Παρασκευή, 23 Φεβρουαρίου 2018

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ:ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ -ΕΜΕΙΣ/ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ -ΆΗ ΣΤΡΑΤΗΣ


Δω και τριάντα χρόνια  και για την ακρίβεια τον Ιούλιο του 1906, ο Ίωνας Δραγούμης, που είτανε κείνην τη χρονιά πρόξενος στο Δεδεαγάτς, "είχε πάγει να επισκευθεί το απέναντι νησί"-Τη Σαμοθράκη. Είταν τότες σχεδόν παιδί , μόλις 27 χρονών απάνου στη βράση της ηλικίας του  και των ιδεών του. Ακόμα απ' αυτήν την ηλικία άρχιζε να ξεχωρίζει η εξωτερική  του φυσιογνωμία στα γράμματα και στην πολιτική. Σ' αυτό το τελευταίο πεδίο είνε ο πνευματικώτερος  τύπος , που έβγαλε ίσα με σήμερα η αστική μας ταξη. Αριστοκράτης και πατριώτης από σόι κ΄επάγγελμα και μόρφωση. Ωραίος λυγερός στητός και υπερόπτης. Προικισμένος με πλούσια ποιητική φαντασία και σπάνιο λογοτεχνικό ταλέντο και στοχασμό. Η εσωτερική του ζωή παλλότανε απ' όλες τις υψηλές λαχτάρες (φιλοδοξίες) κι' από όλους τους Έρω­τες (για την πατρίδα- για τη γυ­ναίκα, για τη γλώσσα). Γεμάτος πίστη στον εαυτό του, στην αποστο­λή του και στο άστρο του. Όλος ο κόσμος είτανε δικός του και δημιούργημά του. Κι' ο εαυτός του εί­τανε όλος ο κόσμος. 
Πανευτυχής κι' ωπλισμένος με τη διπλωματική του ασυλία πάτησε σα θεός τα χώματα του σκλαβωμένου τότες νησιού. Ουρανός και γη και θάλασσα τράνταξε και γέμισε από την προσωπικότητα του. «Τίποτα δε σκιάζομαι, είμαι λεύτερος και τίποτα δεν μoυ είνε βάρος» (Σαμο­θράκη σελ. 54). Μαγεμένος απ' τη φυσική ομορφιά κι'  από τον εαυτό του κοίταξε «αφ'  υψηλού» με το μονύελό του τη θάλασσα, τα βουνά, το χορτάρι , τις πέτρες , τα σπίτια και τους ανθρώπους-  και την Ιστορία τους και  την ψυχήν τους. Mε την υποκει­μενική του συνείδηση, «το μόνο α­πόλυτο κριτήριο» («Σταμάτημα», σελ, 135) μέτρησε όλην τη γύρα του πραγματικότητα. Και μέθυσε από ιδέες, ελπίδες και θυμούς.


ΕΙταν τότες η εποχή του πιο έξαλλου πατριωτικού παροξυσμού. Εί­τανε η εποχή, που η αστική μας τάξη συνειδητοποιήθηκε και γινότανε  ιμπεριαλιστική με τους μακεδονικούς αγώνες, Είτανε η εποχή, που  η Μεγάλη Ιδέα άφηνε τα σύννεφα και έμπαινε στην πράξη.
Ο Δραγούμης πίστευε τον εαυτό του για εθνικόν απόστολο, για Μεσσία των φυλετικών πεπρωμένων. Μαθητής του Μπαρρές και του Νίτσε, παράσταινε το δυνατό και το σκληρό.. Αυτός είτανε ο νικητής. Όμως στο βάθος του δεν πίστευε ούτε στο πατριωτικό, ούτε  στο Θρη­σκευτικό ιδανικό, — όπως τ' ομολογεί  και ο ίδιος σ' ένα βιβλίο του. Όμως είχε πιαστεί γερά  από τις δύο αυτές άγκυρες  της σωτηρίας γιατί του δικαιολογούσανε  τη πολιτική και τη πνευματική του δράση ,τόνε βοηθούσανε να ολοκληρώσει την   ηθική του ατομικότητα. Ο πατριωτισμός και η θρησκευτικό­τητα του είταν ένα είδος ατομικού οπόρ. Μια χαρούμενη και λεύτερη «άσκηση» των εσωτερικών του δυ­νάμεων. ΄Ηθελε τη λύτρωση των σκλάβων «αδελφών » όχι γι' αυτούς μα για τον εαυτό του. 
 Στο βάθος του περιφρονούσε το λαό - το «προφάνουμ βούλγκους». «Εγώ δεν α­γωνίζομαι για κανένα σκοπό. Χωρίς σκοπό αγωνίζομαι για τη Νίκη». («Σαμοθράκη», σελ. 54) Μ' αυτήν την στείρα του εγωλατρεία και την απουσία αληθινής πίστης ο Δραγούμης φανέρωνε ένα αντικει­μενικό της εποχής του φαινόμενο; πως η αποσύνθεση  των «αιώνιων» συνθημάτων της πατρίδας και του θεού είχε αρχίσει να γίνεται έξω από τη συνείδηση toυ.
Ωστόσο για την τάξη του είτανε ένα «εμπνευσμένο» πρωτοπαλλήκαρο. Για τις μάζες, που όπως  είπαμε, τις  περιφρονούσε, είτανε ένας κρυμμένος οχτρός. Ήθελε να τους λυτρώσει  από την τυραννία των Τούρκων και των Βουλγάρων για να τους παραδώσει στηv τυραννία των Ελλήνων.
Γι' αυτό χτύπησε  με όλη του τη νεανική ορμή τα πρώτα κινήματα του ουτοπικού σοσιαλισμού, που αρχίσανε τότες να φανερώνονται και στη χώρα μας (Κ· Χατζόπου­λος. Γ. Σκληρός κλπ.). Φοβότανε  το σοσιαλισμό, γιατί τόνε φανταζότανε, όπως και τόσοι πνευματικοί δούλοι της αστικής ολιγαρχίας, για κοινωνικόν  οδοστρωτήρα,  που κατατσακίζει τίς εξαιρετικές ατομικότητες.   Κι'  εξαιρετικές ατομικότητες είνε κείνες που μπορούνε  να στέκονται πάνω από κάθε νόμο ,να πατάνε πάνου  στη ράχη των σκυμμένων  σκλάβων  για να ανεβαίνουμε αυτές  ψηλότερα  και να κάνουν τη χαρά  τους και τη νίκη τους  παγκόσμιο αγαθό.
 Ομπρός του δεν κυττάει κανείς να σηκώσει κεφάλι ουδέ να βρει, ούτε να πει αντιλογίες». (Αυ­τού, οελ. 55). Έτσι ειν'  από θεού ωρισμένο : «στη γη απάνου πάντα θα υπάρχουν σκλάβοι και ελεύθε­ροι». (Αυτού σελ. 52).
Έτσι ο εθνικός απόστολος Δρα­γούμης, ο Μεσσίας και Λυτρωτής του σκλαβωμένου Έθνους είτανε ένας απολογητής κ' ένας εργάτης της σκλαβιάς του,   Το συνειδητό όργανο στα χέρια  της ταξικής βίας των παρασίτων.

Είδε λοιπόν στη Σαμοθράκη τους "σκλάβους" στην πιό καθυστερημένη τους μορφή. Στο μεγαλύτερο τους ξεπεσμό. Στην Πόλη , στη Μακεδονία οι Ρωμηοί έμποροι και τσελιγκάδες και τοκογλύφοι κατορθώσανε να είναι ελεύτεροι και να μπερδεύονται εξωτερικά (φορώντας φέσι) με τους αφέντες τους Αγαρηνούς. κ' είτανε οι σύμμαχοι αυτωνών. Όπως κ' οι τσορμπατζήδες της Σαμοθράκης είτανε σύμμαχοι και κατάσκοποι των αγάδων.
Εδώ στη Σαμοθράκη ο λαός είτανε περισσότερο άπό κάθε αλλού. - έναν πόνο αισθητικό και πλούσιο! Ενώ από πάνω του, στον καταγάλανο ουρανό φτεροκοπούσε ολόφωτη με τα διάφανα της φορέματα κολλημένα κατάσαρκα στο σπαρταριστό της κορμί η ... μαρμαρένια Νίκη της Σαμοθράκης.
Είδε πως oι νησιώτες πληρώνανε βαρειούς φόρους στον καταχτητή' και τους εξήγησε «πως θα έρθει και ο καιρός για να φύγουν oι τύ­ραννοι" (Αυτού, σελ. 27). Είδε 5 Τούρκους ζαπτιέδες να τρομοκρατούν τρεις χιλιάδες ψυχές. Είδε τους "τρεις-τέσερρες τσορμπατζήδες" να έχουνε όλα τα οφφίκια και να κλέβουνε το λαό στο ζύγι των καρβούνων και με την τοκογλυφία. Κι' α­κόμα να του κλέβουνε την οικογενειακή του τιμή, Και να τον προδίνουνε στην τούρκικη εξουσία. Να κάνουνε δηλαδή το χαφιέ στους τυράννους.
Είδε ακόμα το δεσπότη «άλλον κύριο των νησιωτών" να έρχεται στο νησί μια φορά το χρόνο από την Γκιουμουλτζίνα για να μαζεύει τα κανονικά του. Κι' έφερνε μαζύ του «διαταγή από τη Ρούμελη να μεταχειρίζεται στην ανάγκη και βία στρατιωτική» (Αυτού, σελ. 84), αν τυχόν οι υποταχτικοί του δείχνανε απροθυμία στην πληρωμή του εκκλησιαστικού χαρατσιού τους.
Είδε ακόμα τον ηγούμενο του Μετοχιού να φέρνει «θεριστάδες Βουλγάρους για να θερίσουνε τα χωράφια της Μονής» (Αυτού. σελ. 83) γιατί — κι' αυτό δεν μας στο λέει., αλλά καταλαβαίνεται μόνο του — oι Βούλγαροι παίρνανε μικρότερο μεροκάματο από τους ντόπιους εργάτες και μ' αυτό το μέσο θ' αναγκαζότανε και τούτοι να φτηνήνουνε τη δουλειά τουςΙ Είδε τέ­λος και το λαό άμαθο, φοβισμένο, γεμάτον ελαττώματα, ακίνητο και μοιρολάτρη ν' αφήνεται αμίλητος στην πείνα του και στην κακομοι­ριά του, που «αυγατίζει το τσορμπατζηλίκι» (Αυτού, σελ. 81).
Κι' ύστερα, άμα τα είδε αυτά, θύμωσε και είπε διάφορες ωραιολογίες —αερολογίεςΙ Δεν είδε τί­ποτα βαθύτερα. Του έφταιγε ο μονύελος του Ιδεαλισμού του. Θύμω­σε σαν ωραιόπαθος προσκυνητής σαν αφέντης και κύριος. Βρήκε πως φταίγανε αυτοί για τη σκλαβιά τους και για την κατάντια τους, Φταίγανε αυτοί, γιατί δεν αποφασίζανε να κουνηθούνε για να διώξουνε τον ξένο κατα­χτητή. Δηλ, να αλλάξουνε κατα­κτητή. Να βάλουνε στη θέση του Τούρκου αγά, που είχε στα παληά τα χρόνια το "δικαίωμα της πρώτης νύχτας ", το Ρωμηόν αστό για να έχει το δικαίωμα όλων των νυχτών κι' όλων  των ημερών απάνου στη μάζα των εργαζομένων!
Τιμή τους θα ήτανε κι' ευτυχία να τους τυραννεί και να τους γδύνει ο Ρωμηός αφέντης. Γιατί αυτός θα είτανε από το ίδιο αίμα !
Μετά τριάντα χρόνια και για την ακρίβεια τον Οχτώβρη του 1935 , η σκηνοθεσία αλλάζει. Δυο άλλοι Ρωμηοί διανοούμενοι , ο Γληνός και ο Βάρναλης, πήγαιναν κι αυτοί να επισκεφτούνε το «απέναντι νησί. » Με τη διαφορά, πως το νησί αυτό λεγότανε Άη Στράτης κι' είτανε πάρα πολύ «απέναντι»!
Δέκα μερών ταξίδι και αστυνομικά μπουντρούμια. Και δεν «πήγανε» μονάχοι τους. Τους πήγανε οι ΡωμηοΙ χωροφύλακες σιδηροδεμένους. Oύτε αριστοκράτες ούτε α­φέντες ούτε ωραιόπαθοι προσκυνη­τές με διπλωματική ασυλία. Είτανε παιδιά του λαού και σκλάβοι επαναστατημένοι, «Επικίνδυνοι» στη δημόσια τάξη και «προδότες» της αστικής πατρίδας.

