να κινηθούν η μεν 1η Στρατιά Αρμάτων της Φρουράς στον άξονα Kutno - Poznan και η 2η Στρατιά Αρμάτων της Φρουράς  στον άξονα Gostynin-Inowroclaw.


Στο μεταξύ νοτιότερα, στο τομέα της 4ης Στρατιάς Αρμάτων τα πράγματα βαδίζουν καλύτερα για τους Σοβιετικούς. Τα τεθωρακισμένα του Leljušenko αφήνοντας πίσω τους το Nida πλησιάζουν το Kielce όπου εξακολουθεί να παραμένει το ΧΧΙV Panzerkorps (16η και 17η Μεραρχίες Αρμάτων) ενισχυμένο με την 20η Panzergrenadier-Division και αρκετά άρματα ανάμεσα στα οποία  Tiger II, στις διαταγές του Στρατηγού Walther Nehring. Διαφαίνεται καθαρά ότι ο κύριος στόχος του Κόνιεφ είναι ο ποταμός Όντερ μεταξύ Μπρεσλάου και Γκλογκάου.
Την 13ην Ιανουαρίου οι Ρώσοι επέτυχαν εις τον τομέαν διασπάσεως  δυτικώς του Μπαρανόβ , εδαφικά κέρδη  προς την περιοχήν Κήλχε και εκείθεν  προς βορράν. Δια πρώτην φοράν  παρουσιάσθηκαν στο μέτωπο η 3η και η 4η σοβιετικές τεθωρακισμένες στρατιές της Φρουράς. Ο ολικός αριθμός των εχθρικών δυνάμεων εις τον τομέα αυτόν , ανήρχετο εις 32  μεραρχίες πεζικού και 8 Σώματα τεθωρακισμένων. Επρόκειτο περί της μεγαλυτέρας  συγκεντρώσεως δυνάμεων  εντός του μικροτέρου χώρου από της αρχής του πολέμου.[19]

Στις 14 Ιανουαρίου το Μέτωπο επεκτείνεται ακόμη βορειότερα  με την επέμβαση του 3° Μετώπου Λευκορωσίας (Ivan Cerniakovskij).

4 Στρατιές δύο Σώματα Αρμάτων και με εφεδρεία την 11η Στρατιά της Φρουράς  στρέφονται εναντίον της Ομάδας Στρατιών του Ράινχαρτ  με εμφανή πρόθεση  ν' ανοίξουν δρόμο προς Insterberg και Königsberg για  να απομονώσουν τη 4η Στρατιά από τη 3η Στρατιά Αρμάτων . Αυτή τη φορά η αντίσταση των Γερμανών αιφνιδιάζει .Τα οχυρά σε συνδυασμό με τη μορφολογία του εδάφους αποτελούν δυσάρεστη έκπληξη που γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν εκδηλώνονται οι πρώτες ισχυρές αντεπιθέσεις . 
Υποσημειώσεις

[  1] 
[  2](O.K.W.) Obercommando Wehrmacht: 'Ανωτάτη διοίκη­ση  της Βέρμαχτ 
[  3] H Ομάδα Στρατιών "ΚΕΝΤΡΟ" περιελάμβανε τη 2η Στρατιά (Βάις), την 4η Στρατιά (Χόσμπαχ) και τη 3η Στρατιά Αρμάτων (Ράους)
[  4] Η Ομάδα Στρατιών Α περιελάμβανε τη 1η Στρατιά Αρμάτων (Χαινρίτσι), 17η Στρατιά (Σουλτς) 4η Στρατιά Αρμάτων (Γκραίζερ) ,9η Στρατιά (φον Λούτβιτσ) 

[  5] 
[  6] Josef Harpe
[  7] 
[  8] Χ. Γκουντέριαν: Αναμνήσεις ενός στρατιώτου σελ.379
[  9] Γ. Ζούκωφ: Αναμνήσεις και στοχασμοί Τόμος β σελ.
[10]
[11]
[12]. 
[13]
[14]
[15]
[16]
[17]
[18]
[19]Χ. Γκουντέριαν: Αναμνήσεις ενός στρατιώτου σελ.389
[20]
[21]
[22]
[23]
[36]Walther Kurt Josef Nehring (Stretzin, 15 Αυγούστου 1892  Düsseldorf, 20 Απριλίου1983)



Επιστροφή