Είδανε κι' αυτοί το νησί τους: τη θάλασσα, τα βουνά, τις πέτρες, τα σπίτια και τους ανθρώπους—και την Ιστορία τους και την ψυχή τους. Το δίκηο τους. Τα είδανε ό­λα αυτά με μάτια γυρισμένα προς τα έξω κι' όχι προς τα μέσα' κι ώπλισμένα όχι με το μονύελο του ιδεαλισμού, μα με τα διπλά γυαλιά του διαλεχτικού υλισμού. Δε χωρίζανε και τούτοι τη θεωρία α­πό την πράξη, μα  δε χωρίζανε και την αντικειμενικήν πραγματικότητα από τη συνείδησή τους.
Είδανε κι' αυτοί την πείνα και την κακομοιριά του λαού, την αμορφωσιά του, την ακινησία του, τη σιωπή του, το φόβο του και τη μοιρολατρία του. Είδανε τιως η εθνική λευτεριά δεν έδωσε τίποτα καλύτερο στους σκλάβους, απ΄όσα κακά είχανε επί Τουρκίας. Οι φόροι γενήκανε βαρύτατοι (όπως ξαίρουμε όλοι μας. ο ελληνικός λαός φορολογείται περισσότερο απ' όλους τους λαούς του κόσμου. Ρεκόρ !) Τους είδανε ν' αφήνουνε το «λεύθερο» τόπο τους και να τρέχουνε στην άκρη της γης να φάνε μιά μπουκιά ψωμί; στο Σουδάν, στο Κόγκο, στο Τράνσβαλ, στην Αμέρικα. Και τα σπίτια τους να ρέβουνε πένθιμα σαν τάφοι λησμονημένοι!

Το ελληνικό κράτος αφού τους πιεί το αίμα με τις φορολογίες του και με τους «πατριωτικούς» πολέμους του, ύστερα τους παρατά στα χάλια τους. Χωρίς δρόμους , χωρίς φωτισμό ,χωρίς εκπαίδευση "λαϊκή" , χωρίς καμμιά κοινωνική πρόνοια. Και τους βάζει και στο κεφάλι τους έναν ενωματαρχη να κανονίζει κάθε φορά τή «λεύτερη γνώμη" τους στις εκλογές ανάλογα με το κομματικό καθεστώς , που κυβερνά. 
Είδανε ακόμα το μισό νησί να είνε κτήμα του μετοχιού (των καλογήρων του Αγίου Όρους). Κι είδανε ακόμα κάτι χειρότερο: το λαό να είναι έτσι αφιονισμένους από το καθεστωτικό ψέμα, που να φοβάται τους αληθινούς φίλους της λευτεριάς του και ν' ακουμπά με τυφλή εμπιστοσύνη απάνου στους οχτρούς του. Κι' είδανε ακόμη παραπέρα : πως το παράμερο αυτό νησάκι, το ξεχασμένο στη μέση της Ασπροθάλασσας, είτανε όλη η Ελλάδα. Η μικρογραφία της «λυτρωμένης» κεφαλαιοκρατικής Ελλάδας.
Αν τώρα ζούσε ο Δραγούμη και βρισκότανε στο λιμανάκι του Άη Στράτη την ώρα, που μας ξεφορτώνανε ελεεινούς καί βασανισμένους σαν αρνιά και μας έβλεπε εμάς τους παληούς_ του φίλους, και συναγωνιστές στο γλωσσικό αγώνα, τί στάση θα τηρούσε; Πώς θα μας έβλεπε και τί θα μας έλεγε; θα μας αναγνώριζε άραγες το δικαίωμα να πολεμάμε για το δικαίωμα να πολεμάμε για τη λευτεριά του λαού; Και θ' αναγνώριζε , πως η περίφημη αστική λευτεριά έδεσε τους πριν σκλάβους νησιώτες με βαρύτερες αλυσίδες; Όχι. Ο Δραγούμης θα είχε γίνει φασίστας. Όπως γίνανε οι επισημότεροι μαθητές του. Είπαμε πως ο Δραγούμης δεν ενδιαφερότανε για τη λευτεριά του λαού ,— για τη λευτεριά της τάξης του για τη λευτεριά την ατομική του .Εμάς θα μας θεωρούσε εχθρούς της Νίκης. Της Νίκης του. Ο λάτρης της υλικής δύναμης, ο θεωρητικός, που παραδεχότανε, πως οι άνθρωποι χωρίζονται σε λεύτερους και σε σκλάβους, σε δυνατούς κι' αδυνάτους, δεν θα παραδεχότανε, πως μπορεί να υπάρχουνε μονάχα λεύτεροι άνθρωποι στον κόσμο και πως μπορεί να προσφέρει ο καθένας τη δύναμή του  στη δύναμη του συνόλου.

Θα μας έβλεπε για εθνικούς αποστάτες .Για διαλυτικά στοιχεία . Αναγνώριζε  στον εαυτό του (στη τάξη του) το δικαίωμα "ν' αρπάζει ό,τι βρει μπροστά του  και του αρέσει"(αυτού σελ 55), "να γκρεμίζει  πύργους, κάστρα  και παλάτια και να ρημάζει  των νικημένων τους ναούς  και τα σπίτια"(αυτού σελ 54) μα θ'αρνιότανε σε μας το δικαίωμα όχι να γκρεμίζουμε , ν΄αρπάζουμε  και να ρημάζουμε , μα να τα πάρουμε  όλα τα καλά  του πολιτισμού  από τους κλέφτες  και να τα δώσουμε στο λαό , να δημιουργήσουμε έναν καινούριο  κόσμο καλύτερο  χωρίς μίση και χωρίς προνομιούχα ολιγαρχία. Και θα μας έλεγε: Μη σταματάτε στις λεπτομέρειες .Είστε μικρόψυχοι.Η αθλιότητα του λαού είναι  αναγκαία για να υψωθεί  το ηθικό του.Για να τον κάνει να ζητήσει  την ευτυχία του  στο σκλάβωμα άλλων λαών .Κι' έτσι να μεγαλώσει σε δύναμη και σε πλούτο. Τότε μονάχα θα χαρεί το μεγάλο αγαθό  της Νίκης που είναι ανώτερο κι' από τη ζωή κι' από το θάνατο. Κι' ύστερα θα διάταζε τους χωροφύλακες να μας ρίξουν δεμένους στη θάλασσα. Είτανε ο δυνατός! Ο προορισμένος από τη Μοίρα να βάζει πάνου από κάθε αλήθεια την ατομική του συνείδηση και την ατομική του θέληση του "υπερανθρώπου"! Έτσι μέσα σε τριάντα χρόνια δύο κόσμοι  αντίθετοι  έχουνε δημιουργηθεί. Ο ένας που πεθαίνει , κι' ο άλλος που ζητάει να ζήσει.Και για να σωθεί ο κόσμος ο παληός είναι ανάγκη να αφαιρεθούνε από το λαό κι' οι λίγες του προσχηματικές ελευθερίες .Είναι ανάγκη να γυρίσουμε στο μεσαίωνα.Να καίμε τα βιβλία. Να σπάζουμε τ΄αγάλματα των ηρώων του πνεύματος. Να δεσμέψουμε τη σκέψη των ανθρώπων .Να ρίξουμε τους λαούς τον ενα απάνου στον άλλο για ν' αλληλοσκοτωθούνε. Αυτή είναι η φασιστική "ιδεολογία" , το "φασιστικό" δίκηο". Η σωτηρία του πολιτισμού! Κι' αυτό αν γίνει, θα είνε ο τελευταίος σπασμός της αστικής βίας. Ο νέος κόσμος θα νικήσει. Ο λαός. Στο πείσμα κάθε αντίδρασης. Και θα τιμωρήσει τους ενόχους: τη διεφθαρμένη, την εγωιστική, την απάνθρωπη ολιγαρχία των εκμεταλλευτών του.  


(Εφημερίδα Ριζοσπάστης 8/2/36)

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΣ ΓΚΟΝΤΖΑΛΕΘ :Η ΚΛΟΠΗ ΤΟΥ ΙΣΠΑΝΙΚΟΥ ΧΡΥΣΟΥ


ΔΗΜ. Σ. ΣΟΥΤΖΟΥ
ΙΣΠΑΝΙΚΕΣ ΦΛΟΓΕΣ
Σελ.100
ΑΘΗΝΑ 1967
«Τις παραμονές του εμφυλίου πολέμου, διηγείται ο Καμπεσίνο[1], δούλευα και τότε σ' ένα γιαπί. Και ξέρεις ποιόν είχα εργοδηγό; Τον Ιμπαρούρι, ναι, τον σύζυγο της Ντολορές, της περιφήμου Πασιονάριας!»
Και σ' αυτό το όνομα ξεσπάει για μια στιγμή γιομάτος βιαιότητα κι' αγανάκτησι.
—«Αχ αυτή! Τι βρωμοθήλυκο! Το ξέρεις ότι την ξαναβρήκα στη Ρωσία το 1940! Είχε φροντίζει να φέρη τον εραστή της απ' την κατεχομένη Γαλλία με ένα χιτλερικό αεροπλάνο! Εξ αιτίας τέτοιων Ανθρώπων χάσαμε. Που τους ενδιέφερε περισσότερο να καλοπεράσουν, να πλουτίσουν και να τρώγωνται για την εξουσία παρά να βάλουν τα δυνατά τους για να συντρίψουν τον Φράνκο. Η μόνη επιχείρησις που είχαν επιτυχία ήταν η κλεψιά του Ισπανικού χρυσού. Ήμουνα εκεί. Αχ, τι αφελής που στάθηκα κείνη την εποχή! Ήταν τον Οκτώβριο του 1936. Ο δόκτωρ Νεγκρίν, τότε υπουργός των Οικονομικών της Κυβερνήσεως Καμπαλλέρο, είχε θελήσει να μεταφέρη το χρυσάφι της Τραπέζης της Ισπανίας σε μέρος ασφαλές. Ήταν φυσικά ένα μυστικό του Κράτους. Αλλά ο Ρόζεμπεργκ, ο σοβιετικός πρέσβυς (στη Μαδρίτη), oι πράκτορες της Νικαβεντέ στην Ισπανία και ο Χοσέ Ντιάζ, ο γενικός γραμματεύς του κομμουνιστικού κόμματος Ισπανίας, ήσαν επίσης εν γνώσει. Ο ίδιος ο Ντιάζ με κάλεσε και μου είπε:
—Εσυ θ' αναλάβης τη διεύθυνσι της επιχειρήσεως. Πρέπει νάχης τελειώσει μέσα σε δυο ώρες.
—Μήπως θα πρέπει να χρηοιμοποιήσω βία; τον ρώτησα.
—Όχι. Η επιχείρησις έχει πολύ καλά προπαρασκευαστή. Δεν θα χρειαστή.
Ο μόνος που θα μπορούσε να έχη αντιρρήσεις γι' αυτή τη «μεταφορά» ήταν ο διευθυντής της Τραπέζης. 'Ενας τίμιος δημοκράτης. Ο Νεγκρίν τον κάλεοε οε μια σύσκεψί που κράτησε τέσσαρες ώρες. Εν τω μεταξύ oι φύλακες αντικατασταθήκανε από δικούς μας ανθρώπους που φορώντας στολές φυλάκων, έβγαλαν το χρυσάφι από τα υπόγεια. Υπήρχαν 7.800 κιβώτια που φορτώθηκαν σε τριανταπέντε καμιόνια. Αφήοαμε τη Μαδρίτη στις 10 και 42'. Στην έξοδο της πόλεως η φάλαγγα των αυτοκινήτων σταμάτηοε. Διώξαμε τους πρώτους σωφεραίους. Τοποθετήσαμε κόκκινες σημαίες πάνω στα καμιόνια για να δείξουμε ότι τα οχήματα είναι φορτωμένα με εκρηκτικές ύλες. Έτσι, οι καινούργιοι οδηγοί που έφτασαν σχημάτισαν την εντύπωσι ότι μεταφέρουν δυναμίτες και η κίνησι συνεχίστηκε χωρίς απρόοπτα πάνω στο δρόμο της Καρθαγένης. Στη Γαλέτα τα κιβώτια τοποθετήθηκαν μέσα σέ μπαράγκες που χρησίμευσαν για εναποθήκευσι αποθεμάτων εκκρητικών υλών. Στις 25 Οκτωβρίου κομμουνιστές πυροβολητές τις φόρτωσαν σε ένα βαπόρι και πήραν την κατεύθυνσι της Οδησσού. Ήταν μια τεραστία κλεψιά εις βάρος του Ισπανικού λαού. Εκείνη την εποχή ούτε που το σκέφτηκα. Τώρα όμως, η ανάμνησι της συνενοχής μου με κάνει να συχαίνωμαι τον εαυτό μου».
Μένει για λίγο σιωπηλός με το πηγούνι ανάμεσα στα δυο του χέρια και συνεχίζει:
—«Δεν ήταν εξ άλλου η μόνη κλεψιά που έγινε εις βάρος του Ισπανικού Λαού.'Οταν ξανακατέλαβα τη Λερίντα μ' ένα τολμηρό εγχείρημα, ανεκάλυψα μέσα σε μια υπόνομο μια μεγάλη ποσότητα από χρυσάφι και τον καλύτερο ραδιοπομπό που καθώς φαίνεται υπήρχε σ' όλη την Καταλωνία. Χάρισα τον πομπό στο Λουίς Κομπανύς τον πρόεδρο της Καταλωνίας. Το χρυσό τον μετέφερε ο κομμουνιστής Ούγγρια με δυο καμιόνια, και με την εντολή να τον παραδώση στό Χοσέ Ντιάθ και στην Πασιονάρια. Αργότερα ο Χοσέ Ντιάθ μου είπε ότι μεταφέρθηκε στη Γαλλία και παραδόθηκε στο Μωρίς Τορέζ (τον αρχηγό του Κ.Κ. Γαλλίας). Κατά τις τελευταίες μάχες στην Καταλωνία, στο Καστίγιο ντε Φιγκουέρος, έξη καμιόνια με χρυσάφι σε ράβδους και με πολύτιμους λίθους φορτώθηκαν απ' τον ταγματάρχη Μανόλο, το δεξί χέρι του στρατηγού Λίστερ — ακόμα ένα ωραίο μούτρο επαναστάτη αυτός εκεί! — που στη Μόσχα αφού εβίασε πέντε Ισπανίδες πρόσφυγες, τις κατήγγειλε σαν φασίστριες για να μην μπορέσουν να πιάσουν τα παράπονα τους. Τα τέσσαρα απ' τα έξη καμιόνια της "Φιγκουέρας, πέρασαν επίσης στη Γαλλία, θα πρέπει να εξασφαλίσουν στο Βιγιασαντέθ άνετα γεράματα. Α, τι βρωμιά! Τι βρωμιά! . . .».

[1] Από τη συνέντευξη που παραχώρησε στον Φρανσουά Μπρινιώ για το περιοδικό "Ιστορία για όλους" στα 1961. Ο Βαλεντίνος Γκοντζάλεθ με το προσωνύμιο Καμπεσίνο (χωριάτης) ήταν ο  "Κόκκινος " Στρατηγός της "Δημοκρατικής Ισπανίας"  που μετά το τέλος του Εμφυλίου πολέμου κατέφυγε στη ΄Γαλλία .

Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ 22 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1945


Για τρεις ολόκληρες εβδομάδες ο Σοβιετικός Στρατάρχης Ζούκωφ  ονειρευόταν να συνδέσει τη 22 Απριλίου, 75η επέτειο των γενεθλίων του Λένιν, [1]  με ένα προσωπικό του θρίαμβο, ανεπανάληπτο: Την εκπόρθηση του Βερολίνου. Στη πραγματικότητα όμως, η γερμανική αντίσταση, κύρια στα υψώματα του Seelow έχει   οδηγήσει σε μια σειρά από μοιραίες καθυστερήσεις που πρακτικά οδηγούν στην ανατροπή του τόσο φιλόδοξου χρονοδιαγράμματος. Εκείνη τη Κυριακή 22 Απριλίου τα σοβιετικά κανόνια μπορούν να στέλνουν τις οβίδες τους στο κέντρο του Βερολίνου αλλά τα τεθωρακισμένα και πεζοπόρα τμήματα βρίσκονται ακόμα στη περιφέρεια της Πρωτεύουσας ατενίζοντας μια απέραντη θάλασσα από ερείπια όπου ο αγώνας μέχρι τη τελική νίκη προβλέπεται σκληρός και ίσως  αμφίρροπος.
Στο Καταφύγιο της Καγκελαρίας, από νωρίς το πρωί, το κυρίαρχο θέμα που μονοπωλεί το ενδιαφέρον όλων είναι η τύχη της προσπάθειας του Στρατηγού Steiner [2] να διασπάσει και να καταστρέψει το βραχίονα που ο Σοβιετικός Στρατάρχης προεκτείνει μεθοδικά ,  βόρεια της Πρωτεύουσας με δυτική κατεύθυνση[3]. Οι ώρες κυλούν βασανιστικά αργά μέσα σε μια δίχως προηγούμενο σιωπή.  Η  πρώτη αισιόδοξη πληροφορία έρχεται μέσα από το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της γραμμής  ο Heinrich Himmler [4], διαβεβαιώνει ότι η επίθεση είναι σε πλήρη εξέλιξη. Σχεδόν ταυτόχρονα η είδηση διαψεύδεται. Από  το Επιτελείο της Λουφτβάφφε διαβεβαιώνουν ότι μέχρι στιγμή τουλάχιστον, η επίθεση του Steiner δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί [5].  Όλο αυτό το διάστημα  ο Steiner, καλύπτεται πίσω από μια ένοχη σιωπή.
Ο  Steiner  σιωπά,  ο Στρατηγός Heinrici αντίθετα δεν παύει να προειδοποιεί μέχρι φορτικότητας για την άσχημη τροπή των πολεμικών πραγμάτων στον Όντερ. Η 9η Στρατιά του Στρατηγού Theodor Busse[6]  έχει πλέον χάσει τη συνοχή της  και αποσυντίθεται με γρήγορους ρυθμούς . Το LVI Panzer Corps που λίγες ώρες πριν υπερασπιζόταν τα υψώματα του Seelow φαίνεται να υποχωρεί προς τη Πρωτεύουσα [7] χάνοντας μοιραία την επαφή με το 11 Σώμα Αρμάτων Waffen SS [8].
Από αυτό το κενό οι ταχυκίνητες δυνάμεις του 1ου Λευκορωσικού μετώπου ορμούν προς τη γερμανική Πρωτεύουσα . Πρώτος  σταθμός πάνω στο χάρτη  είναι το Στράουσμπεργκ [9] τριανταπέντε μόλις χιλιόμετρα μακρυά από την καινούργια Καγκελαρία. 
Ο Heinrici δεν υπερβάλει. Η κατάσταση της 9ης Στρατιάς είναι παραπάνω από  κρίσιμη. Είναι απελπιστική. Ολόκληρη η  αριστερή της πτέρυγας. βρίσκεται σε κίνηση βορειοδυτικά προς Eberswalde[10]  και νοτιοδυτικά προς Furstenwalde [11] . Την ίδια ώρα στη δεξιά πτέρυγα η 5η Ορεινή Μεραρχία SS [12] που εξακολουθεί να παραμένει καθηλωμένη πάνω στο ποτάμι απέναντι από τη Φραγκφούρτη, την οποία υπερασπίζεται ο Συνταγματάρχης  Bieler [13]  απειλείται με κύκλωση από τις δυνάμεις του Κόνιεφ  Τα στρατεύματα αυτά  που είχαν περάσει το Σπρέα βόρεια του  Hoyerswerde έχουν ήδη προωθηθεί  μέχρι το τομέα της 4ης Στρατιά Αρμάτων , στην αριστερή πτέρυγα της Ομάδας Στρατιών "ΚΕΝΤΡΟ"[14] . Η αδυναμία της 4ης Στρατιάς να συγκρατήσει τη σοβιετική επίθεση δημιουργεί μια μη αναστρέψιμη κατάσταση. Η  κύκλωση της 9ης Στρατιάς και μέρους της 4ης Στρατιάς Αρμάτων είναι υπόθεση λίγων ωρών. 
Ο στρατηγός Κρέμπς αναγνωρίζει το κίνδυνο που διατρέχει ολόκληρη η δεξιά πτέρυγα της 9ης Στρατιάς  αλλά διστάζει να διατάξει  τη σύμπτυξη της ενεργώντας  ενάντια στις διαταγές του Führer  . Αντί για υποχώρηση προτείνει στο Heinrici μια εναλλακτική ενδιάμεση λύση. Ο Busse όφειλε διατηρώντας τις θέσεις της στο ποτάμι  να επιχειρήσει με μέρος των δυνάμεών του επίθεση προς νότο πάνω στον άξονα προέλασης του Κόνιεφ ,να διασπάσει το κλοιό και να συνενωθεί με τις δυνάμεις του Στρατάρχη Ferdinand Schörner . Ο Busse απορρίπτει τη πρόταση[15]. Δεν διαθέτει τις αναγκαίες δυνάμεις για να το επιχειρήσει[16]. 
Στις 11 το πρωί για δεύτερη φορά, ο Heinrici καλεί το Κρεμπς στο τηλέφωνο. «­ Αν δεν δοθεί τώρα αμέσως η διαταγή αναδίπλωσης η 9η Στρατιά ως το βράδυ δεν θα υπάρχει.» 
Ο Κρέμπς τον διαβεβαιώνει ότι αυτό που δεν τολμά να κάνει ο Busse από βορρά σκοπεύει να το επιχειρήσει ο Schörner από νοτιοδυτικά. Ο Heinrici δεν πιστεύει ότι παρόμοια προσπάθεια μπορεί να έχει αίσιο τέλος. Μια επίθεση παρομοίων διαστάσεων χρειάζεται προετοιμασία ημερών. Δεν μπορεί να γίνει σε τόσο στενά περιορισμένα χρονικά πλαίσια[17]. 
Στις 12.30 καινούριο τηλεφώνημα του Heinrici . Η κατάσταση έχει χειροτερέψει η κύκλωση της Στρατιάς είναι υπόθεση λίγων ωρών. 
-Με καθηλώνετε εδώ την ώρα που μου λέτε ότι πρέπει να κάνω κάθε τι το δυνατό για να αποτρέψω τη ντροπή να εγκλωβιστεί ο Führer στο Βερολίνο Ενάντια στη θέλησή μου και παρά το γεγονός ότι ζήτησα την απαλλαγή μου από τα καθήκοντά μου ,με εμποδίζετε να χρησιμοποιήσω τις μοναδικές δυνάμεις που μπορώ ακόμα να χρησιμοποιήσω για τη προστασία του Führer και του Βερολίνου. [18]
Στις 14.50 λίγο πριν ξεκινήσει η μεσημεριανή στρατιωτική σύσκεψη ο Κρεμπς τηλεφωνεί στο Heinrici τα πρώτα καλά νέα . Ο Führer  εγκρίνει τελικά μια έστω και μερική σύμπτυξη της 9ης Στρατιάς. Η Φραγκφούρτη θυσιάζεται για να σωθούν ο συνταγματάρχης Bieler[19] και οι άνδρες της Φρουράς που περνούν κάτω από τις διαταγές του Busse. Πρόκειται για μια συνετή ενέργεια που αποφασίζεται πολύ αργά.. Ο Κόνιεφ έχει ήδη διασπάσει τις γραμμές της 4ης Στρατιάς Αρμάτων και κινείται δυτικά προς το Βερολίνο..... Σαν να μη φτάνει αυτό, στην άλλη άκρη του Μετώπου , ανάμεσα σε Stettin και Schwedt, το 2ο Μέτωπο Λευκορωσίας του Konstantin Rokossovsky προετοιμάζεται να διευρύνει τη πριονιά του Ζούκωφ επιτιθέμενο στο Βόρειο άκρο της Ομάδας Στρατιών του Βιστούλα το τομέα της 3ης Στρατιάς Αρμάτων του Hasso von Manteuffel. 
Στο Μπούνκερ η ατμόσφαιρα είναι καταθλιπτική. Ο Führer  είναι πια σκιά του εαυτού του, η κέρινη όψη του προσώπου του αποτυπώνουν την ένταση των τελευταίων ωρών. Δίνει την εικόνα του παθητικού ακροατή, αποφεύγει τους σχολιασμούς και δύο φορές μάλιστα ,όπως θα θυμηθεί ο Keitel, εγκαταλείπει την αίθουσα συσκέψεων καταφεύγοντας για λίγο στο προσωπικό του διαμέρισμα[20]. Η ενημέρωση του Κρεμπς μιλά για καταστροφές. Στα ανατολικά προάστια ανάμεσα σε Lichtenberg και Neukolln .έχουν ήδη ξεκινήσει οι οδομαχίες.  .Πίεση ο εχθρός ασκεί  και βόρεια  του Βερολίνου παρά το γεγονός ότι ο Heinrici  κρατά ακόμα τις δύο πλευρές του Eberswalde πάνω στον Oder . 
Στις 3.00 η ώρα το απόγευμα δεν υπήρχαν ακόμη νέα. Τότε άρχισε η σύσκεψη. Ο Μπόρμαν, ο Μπούργκντορφ, ο Κάιτελ, ο Γιοντλ και ο Κρεμπς, καθώς και οι στενογράφοι Χέργκεζελ και Χάγκεν ήταν παρόντες. Ο Νταίνιτς απουσίαζε. Είχε μεταφερθεί μαζί με το επιτελείο του στα νέα γραφεία του στο Πλαιν στο Σλέσβιχ --Χόλσταϊν, αφήνοντας στο Καταφύγιο μόνο ένα στρατιωτικό σύνδεσμο, το ναύαρχο Βος. Ο Βος, μαζί με άλλους δύο στρατιωτικούς συνδέσμους, τους Χέβελ και Φέγκελαϊν, καθώς κι άλλους υπασπιστές και λοιπούς, παρέμεναν στο παρασκήνιο, έτοιμοι να πάρουν μέρος στη σύσκεψη εφόσον τους εζητείτο. 0 στρατηγός Κόλερ και επικεφαλής του επιτελείου του Γκαίρινγκ δεν ήταν εκεί. Ήταν απασχολημένος με το να δίνει διαταγές, «και όπως και να έχει», είπε παραπονούμενος, «δε θα μπορούσα ποτέ να ανεχθώ να με προσβάλουν όλη την ημέρα». Ως εκ τούτου είχε κανονίσει να μιλήσει εξ ονόματος του ο στρατηγός Κρίστιαν. Η σύσκεψη ξεκίνησε με τις συνήθεις αναφορές στην κατάσταση στο μέτωπο από τους Κρεμπς και Γιοντλ. Ως συνήθως η κατάσταση ήταν δυσμενής, αλλά όχι και ανέλπιστη. Τότε έφτασαν και τα νέα από την επίθεση Στάινερ. Δεν είχε πραγματοποιηθεί ποτέ. Δε είχε συμβεί τίποτα. Παρά τα περίπλοκα σχέδια και τις φρικτές απειλές, η Λουφτβάφε δεν είχε κινητοποιηθεί. Δεν είχε ληφθεί καμία διαταγή από το Στάινερ. Αυτές τις αρνητικές εξελίξεις, ακολούθησαν αναφορές για μεγάλα πλήγματα. Καθώς οι στρατιώτες είχαν αποσυρθεί για να βοηθήσουν το Στάινερ στο νότο, οι Σοβιετικοί είχαν προελάσει στα βόρεια προάστια, και οι ένοπλες εμπροσθοφυλακές τους είχαν πλέον εισχωρήσει στην πόλη του Βερολίνου.[21] 
Γύρω στις 5 το απόγευμα ο Krebs βγαίνει από την αίθουσα συσκέψεων για να μιλήσει τηλεφωνικά με το Heinrici  και να τον ενημερώσει για τις τελευταίες εξελίξεις. Ο Φύρερ αποδεσμεύει τη 12η Στρατιά του Wenck από το Δυτικό Μέτωπο και τη στρέφει προς τη Πρωτεύουσα[ 22] .
Ήταν μια καταπληκτική είδηση . Ο Χαινρίτσι σχολίασε ΄ξερά:" Θα είναι ευπρόσδεκτοι." Αλλά η διαταγή γενικής σύμπτυξης δεν είχε φτάσει ακόμα. Παρά το γεγονός ότι τα στρατεύματα του Μπούσε είχαν κυκλωθεί , ο Χαινρίτσι είχε τη βεβαιότητα ότι  ήταν ακόμα ισχυρά να αρχίσουν να μετακινούνται δυτικά. Όταν ο Κρεμπς του έδωσε τη πληροφορία που αφορούσε το Βενκ -για τον οποίο ο Χαϊνρίτσι δεν είχε ποτέ ακούσει να μιλούν πριν από εκείνη τη στιγμή.-δημιουργήθηκε μια καινούρια δυνατότητα."Η είδηση άνοιγε παράθυρο στην ελπίδα "είπε ο Heinrici  αργότερα , ότι ύστερα από όλα αυτά η 9η Στρατιά μπορούσε ακόμα να ξεφύγει από τη δύσκολη θέση της" Ο Χαϊνρίτσι κάλεσε το Μπούσε "Μόλις μου είπε ο Κρεμπς ότι η στρατιά του Βενκ θα κάνει στροφή και θα βαδίσει προς τη δική σου διεύθυνση" είπε. Έδωσε εντολή στο Μπούσε να κινητοποιήσει τις ισχυρότερες από τις μεραρχίες του για να διασπάσει τις ρωσικές γραμμές και να στραφεί δυτικά προς τη κατεύθυνση του Βενκ. Ο Μπούσε διαμαρτυρήθηκε λέγοντας ότι κάτι τέτοιο θα του στερούσε το κύριο όγκο των δυνάμεών του. αλλά ο Χαϊνρίτσι ήταν στα όρια της υπομονής του"Αυτές είναι οι διαταγές για την 9η Στρατιά "τον διέκοψε με ψυχρό ύφος "Στείλε μία μεραρχία να διευθετήσει την επαφή με το Βενκ." Είχε κουραστεί να συζητά[23]. 

Στο μεταξύ στην αίθουσα των συσκέψεων η ατμόσφαιρα εξακολουθεί να είναι βαριά. Οι αναφορές που εξακολουθούν να φτάνουν από τα διάφορα μέτωπα είναι στη πράξη ένας μακρύς κατάλογος καταστροφών. Στη διάρκεια της σύσκεψης αυτής  αποσαφηνίζεται και η τύχη της  επίθεσης Στάινερ.[24] Μια θλιβερή πραγματικότητα αποκαλύπτεται.Η επίθεση Στάινερ δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Οι Σοβιετικοί ανενόχλητοι σφίγγουν το κλοιό γύρω από τη Πρωτεύουσα. 
Ο Χίτλερ έγινε έξαλλος. Μαινόμενος φώναζε πως τον είχαν εγκαταλείψει. Επέπληξε το στρατό, απεκάλεσε τους πάντες προδότες κι έκανε λόγο για μια συνολική προδοσία, αποτυχία, διαφθορά και ψεύδη. Έπειτα, καταβεβλημένος  δήλωσε πως το τέλος είχε φτάσει. Επιτέλους, και για πρώτη φορά, παραδέχτηκε ότι απέτυχε στην αποστολή του. Όλα είχαν τελειώσει. Το Τρίτο Ράιχ είχε αποτύχει και ο εμπνευστής του δεν είχε πια τίποτε άλλο να κάνει παρά να πεθάνει. Οι αμφιβολίες του είχαν πια διαλυθεί. Δε θα πήγαινε προς το νότο. Όποιος επιθυμούσε να το κάνει ήταν ελεύθερος. Αυτός, όμως, θα παρέμενε στο Βερολίνο μέχρι το τέλος. Οι στρατηγοί, οι πολιτικοί, όλοι προέβαλαν ενστάσεις σχετικά με απόφαση του αυτή. Του υπενθύμιζαν τις θυσίες του παρελθόντος οι οποίες δεν είχαν γίνει μάταια. Τόνισαν πως οι Στρατιωτικές μονάδες του Σέρνερ και του Κέσελρινγκ ήταν ακόμη ανέπαφες. Τον διαβεβαίωναν πως δεν υπήρχε λόγος να απελπίζεται και γι' άλλη μια φορά τον εκλιπάρησαν να εγκαταλείψει παραχρήμα το Ομπερσάλτσμπεργκ προτού να ήταν πολύ αργά. 0 Φέγκελαϊν τηλεφώνησε στο Χίμλερ, ο Βος στον Νταίνιτς και οι Χίμλερ και Νταίνιτς τον παρότρυναν να σκεφτεί πάλι, υποσχόμενοι πως θα έστελναν ολόκληρο το Πολεμικό Ναυτικό και τα στρατεύματα των SS που είχαν στη διάθεση τους προς βοήθεια του Βερολίνου. Ο Ρίμπεντροπ τηλεφώνησε στο Καταφύγιο αφήνοντας ένα μήνυμα για το Χίτλερ. Όπως έλεγε, είχε σοβαρούς λόγους να ελπίζει σε κάποιο  διπλωματικό ελιγμό ο οποίος θα τακτοποιούσε τα πάντα. Χίτλερ, όμως, αρνήθηκε να τον ακούσει. Ακόμα και ο δεύτερος Βισμαρκ ήταν πλέον ανίκανος να τον μεταπείσει. 0 Χίτλερ επανέλαβε πως θα παρέμενε στο Βερολίνο και θα αναλάμβανε προσωπικά την άμυνα της πόλης. Διέταξε να εκδοθεί ανακοινωθέν προς λαό του Βερολίνου πληροφορώντας τον ότι εκείνος βρισκόταν Βερολίνο, ότι δε θα εγκατέλειπε την πόλη κι ότι θα την υπερασπιζόταν μέχρι το τέλος. Την επόμενη ημέρα τα νέα έκαναν το γύρο του κόσμου. Το Βερολίνο και η Πράγα, είπε το γερμανικό ραδι­όφωνο, ήταν τα απαραβίαστα προπύργια του Ράιχ, και ο Χίτλερ και ο Γκαίμπελς, ο Φύρερ και ο Περιφερειάρχης του θα παρέμεναν στο Βερολίνο μέχρι το τέλος.[25]




Υποσημειώσεις:

[1]Влади́мир Ильи́ч Улья́нов, γνωστότερος ως Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν (22 Απριλίου 1870 – 21 Ιανουαρίου 1924).
[  8]
[20]Στρατάρχης Keitel: In the service of the Reich (Εκδότης  Walter Görlitz) σελ. 235 
[21]Hugh Trevor-Roper ΧΙΤΛΕΡ Οι τελευταίες μέρες 1945 σελ  219-220
[23]Cornelius Ryan : L' ultima battaglia Garzanti 1971 σελ 347-8
[25]Hugh Trevor-Roper ΧΙΤΛΕΡ Οι τελευταίες μέρες 1945 σελ  220-221
















Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ 22 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1945-2

Προηγούμενο

Η κλειστή πόρτα της αίθουσας συσκέψεων δεν είναι δυνατό να συγκρατήσει  το ξέσπασμα  του Φύρερ όση ώρα κατηγορεί τους στρατηγούς του για προδοσία, ομολογώντας ουσιαστικά, ότι το τέλος είναι  πολύ κοντά. Όλοι όσοι βρίσκονται στο προθάλαμο έχουν τη δυνατότητα να διαμορφώσουν πλήρη σχεδόν εικόνα των όσων συζητούνται στη διπλανή αίθουσα. Κάποια στιγμή η πόρτα ανοίγει, ο κόσμος αρχίζει να βγαίνει από μέσα και η συσσωρευμένη ένταση της αίθουσας διαχέεται ανεξέλεγκτα παντού γεμίζοντας με απόγνωση τους έγκλειστους του καταφυγίου  στρατιωτικούς και πολίτες. Οι αποσπασματικές περιγραφές συναισθηματικά φορτισμένες με αποκορύφωμα την  απόφαση του Φύρερ να υπερασπιστεί τη Πρωτεύουσα μέχρι τέλους γίνονται το μοναδικό θέμα συζήτησης και οι πρώτες αναφορές  αρχίζουν να ταξιδεύουν μέσα από τα τηλεφωνικά καλώδια.[1] Από τους πρώτους ο  Fegelein καλεί τηλεφωνικά το Himmler για να αναφέρει. Με τη σειρά του, ο αναστατωμένος για τα όσα πληροφορείται Ράιχσφφύρερ τηλεφωνεί αμέσως στο Χίτλερ και τον ικετεύει  να μην χάσει τις ελπίδες του. Ο ίδιος υπόσχεται να του στείλει αμέσως επίλεκτα στρατεύματα  SS. 
Ο Κάιτελ παραμένει στην αίθουσα . Ακολουθώντας όλους τους τύπους ζητά  την άδεια να αναφερθεί στο Φύρερ στα πλαίσια μιας άτυπης αλλά σύντομης ακρόασης παρουσία του Γιοντλ. Ο Χίτλερ συγκατατίθεται και η πόρτα ξανακλείνει. 
Παίρνοντας το λόγο και χρησιμοποιώντας τη γλώσσα και τη λογική του στρατιώτη, ο Κάιτελ επιχειρεί , αφήνοντας  στην άκρη το παρελθόν να αναδείξει τα βασικά προβλήματα που προκύπτουν από την απόφαση του Φύρερ να παραμείνει και να δώσει τη μάχη του υπερασπιζόμενος τη πρωτεύουσα του Ράιχ. Παραδέχεται ότι το Βερολίνο από μία άποψη καθαρά στρατιωτική, είναι καταδικασμένο, μια που οι όποιες δυνάμεις γύρω από αυτό δεν έχουν ούτε το χρόνο ούτε τα μέσα να αποτρέψουν τη κύκλωση που μεθοδεύει ο εχθρός.Το Βερολίνο δεν μπορεί να θεωρηθεί οχυρό ούτε διαθέτει την υποδομή να αντέξει σε μια πολιορκία. Πριν λοιπόν το Βερολίνο μεταβληθεί σε ένα πραγματικό πεδίο μάχης συσσωρεύοντας περισσότερα ερείπια, περισσότερη δυστυχία και περισσότερους νεκρούς πρέπει να επιταχυνθούν οι διαδικασίες για το τερματισμό του πολέμου. Αυτές οι διαδικασίες δεν μπορούν να ξεκινήσουν όσο ο Φύρερ παραμένει στη Πρωτεύουσα διατρανώνοντας τη θέλησή του να δώσει εκεί τη τελευταία μάχη.  Το πρώτο δίλημμα που αναφύεται μέσα σε στενά χρονικά πλαίσια είναι αδυσώπητο . Πρέπει ή όχι να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις με τον εχθρό; Και αν ναι από που θα πρέπει να ξεκινήσουν; Από το  Βερολίνο ή από το Berchtesgaden
Ο Φύρερ τον διακόπτει:
 Όπως είχε συμβεί πολύ συχνά στο παρελθόν, ο Χίτλερ με διέκοψε λίγο μετά τα πρώτα μου λόγια και είπε: «Γνωρίζω ήδη τι θα μου πείτε:« Η απόφαση πρέπει να ληφθεί τώρα! »Έχω ήδη αποφασίσει: Ποτέ δεν θα εγκαταλείψω το Βερολίνο. Θα υπερασπιστώ την πόλη μέχρι τη τελευταία μου  πνοή . Είτε θα διευθύνω  τη μάχη για την πρωτεύουσα του Ράιχ - στη περίπτωση που ο Wenck θα  συγκρατήσει  τους Αμερικανούς πίσω από τις πλάτες  μου πετώντας τους  πίσω στον Έλβα - ή θα χαθώ  με τα στρατεύματά μου στο Βερολίνο, υπερασπιζόμενος το σύμβολο του Ράιχ! [2]
Του είπα  ξεκάθαρα -συνεχίζει ο Κάιτελ ότι κάτι τέτοιο  ήταν τρέλα και ότι στην παρούσα κατάσταση ήμουν υποχρεωμένος να του ζητήσω να πετάξει μαζί μου,εκείνη την ίδια νύχτα στο Berchtesgaden γιατί μόνο με το τρόπο αυτό μπορούσε να διασφαλιστεί η συνέχεια της διοίκησης του Ράιχ και των ενόπλων δυνάμεων - κάτι που δεν μπορούσε να εξασφαλιστεί αν έμενε στο Βερολίνο, όπου οι επικοινωνίες μπορούσαν να αποκοπούν ανά πάσα στιγμή. Ο Führer εξήγησε: "Δεν υπάρχει καμία δέσμευση που  σας εμποδίζει να πετάξετε αμέσως στο Berchtesgaden. Αντίθετα σας διατάζω να τι κάνετε.[3]
Ο Κάιτελ αρνείται . 
-Δεν πρόκειται να φύγω για το Berchtesgaden δίχως εσάς. 
Ο Χίτλερ επιμένει στην αρχική του απόφαση. Αναγνωρίζει ωστόσο ότι η παραμονή του στο Βερολίνο μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στη διοίκηση των στρατευμάτων που ακόμα πολεμούσαν γι αυτό καλεί το Κάιτελ μαζί με το Γιοντλ και το Μπόρμαν να φύγουν αμέσως για το Berchtesgaden όπου ο Κάιτελ θα αναλάβει αμέσως την ηγεσία των ενόπλων Δυνάμεων και ο Γκαίριγκ  που ήδη βρισκόταν εκεί , με όλο το κύρος που το έδινε ο τίτλος του εκπροσώπου του Φύρερ θα διευθετήσει τα πολιτικά θέματα. «Επτά χρόνια, διαμαρτυρήθηκε ο Κάιτελ δεν έχω αρνηθεί ούτε μια φορά να υπακούσω μία σας διαταγή' όμως αυτή τη διαταγή  δεν θα την εκτελέσω. Δεν μπορείτε να εγκαταλείψετε την Βέρμαχτ αυτή τη στιγμή. [4]
Όμως ο Χίτλερ, αυτός ο κουρασμένος ψυχικά και σωματικά ηγέτης είναι αμετάπειστος. 
-Έχω ήδη πάρει την απόφασή μου . Δεν πρόκειται να εγκαταλείψω το Βερολίνο. H θα νικήσω αυτή την μάχη για τη πρωτεύουσα του Ράιχ ή θα πέσω σαν σύμβολο του Ράιχ. .....
Φαίνεται ότι κατά τη διάρκεια εκείνης της συζήτησης  ο Φύρερ εΙπε: 
«-Όταν θα φθάσουμε σε διαπραγματεύσεις ο Γκαίριγκ είναι σε θέση να τα καταφέρει καλύτερα από μένα.»[5]
Η φράσις του αυτή αποτελεΙ τον ακρογωνιαίο λίθο της «προδοσίας» του αρχηγού της Λουφτβάφφε. 
«Ο Χίτλερ δήλωσε ότι θα παρέμενε στο Βερολίνο, ότι θα αναλάμβανε την άμυνα, και ότι την τελευταία στιγμή θα αυτοκτο­νούσε.  Εξ αιτίας της φυσικής του ακαταλληλότητας δεν ήταν σε θέση να λάβει  μέρος στις μάχες ούτε είχε πρόθεση να κάνει  κάτι τέτοιο, μια που δεν μπορούσε να διατρέξει το κίνδυνο  να πέσει  στα χέρια του εχθρού. Όλοι εμείς προσπαθήσαμε να τον μεταπείσουμε προτείνοντας ακόμη να αποσυρθούν στρατεύματα από το Δυτικό μέτωπο ώστε να αυξηθούν οι πιθανότητες άμυνας στην  Ανατολή. Όμως η απάντησή του ήταν η ίδια πάντα: ότι τα πάντα κατέρρεαν, ότι και να γινόταν, και ότι δεν  μπορούσε πλέον να κάνει τίποτα. Σε απάντηση της παρατήρησης που έκανε ένας από μας  ότι κανένας στρατιώτης  δεν ήθελε να πολεμήσει για τον Στρατάρχη, ο Φύρερ επανέλαβε. - Τι σημαίνει δεν θα πολεμήσει; Οι πιθανότητες για μάχες είναι ελάχιστες πλέον και αν πρόκειται για διαπραγματεύσεις ο στρατάρχης μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα από μένα.»[6]
Ο Στρατάρχης Κάιτελ δεν παραιτείται από τις προσπάθειές του. Ο άνθρωπος που δεν τόλμησε ποτέ να πει ένα όχι στο Φύρερ τώρα επιμένει.[7] Η κύρια επιδίωξή του είναι να βγάλει έξω από το Βερολίνο το Φύρερ και αυτό γίνεται φανερό. Μπροστά στην αντίδραση που συναντά , καταφεύγει σε μια συμβιβαστική πρόταση. Μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση το ταξίδι του στο Berchtesgaden αναβάλλεται. Ο ίδιος θα επιχειρήσει μέσα στις επόμενες ώρες να επισκεφτεί το στρατηγείο του Wenck , με σκοπό να τον απαλλάξει από κάθε προηγούμενη διαταγή και να τον στρέψει προς το Βερολίνο, ενισχυόμενος στη πορεία του και με τα υπολείμματα της 9ης Στρατιάς που πολεμούν ακόμα νότια της πόλης. Ο ίδιος αναλαμβάνει επιπλέον  την υποχρέωση να επιστρέψει στο Βερολίνο την επομένη και να του αναφέρει προσωπικά την εξέλιξη της επιχείρησης.
Ο Κάιτελ , όπως και οι περισσότεροι Στρατηγοί αγνοούν ότι η Πρωτεύουσα έχει ήδη κυκλωθεί από τον εχθρό που ήδη ελέγχει τις  κεντρικές αρτηρίες  Βερολίνο -Δρέσδη,Βερολίνο- Στεττίνο και Βερολίνο -Stralsund ....  [ 8]


 Μετά από την θυελλώδη εκείνη στρατιωτική σύσκεψη ο Χίτλερ αναζητά λίγη ηρεμία. Καλεί τηλεφωνικά το Γκαίμπελς στο Υπουργείο εκφράζοντας την επιθυμία να τον επισκεφτούν η γυναίκα και τα παιδιά του και στη συνέχεια ζητά να συναντήσει   τις  γραμματείς του, που παρέμεναν ακόμη στο μπούνκερ. τη Gerda Christian και τη Traudl Junge καθώς και την διαιτολόγο του Constanze Manzialy. Παρουσία της Εύας Μπράουν τις διατάσσει:
-Κυρίες ετοιμασθείτε γρήγορα. Σε μια ώρα ένα αεροπλάνο θα σας παραλάβει για να σας μεταφέρει στο Νότο. Το παν έχει χαθεί, οριστικά έχει χαθεί.Μεγάλη σιωπή. Έπειτα η Εύα Μπράουν τον πλησιάζει και του λέει:
-Το ξέρεις πολύ καλά ότι εγώ παραμένω μαζί σου. Γιατί ζητάς λοιπόν να με διώξεις; Οι Γραμματείς και η μαγείρισσα συμφώνησαν δίχως πρώτα να συνεννοηθούν. 
-Θα παραμείνουμε εδώ . Ο Χίτλερ επιμένει : «Σας διατάζω να φύγετε». Αυτές κούνησαν αρνητικά το κεφάλι. Ο Χίτλερ πήρε μέσα στα χέρια του τα δικά τους χέρια και παρατήρησε:
-Αν οι στρατηγοί μου ήσαν γενναίοι όπως και σεις...[9]
Από εκείνη την στιγμή και μετά κανείς δεν άκουσε τον Χίτλερ να κάνει σαρκαστικά σχόλια για τις «αμαζόνες» του οι οποίες ανέβαιναν κάθε μέρα στον κήπο της Καγκελαρίας για τις καθιερωμένες ασκήσεις σκοποβολής που είχαν σαν εύκολο στόχο τα λαμπιόνια του Σπέερ. Ούτε δυσανασχετούσε με την σκέψη, ότι την στιγμή που οι στρατηγοί του το έβαζαν στα πόδια μερικές γυναίκες θα έμεναν να πεθάνουν στο πλευρό του...... 

Λίγο μετά τις 5 η κυρία Γκαίμπελς φθάνει στο καταφύγιο με τα παιδιά. Κάθε φορά που τα παιδιά επισκέπτονταν το θείο Άντι δεν έκρυβαν τον ενθουσιασμό τους κυρίως  για τη σοκολάτα , το κέικ και τα άλλα γλυκίσματα που υπήρχαν πάντα σε αφθονία εκεί. Φυσικά δεν έλλειπαν και τα δώρα. Γι αυτό  κάθε φορά που επισκέπτονταν τον Φύρερ η μητέρα τους προνοητικά τα συμβούλευε(ακόμη και τώρα που γνωρίζει πόσο κοντά ήταν το τέλος) 
-Όλοι θα δεχθείτε ένα μόνο δώρο'  τίποτα άλλο πέρα από αυτό......[10 ]
Αργά το απόγευμα , ο Φύρερ ασχολεiται προσωπικά με τα έγγραφα του αρχείου του. Διαλέγει εκείνα που πρέπει να καταστραφούν και  δίδει εντολή σε ένα αξιωματικό των S.S. να τα κάψει. [11] 
Έξω τα σοβιετικά στρατεύματα κολυμπούν σε μια θάλασσα από ερείπια , όπου από κάθε σημείο παραμονεύει ο θάνατος. Το πυροβολικό ξεκαθαρίσει τους δρόμους από τα οδοφράγματα, και συγκεντρώνουν την φωτιά τους πάνω στα ετοιμόρροπα κτίρια από τα οποία  Γερμανοί εξακολουθούν να αντιστέκονται. Τα μέρη της Καγκελαρίας που εξείχαν από το έδαφος μετατρέπονται σε ένα σωρό θλιβερών ερειπίων
Την ίδια ώρα  πάνω στους τοίχους του ελεύθερου ακόμη τμήματος του Βερολίνου τοιχοκολλείται η ακόλουθη προκήρυξη του Γκαίμπελς


« Η πόλις του Βερολίνου θα υπερασπισθεί μέχρι και του τελευταίου. Πολεμήσατε για τις γυναίκες σας, για τα παιδιά σας, τις μητέρες σας με φανατική επιμονή. Θα αντισταθούμε. Η μεγάλη επίθεση των Μπολσεβίκων ενάντια στη πρωτεύουσα του Ράιχ είναι σε πλήρη εξέλιξη. Παρ’ όλες τις βαριές απώλειες που υπέστησαν στον Oder εξαιτίας των ηρωικών μας μεραρχιών και των ταγμάτων VoIksturm, παρ’ όλη την θυσία των πολεμιστών μας δεν στάθηκε δυνατό, να εμποδισθεί ο εχθρός να προχωρήσει περισσότερο, φθάνοντας έτσι σε μερικά σημεία της αμυντικής ζώνης της πρωτεύουσας του Ράιχ. Το Βερολίνο, η πόλη μας, τώρα είναι πόλη του μετώπου. Όλοι οι στρατιώτες και οι άνδρες της Voiksturm που έχουν ταχθεί στην άμυνα της πρωτεύουσας πρέπει νά παραμείνουν στις θέσεις που τους έχουν ορισθεί και μόλις αντιληφθούν στρατεύματα ή σοβιετικά τεθωρακισμένα ν' ανοίξουν πυρ (...). Οι ομάδες προστασίας των εργοστασίων θα εγγυηθούν την εξωτερική και εσωτερική ασφάλεια των εγκαταστάσεων. Προβοκάτορες και απειθάρχητοι αλλοδαποί εργάτες συλλαμβάνονται και αποδυναμώνονται. Προβοκάτορες και ηττοπαθείς, οι οποίοι θα ύψωναν λευκές σημαίες ή που θα τηρούσαν οποιαδήποτε άλλη δειλή συμπεριφορά, που θα πραγματοποιούσαν τρομοκρατική πράξη ανάμεσα στους πληθυσμούς αποδυναμώνοντας το πνεύμα της άμυνας και της αντίστασης των πολιτών, εξουδετερώνονται και αυτοί με κάθε μέσον. Κάθε πολίτης του Βερολίνου ευθύνεται προσωπικά για το σπίτι του. Εκείνα τα σπίτια που θα υψώσουν λευκή σημαία θα παύσουν να προστατεύονται από τον νόμο και θα αντιμετωπιστούν ανάλογα(...). Είναι αναγκαία η τήρηση μιας σιδερένιας πειθαρχίας. να έχετε πλήρη εμπιστοσύνη στους εαυτούς σας, να υπακούσετε δίχως αντίρρηση στους εντεταλμένους για την άμυνα της πόλεως. ΟΙ προδότες θα τουφεκιστούν και θα κρεμάσουν χωρίς αναβολή. Το σύνθημά μας ας είναι: σκληρή και φανατική αντίσταση σε κάθε σημείο. Γρηγορείτε. Μην δίδετε σημασία στις διαδόσεις και στις απειλές του εχθρού. Υπερασπίσετε μέχρις εσχάτων την ζωή των γυναικών σας, των μητέρων σας και των παιδιών σας, και μ' αυτό τη ζωή του Ράιχ (...). Κάθε αδυναμία καταστέλλεται. Οι Μπολσεβίκοι διεξάγουν ένα πόλεμο δίχως έλεος. Ποιος από σας θέλει να βιασθεί η γυναίκα του ή η κόρη του; Ποιος από σας θέλει να εκτελεστεί με μία σφαίρα στον αυχένα; Ποιος από σας θέλει να οδηγηθεί στην Σιβηρία; ­Αυτήν την ώρα καθένας γνωρίζει το χρέος του. Υπερασπιστές του Βερολίνου. Οι μητέρες σας, σας κοιτούν, σας κοιτούν τα παιδιά σας και οι γυναίκες σας. Έχουν εμπιστευθεί τη ζωή τους στα χέρια σας. Σήμανε η ώρα της άμυνας. ΟΙ υπερασπιστές του Μπρέσλαου σας είναι παράδειγμα. Αυτοί δεν έπαψαν να διατυμπανίζουν το κουράγιο τους, την πίστη τους την αξία τους για το Ράιχ και τον Φύρερ. Σχηματίσατε μια ορκισμένη κοινότητα. Μείνετε άξιοι της φήμης σας. Υπερασπιστές του Βερολίνου ολόκληρο τo Έθνος σας κοιτά και σας εμπιστεύεται. Πράξετε δίχως δισταγμούς το χρέος σας. Μαζικά και με μέσα άφθονα οι μπολσεβίκοι επιτίθενται στα προάστια της πόλεως. Αντέξατε τις αμερικανικές βόμβες, δεν θα υποχωρήσετε μπροστά στις ρώσικες χειροβομβίδες. Πολεμήστε για την πόλη σας. Πολεμήστε με έντονο φανατισμό για τις γυναίκες σας, τα παιδιά σας, τούς πατέρες σας και τις μητέρες σας. Χρησιμοποιήσατε τη ζωή στην ωραία μάχη. Τα όπλα σας υπερασπίζονται το μέλλον και την ζωή των παρόντων και των μελλοντικών γενεών (...). Ο Γκαουλάιτέρ σας βρίσκεται ανάμεσά σας. Με τούς συνεργάτες του θα παραμείνει μαζί σας. Με 200 άνδρες κατέλαβε αυτή την πόλη και τώρα θα υπερασπισθεί με κάθε μέσον την πρωτεύουσα του Ράιχ. . Ο αγώνας για το Βερολίνο θα είναι για την Γερμανία ο φάρος της Εθνικής απελευθέρω­σης. . Η πρωτεύουσα δεν μπορεί να πέσει στα χέρια των μπολσεβίκων. Εθνική ανεξαρτησία και κοινωνική δικαιοσύνη θα ανταμείψουν τον αγώνα σας». [12]




Υποσημειώσεις:
[  1] Έτσι, έληξε η συνεδρίαση, και οι σαστισμένοι συμμετέχοντες όρμησαν προς το εξωτερικό του Καταφυγίου όπου περίμεναν οι υπασπιστές και οι γραμματείς. Δεν έκρυβαν τα συναισθήματα αγανάκτησης και θλίψης τους. Ήταν σαν να τα είχαν όλοι χαμένα. «Όταν βγήκαν έξω από την αίθουσα της συνεδρίασης», λέει μία γραμματέας , «ήταν όλοι ταραγμένοι, λέγοντας πως το τέλος εί­χε φτάσει». «Ήμουν τόσο καταρρακωμένος», λέει ο στρατηγός Κρίστιαν, «που ακόμα και τώρα δε μπορώ να το κατανοήσω. II ατμόσφαιρα στο Καταφύγιο μου έχει κάνει τρομερή εντύπωση μια εντύπωση που δεν μπορώ να περιγράψω»[25]183. Ακόμα και ο Κρεμπς εκμυστηρεύτηκε με προσοχή στον υπασπιστή του πως ο Χίτλερ είχε γίνει βίαιος προσάπτοντας άδικες κατηγορίες στην Ανώτατη Διοίκηση ...............
Με ημερομηνία 23 Απριλίου 1945 ο Γουίλιαμ Σίρερ γράφει: "Τι ακριβώς συνέβη στο Βερολίνο τη μοιραία αυτή εβδομάδα που έκανε τους υπουργούς της γερμανικής κυβερνήσεως να επιζητήσουν  την ασφάλεια στο Βορρά ενώ ο Χίτλερ και ο Γκαίμπελς έμειναν στην πρωτεύουσα;Γνωρίζουμε από την έκθεση της Βρετανικής Ιντέλιτζενς Σέρβις  για το τέλος του Χίτλερ , ότι στις 22 Απριλίου ο Φύρερ υπέστη νευρική κρίση αφού είχε καλέσει σε συνεδρίαση τους συμβούλους του για να τους πει  ότι θεωρούσε χαμένο τον πόλεμο.Οι υποστηρικτές του προσπάθησαν  να τον πείσουν  να εγκαταλείψει το Βερολίνο, αλλά εις μάτην .Τί θα έπρεπε λοιπόν να κάμουν ;Να εγκαταλείψουν τον ηγέτη; Οι γνώμες συγκρούονταν. Ο Σβέριν-Κρόσιγκ λέγει -αν και όχι πολύ καλά- τι συνέβη." (Το τέλος του Ημερολογίου Πάπυρος 1997 σελ 210-11)
[  2]Στρατάρχης Keitel: In the service of the Reich (Εκδότης  Walter Görlitz) σελ. 236 
[  3]Στρατάρχης Keitel: In the service of the Reich (Εκδότης  Walter Görlitz) σελ. 237 
[  4]
]  5]
[  6] Karl Koller: Der Letzte Μonat – Μannheim  1949 σελ, 31
[  7] Αντί να επιταχύνει το τέλος, εκμεταλλευομένη την ομολογία του Χίτλερ ότι τα πάντα είχαν χαθεί, η ακολουθία του έκανε ό,τι μπορούσε για να τον εμψυχώσει· Ιδιαίτερα, οι Στρατηγοί άφη­σαν τον Χίτλερ να πιστεύει ότι ο Στρατηγός Βενκ δεν είχε παίξει το τελευταίο του χαρτί. Ό Αρχηγός του Επιτελείου, ό καλύτερα ενημερωμένος Γεpμαvός αξιωματικός, παρηγορούσε τώρα τον Χίτλερ μ' ενα αφελές σχέδιο, που προέβλεπε τις συνδυασμένες επιχειρήσεις της 9ης Στρατιάς (πού ήταν περικυκλωμένη στο Δά­σος Σπρέε) και της 12ης Στρατιάς του Βένκ τήν οποία, κατά τό μεγαλύτερο μέρος της, άποτελοίχκχν ανοργάνωτες και φτωχά εξοπλισμένες Μεραρχίες.1 Ξαναζωντάνεψαν ακόμη καΐ τό φάν­τασμα του Στάϊνερ.(Ερικ Κιούμπι Οι Ρώσοι  και το Βερολίνο σελ 136
[ 8] Κατά συνέπεια στις 22 Απριλίου η 1η Στρατιά Αρμάτων της Φρουράς (1ο Μέτωπο Λευκορωσίας) αφήνοντας στα βορειοδυτικά τον όγκο του Βερολίνου , συναντούσε στο Konigswusterhausen τα πρώτα στοιχεία της 3ης Στρατιάς Αρμάτων της Φρουράς (1ο Μέτωπο Ουκρανίας) η οποία , σε εκτέλεση της καινούριας διαταγής του Στάλιν  είχε συγκλίνει  από τα δυτικά στα βόρεια ξεκινώντας από το FinsterwaldeO κλοιός είχε λοιπόν κλείσει γύρω από την  9η Στρατιά.  Το ίδιο βράδυ τα τεθωρακισμένα  του Leliusenko είχαν φθάσει μέχρι το Juterbog, κόβοντας  το δρόμο Βερολίνο Δρέσδη  ενώ ο Ζούκωφ από το Bernau, Wandlitz, Oranienburg και Birkenwerder , που έπεσαν στα χέρια των Στρατηγών  F.I Perhorovic και N.E Bersarin (47η Στρατιά, 5η Στρατιά Επίθεσης ) είχε κόψει τους δρόμους Βερολίνο- Στεττίνο και Βερολίνο -Stralsund.;Με το τρόπο αυτό συνέβη η κύκλωση 
[  9]Α.Beevor: Βερολίνο 1945 σελ 385
[10]J.Toland:Adolf Hitler sel 869
[12]







Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α ΒΛΑΧΟΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ


Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος στα 1917
Όταν εγεννάτο, ολόκληρος η Ελλάς, η ελευθέρα και δούλη, έκυψε εις το λίκνον του δια να ελπίση. Αι μακρυναί Θάλασσαι και η απέραντος γη, όπου είχε σπαρή, κατακτήσεων και επαναστάσεων και δι­ωγμών θύμα, το Γένος, συνεστάλησαν εις έκτασιν μιας σπιθαμής, εις μίαν γωνίαν του ελληνικού Ανακτόρου και εστάθησαν εκεί, και εκράτησαν σιωπηλαί την αναπνοήν των, δια να μη ταράξουν τον πρώτον ύπνον του βρέφους, το οποίον εξεπροσώπει την Ευτυχίαν, το Μέλλον. Γρήγορα, από της πρώτης στιγμής, έ­σπευσαν ανάδοχοι μυριάδες παλμών, χι­λιάδες ελπίδων και προσεκόμισαν, σμύρναν και λίβανον, την πορφύραν των αιμά­των της από τον νότον η Κρήτη, από τον βορράν την τελευταίαν λειτουργίαν της η Αγία Σοφία, εξ ανατολών και δυσμών αναμνήσεις και πόθους και όνειρα ο Ελληνισμός. Και ωνομάσθη το Βρέ­φος, πριν καν ανοίξη προς την ημέραν τους οφθαλμούς, Κωνσταντίνος. Ο πα­λαιός ποιητής εστάθη κοντά του και έ­δωσε το ελληνικόν αίσθημα εις στίχους ωραίους. 


Δεν είσαι Βασιλιά παιδί. 
Δεν είσαι μάννας γέννα. 
Οι πόθοι και οι ελπίδες μας εσμίξανε μαζί 
Κ' εγέννησαν εσένα. 


Και, αλήθεια, οι πόθοι και αι ελπίδες του Έθνους είχον γεννήσει τον Βασιλέα. Επί τέσσαρας αιώνας, μάρτυς, υπόδου­λος η Ελλάς, κάτω εις τα υπόγεια όπου ετέλει τας μυστικάς λειτουργίας της, ε­πάνω, εις κρυφά σχολειά, όπου εδίδασκε την παράδοσιν, αυτό το όνειρον ύφαινε, αυτόν ητοίμαζε τον στρατάρχην, αυτού εσφυρηλάτει τα όπλα, αυτού έτρεφε τον πολεμικόν ίππον, αυτού εχρύσωνε με α­κτίνας ελευθέρων ηλίων το Στέμμα. 

Και παρήρχετο ο καιρός. Και από της πρώτης οδοντοφυΐας του μέχρι των πρώτων του λαλημάτων, από των πρώ­των βημάτων του μέχρι των πρώτων ω­ρών της μαθητικής του ζωής, ο κόσμος εκείνος των κατάκοπων ηρώων και των γερόντων αγωνιστών, ο κόσμος των α­πομάχων της μεγάλης Επαναστάσεως, οι οποίοι δια του αίματος και του χρή­ματος και του νου των εθεμελίωσαν την ελευθέραν Ελλάδα, ύψωσε γύρω του πανύψηλον τείχος στοργής και λατρείας: διότι θα ήτο Αυτός, ο αναμενόμενος εκ Θεού. Διότι θα ήτο αυτός ο οποίος θα επραγματοποίει της Ειμαρμένης την παλαιάν προσταγήν. Διότι θα ήτο αυτός ο οποίος με το γύρισμα του χρόνου, δια μέσου αγώνων, προσπαθειών και ατυ­χημάτων, θα ωδήγει κάποτε επί κεφαλής χιλιάδων στρατού την Ελλάδα εις την χαράν και την δόξαν. Διότι θα ηλευθέρωνεν αυτός την Μακεδονίαν, θα έδιδε αυτός την Κρήτην εις την Ελλάδα, θα έπαιρνεν αυτός τα Γιάννενα. Διατί;... Παιδί δεν ήτο; Άνθρωπος δεν ήτο καί αυτός;... Αλλά το Έθνος δεν εδέχετο με τους μεμψίμοιρους συζήτησιν. Δεν ήτο παιδί, ούτε άνθρωπος, ούτε διάδοχος, ού­τε θα ήτο βασιλεύς όπως όλοι ο Κωνσταντίνος. Ο Κωνσταντίνος ήτο θρύλος, ήτο ψυχή, ήτο ο εντεταλμένος της Μοί­ρας.

* * *

Και ήλθε στιγμή κατά την οποίαν αι ευχαί και οι ψαλμοί έγιναν θούρια και οι ε­θνικοί θρήνοι παιάνες πολεμικοί και αν­τήχησε απ' άκρου εις άκρον από ιαχάς χαράς η Ελλάς, και ωπλίσθησαν οι στρατοί, και έσπευσαν υψηλά προς τας υποδούλους θαλάσσας οι στόλοι και το όνειρον επραγματοποιείτο: Τα φρούρια των πόλεων εκρημνίζοντο ως εις άκου­σμα υπερκοσμίων σαλπίγγων, και έφευ­γαν οι κατακτηταί, και ηλευθερούντο η Κρήτη, η Θεσσαλονίκη, η Σάμος, η Χίος, η Μυτιλήνη, τα Ιωάννινα. Και εις το μέσον του στρατού του, επροχώρει και εκάλπαζε προς την δόξαν και ήτο πάντοτε πρώτος. Αυτός. Ήτο υψηλός τώρα, και είχε γαλανούς οφθαλμούς και την ηλιοκαή του μορφήν εφώτιζε απεράντου καλωσύνης μειδίαμα και είχε ευγένειαν, θάρρος, ευθύτητα, νουν, και υπέρ αυτόν είχαν η στολή και το έθνος προσκομίσει πτερά, πτερά ά­σπρα και καταγάλανα, τα οποία ανέμιζε ευτυχής η πνοή της ελευθερίας. Αλλ' έ­ξαφνα, πώς έγινε η πνοή καταιγίς; Και πώς διερράγησαν της στοργής και της λατρείας τα τείχη; Και πώς αι ευχαί έγι­ναν πάθη και η ευλάβεια ύβρις, και κακία ο ενθουσιασμός και διαδήλωσις διωκτών των υπηκόων η λιτανεία;... Ας μείνη το ερώτημα αναπάντητον και ας πληρώση τώρα την αμαρτωλήν παρένθεσιν η σιω­πή. Μόνος, εξόριστος, ζων χωρίς θρόνον, χωρίς βασίλεια, χωρίς πατρίδα, νεκρός χωρίς τάφον, υποστάς και τον κόλαφον του παράφρονος εις την ξένην, δακρύσας με την ιδίαν συμφοράν και την συμφοράν της Ελλάδος, επιστρέψας εν μέσω φρενίτιδος, και απελθών εν μέσω φλογών πυρκαϊάς, έζησε, εκουράσθη, εμαρτύρησε, έπαθε, εδοξάσθη, υψώθη και έπεσε, και ανέμεινεν, ως άνθρωπος και ως σο­ρός, επί έτη μακρά εις τον ήλιον και το σκότος, Δικαιοσύνην.

* * *
Τώρα, τον φέρομεν πάλιν. Επάνω εις ένα κιλλίβαντα παλαιού πυροβόλου —τις οίδε τίνος πυροβόλου του Δεκατρία, του Δώδεκα— του οποίου τα ξύλα θα φρικιούν εις την σκέψιν ότι τώρα ορίζουν αυτά την πορείαν του, οδηγείται εις τον τάφον ο Κωνσταντίνος, ο Διάδοχος των εθνικών μας ονείρων, η Μεγάλη Ιδέα της χρυσής εποχής, ο Βασιλεύς των ενδό­ξων ωρών μας, ο ευτυχής και ατυχής, ο ιδίω έργω υψωθείς εις τα σύννεφα και έργω άλλων κρημνισθείς εις ερέβη, ι­στορικός στρατηλάτης. Ας τον οδηγήσωμεν λοιπόν όλοι μαζί εις τον Τάφον Του. Ας δώσωμεν περί την σορόν Του τας χείρας, και εις των κοινών δακρύων το πλήθος ας ποτίσωμεν τον σπόγγον της λήθης, η οποία θα μας οδηγήση αύριον προς δρόμους καλούς. Ο Βασιλεύς ήλθε εις την πατρίδα του και θα κοιμηθή τώρα δια πρώτην φοράν. Ας ετοιμάσωμεν με άνθη την κλίνην του, ας ποτίσω­μεν με καλωσύνην το χώμα, ας κλίνουν αι καρδίαι μας εμπρός του γονυπετείς και ας ταφούν μαζί του αι έριδες και αι κακίαι των οποίων υπήρξεν Αυτός, το πρώτον, το μέγιστον, το αδικώτατον θύ­μα...